<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d12720662\x26blogName\x3d%CE%A4%CE%A5%CE%A0%CE%9F%CE%A3+%CE%9D%CE%A5%CE%A7%CE%A4%CE%95%CE%A1%CE%99%CE%9D%CE%9F%CE%A3\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLUE\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://typosnyxterinos.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://typosnyxterinos.blogspot.com/\x26vt\x3d7449070411351450586', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Το φραντζολάκι

Έχω έναν αδελφό, μεγαλύτερο.
Πολύ μεγαλύτερο. Για την ακρίβεια, δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια.
Δε με είχαν στο πρόγραμμα βλέπεις οι δικοί μου, η μάνα μου δεν περίμενε πως θα έκανε άλλο παιδί, να όμως που… τους προέκυψα.

Τέλος πάντων, για τον αδελφό μου έλεγα.

Όταν ήμουν δεν ήμουν καλά καλά δυο χρονών, εκείνος έφυγε για να υπηρετήσει τη μαμά πατρίδα κι έμεινε κοντά δυο χρόνια. Λίγα πράγματα θυμάμαι από τότε, κάτι σκόρπιες εικόνες περισσότερο. Θυμάμαι όμως καλύτερα το γάμο του, όπου ήμουν παρανυφάκι κι ακόμα καλύτερα θυμάμαι το πρώτο του παιδί.

Το πρώτο μου ανίψι.

Ένα φρατζολάκι, τυλιγμένο με πάνες. Έτσι μου ‘χε φανεί η ανιψιά μου όταν την πρωτοείδα. Σαν μεγαλούτσικη φρατζολίτσα ψωμιού, τυλιγμένη σε λευκές πάνες και ροζ κουβερτούλες.
Μου φαινόταν πολύ παράξενο που είχαμε ένα μωρό στην οικογένεια. Και μάλιστα το μωρό του αδελφού μου.
Το κοίταζα στην κούνια, και το ‘παιρνα όλο καμάρι αγκαλιά –όταν μου το έδιναν δηλαδή– και καθώς το κράταγα προσπαθούσα να χωρέσω στο εφτάχρονο μυαλό μου πως αυτό το πλασματάκι ήταν ανίψι μου και πως εγώ ήμουν θεία!

Ε, δε τα πολυκατάφερνα για να πω την αλήθεια.
Για μένα το μωρό στην αρχή ήταν κάτι σαν παιχνίδι, και λίγο καιρό αργότερα, έγινε η αφορμή να νιώσω για πρώτη φορά στην παιδική μου ζωή ζήλια.
Ζήλια, ναι. Γιατί βλέπεις ξαφνικά, και απ’ το πουθενά, έχασα τον τίτλο της ‘μικρής’ του σογιού.
Από ‘κει που όλοι ασχολούταν μαζί μου, με το τι είπα, τι έκανα, τι φόραγα και ούτω καθ’ εξής, από ‘κει που έκανα τα ναζάκια μου και μου έκαναν όλα τα χατίρια, ξαφνικά λοιπόν, βρέθηκε το ‘μωρό’ και μου έκλεψε τη δόξα.

Τώρα πια όλοι μίλαγαν για κείνο, για το τι κάνει, αν τρωει, αν πίνει, αν κοιμάται καλά, αν γελάει, αν μπουσουλάει, ποιες είναι οι πρώτες του συλλαβές κι αν έσκασε το πρώτο του δοντάκι….
Άσε πια που οι μεγάλοι είχαν αρχίσει να μου παίζουν ένα περίεργο βιολάκι και μου έλεγαν συνεχώς: «Κοίτα, εσύ τώρα είσαι μεγάλη! Έγινες θεία! Κάτσε εδώ λοιπόν να προσέχεις το μωρό!»
Ορίστε; Μα εγώ δεν ήθελα να προσέχω το μωρό, εγώ ήθελα να παίζω, να τρέχω, να γελάω και να προσέχουν οι άλλοι εμένα…

Οπότε, να τα καβουράκια της ζήλιας… Μιας ζήλιας όμως που δεν έμελλε να κρατήσει πολύ.
Εκείνη την περίοδο ο αδελφός μου κι οι γυναίκα του δούλευαν κι οι δυο απ’ το πρωί ως το βράδυ για να τα φέρουν βόλτα, κι έτσι το ‘μωρό’, που πλέον είχε όνομα βέβαια, το όνομα της μάνας μου, έτσι λοιπόν η Βίκυ η νεότερη, ήρθε να εγκατασταθεί σπίτι μας.
Την κρατούσαμε εμείς όλη τη βδομάδα και τα σαββατοκύριακα την έπαιρναν ο αδελφός μου με τη γυναίκα του στο σπίτι τους.

Έτσι, θέλοντας και μη, άρχιζα να συνηθίζω στο μικρό ‘εισβολέα’ και να τη βλέπω περισσότερο σαν το μικρό αδελφάκι μου, παρά σαν ανίψι.
Κι εκεί σταμάτησε κι η ζήλια.
Ας τόλμαγε κανείς να πειράξει το Βικάκι και τα λέγαμε. Την κουβαλούσα μαζί μου από ‘δω κι από ‘κει, την έτρεχα στις κούνιες, την έβγαζα βόλτα με το καρότσι της και καμάρωνα σα γύφτικο σκεπάρνι.
Καταλάβαινα τα πρώτα της λογάκια και το ‘παιζα ειδήμων στους «μεγάλους»: «Μα δεν καταλαβαίνεις, ρε μαμά; Νερό ζητάει όχι πιπίλα.
Μπουντού σου λεει, όχι νόμι!»

Τώρα που τα θυμάμαι σκαω στα γέλια. Και σκέφτομαι και τη μάνα μου εκείνες τις εποχές… είχε εμένα οχτώ, εννιά χρόνων, εργαζόταν, είχε ηλικιωμένο άτομο σπίτι (την πεθερά της), κι ένα μωρό μαζί... Χαράς στο κουράγιο της, εγώ στην ηλικία της, -βλέπεις κόντευε τα πενήντα πια- δεν ξέρω αν θα τα ‘φερνα βόλτα.

Το Βικάκι πάντως ήταν ένα γλυκύτατο, όμορφο μωρό και το ίδιο όμορφο νήπιο. Στρουμπουλό, με λευκό δέρμα και μαύρα μαλλιά όλο μπούκλες και δαχτυλίδια, κατακόκκινα χειλάκια και δυο ματάρες αμυγδαλωτές που σε κοίταζαν και σ’ έκαναν λιώμα…Θυμάμαι ακόμα ένα καλοκαίρι στο Μικρό του Πλατανιά, όπου με τη βοήθεια της άμμου στην παραλία (για να στηρίζεται γερά στα ποδαράκια της) έκανε τα πρώτα της βήματα.

Τέλος πάντων, η μικρή μεγάλωνε και μαζί μεγάλωνα κι εγώ. Ήμουν στο Γυμνάσιο κοντά στα δεκαπέντε κι η Βίκη ήταν ένα οχτάχρονο, όμορφο, αλλά παχουλό πιτσιρίκι. Με αρκετά κιλά πάνω απ’ το κανονικό. Πώς κάνεις δίαιτα όμως σ’ ένα μικρό παιδάκι, και μάλιστα λιχούδικο και φαγανό;
Δεν ξέρω αν υπάρχει εύκολη λύση, βλέπεις τότε δεν «έπαιζαν» και οι παιδοψυχολόγοι.
Θυμάμαι ένα σωρό φορές σε οικογενειακά τραπέζια στο σπίτι του αδελφού μου όπου όλοι –ή σχεδόν όλοι– οι μεγάλοι της έκαναν παρατηρήσεις και σχόλια για να μην τρωει. Κάθε φορά η δική μου η καρδιά γινόταν κομμάτια. Κάθε φορά που άκουγα να της λένε «όχι, δε θα το φας αυτό, έχεις γίνει σαν κεφτεδάκι με πόδια», εμένα μου διπλωνόταν το στομάχι στα δυο και πονούσα γιατί ήξερα πόσο πονούσε η μικρή, πώς πονάει γενικά ένα παιδί όταν το περιπαίζεις για ένα «κουσούρι» του, ακόμα κι αν αυτό είναι «για το καλό του».

Λυπάμαι πολύ που δεν είχα αποκτήσει στα δεκαπέντε μου το «βρωμόστομα» που διαθέτω σήμερα να στόλιζα μερικούς συγγενείς και φίλους τότε…
Και μάλιστα ανθρώπους που κι οι ίδιοι ήταν υπέρβαροι όταν σχολίαζαν με τόση άνεση τα περιττά κιλά ενός μικρού παιδιού και μπροστά σε όλους τους άλλους.
Δεν μίλαγα τότε όμως…Καλώς ή κακώς το βούλωνα και κατέβαζα τα μούτρα στο τραπέζι με αποτέλεσμα να με λοξοκοιτάζει η κυρία Βικτωρία και να μου κάνει νοήματα.

Η Βίκη πάντως στα επόμενα χρόνια εξελίχθηκε σε κούκλα. Κάμποσα χρόνια στην κολύμβηση και μερικά μετάλλια αργότερα, το μικρό, στρουμπουλό κοριτσάκι είχε δώσει τη θέση του σε μια λυγερόκορμη κοπέλα με μακριά μαύρα μαλλιά και τα χαρακτηριστικά μάτια του Δερβενιωτέϊκου.

Είχα πια φύγει για σπουδές κι η Βίκη αν θυμάμαι καλά τέλειωνε το Γυμνάσιο. Ένα καλοκαίρι λοιπόν, που ‘χα γυρίσει για διακοπές στο Βόλο, μου εκμυστηρεύτηκε πως είχε αγόρι.
Τώρα να την πω τη μαλακία μου; Θα την πω.
Ε, μου ‘ρθε κάπως. Σοκαρίστηκα λιγάκι. Θυμάμαι γύρισα και την κοίταξα και στα μάτια μου, μου φαινόταν ακόμα παιδί. Φρόντισα να συνέλθω γρήγορα.
Κούνα το κεφάλι σου, βλαμμένη, είπα στον εαυτό μου. Τι παιδί; Είναι δεκαπέντε χρόνων, τι έκανες εσύ στα δεκαπέντε σου; Τα ίδια δεν έκανες;
Προσπάθησα να τη δω ως «μεγάλη», κι όμως δυσκολευόμουν. Να, που είχα φτάσει κι εγώ να βλέπω τους άλλους όπως μ’ έβλεπαν εμένα χρόνια οι δικοί μου…

Βλέπεις, για μένα η Βίκη, ήταν πάντα το φραντζολάκι μου, το μικρό… άσχετο που ήδη είχε γεννηθεί το δεύτερο παιδί του αδελφού μου, ο γιος του, κι είχε πάρει τον τίτλο του «μικρότερου της οικογένειας». Άσχετα που κι εκεινού του είχα και του έχω μεγάλη αδυναμία…
Το θέμα ήταν πως το Βικάκι μου μεγάλωνε κι εγώ δυσκολευόμουν να το αποδεχτώ. Κι όχι πως με πείραζε που είχε αγόρι. Απλώς σκεφτόμουν πόσο εύκολα θα μπορούσε να την πληγώσει το κάθε «τσογλάνι» (να και τα τσιτάτα που αραδιάζουν όλοι οι γονείς σε κάποιες φάσεις, χα χα χα), και δεν ήξερα τι να της πω και πώς να τη συμβουλέψω.

Θα μου πεις τώρα, νέο κορίτσι εσύ, εικοσιδυό μόλις, δεν είχες τι να πεις σ’ ένα δεκαπεντάχρονο;
Έλα μου ντε; Πώς λέμε χαζομαμά, χαζομπαμπάς, ε, έτσι παει και το χαζοθεία…

Φυσικά ήταν μονάχα η πρώτη …φλασιά του ξαφνικού. Μου πέρασε το εγκεφαλικό κόλλημα γρήγορα.

Στα επόμενα χρόνια, την έβλεπα σποραδικά κι από μακριά να μεγαλώνει. Πριν δυο χρόνια μάλιστα τη φιλοξένησα για λίγο καιρό, κανά μήνα περίπου, στο σπίτι μου κι έτσι την «είδα» και την «έζησα» και λίγο καλύτερα.

Θα ‘θελα να της πω τόσα πράγματα που δεν της έχω πει.
Θα ‘θελα να της πω πόσο χάρηκα που την έβλεπα να μεγαλώνει και να γίνεται γυναίκα. Μια όμορφη γυναίκα που θα ζήσει κι αυτή τη ζωή της, θα περάσει τους έρωτές της, τη χαρά τους, τον πόνο τους, τους χωρισμούς, θα κάνει τους κύκλους της, θα γίνεται κάθε μέρα όλο και πιο γυναίκα και πως αυτό είναι όμορφο.
Θα ‘θελα να της πω να μη φοβάται να ζει, να γεύεται να μαθαίνει, να μη φοβάται ούτε τη χαρά ούτε τον πόνο, γιατί όλα θα είναι κομμάτια δικά της.
Θα ‘θελα να της πω να ‘ναι περήφανη για τον εαυτό της, θα ‘θελα να γνωρίζει πόσο όμορφη είναι χωρίς να γίνεται ψώνιο, θα ‘θελα να αγαπάει τον εαυτό της και το σώμα της.
Θα ‘θελα για κείνη τα καλύτερα, θα ‘θελα να τη βλέπω πάνω απ’ όλα να ζει την κάθε της στιγμή.
Θα ‘θελα να της πω να μη σκορπίζει το χρόνο της, να ενημερώνεται, να διαβάζει, να κινείται, να βγαίνει, να μην τελματώνει στη ρουτίνα και τη βαρεμάρα που έχουν πέσει τα περισσότερα παιδιά της ηλικίας της και ειδικά στην επαρχία.
Δε θα ‘θελα όμως να την προστατέψω απ’ τον πόνο και τα λούκια της καθημερινότητας και της ζωής, γιατί είμαι σίγουρη πώς όπως κάναμε όλοι μας, θα κάνει κι εκείνη τις δικές της επιλογές και τα δικά της λάθη και πώς όλα είναι εντάξει μ’ αυτό.
Χαίρομαι όταν ζητάει τη γνώμη μου για κάτι που την απασχολεί κι ας μου παίρνει εκατό ώρες να βρω τα λόγια να της απαντήσω γιατί αν μη τι άλλο, νιώθω πως για το ανιψούδι μου πρέπει να μετράω εκατό φορές και να κόβω μία.
Χαίρομαι κι όταν ανεβαίνω στο Βόλο και «με βγάζει έξω», γιατί έτσι γίνεται πια, οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί. Κάποτε την «έβγαζα» εγώ έξω, τώρα με ξεναγεί εκείνη.

Και θα ‘θελα ακόμα να της πω πόσο βαθύ είναι το συναίσθημα που νιώθω κάθε φορά που την κοιτάζω και στα μάτια της, αυτά τα μάτια που τα κληρονόμησαν όλες οι γυναίκες της οικογένειάς μας, βλέπω κάτι απ’ τη μάνα μου, κάτι απ’ τη γιαγιά την Ιφιγένεια, και κάτι ακόμα κι από ‘μένα.
Και πόσο χαίρομαι όταν βλέπουν τις φωτογραφίες της στο σπίτι μου και με ρωτάνε: Εσύ είσαι εδώ μικρότερη; κι εγώ τους απαντώ: Όχι, η ανιψιά μου είναι, κι όλοι σχολιάζουν το πόσο μοιάζουμε…

Τα παιδιά είναι μια συνέχεια, μια αλυσίδα ανάμεσα στο χτες και το σήμερα… Δεν ξέρω αν ποτέ θ’ αποκτήσω δικό μου παιδί, και στην παρούσα δε μ’ ενδιαφέρει κιόλας, αλλά ξέρω πώς μέσα απ’ τα μάτια της ανιψιάς μου κάτι απ’ όλους μας συνεχίζει.

Όσο για σένα, ανιψούδι, αν διαβάζεις, έχε υπόψη σου πως ακόμα σε περιμένω να κατέβεις στην Αθήνα...

Ετικέτες

4:07 μ.μ.
Blogger Idάκι είπε ...

Είστε κούκλες... να την προσέχεις και να σε προσέχει, μακάρι να είχα κι εγώ μια θεία σαν εσένα Τύπε μου!!    



12:31 μ.μ.
Blogger artemis είπε ...

Με αρκετή καθυστέρηση το σχόλιο, αλλά μόλις τώρα διάβασα το ποστ σου. Το λοιπόν, μου θύμισες εμένα και το μικρό μου θείο. Όταν ήταν να γεννηθεί το πρώτο του ανίψι, δηλαδή ο αδερφός μου, δήλωνε απερίφταστα στην μάνα μου (αδερφή του) να μην τολμήσει να κάνει κορίτσι, διότι ήθελε αγόρι για να χει να παίζει αργότερα. Μετά ενάμιση χρόνο που κατέφθανα εγώ, ο θείος, εννιά χρονών τότε, άρχισε πάλι τα ίδια, "θέλω αγόρι, θέλω αγόρι!". Φυσικά, του δήλωσαν πως μια φορά το χατήρι του έγινε, τώρα, όμως, αν ερχόταν κορίτσι θα πρεπε να το βουλώσει κανονικά. Μεγαλώσαμε, σαν αδερφάκια μεγαλώσαμε, μας έκανε πειράγματα, έγινε ολόκληρο παληκάρι και σιγά σιγά, άρχισε να διαπιστώνει πως εκείνη η ανιψιά του έμοιαζε πιο πολύ από κάθε άλλον. Με έντυνε, με στόλιζε και με έπαιρνε μαζί του στις βόλτες, με καμάρωνε και με παρουσίαζε με περηφάνεια στους έφηβους, τότε, φίλους του. Σαν να μετάνιωνε που παρακαλούσε να γεννηθώ αγόρι, σα να μετάνιωνε. Τώρα περιμένει το δικό του παιδί κι ας μένει μακριά, εύχομαι να μπορέσω να αποκτήσω παρόμοιες στιγμές με το ξαδερφάκι μου...Να σαι καλά!    



» Σχoλιάστε