<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\07512720662\46blogName\75%CE%A4%CE%A5%CE%A0%CE%9F%CE%A3+%CE%9D%CE%A5%CE%A7%CE%A4%CE%95%CE%A1%CE%99%CE%9D%CE%9F%CE%A3\46publishMode\75PUBLISH_MODE_BLOGSPOT\46navbarType\75BLUE\46layoutType\75CLASSIC\46searchRoot\75http://typosnyxterinos.blogspot.com/search\46blogLocale\75el\46v\0752\46homepageUrl\75http://typosnyxterinos.blogspot.com/\46vt\0757449070411351450586', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

It's all lies, darling

Τρίτη, Απριλίου 21, 2015


Και κάποια στιγμή, εκεί κατά τις πέντε το πρωί, το ξέρεις ότι πια δεν αντέχεις άλλο, και σηκώνεσαι, μπαίνεις στο δωμάτιο, πέφτεις στο κρεβάτι, παίρνεις το μαξιλάρι και σκεπάζεις με αυτό τα μάτια σου και εκεί έρχεται μια αγκαλιά, νιώθεις το χέρι του να σε αγγίζει και να σε χαϊδεύει για λίγο, ανασηκώνεις το μαξιλάρι, εκείνος ανοίγει τα μάτια του, σε κοιτάει, ξέρεις ότι κοιμάται ακόμη, να, τον παίρνει και πάλι ο ύπνος, το χέρι του μένει εκεί, σε αγκαλιάζει, παίρνεις βαθιά ανάσα, τον αφήνεις να σε κρατήσει, χαλαρώνεις για δυο, τρία, πέντε λεπτά, θες να μείνεις κι άλλο, θες να κουρνιάσεις δίπλα του, στην αγκαλιά του, αλλά δεν μπορείς, σφίγγεις τα δόντια, σηκώνεσαι αργά μην τον ξυπνήσεις, ανοίγει τα μάτια του και σε κοιτάζει πάλι μέσα στον ύπνο του, δεν κάνεις καν προσπάθεια να του χαμογελάσεις στα ψέματα, τον χαϊδεύεις μονάχα στον ώμο, στο μπράτσο, ανακάθεσαι στο κρεβάτι, σκύβεις κι ακουμπάς το κεφάλι στα γόνατά σου, παίρνεις άλλη μια ανάσα, σηκώνεσαι.
Φτάνεις ως την πόρτα, κλαις σιωπηλά, δεν θες να τον ξυπνήσεις, γιατί να τον ξυπνήσεις και τι να του πεις, ανοίγεις αθόρυβα την πόρτα, την κλείνεις πίσω σου, κάνεις ένα βήμα και αφήνεσαι να γλιστρήσεις πάνω στον τοίχο, κάθεσαι πάνω στις φτέρνες σου στο πάτωμα, κι εκεί κλαις, τα γατιά μαζεύονται γύρω σου ανήσυχα, με μικρές φωνές και τις ουρές τους να σου αγγίζουν τα πόδια, κλαις αγκαλιάζοντας τον εαυτό σου και δαγκώνοντας τα χείλη, δεν υπάρχει λόγος να τους ξυπνήσεις όλους, σήκω λες στον εαυτό σου, σήκω θα σε ακούσουν.
Κάθεσαι ξανά στο γραφείο, η δουλειά σε περιμένει, κι ας μην αντέχεις άλλο, κι ας κλαις. Δύο, τρία, πέντε, εφτά λεπτά. Η ώρα κυλάει, στρίβεις τσιγάρο, κι ας μην το θες, συνεχίζεις, κι ας θες μονάχα να γυρίσεις στο δωμάτιο, να κλέψεις άλλη μια αγκαλιά.
Όλα είναι ένα ψέμα, γλυκιά μου.
Συνεχίζεις.



περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος

Ο Άγγελος και το Έντελβαϊς

Τρίτη, Μαρτίου 03, 2015

Χθες βράδυ με την Μαρίνα για φαγητό στην Πλάκα, ψάχνοντας ένα μαγαζί ανηφορίζουμε την Αδριανού.
Ένας μουσικός του δρόμου παίζει κιθάρα.
Η μελωδία είναι όμορφη, το παλικάρι παίζει προσηλωμένο, χωρίς να ανασηκώνει το βλέμμα.
Κοντοστέκομαι.
"Θα μπορούσε να είναι ο James" της λέω, ανοίγω το πορτοφόλι, ψαρεύω τα ψιλά μου, τον πλησιάζω.
Τα χρώματά του με κάνουν να σκεφτώ ότι είναι ίσως ξένος, του λέω "Thank you".
Τα χάνει, με κοιτάζει, "You are welcome" και στο καπάκι "Ευχαριστώ", του απαντώ κι εγώ ελληνικά "Να 'σαι καλά" και συνεχίζουμε.
Σύντομα αντιλαμβάνομαι ότι τραβάμε προς λάθος κατεύθυνση και επιστρέφουμε ξανά προς τα πίσω, πλησιάζοντας πάλι στον busker με την κιθάρα του.
Τώρα παίζει Χατζιδάκι.
Ο κόσμος προσπερνά και δεν σταματά, ούτε για να τον ακούσει, ούτε για να του αφήσει κανένα ψιλό.
Σταματάμε λίγο πιο πέρα, αποφασίζω ότι θέλω να πάω να του πω ένα γεια, να τον κεράσω ένα τσιγάρο, να πούμε δυό κουβέντες μαζί του. Η Μαρίνα συμφωνεί και ακολουθεί.
Πλησιάζουμε, τον χαιρετάμε, του λέμε ότι αν δεν ενοχλούμε θέλουμε να του κάνουμε λίγη παρέα.
Δεν πιστεύει στα αυτιά και τα μάτια του.  Μας κοιτάζει έκπληκτος, το βλέμμα του πάει από την μία στην άλλη.
Νομίζω πως αν του λέγαμε <Θέλουμε να σου χαρίσουμε δυο χιλιάδες ευρώ> θα ένιωθε λιγότερη κατάπληξη.
"Σε μένα θέλετε να κάνετε παρέα; Εδώ στο δρόμο;" ψελλίζει σαν χαμένος. "Καθίστε", βιάζεται να συμπληρώσει, λες και φοβάται μήπως του κάναμε πλάκα, μήπως αλλάξουμε γνώμη και φύγουμε.
Καθόμαστε παρέα στο πεζούλι.
Τον ρωτάμε τι άλλο ξέρει από Χατζιδάκι. Αρχίζει να παίζει τη Βροχή. Η Μαρίνα σιγοντάρει φωνητικά τη μελωδία. Περνάμε στο Μην τον ρωτάς τον ουρανό, η Μαρίνα τραγουδά, εγώ κρατάω δεύτερες, στο ρεφρέν περνάμε στην αγγλική βερσιόν και τραγουδάμε κι οι τρεις.
Ο κόσμος σταματάει, χαζεύει, χαμογελά, ελάχιστοι ρίχνουν κανά ψιλό στη θήκη της κιθάρας.
Σκέφτομαι την αδιαφορία, αλλά δεν σκοτίζομαι, η στιγμή είναι απείρως πιο ωραία, κι έτσι συνεχίζουμε.
Προχωράμε για Το φεγγάρι είναι κόκκινο αλλά δεν του βγαίνουν οι συγχορδίες, κάνουμε ένα διάλειμμα, συστηνόμαστε: "Ιφιγένεια", του λέω, και του δίνω το χέρι. "Άγγελος" μου απαντά και μου χαμογελά.
Ανάβουμε όλοι τσιγάρο. Μας διηγείται πού σπούδασε κιθάρα και κοντά σε ποιους δασκάλους, από πού είναι, τι του προσφέρει η μαγεία της μουσικής, πώς τον συντροφεύει.
Είναι φανερό όσο μιλάει πως παίζει κάποιου είδους μικρή εξάρτηση, είτε ουσιών είτε αλκοόλ, αλλά ο Άγγελος επικοινωνεί κανονικά, ξέρει τι λέει, έχει χιούμορ, γελάει και αστειεύεται, μας λέει ιστορίες από τα ταξίδια του στη Γερμανία, κι αυτοσαρκάζεται για το "καλλιτέχνης του δρόμου".
Μας λέει ότι στις 17 Απρίλη, θα παίξει κιθάρα στο Βρυσάκι, κι αν θέλουμε να πάμε να τον ακούσουμε. Υποσχόμαστε ότι θα πάμε να τον δούμε.
Πιάνει ξανά την κιθάρα, ρωτά τι θέλουμε να πούμε. Τον ρωτάω αν έχει κάτι από Καββαδία και Μικρούτσικο, μου χαμογελά ζεστά, κλείνει τα μάτια κι ακούω τις πρώτες νότες του αγαπημένου μου Federico Garcia Lorca.
Η Μαρίνα σιωπά, εγώ τον συνοδεύω: "Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό..."
Τελειώνουμε το τραγούδι, δεν δίνουμε δεκάρα πλέον αν ο κόσμος σταματά ή αν ακούν, χειροκροτούμε μόνοι μας, γελάμε, σφίγγουμε τα χέρια.
Ο Άγγελος γελά, μας ευχαριστεί, για την παρέα, για το τραγούδι, για το μοιρασμένο τσιγάρο, για όλα.
Έχει κυλήσει κοντά ένα εικοσάλεπτο. Σηκωνόμαστε να τον αποχαιρετήσουμε.
Μας ευχαριστεί και πάλι, τα μάτια του λάμπουν, μιλάει ξανά για τους "μουσικούς του δρόμου" λες και θέλει να δικαιολογηθεί, να μας πείσει ότι δεν είναι χαμένος ή looser, του λέω: "Μην εξηγείς σε μας, ειδικά σε μένα, έχω μια ιδιαίτερη συμπάθεια στους busker..."
Η Μαρίνα του εξηγεί για το βιβλίο που μετάφρασα.
Όσο του στρίβω ένα τελευταίο τσιγάρο για να του αφήσω, ζητά να μάθει περισσότερα για την ιστορία του James Bowen, του busker του Λονδίνου και του γάτου του, του Bob.
Του τα λέω περιληπτικά, τον αγκαλιάζω και τον χαιρετώ. Κάνουμε να φύγουμε.
Με σταματάει, με κρατάει από το χέρι :"Ιφιγένεια", μου λέει, "περίμενε, θέλω να σου κάνω ένα δώρο. Θέλω να σου χαρίσω ένα έντελβαϊς".
Κοιταζόμαστε απορημένες με την Μαρίνα, όσο ο Άγγελος ψάχνει σε μια ταμπακιέρα. Με τα πολλά, ανακαλύπτει αυτό που έψαχνε, και μου το βάζει στην παλάμη.
"Το έχω πολλά χρόνια, είναι το φυλαχτό μου", μου λέει. "Τώρα θέλω να το έχεις εσύ, να σε προσέχει".
Κοιτάζω την παλάμη μου. Μέσα της βρίσκεται ένα τόσο δα, μικροσκοπικό γραμματόσημο, που απεικονίζει ένα έντελβαϊς των Άλπεων.
"Πρόσεξε μην το χάσεις", μου λέει καθώς μου κρατά ακόμα το χέρι.
"Δεν πρόκειται" του λέω, και το βάζω στο πορτοφόλι μου, εκεί όπου κρατάω φωτογραφίες αγαπημένων ανθρώπων.
Τον αγκαλιάζω άλλη μια φορά, μου ψιθυρίζει στο αυτί κάτι που θα το κρατήσω μόνο για μένα.
"Θα έρθουμε να σε δούμε στο Βρυσάκι", του λέει η Μαρίνα καθώς φεύγουμε.
"Δεν έχει σημασία πια, αν δεν ξαναβρεθούμε", απαντά ο Άγγελος. "Το σημαντικό, το υπέροχο, είναι ότι από απόψε θα ξέρω ότι στους δρόμους αυτής της πόλης, περπατά μια Ιφιγένεια και μια Μαρίνα, και θα ξέρετε κι εσείς ότι κάπου εδώ, σε αυτούς τους δρόμους, υπάρχει και περπατά ένας Άγγελος. Δεν είναι μαγεία αυτό;"
Απομακρυνόμαστε, κι εκείνος συνεχίζει να παίζει.
Ναι, Άγγελε. Αυτό είναι μαγεία.

περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος

Σαν Χαϊκού μικρό

Πέμπτη, Οκτωβρίου 30, 2014
Χειμωνιάζει
θα έρθει Φλεβάρης
θα δώσεις ζωή
εσύ.

Στην αγαπημένη μου ανιψιά.


περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος

Έκκληση για βοήθεια

Παρασκευή, Οκτωβρίου 10, 2014
Προς όλους τους φίλους:
Παιδιά, υπάρχει έκτακτη ανάγκη για τρεις αμμολεκάνες (μεγάλου μεγέθους) και κάμποσα σακιά με άμμο για γάτες (όσα μπορούν να βρεθούν).
Χρειαζόμαστε ακόμη ξηρά τροφή για στειρωμένα γατιά (όση μπορεί να βρεθεί), έξι (6) αντιπαρασιτικά δισκία μάρκας Milbemax ή Drontal, και ένα σωληνάριο βιταμίνες για γατιά μάρκας Nurish UM CAT ή συναφές.
Πρόκειται για τη φροντίδα 6 γατιών των οποίων η γατο-μαμά βρίσκεται στο νοσοκομείο αυτή τη στιγμή εκτάκτως με σοβαρό θέμα υγείας και υπάρχει οικονομικό πρόβλημα.
Τονίζω ότι επείγει κυρίως η άμμος τους και οι λεκάνες και η ξηρή τροφή.
Όσοι μπορείτε βοηθήστε. Επίσης όσοι μπορείτε αναδημοσιεύστε κρατώντας το το όνομα του μπλογκ στην ανάρτηση ώστε να επικοινωνήσουν μαζί μου όσοι θελήσουν για περαιτέρω πληροφορίες και συνεννόηση.

Αν κάποιος θέλει να επικοινωνήσει με email μπορεί να μου γράψει στο athensfenia@gmail.com
Σας ευχαριστώ όλους.


περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος

Ανθρωπιά και συλλογική σκέψη, έννοιες ξεχασμένες ή όχι;

Κυριακή, Αυγούστου 31, 2014
Το φετινό καλοκαίρι μου βγήκε λίγο έως πολύ ζόρικο.
Πολύ τρέξιμο, πολλές εκκρεμότητες, πολλοί λογαριασμοί που περίμεναν να πληρωθούν, πολλές στραβές φάσεις και να κυλούν οι μήνες ενώ αυτοί που σου χρωστάνε τα δεδουλευμένα σου κάνουν τον κουφό και σε αντιμετωπίζουν με θράσος και απαξίωση.

Δε θέλει και πολύ να σαλτάρει ο άνθρωπος, παιδιά.
Ούτε και θέλει πολύ να σου βγει κάνα θέμα υγείας μετά από συνεχόμενο άγχος.

Κάπως έτσι βρέθηκα, εν μέσω ολιγοήμερων διακοπών, αντί να ηρεμώ, να τρέχω στο νοσοκομείο με καρδιακή αρρυθμία.
Στην αναμονή λοιπόν, περιμένοντας να λειτουργήσει το σύστημα, για να μου γράψει ο καρδιολόγος μια εξέταση, λίγο παραδίπλα ένας νέος άντρας τηλεφωνεί στον εργοδότη του παρακαλώντας για μια προκαταβολή μισθού.

Ζητάει διακόσια ευρώ από τα τριακόσια εξήντα. Το αφεντικό αρνείται. Κλαίγοντας ο άνθρωπος παρακαλεί έστω για ένα πενηντάρι. Το δεκαέξι μηνών αγοράκι του χρειάζεται κάποιο φάρμακο που κοστίζει 26 ευρώ αλλιώς κινδυνεύει από λοίμωξη. Το αφεντικό αρνείται ξανά.
"Δεν είναι προσωπικό το θέμα", του εξηγεί, "αλλά αν δώσει σ΄ εκείνον μια προκαταβολή ίσως ζητήσουν κι άλλοι, καταλαβαίνει, ναι;"
Ο νεαρός πατέρας αφήνει τα δάκρυά του να κυλήσουν, όσο απολογείται στον εργοδότη του. Ναι, καταλαβαίνει, βεβαίως, είναι θέμα πολιτικής της εταιρείας, καταλαβαίνει και λυπάται που ενόχλησε, και ζητά συγγνώμη για το θάρρος.

Κλείνει το τηλέφωνο, παίρνει δυο βαθιές ανάσες και τηλεφωνεί σε κάποιο φίλο του. Λένε δυο κουβέντες, του εξηγεί τα ίδια, και του ζητά 25 ευρώ. Ο φίλος λυπάται, αλλά είναι απλήρωτος απ τη δουλειά του, του λέει. Ο άνθρωπος κλείνει ξανά το τηλέφωνο, ανεβάζει τα γυαλιά ηλίου στα μάτια του, σκύβει το κεφάλι στα χέρια του και κλαίει σιωπηλά.
Σηκώνομαι να πάω κοντά του.
Με προλαβαίνει ένας κύριος που καθόταν δίπλα του. Του βάζει στο χέρι ένα πενηντάρι.
Ο άνθρωπος τα χάνει. Δεν πιστεύει στα μάτια του. "Μα πώς; γιατί;", ψελλίζει, "δεν με ξέρετε, σας είμαι ξένος, δεν έχω να σας τα γυρίσω..."

Κάνει να σκύψει να φιλήσει το χέρι του κυρίου: "Πείτε μου το όνομά σας", του λέει, "να πάω σε μια εκκλησία να ανάψω ένα κερί για σας."

Ο κύριος έρχεται σε δύσκολη θέση,  του λέει πως δε χρειάζεται, ας γίνει καλά το μωρό του.
Εκείνη την ώρα τον χτυπάω στον ώμο, ο άνθρωπος στρέφεται προς εμένα, και του βάζω στο χέρι το τελευταίο μου εικοσάρικο.

Κοιτάζει μια την παλάμη του, μια εμένα, μια τον κύριο. Έχει χάσει τα λόγια του.
"Τι είναι αυτό που μου κάνατε βρε παιδιά", λέει και κλαίει ασταμάτητα.
"Φύγε, πήγαινε στο παιδί σου και περαστικά", του λέω.
Μας κοιτάζει μια φορά ακόμα, πάει να πει κάτι, τον παίρνουν πάλι τα δάκρυα.
Φεύγει σαν κυνηγημένος, κλαίει.

Η καρδιά μου καλμάρει τους χτύπους της.

περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος

Για τη γιαγιά Ιφιγένεια

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 07, 2014
"Από ξένο τόπο, κι απ' αλαργινό,
ήρθε ένα κορίτσι, φως μου, δώδεκα χρονώ..."

Στη φωτογραφία είναι παιδούλα η συνονόματη γιαγιά μου, από την πλευρά της μητέρας μου, η Ιφιγένεια.
Οχτώ χρονώ την έστειλαν οι δικοί της υπηρέτρια σε κάποια πλούσια οικογένεια. Η οικονόμος του πλουσιόσπιτου της έβαλε ένα σκαμνάκι για να φτάνει να πλένει τα πιάτα, ο νεροχύτης ήταν πολύ ψηλός και δεν έφτανε αλλιώς.
Το κοριτσάκι του σπιτιού, είχε λίγα και λεπτά μαλλιά. Όταν οι δικοί του αποφάσισαν να του τα κόψουν για να δυναμώσουν, το κοριτσάκι απαίτησε να κοπούν κι οι πλούσιες μαύρες μπούκλες της Ιφιγένειας. Ή μάλλον όχι απλώς να κοπούν, αλλά να κουρευτούν γουλί.
Κι έτσι έγινε.
Η ηλικιωμένη οικονόμος παρηγορούσε κρυφά τα βράδια τη μικρή Ιφιγένεια, λέγοντάς της πως τα μαλλιά της θα έβγαιναν ξανά γρήγορα, το ίδιο όμορφα με πριν.
Σύντομα η οικονόμος αποχώρησε λόγω ηλικίας, και η γιαγιά μου, γύρω στα δέκα πια, ανέλαβε τη θέση της, καθώς και τη θέση της γκουβερνάντας για το κοριτσάκι της οικογένειας, το οποίο ήταν συνομήλικό της.
Κάποιο καιρό αργότερα, η οικογένεια μετακόμισε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Η γιαγιά μου φυσικά, ακολούθησε. Εκεί έκανε και μια μικρή επανάσταση, η οποία και πέτυχε.
Η κυρία του σπιτιού είχε αποφασίσει πως οι υπηρέτριες δεν μπορούσαν να τρώνε λευκό ψωμί, αυτό ήταν για την οικογένεια. Οι υπηρέτες θα έτρωγαν κρίθινο.
Η γιαγιά μου μάζεψε τις ξερές κρίθινες φέτες που τους έδιναν και τις κρέμασε από μια κλωστή στην κουζίνα. Όταν ο κύριος του σπιτιού τις αντιλήφθηκε, την ρώτησε τι κάνουν κρεμασμένα εκεί τα ξεροκόματα για τους σκύλους. Η γιαγιά μου του απάντησε πως ήταν το δικό της ψωμί, αυτό που αποφάσισε η κυρία να τρώνε, κι όχι των σκυλιών. Ο κύριος του σπιτού, αναγνωρίζοντας την πονηριά της αλλά και την αδικία, φρόντισε να μοιράζεται λευκό ψωμί σε όλους, οικογένεια και υπηρέτες.
Δυό χρόνια άντεξε εκεί.
Την πείραξε άσχημα το κλίμα, και κινδύνεψε να πεθάνει. Η οικογένεια αναγκάστηκε να φέρει γιατρό να τη δει. Μπροστά στο φόβο για τα χειρότερα και προκειμένου να γλιτώσουν την ευθύνη, την έστειλαν πακέτο πίσω στους δικούς της.
Δεκατριών χρονών, η γιαγιά Ιφιγένεια επέστρεψε.


Στη φωτογραφία δεν πρέπει να 'ναι πάνω από δέκα χρόνων.


Ουσκουντάρ, ή Σκούταρι, είναι η αρχαία Χρυσόπολις όπου ζούσαν χιλιάδες Έλληνες, και για το οποίο γράφτηκε το περίφημο τραγούδι, που το συναντάμε μέχρι και την Αίγυπτο, και θεωρείται από τα πιο γνωστά της Σεφαραδείτικης παράδοσης της ανατολικής Μεσογείου.
Στην Τουρκία είναι γνωστό ως Üsküdar, στην Αίγυπτο το συναντάμε ως Ya Banat Iskandaria, και Ισκεντερία είναι η Αλεξάνδρεια.
Στην Ελλάδα το συναντάμε σε διάφορα σημεία κι η μελωδία τραγουδιέται ως "Από ξένο τόπο κι απ' αλαργινό".
Μεταξύ άλλων, έχει περάσει απ' τα χέρια του Βαμβακάρη με ερμηνεύτρια την Καίτη Γκρέι, γύρω στο '50 το τραγούδησε η Έρθα Κιτ, έκανε το πέρασμά του στις μελωδίες της τζαζ με την εκτέλεση του Χέρμπι Μαν του φλαουτίστα, και στην Άπω Ανατολή το ταξίδεψε ο κιθαρίστας Τακέτσι Τεραούτσι.

Η μουσική, ευτυχώς, δεν έχει σύνορα. Καμιά φορά ούτε κι ο έρωτας. Σίγουρα ποτέ ο πόνος.

Για τα υπόλοιπα, το ανθρώπινο είδος έχει ακόμα μέλλον.


περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος

Φαρμακονήσι φαρμακωμένο...

Πέμπτη, Ιανουαρίου 23, 2014
Συνομιλία στο σπίτι με τον Δ.

 -Τι κάνεις έτσι ρε παιδί μου; Τι σπας το στομάχι σου και σκας και κλαις;

Εγώ απαντώ τα δικά μου... Τα αυτονόητά μου. Για το ότι όλοι σήμερα θα έπρεπε να σπάμε τα στομάχια μας, να ξεφυσάμε, να οργιζόμαστε, να κλαίμε, να ντρεπόματε. Λέω κι άλλα, κι άλλα. Για τη φρίκη που ζούμε, για τη χώρα που ζούμε. Για τη ντροπή τούτης της χώρας. Για τους ανθρώπους που χάσαν τους δικούς τους στα νερά του Αιγαίου. Για τη ντροπή, τη φρίκη. Για τα τέρατα που διαμένουν σ' αυτή τη χώρα και που με κάνουν να νιώθω πως ζω μονίμως σε άλλο, παράλληλο σύμπαν.

-Δεν το καταλαβαίνεις; καταλήγω. Σε όλα υπάρχει ένα όριο. Κι αυτό το όριο σήμερα ξεπεράστηκε. -Αυτό είναι το πρόβλημά σου, μου απαντά ο Δ. Που πίστευες ότι υπάρχει ένα όριο. Δεν υπάρχει. Έχει ξεπεραστεί εδώ και καιρό.

Δεν είχα τίποτα να του απαντήσω. Έχει δίκιο.

Εγώ όμως, ακόμα ντρέπομαι.
Κι ακόμα, βλακωδώς, ανοήτως, ρομαντικώς και αφελώς οργίζομαι, θυμώνω αλλά θυμάμαι τον ποιητή, θυμάμαι τα λόγια και λέω δεν μπορεί... δεν μπορεί... κάπου υπάρχει όριο, κάπου υπάρχει ψυχή, κάπου ανθρωπιά, κάπου δικαιοσύνη, κάπου όνειρο, κάπου φως, κάπου μέσα στα βαθιά σκοτάδια.

Όπως και να 'χει, ακόμα ντρέπομαι. Από ποιον να ζητήσω συγγνώμη;

περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος