<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\07512720662\46blogName\75%CE%A4%CE%A5%CE%A0%CE%9F%CE%A3+%CE%9D%CE%A5%CE%A7%CE%A4%CE%95%CE%A1%CE%99%CE%9D%CE%9F%CE%A3\46publishMode\75PUBLISH_MODE_BLOGSPOT\46navbarType\75BLUE\46layoutType\75CLASSIC\46searchRoot\75http://typosnyxterinos.blogspot.com/search\46blogLocale\75el\46v\0752\46homepageUrl\75http://typosnyxterinos.blogspot.com/\46vt\0757449070411351450586', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Για τη γιαγιά Ιφιγένεια

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 07, 2014
"Από ξένο τόπο, κι απ' αλαργινό,
ήρθε ένα κορίτσι, φως μου, δώδεκα χρονώ..."

Στη φωτογραφία είναι παιδούλα η συνονόματη γιαγιά μου, από την πλευρά της μητέρας μου, η Ιφιγένεια.
Οχτώ χρονώ την έστειλαν οι δικοί της υπηρέτρια σε κάποια πλούσια οικογένεια. Η οικονόμος του πλουσιόσπιτου της έβαλε ένα σκαμνάκι για να φτάνει να πλένει τα πιάτα, ο νεροχύτης ήταν πολύ ψηλός και δεν έφτανε αλλιώς.
Το κοριτσάκι του σπιτιού, είχε λίγα και λεπτά μαλλιά. Όταν οι δικοί του αποφάσισαν να του τα κόψουν για να δυναμώσουν, το κοριτσάκι απαίτησε να κοπούν κι οι πλούσιες μαύρες μπούκλες της Ιφιγένειας. Ή μάλλον όχι απλώς να κοπούν, αλλά να κουρευτούν γουλί.
Κι έτσι έγινε.
Η ηλικιωμένη οικονόμος παρηγορούσε κρυφά τα βράδια τη μικρή Ιφιγένεια, λέγοντάς της πως τα μαλλιά της θα έβγαιναν ξανά γρήγορα, το ίδιο όμορφα με πριν.
Σύντομα η οικονόμος αποχώρησε λόγω ηλικίας, και η γιαγιά μου, γύρω στα δέκα πια, ανέλαβε τη θέση της, καθώς και τη θέση της γκουβερνάντας για το κοριτσάκι της οικογένειας, το οποίο ήταν συνομήλικό της.
Κάποιο καιρό αργότερα, η οικογένεια μετακόμισε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Η γιαγιά μου φυσικά, ακολούθησε. Εκεί έκανε και μια μικρή επανάσταση, η οποία και πέτυχε.
Η κυρία του σπιτιού είχε αποφασίσει πως οι υπηρέτριες δεν μπορούσαν να τρώνε λευκό ψωμί, αυτό ήταν για την οικογένεια. Οι υπηρέτες θα έτρωγαν κρίθινο.
Η γιαγιά μου μάζεψε τις ξερές κρίθινες φέτες που τους έδιναν και τις κρέμασε από μια κλωστή στην κουζίνα. Όταν ο κύριος του σπιτιού τις αντιλήφθηκε, την ρώτησε τι κάνουν κρεμασμένα εκεί τα ξεροκόματα για τους σκύλους. Η γιαγιά μου του απάντησε πως ήταν το δικό της ψωμί, αυτό που αποφάσισε η κυρία να τρώνε, κι όχι των σκυλιών. Ο κύριος του σπιτού, αναγνωρίζοντας την πονηριά της αλλά και την αδικία, φρόντισε να μοιράζεται λευκό ψωμί σε όλους, οικογένεια και υπηρέτες.
Δυό χρόνια άντεξε εκεί.
Την πείραξε άσχημα το κλίμα, και κινδύνεψε να πεθάνει. Η οικογένεια αναγκάστηκε να φέρει γιατρό να τη δει. Μπροστά στο φόβο για τα χειρότερα και προκειμένου να γλιτώσουν την ευθύνη, την έστειλαν πακέτο πίσω στους δικούς της.
Δεκατριών χρονών, η γιαγιά Ιφιγένεια επέστρεψε.


Στη φωτογραφία δεν πρέπει να 'ναι πάνω από δέκα χρόνων.


Ουσκουντάρ, ή Σκούταρι, είναι η αρχαία Χρυσόπολις όπου ζούσαν χιλιάδες Έλληνες, και για το οποίο γράφτηκε το περίφημο τραγούδι, που το συναντάμε μέχρι και την Αίγυπτο, και θεωρείται από τα πιο γνωστά της Σεφαραδείτικης παράδοσης της ανατολικής Μεσογείου.
Στην Τουρκία είναι γνωστό ως Üsküdar, στην Αίγυπτο το συναντάμε ως Ya Banat Iskandaria, και Ισκεντερία είναι η Αλεξάνδρεια.
Στην Ελλάδα το συναντάμε σε διάφορα σημεία κι η μελωδία τραγουδιέται ως "Από ξένο τόπο κι απ' αλαργινό".
Μεταξύ άλλων, έχει περάσει απ' τα χέρια του Βαμβακάρη με ερμηνεύτρια την Καίτη Γκρέι, γύρω στο '50 το τραγούδησε η Έρθα Κιτ, έκανε το πέρασμά του στις μελωδίες της τζαζ με την εκτέλεση του Χέρμπι Μαν του φλαουτίστα, και στην Άπω Ανατολή το ταξίδεψε ο κιθαρίστας Τακέτσι Τεραούτσι.

Η μουσική, ευτυχώς, δεν έχει σύνορα. Καμιά φορά ούτε κι ο έρωτας. Σίγουρα ποτέ ο πόνος.

Για τα υπόλοιπα, το ανθρώπινο είδος έχει ακόμα μέλλον.


περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος

Φαρμακονήσι φαρμακωμένο...

Πέμπτη, Ιανουαρίου 23, 2014
Συνομιλία στο σπίτι με τον Δ.

 -Τι κάνεις έτσι ρε παιδί μου; Τι σπας το στομάχι σου και σκας και κλαις;

Εγώ απαντώ τα δικά μου... Τα αυτονόητά μου. Για το ότι όλοι σήμερα θα έπρεπε να σπάμε τα στομάχια μας, να ξεφυσάμε, να οργιζόμαστε, να κλαίμε, να ντρεπόματε. Λέω κι άλλα, κι άλλα. Για τη φρίκη που ζούμε, για τη χώρα που ζούμε. Για τη ντροπή τούτης της χώρας. Για τους ανθρώπους που χάσαν τους δικούς τους στα νερά του Αιγαίου. Για τη ντροπή, τη φρίκη. Για τα τέρατα που διαμένουν σ' αυτή τη χώρα και που με κάνουν να νιώθω πως ζω μονίμως σε άλλο, παράλληλο σύμπαν.

-Δεν το καταλαβαίνεις; καταλήγω. Σε όλα υπάρχει ένα όριο. Κι αυτό το όριο σήμερα ξεπεράστηκε. -Αυτό είναι το πρόβλημά σου, μου απαντά ο Δ. Που πίστευες ότι υπάρχει ένα όριο. Δεν υπάρχει. Έχει ξεπεραστεί εδώ και καιρό.

Δεν είχα τίποτα να του απαντήσω. Έχει δίκιο.

Εγώ όμως, ακόμα ντρέπομαι.
Κι ακόμα, βλακωδώς, ανοήτως, ρομαντικώς και αφελώς οργίζομαι, θυμώνω αλλά θυμάμαι τον ποιητή, θυμάμαι τα λόγια και λέω δεν μπορεί... δεν μπορεί... κάπου υπάρχει όριο, κάπου υπάρχει ψυχή, κάπου ανθρωπιά, κάπου δικαιοσύνη, κάπου όνειρο, κάπου φως, κάπου μέσα στα βαθιά σκοτάδια.

Όπως και να 'χει, ακόμα ντρέπομαι. Από ποιον να ζητήσω συγγνώμη;

περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος

Ένας Γάτος που τον έλεγαν Μπομπ

Πέμπτη, Απριλίου 18, 2013

Όσα έχω γράψει στον Τύπο Νυχτερινό μέσα στα χρόνια, ήταν στην πλειοψηφία τους κείμενα γραμμένα χωρίς προετοιμασία, χωρίς σκελετό και προσχέδιο, χωρίς "πρόλογο, κυρίως θέμα κι επίλογο", που έλεγαν παλιά στο σχολείο. Ακόμη και τα πιο προσωπικά μου κομμάτια, γράφτηκαν με μια ανάσα, γιατί αυτός είναι ο τρόπος που γράφω.
Δεν χρειάστηκε σχεδόν ποτέ να σπάσω το κεφάλι μου για το πώς θ' αρχίσω να γράφω κάτι. Η διαδικασία της γραφής συχνά είναι ανάγκη, και κάποτε πάνω από σένα. Πολλές φορές γράφω γιατί πρέπει να γράψω, με τις λέξεις να τρέχουν από τις άκρες των δαχτύλων μου πάνω στο πληκτρολόγιο, χωρίς να χρειαστεί να φιλτράρω, να επεξεργαστώ, να διορθώσω.

Να που τώρα όμως, βρίσκομαι για πρώτη φορά στα χρονικά να γράφω και να σβήνω. Να αγχώνομαι για το πώς θα χωρέσω σε λέξεις τα νέα που θέλω να μοιραστώ μαζί σας, τα νέα που θέλω να μοιραστώ με όλον τον κόσμο, τη χαρά και την περηφάνια μου.
Ο μόνος τρόπος που μου έρχεται στο μυαλό, είναι να πάρω τα πράγματα από την αρχή. Πάμε λοιπόν...

Κάπου έξι μήνες πίσω, καθώς τριγύριζα στα ιντερνετικά μονοπάτια, βρέθηκα στο Amazon να χαζεύω τα best seller του 2012. Την προσοχή μου τράβηξε ένα βιβλίο με τίτλο A street cat named Bob, του James Bowen. Το λογοπαίγνιο του τίτλου θα ήταν ήδη αρκετό για να το προσέξω, αλλά ο πορτοκαλής γάτος που κοσμούσε το εξώφυλλο, με τα πράσινα αμυγδαλωτά του μάτια και το ασορτί πρασινωπό φουλάρι στο λαιμό, έκλεβε ούτως ή άλλως την παράσταση.
Διάβασα στο κάτω μέρος του εξωφύλλου: How one man and his cat found hope on the streets.

Το βιβλίο ήταν σκαρφαλωμένο σταθερά στο νούμερο ένα των best seller του London Times, και είχε ήδη μεταφραστεί σε πέντε γλώσσες στους λίγους μήνες που μετρούσε από την κυκλοφορία του.
Το παράγγειλα και μέχρι να φτάσει στα χέρια μου έψαξα τα χνάρια του James Bowen και του Bob στο διαδίκτυο. Το πρώτο βιντεάκι που ανακάλυψα στο YouTube έδειχνε τον James με τον Bob σκαρφαλωμένο στους ώμους του σαν τον παπαγάλο του πειρατή, να μπαίνουν στο λεωφορείο, να τριγυρνούν στους δρόμους του Covent Garden και όσο ο James ετοίμαζε την κιθάρα του, ο Bob να κάθεται στο πλευρό του σαν πιστό σκυλί, με το κασκόλ του στο λαιμό, και να παρατηρεί τους περαστικούς. Και στις ώρες που ο James, προσπαθούσε να κερδίσει το καθημερινό τους φαγητό ως πλανόδιος μουσικός και τραγουδιστής, ο Bob στεκόταν δίπλα του, απτόητος από το τσουχτερό κρύο του Λονδίνου, το ψιλόβροχο, τα πλήθη των περαστικών και κάθε είδους αντιπερισπασμό.


Η ιστορία του James και του Bob έχει κάτι από αμερικάνικο όνειρο και χολιγουντιανό μελό, χωρίς ευτυχώς να είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είναι η αληθινή, απίστευτη ιστορία ενός ανθρώπου που κάποια στιγμή ξεστράτισε κι έχασε το δρόμο του, μέχρι που βρέθηκε στο τελευταίο σκαλοπάτι. Ένας προβληματικός έφηβος που δεν άργησε να μπλέξει με χρήση ουσιών, να βρεθεί εξαρτημένος από την ηρωίνη και τέλος να καταλήξει άστεγος στους δρόμους του Λονδίνου. Άστεγος και εξαρτημένος, χαμένος και αποκομμένος από οικογένεια και φίλους, για δέκα ολόκληρα χρόνια.
Κάπου στο τέλος αυτής της δεκαετίας ο James κατάφερε να περάσει από την ηρωίνη στο πρόγραμμα απεξάρτησης με μεθαδόνη, και έχοντας ήδη μπει στη λίστα αναμονής για στέγη ευπαθών κοινωνικών ομάδων, να βρεθεί σ' ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα μέσω της κοινωνικής πρόνοιας, κάπου στο Τότεναμ.

Τότε όμως το σύμπαν αποφάσισε να του στείλει έναν φύλακα άγγελο. Όχι από εκείνους με τα φτερά και τα φωτοστέφανα. Ο φύλακας άγγελος του James ήταν ένας πορτοκαλής αδέσποτος γατούλης, τον οποίο συνάντησε ένα συννεφιασμένο Μαρτιάτικο απόγευμα, στις σκάλες του κλιμακοστασίου της πολυκατοικίας όπου έμενε. Ο γατούλης είχε τα χάλια του: φανερά υποσιτισμένος και ταλαιπωρημένος, άρρωστος και τραυματισμένος. Ο James αφού βεβαιώθηκε πως δεν ανήκε σε κανέναν ένοικο του κτιρίου, αποφάσισε να τον βοηθήσει να γιατρευτεί. Με τα μοναδικά χρήματα που είχε, κουβαλώντας τον σ' ένα χαρτόκουτο ανακύκλωσης, περπάτησε δύο ώρες για να τον πάει στο γιατρό και να του πάρει φάρμακα. Τον κράτησε για δυο βδομάδες μέχρι να τελειώσει η θεραπεία του, φρόντισε να τον στειρώσει, κι έπειτα αποφάσισε να τον αφήσει ξανά ελεύθερο στους δρόμους από όπου είχε έρθει, πιστεύοντας πως κι ο Bob αυτό θα ήθελε. Ήταν ένας αδέσποτος γατούλης που δεν είχε μάθει να ζει κλεισμένος σε  διαμέρισμα. Κι έτσι τον άφησε να φύγει. Μόνο που ο Bob και το σύμπαν είχαν προφανώς άλλα σχέδια.

Αυτό που δεν ήξερε τότε ο James ήταν πως ενώ νόμιζε πως εκείνος βοηθούσε και γιάτρευε τον Bob, συνέβαινε μάλλον το αντίθετο.

Ο πανέξυπνος κεραμιδόγατος έγινε ο πιο πιστός φίλος και σύντροφος του James. Στάθηκε πλάι του για να του δείξει ξανά το δρόμο για την αγάπη, για την εμπιστοσύνη, για την αυτοεκτίμηση. Για χάρη του, ο James κατάφερε να ξεκόψει και τη μεθαδόνη, να παλέψει σκληρά να σταθεί στα πόδια του, να γίνει πωλητής του Big Issue παρατώντας την κιθάρα στο πλάι, να εμπιστευτεί ξανά τους ανθρώπους, να πιστέψει ξανά στην καλοσύνη τους, αλλά πάνω απ' όλα, να πιστέψει ξανά στον εαυτό του.
Ο James κατάφερε να βάλει τις ανάγκες ενός άλλου πλάσματος πάνω από τις δικές του. Πάνω από την ανάγκη που του γεννούσε η εξάρτηση, πάνω από το φόβο, πάνω από τις άσχημες εμπειρίες, πάνω απ' όλα. Οι περιπέτειες που μοιράστηκαν, το βαθύ τους δέσιμο, η άνευ όρων αγάπη και συντροφικότητα που του χάρισε απλόχερα ο Bob τον βοήθησαν να γιατρέψει πληγές του παρελθόντος. Να επικοινωνήσει με τους δικούς του, να αποκαταστήσει τις σχέσεις με τη μητέρα του, και να ταξιδέψει ως την Αυστραλία για να τη δει ξανά μετά από χρόνια.

Ο James και ο Bob είχαν γίνει πλέον ένα χαρακτηριστικό δίδυμο στους δρόμους του Covent Garden, με τον James να πουλά το περιοδικό δρόμου The Big Issue, και τον Bob πιστό σύντροφο πλάι του να κερδίζει τις καρδιές των Λονδρέζων. Κάποια στιγμή, μια Αμερικανίδα εκδότρια βιβλίων τους πλησίασε και ρώτησε τον James αν θα ήθελε να κάνει την ιστορία τους βιβλίο. Κανείς δε θα μπορούσε να προβλέψει τη συνέχεια, σίγουρα όχι ο ίδιος ο James (για τον Bob πάλι διατηρώ τις επιφυλάξεις μου).
Το βιβλίο σε λιγότερο από ένα χρόνο γινόταν best seller, ακολουθούσε μια δεύτερη έκδοση ειδικά προσαρμοσμένη για παιδιά, και πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε η συνέχειά του με τίτλο The world according to Bob. Στο μεταξύ, έχει γίνει ήδη πρόταση για τη μεταφορά της ιστορίας τους στη μεγάλη οθόνη. Δεν ξέρω ποιος θα παίξει τον James, αλλά νομίζω πως ο μόνος που μπορεί να ενσαρκώσει τον Bob στο σινεμά, είναι ο ίδιος ο Bob!
Ο δε Bob έχει γίνει πλέον διασημότητα. Η λατρεία που του έχει ο κόσμος είναι απίστευτη, κι ο ίδιος την απολαμβάνει κάθε στιγμή.
Κι εδώ έρχεται η δική μου ιστορία. Διαβάζοντας το βιβλίο, έψαξα να βρω τον James και αφού επικοινώνησα μαζί του, τον ρώτησα αν υπήρχε κάποια πρόβλεψη έκδοσης του βιβλίου στην Ελλάδα. Στη γείτονα χώρα Τουρκία, το βιβλίο έσπαζε ήδη ρεκόρ πωλήσεων και οι φιγούρες του James και του Bob κοσμούσαν δισέλιδα αφιερώματα μεγάλων εφημερίδων.
Ο James, απλός, ζεστός και τρομερά ευγενικός, με ενημέρωσε ότι δεν υπήρχε κάποια συμφωνία ακόμη. Του είπα ότι θα έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να έρθει η ιστορία τους και στην Ελλάδα. Μου ευχήθηκε καλή τύχη στις διαπραγματεύσεις και μου είπε πως θα χαιρόταν πολύ αν κατάφερνα να μεταφράσω εγώ την ιστορία τους.

Κι έτσι, ξεκίνησα τον αγώνα δρόμου προς τους εκδοτικούς οίκους. Στάθηκα τυχερή. Ενδιαφέρθηκαν οι άνθρωποι του Άνουβι, με τους οποίους συνεργάζομαι τον τελευταίο χρόνο. Βέβαια πρέπει να ομολογήσω ότι τους έγινα μάλλον... τσιμπούρι. Email και κόντρα email, προσωπικά τηλεφωνήματα, και εμένα να βρίσκομαι στα γραφεία τους προκειμένου να τους μεταφέρω από κοντά τη χαρά και τον ενθουσιασμό μου και κυρίως τη μεγάλη μου πίστη σ' αυτή την ιστορία. Στο τέλος έφτασα μέχρι και να προτείνω να μεταφράσω δωρεάν το βιβλίο, αρκεί να καταφέρναμε να το φέρουμε στην Ελλάδα.
Η ιστορία του James και του Bob έπρεπε να ειπωθεί.

Μετά από ένα διάστημα διαπραγματεύσεων, έκλεισαν τα πνευματικά δικαιώματα και βρέθηκα να μεταφράζω το βιβλίο μ' ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη. Είμαι σίγουρη πως ποτέ ως τότε στη μεταφραστική μου καριέρα δεν έκανα δουλειά με τέτοια διάθεση.

Πρέπει να πω όμως ότι διαφορετική εμπειρία αποκόμισα ως αναγνώστρια και εντελώς διαφορετική ως μεταφράστρια. Στην πρώτη ανάγνωση, η ιστορία του James και του Bob με έκανε να χαμογελάσω, να ανησυχήσω, να γελάσω δυνατά, να λυπηθώ, να αγχωθώ, και στο τέλος να μείνω με μια έντονη αίσθηση αισιοδοξίας και κουράγιου. Όμως όταν άρχισα να μεταφράζω, όλα τα αρχικά συναισθήματα τα βίωσα στο δεκαπλάσιο. Δεν γίνεται κι αλλιώς.

Όταν μεταφράζει κανείς, ειδικά αν αγαπά τη δουλειά του κι αν έχει και κάποιο προσωπικό δέσιμο με την ιστορία, όπως έγινε στη δική μου περίπτωση, θέλοντας και μή, μπαίνει μέσα στην ίδια την ιστορία. Γίνεται ένα με τα πρόσωπα που τη διαδραματίζουν. Κι έτσι πρέπει. Πρέπει να μπει στο πετσί σου όλο αυτό, να νιώσεις τα συναισθήματα, να ταυτιστείς, να τα περάσεις κι εσύ μαζί με τους ήρωές σου, για να μπορέσεις να τα μετουσιώσεις και να τους δώσεις φωνή στη δική σου γλώσσα.
Κι αυτό κάποια στιγμή έγινε ένα μικρό μαρτύριο. Ήταν σαν να βρέθηκα δίπλα τους, μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα. Μοιράστηκα τη χαρά, τις αστείες στιγμές, τις ώρες της οργής, της αμφιβολίας, του πόνου, τις ώρες της λύπης, αλλά και του κουράγιου, και της δύναμης. Πέρα από το ότι έμαθα πράγματα για τα οποία δεν είχα την παραμικρή ιδέα, όπως το τι αντιμετωπίζει καθημερινά ένας "άνθρωπος του δρόμου", είτε είναι άστεγος, είτε πλανόδιος πωλητής, είτε πλανόδιος καλλιτέχνης, είτε απλά εξαρτημένος, υπήρξαν κι άλλα πράγματα στην ιστορία του James που με έκαναν να προβληματιστώ πολύ και να κοιτάξω κι εγώ βαθιά μέσα μου.
Αναγκάστηκα να σκεφτώ πάνω στο πώς αντιμετωπίζουμε όλοι, και εγώ μαζί, τον άστεγο, τον άνθρωπο που παλεύει να αποτοξινωθεί από χρήση ουσιών, ή εκείνον που είναι ακόμη εξαρτημένος, τον άνθρωπο που παίζει κιθάρα ή τραγουδά στις γωνιές των δρόμων στις τουριστικές περιοχές. Και ταυτίστηκα απόλυτα με κάτι που λέει ο James στο βιβλίο του:
"Όταν είσαι άστεγος, το χειρότερο απ' όλα είναι πως γίνεσαι αόρατος. Καλώς ή κακώς, όλοι εισπράττουμε την εικόνα του εαυτού μας μέσα από το βλέμμα των άλλων. Όταν έχεις φτάσει στο τελευταίο σκαλί, πέρα από όλα όσα χάνεις, το κυριότερο που στερείσαι είναι η ταυτότητά σου. Κανείς δε θέλει να σε ξέρει, κανενός το βλέμμα δεν σταματά πάνω σου. Είσαι μια εικόνα που ενοχλεί. Για τον κόσμο απλώς δεν υπάρχεις. Και κάποια στιγμή φτάνεις να ξεχνάς κι εσύ ο ίδιος πως υπάρχεις."

Και καλό θα ήταν ο κόσμος να τα διαβάσει όλα αυτά. Να σκεφτεί, να δει και ν' ακούσει και την άλλη πλευρά. Κυρίως όμως να χαμογελάσει και να ελπίσει. Όσο σκληρό ή πικρό κι αν γίνεται κάποιες στιγμές το βιβλίο, ο James δεν εξωραϊζει αλλά ούτε και απαλύνει καταστάσεις. Δεν γίνεται ποτέ μελό, αλλά ούτε και αποποιείται τις όποιες ευθύνες του για το πώς κατρακύλησε η ζωή του τόσο χαμηλά. Σε κάνει όμως να σκεφτείς πως θα μπορούσε αυτό να συμβεί στον καθένα.
Αλλά το κύριο μήνυμα που αφήνει αυτή η ιστορία, είναι η ελπίδα. Το χαμόγελο. Η πίστη.
Ότι ακόμα και στην πιο σκοτεινή νύχτα, μπορεί να υπάρξει φως.
Να υπάρξει αγάπη, υποστήριξη, ανθρωπιά.
Κυρίως αγάπη.



Ο James έχει κερδίσει το θαυμασμό και τη φιλία μου, κι όσο για τον Bob ίσως την πιο πιστή και αφοσιωμένη θαυμάστρια. Τους θεωρώ λίγο δικούς μου πια, λίγο οικογένεια. Μαθαίνω κάθε τόσο τα νέα τους από τις σελίδες τους στο Facebook και το Twitter και καμαρώνω κι εγώ για το ρόλο που έπαιξα στο να έρθει η ιστορία τους στην Ελλάδα. Εύχομαι σύντομα να έχω τη χαρά να σφίξω το πατουσάκι του Bob και το χέρι του James από κοντά.

Το βιβλίο κυκλοφορεί ήδη στα περισσότερα κεντρικά βιβλιοπωλεία αλλά μπορείτε να το προμηθευτείτε και στο ηλεκτρονικό κατάστημα των εκδόσεων Άνουβι. Κάντε μια χάρη στον εαυτό σας και αγκαλιάστε αυτή την ιστορία. 
Διαβάστε το, χαρείτε το, κάντε το δώρο σε ανθρώπους που αγαπάτε. Διαδώστε το. Γνωρίστε κι εσείς τον James και τον Bob κι αφήστε την ιστορία τους να σας ζεστάνει την ψυχή, και να σας φέρει χαμόγελο και αισιοδοξία. Τα έχουμε και τα δυο όλοι μας μεγάλη ανάγκη.

Από εδώ θα ήθελα να ευχαριστήσω προσωπικά τον James που μοιράστηκε την ιστορία του με τον κόσμο και που είχα την τιμή και τη χαρά να τη δουλέψω για την ελληνική γλώσσα. Να τον ευχαριστήσω που με έκανε καλύτερο άνθρωπο και που μου φώτισε δύσκολες και σκοτεινές στιγμές της ζωής μου. Βεβαίως, να ευχαριστήσω και τον Bob γιατί χωρίς αυτό το πανέξυπνο μούτρο τίποτε δεν θα είχε συμβεί.

Και φυσικά τους εκδότες και συνεργάτες μου στον Άνουβι που εμπιστεύτηκαν την κρίση μου και αγκάλιασαν την προσπάθειά μου.
Τέλος όλους εσάς με τους οποίους θέλω να μοιραστώ τη μεγάλη μου χαρά. Ξέρω ότι θα στηρίξετε αυτή την ιστορία και εύχομαι να την αγαπήσετε και να την απολαύσετε καθώς θα την διαβάζετε, όσο την αγάπησα και την απόλαυσα κι εγώ.


περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος

Don't...

Κυριακή, Φεβρουαρίου 10, 2013
 
Χτες το πρωί, χρειάστηκε να πάρω ταξί για να πάω κάπου. 
Σταμάτησα ένα διερχόμενο και με το που μπήκα αντίκρισα έναν λαϊκό τύπο, με δερμάτινο μπουφάν και λιγδιασμένο τζιν, ακόμη πιο λιγδιασμένα, αραιά μαλλιά και τα μισά δόντια φευγάτα, να τρώει σουβλάκια.
Μου δικαιολογήθηκε λέγοντας ότι είχε ελάχιστη δουλειά κι είχε πεθάνει της πείνας, και μήπως με πείραζε που θα έτρωγε το σουβλάκι του; Του ευχήθηκα καλή όρεξη και του είπα ότι δεν πείραζε καθόλου, άλλωστε η διαδρομή ήταν μικρή, μόνο που βιαζόμουν.
Με καθησύχασε ότι θα φτάναμε στο πιτς φυτίλι. Η διαδρομή που κανονικά θα κρατούσε λιγότερο από πέντε λεπτά, κόντεψε να φτάσει τα είκοσι, γιατί ο τύπος αποδείχθηκε το highlight της μέρας μου.
Στο ραδιόφωνό του έπαιζε μια γλυκανάλατη μπαλάντα της Σελίν Ντιόν, κι ενώ σκεφτόμουν "μπλιαχ, πάλι η βλαμμένη", ο τύπος γυρνά και μου λέει: "Δεν φαντάζεστε πόσο βαριέμαι αυτές τις φωνές κι αυτού του είδους τη μουσική". Κούνησα το κεφάλι συμφωνώντας, ενώ περίμενα να μου αναλύσει την αξία κάποιου αοιδού διαμετρήματος Καρρά ας πούμε.
Η συνέχεια με άφησε με το στόμα παντόφλα νούμερο σαρανταδύο. Ο τυπάς συνέχισε λέγοντας "Εγώ αγαπώ πολύ τη μουσική του αμερικάνικου νότου, πέρα απ' τη ροκ βέβαια. Μια από τις σταθερές προτιμήσεις μου στο χρόνο είναι ο Μπρους Σπρίνγκστιν".
Κι άρχισε να μου αναλύει τον πιο πρόσφατο δίσκο του Μπος (με επιχειρηματολογία, όχι αστεία), ενώ σύντομα περάσαμε στον Τζόνι Κας, κι από εκεί στον Ίγκι Ποπ, πιάσαμε για λίγο τους Πολίς στα νιάτα τους για να ελαφρύνουμε την κουβέντα και μ' ένα άλμα βρεθήκαμε στον Λέοναρντ Κοέν κι έπειτα στον Νιλ Γιανγκ, ενώ δεν παρέλειψε να μου αιτιολογήσει γιατί δεν του άρεσαν οι Στόουνς.
Βρέθηκα ν' ακούω τα νεανικά του κατορθώματα στο Μόναχο, κι ύστερα τις διάφορες συναυλίες στη Δρέσδη και πώς κατόρθωνε να χώνεται μέσα όταν δεν είχε φράγκο για εισιτήριο.
Αν δεν βιαζόμουν τόσο, θα τον άφηνα να με κάνει το γύρο της μισής Αθήνας κρατώντας σημείωσεις. Ρισπέκτ!
Ηθικόν δίδαγμα αναγνώστα: #don't judge a book by its cover

περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος

Ψυχής Αγωγή - Πλάτες μέσα στα σκουπίδια

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 07, 2013
Στο μπλογκ δεν γράφω πια συχνά.
Είναι η καθημερινότητα που έχει τσακίσει πνεύμα, σώμα και αντοχές.
Μια καθημερινότητα που με κάνει να σφίγγω τα δόντια, να σφίγγω τα χείλη, να σφίγγω τις γροθιές.
Που με κάνει να οργίζομαι, να ξεχνάω στιγμές τη βαθύτερή μου ουσία, αυτή του ανθρώπου.
Είναι το άγχος το συνεχόμενο, η καταπίεση, οι στιγμές που αναγκάζομαι να υποστώ την αδικία, την παράνοια και τον παραλογισμό,η ανίσχυρη λύσσα θυμού κι απελπισίας που με γεμίζει τις στιγμές που τα γεγονότα με ξεπερνούν, τις στιγμές που νιώθω αδύναμη ή λίγη να βοηθήσω τον εαυτό μου, τους δικούς μου ανθρώπους ή έναν συνάνθρωπό μου.
Είναι οι στιγμές που βλέπω μια ακόμη πράξη μίσους και βίας, ρατσισμού και ξενοφοβισμού, οι στιγμές που αντικρίζω έναν ακόμη άστεγο, μια ακόμη πλάτη μέσα στα σκουπίδια.

Όμως τίνος είναι αυτή η πλάτη μέσα στα σκουπίδια, τελικά;
Είναι του μετανάστη, είναι του Πακιστανού, είναι του Αφρικανού, είναι η δική μου ή μήπως η δική σας;

Πώς φτάσαμε ως εδώ; Ποιο είναι το πριν μας και ποιο το τώρα μας; Ποιος είναι ο διπλανός μας; Τον ξέραμε στ' αλήθεια ποτέ, τον ξέρουμε άραγε και τώρα;
Οργιστήκαμε και μετά βυθιστήκαμε στο φόβο; Του παραδοθήκαμε τελικά τόσο πολύ που τον αφήσαμε να καταδυναστεύσει τις μέρες και τις νύχτες μας, να μας πνίξει τη φωνή στο λαρύγγι, να μας στερήσει το χαμόγελο;
Φταίμε για όλα αυτά; Φταίμε για το τώρα μας; Γεννηθήκαμε μήπως αθώοι και αφελείς, ζώντας μια εφηβεία επιεική και παρατεταμένη που γίνεται όπου να 'ναι σαράντα καλή ώρα;
Πού πήγαν οι εξέκιουτιβ μάνατζερς, τι κάνει σήμερα η δηθενιά και το λάιφστάιλ ενός κόσμου που μας σέρβιρε στο πιάτο ο κάθε ένας Κωστόπουλος; Ζει ακόμα; Γιατί ζει αν ζει;
Καταπίνουμε αμάσητα ψέματα και παραμύθια για το καλό μας;


Όταν ζεις συνεχώς μες τα σκατά, αρχίζεις και τα συνηθίζεις και δε σου βρωμάνε πια.
Αυτό μας συνέβη λοιπόν; Συνηθίσαμε τα σκατά γύρω μας και μας μυρίζουν τώρα πια λεβάντα; Συνηθίσαμε τη σκυλίσια ζωή και τα πεταμένα ξεροκόμματα; Θα καθίσουμε στ' αυγά μας, με το ατσάλινο χέρι του φόβου και της τρομολαγνίας να μας σφίγγει το λαιμό;

Κι αν είναι έτσι...
Ξέρεις τι λένε για το τέρας. Άμα το συνηθίσεις κι αυτό, αρχίζεις και του μοιάζεις.

Γι' αυτά και για άλλα πολλά μιλά η παράσταση Πλάτες μέσα στα σκουπίδια.
Δεν ήθελα να γράψω τόσα λόγια. Ήθελα να γράψω μόνο λέξεις, μόνο επιθετικούς προσδιορισμούς, μόνο τις λέξεις που στριφογυρνούσαν στο μυαλό μου μόλις βγήκα από τον νέο πολυχώρο Τέχνης Αλεξάνδρεια, απόψε. Ίσως και να το κάνω αργότερα, αλλά με πρόλαβαν οι σκέψεις μέχρι να έρθω σπίτι.

Το κείμενο του Κίμωνα Ρηγόπουλου είναι δυναμίτης. Γροθιά στο στομάχι. Ζωντανό, παλλόμενο, σφιχτοδεμένο, χείμαρρος ορμητικός, κι έχει φωνή. Τη φωνή όλων μας, τη φωνή που μας στέρησαν, μας έκλεψαν, μας ποδοπάτησαν. Μιλάει τις σκέψεις μας, μιλάει τα λόγια μας, φέρνει στο φως τις αδυναμίες μας,  φωνάζει τις αλήθειες του βροντερά, αλήθειες αυτονόητες αλλά όχι εύκολες, όχι εύπεπτες. Συγκινεί, αλλά δεν μελοδραματίζει ούτε λεπτό. Δεν έχει δηθενιά, δεν έχει ψευτοκουλτούρα, δεν έχει χαϊδέματα στ' αυτιά. Φωτογραφίζει το τώρα μας, καρέ-καρέ, ξεγυμνώνει την αλήθεια μέσα απ' τα ψέμματα των λέξεων. Έχει χιούμορ ανατρεπτικό, είναι πικρό, είναι γλυκό, έχει ουσία.
Κι αυτό το κείμενο διαμάντι, το πήραν με αγάπη φανερή οι ηθοποιοί και το έλουσαν στο φως ακόμα κι όταν η σκηνή βυθιζόταν στα σκοτάδια και το ημίφως.

Κι αυτό που κατάφεραν να βγάλουν επί σκηνής, είναι θέατρο πραγματικό. Επιτέλους.
Είναι ψυχαγωγία με τη βαθύτερη ουσία του όρου.
Οι πέντε πρωταγωνιστές του κέντησαν τους ρόλους τους με μεγάλη αλήθεια και μεράκι, ξεπέρασαν θαρρώ τον εαυτό τους τον ίδιο. Το αγάπησαν και το στήριξαν αυτό το που κάνουν, και φαίνεται.
Το κείμενο ήταν οι ρίζες, οι ίδιοι έγιναν το δέντρο, τα κλαδιά του, τα φύλλα του κι υψώθηκαν ρωμαλέοι.
Η Έλενα Αρβανίτη έπαιξε με κρυστάλλινη οξύτητα, με βλέμμα σπαθί, σώμα και ψυχή ολοζώντανη.
Η Τζένη Σκαρλάτου είναι διαμάντι. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να ξεχωρίσω κάποιο από τα περάσματά της, ίσως η κραυγή της στη σκηνή με τις πατάτες, αλλά στ' αλήθεια δεν γίνεται να ξεχωρίσω κάποια της στιγμή. Η αρτιότητα της παρουσίας της, αυτό το φυσικό κι ατόφιο παίξιμο κρύβει μεγάλο μόχθο και φανερώνει κατάθεση ψυχής.
Ο Χρήστος Ευθυμίου ταξίδεψε από τον ένα ρόλο στον άλλο με τέτοια άνεση, σαν να φορούσε απλώς άλλο πανωφόρι. Το μισοχαμόγελό του θα μείνει χαραγμένο στο μυαλό μου, κι η στιγμή που ενσάρκωσε τον ρατσιστή φασίστα, ήταν καθαρή γροθιά στο στομάχι.
Ο Γιώργος Μωρόγιαννης... εξαίρετος το ελάχιστο που μπορώ να πω. Έκανε κανονική έφοδο στην ψυχή μου. Μ' έκανε και δάκρυσα, με πήρε απ' το χέρι να τον συντροφέψω στην οργή του, στον αυτοσαρκασμό, στη γλύκα του, στην απόγνωση, στην ελπίδα, στην απελπισία.
Κι ο Βασίλης Βλάχος φυσικά, που δεν μπορείς να του αντισταθείς με τίποτα. Ο ίδιος έχει πει σε συνέντευξή του "..χωρίς το θέατρο δεν ανασαίνω. Χωρίς το τραγούδι πέφτω σε βαθιά κατάθλιψη." Είναι φανερό το γιατί. Εξαίρετος καλλιτέχνης, τις στιγμές που σε κοιτάζει απ' τη σκηνή καταπρόσωπο καταθέτοντας ψυχή, σε κερδίζει μεμιάς.

Θα μπορούσα να γράψω κι άλλα, πολλά ακόμα.
Αλλά θα πω το σημαντικότερο και το πιο ουσιώδες: Απόψε βγήκα από αυτή την παράσταση νιώθοντας ξανά μετά από καιρό ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

Το λυτρωτικό συναίσθημα της κάθαρσης είχε επιτευχθεί.
Γιατί η πείνα κάστρα παραδίδει, αλλά και κάστρα πολεμά.
Κι οι απελπισμένοι όταν αρχίσουν να μάχονται, να τους φοβάστε εσείς που πρέπει να τους φοβάστε.

Κι εσείς αγαπημένοι μου αναγνώστες, να σηκωθείτε, και να έρθετε ως την Πλατεία Αμερικής.
Να πάρετε μαζί κι αυτούς που αγαπάτε, και να πάτε να δείτε την παράσταση. Στηρίξτε την προσπάθεια αυτών των εξαιρετικών ανθρώπων. Στηρίξτε την αντίσταση στο μαύρο σκοτάδι και το ζόφο που θέλουν να μας φορέσουν σαν σφιχτό ζουρλομανδύα.

Θα σας κάνει καλό. Ψυχικό καλό. Κι αυτό στις μέρες μας είναι ανεκτίμητο.



"Πλάτες μέσα στα σκουπίδια" (25 στιγμιότυπα καθημερινής ζωής με φόντο την κρίση)
Παίζουν: Έλενα Αρβανίτη, Βασίλης Βλάχος, Χρήστος Ευθυμίου, Γιώργος Μωρόγιαννης, Τζένη Σκαρλάτου.

Κείμενο- Σκηνοθεσία: Κίμων Ρηγόπουλος

Αλεξάνδρεια- πολυχώρος τέχνης
Σπάρτης 14, πλατεία Αμερικής
Τηλ: 210 86 73 655

Πέμπτη: 19.30, Παρ-Σάβ. 21.15, Κυριακή: 18.30
Τιμές εισιτηρίων: 15ευρώ ενιαίο,10 ευρώ μειωμένο (Πέμπτη)
Ειδική τιμή για ανέργους*: 15 ευρώ για δύο άτομα
*με επίδειξη κάρτας ανεργίας











περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος

Το κουπί της γαλέρας

Σάββατο, Δεκεμβρίου 15, 2012


Παλεύεις με νύχια και με δόντια να τελειώσεις μια δύσκολη και απαιτητική μετάφραση.
Δουλεύεις με πυρετό, συνάχι, βήχα και τη γενική αίσθηση κακουχίας που φέρνει μαζί του ένα κρυολόγημα που δε λέει να υποχωρήσει μια βδομάδα τώρα εξαιτίας κούρασης, δουλειάς και ξενυχτιού.
Τα νεύρα σου είναι στην τσίτα.
Ο Κανέλλος για έκτη φορά πηδάει πάνω στο γραφείο, γιατί θέλει να χωθεί στην αγκαλιά σου. Δεκάρα δε δίνει που τις προηγούμενες πέντε φορές κόντεψε να σου ρίξει το νερό, την κούπα με τον καφέ, το ποντίκι. Θρονιάζεται πάνω στο πληκτρολόγιο και σου σπρώχνει το χέρι με τη μουσούδα.
Πάνω που είσαι έτοιμη να βρυχηθείς ως άλλη -βραχνιασμένη- Σαπφώ Νοταρά ένα μεγαλειώδες "κάτω, σκατόγατο", το βλέμμα σου πέφτει τυχαία στα μάτια του γατιού. Σε μια στιγμή συνειδητοποιείς ότι σε κοιτά με απορία η οποία μεταφράζεται ως 'Προσπαθώ να σου δώσω και να πάρω αγάπη, γιατί κάνεις έτσι Άνθρωπε;' και το βουλώνεις πάραυτα.
Τον αφήνεις να κάτσει πάνω στο δεξί σου χέρι, χαμηλώνεις την κεφάλα σου κι εσύ κι ακουμπάς τη δική του, μέτωπο με μέτωπο, μύτη με μύτη. Κλείνεις τα μάτια, βάζεις το ακουστικό στο αυτί και κάθεσαι εκεί, παίρνοντας αργές, βαθιές ανάσες.
Με το ένα σου ελεύθερο δάχτυλο του χαϊδεύεις την πατούσα όσο εκείνος γουργουρίζει ξετρελαμένος και σου μπήγει απαλά τα νύχια του στο χέρι καθώς σε "ζυμώνει", ενώ απ' τ' ακουστικό ακούς τον Αύγουστο Κορτώ στο Amagi Radio να παίζει την Τρικυμία του Μπετόβεν.
Μέχρι να τελειώσει το κομμάτι -και να βαρεθεί ο Κανέλλος, έχεις γίνει ξανά άνθρωπος.
Το κουπί της γαλέρας μπορεί να περιμένει λίγο ακόμη.

περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος

Α, ρε χρόνε, αλήτη...

Τρίτη, Οκτωβρίου 30, 2012
Συμφιλιώνεται ποτέ κανείς με το χρόνο που κυλάει;

Ναι, το ξέρω, το δώρο της ζωής δεν πιάνει μία μπροστά στις ρυτίδες και τα γκρίζα μαλλιά.
Το ξέρω ότι θεωρητικά είναι σχεδόν βλασφημία να θλίβεται κανείς μπροστά στα γηρατειά όταν νέοι άνθρωποι παλεύουν με ανίατες ασθένειες και πολλές φορές βγαίνουν χαμένοι. Πάλεψα κι εγώ πριν μερικά χρόνια και το ξέρω.
Ξέρω επίσης ότι θα έδινα ό,τι έχω και δεν έχω για να υπήρχαν ακόμη κοντά μου άνθρωποι δικοί μου που έχουν φύγει.
Ακόμη ξέρω καλά ότι υπάρχουν πάντα χρυσές εξαιρέσεις, πάντα υπάρχουν άνθρωποι που ανήκουν στην τρίτη ηλικία και παραμένουν δραστήριοι και γεμάτοι σφρίγος και ζωντάνια, που συνεχίζουν ν' αγαπούν τη ζωή και να τη ζουν όσο γεμάτα γίνεται, άνθρωποι που δεν τους έχει φυλακίσει το ίδιο τους το σώμα. Μόνο που είναι, όπως είπα οι εξαιρέσεις.

Κι από την άλλη...

Γιατί τα όσα φέρνει μαζί του το γήρας θα πρέπει πάντα να συγκρίνονται με τα παραπάνω επιχειρήματα προκειμένου να καταλήγουν λιγότερο "βαριά" απ' όσο πιθανότατα είναι στην πραγματικότητα;
Δεν είναι επίσης σχεδόν βλασφημία η σωματική και πολλές φορές πνευματική έκπτωση ενός ανθρώπινου όντος; Δεν είναι φρικτό να σε περιορίζει το ίδιο σου το σώμα, να σε φυλακίζει, να σε κλείνει σε μια φυλακή πόνου και ανημπόριας; Δεν είναι προδοσία αυτό; Δεν είναι σαν κακό αστείο σκηνοθετημένο από κάποιο Θεό που γελά με το ανθρώπινο είδος;

Δεν νομίζω ότι η κατάρα που κουβαλά ο άνθρωπος είναι ο θάνατος. Ο θάνατος μπορεί να είναι και λύτρωση.
Νομίζω πως η κατάρα του ανθρώπου είναι τα γηρατειά. Και για να γίνω ακόμη πιο συγκεκριμένη, όχι τόσο το ίδιο το γήρας, όσο το να μην συνταιριάζουνε τα μέσα σου με τα έξω σου. Γιατί, όσο τα χρόνια περνάνε, κάτι μου λέει ότι η ψυχή, δυστυχώς, δεν γερνά στους ίδιους ρυθμούς και στους ίδιους χρόνους με το σώμα.
Η κατάρα για μένα είναι να θέλει η ψυχή σου, αλλά να μην ακολουθεί το σώμα σου. Να μη σ' αφήνει. Όσο κι αν γερνά κανείς με χάρη, τελικά γερνά.
Τυχεροί τουλάχιστον όσοι νιώθουν ότι τα μέσα τους με τα έξω τους συμβαδίζουν...
Κι επειδή μια εικόνα χίλιες λέξεις...


















 Κι αν σας βάρυνα τη διάθεση, να την ελαφρύνω λιγάκι..









περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος