<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\07512720662\46blogName\75%CE%A4%CE%A5%CE%A0%CE%9F%CE%A3+%CE%9D%CE%A5%CE%A7%CE%A4%CE%95%CE%A1%CE%99%CE%9D%CE%9F%CE%A3\46publishMode\75PUBLISH_MODE_BLOGSPOT\46navbarType\75BLUE\46layoutType\75CLASSIC\46searchRoot\75http://typosnyxterinos.blogspot.com/search\46blogLocale\75el\46v\0752\46homepageUrl\75http://typosnyxterinos.blogspot.com/\46vt\0757449070411351450586', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Ο Άγγελος και το Έντελβαϊς

Τρίτη, Μαρτίου 03, 2015

Χθες βράδυ με την Μαρίνα για φαγητό στην Πλάκα, ψάχνοντας ένα μαγαζί ανηφορίζουμε την Αδριανού.
Ένας μουσικός του δρόμου παίζει κιθάρα.
Η μελωδία είναι όμορφη, το παλικάρι παίζει προσηλωμένο, χωρίς να ανασηκώνει το βλέμμα.
Κοντοστέκομαι.
"Θα μπορούσε να είναι ο James" της λέω, ανοίγω το πορτοφόλι, ψαρεύω τα ψιλά μου, τον πλησιάζω.
Τα χρώματά του με κάνουν να σκεφτώ ότι είναι ίσως ξένος, του λέω "Thank you".
Τα χάνει, με κοιτάζει, "You are welcome" και στο καπάκι "Ευχαριστώ", του απαντώ κι εγώ ελληνικά "Να 'σαι καλά" και συνεχίζουμε.
Σύντομα αντιλαμβάνομαι ότι τραβάμε προς λάθος κατεύθυνση και επιστρέφουμε ξανά προς τα πίσω, πλησιάζοντας πάλι στον busker με την κιθάρα του.
Τώρα παίζει Χατζιδάκι.
Ο κόσμος προσπερνά και δεν σταματά, ούτε για να τον ακούσει, ούτε για να του αφήσει κανένα ψιλό.
Σταματάμε λίγο πιο πέρα, αποφασίζω ότι θέλω να πάω να του πω ένα γεια, να τον κεράσω ένα τσιγάρο, να πούμε δυό κουβέντες μαζί του. Η Μαρίνα συμφωνεί και ακολουθεί.
Πλησιάζουμε, τον χαιρετάμε, του λέμε ότι αν δεν ενοχλούμε θέλουμε να του κάνουμε λίγη παρέα.
Δεν πιστεύει στα αυτιά και τα μάτια του.  Μας κοιτάζει έκπληκτος, το βλέμμα του πάει από την μία στην άλλη.
Νομίζω πως αν του λέγαμε <Θέλουμε να σου χαρίσουμε δυο χιλιάδες ευρώ> θα ένιωθε λιγότερη κατάπληξη.
"Σε μένα θέλετε να κάνετε παρέα; Εδώ στο δρόμο;" ψελλίζει σαν χαμένος. "Καθίστε", βιάζεται να συμπληρώσει, λες και φοβάται μήπως του κάναμε πλάκα, μήπως αλλάξουμε γνώμη και φύγουμε.
Καθόμαστε παρέα στο πεζούλι.
Τον ρωτάμε τι άλλο ξέρει από Χατζιδάκι. Αρχίζει να παίζει τη Βροχή. Η Μαρίνα σιγοντάρει φωνητικά τη μελωδία. Περνάμε στο Μην τον ρωτάς τον ουρανό, η Μαρίνα τραγουδά, εγώ κρατάω δεύτερες, στο ρεφρέν περνάμε στην αγγλική βερσιόν και τραγουδάμε κι οι τρεις.
Ο κόσμος σταματάει, χαζεύει, χαμογελά, ελάχιστοι ρίχνουν κανά ψιλό στη θήκη της κιθάρας.
Σκέφτομαι την αδιαφορία, αλλά δεν σκοτίζομαι, η στιγμή είναι απείρως πιο ωραία, κι έτσι συνεχίζουμε.
Προχωράμε για Το φεγγάρι είναι κόκκινο αλλά δεν του βγαίνουν οι συγχορδίες, κάνουμε ένα διάλειμμα, συστηνόμαστε: "Ιφιγένεια", του λέω, και του δίνω το χέρι. "Άγγελος" μου απαντά και μου χαμογελά.
Ανάβουμε όλοι τσιγάρο. Μας διηγείται πού σπούδασε κιθάρα και κοντά σε ποιους δασκάλους, από πού είναι, τι του προσφέρει η μαγεία της μουσικής, πώς τον συντροφεύει.
Είναι φανερό όσο μιλάει πως παίζει κάποιου είδους μικρή εξάρτηση, είτε ουσιών είτε αλκοόλ, αλλά ο Άγγελος επικοινωνεί κανονικά, ξέρει τι λέει, έχει χιούμορ, γελάει και αστειεύεται, μας λέει ιστορίες από τα ταξίδια του στη Γερμανία, κι αυτοσαρκάζεται για το "καλλιτέχνης του δρόμου".
Μας λέει ότι στις 17 Απρίλη, θα παίξει κιθάρα στο Βρυσάκι, κι αν θέλουμε να πάμε να τον ακούσουμε. Υποσχόμαστε ότι θα πάμε να τον δούμε.
Πιάνει ξανά την κιθάρα, ρωτά τι θέλουμε να πούμε. Τον ρωτάω αν έχει κάτι από Καββαδία και Μικρούτσικο, μου χαμογελά ζεστά, κλείνει τα μάτια κι ακούω τις πρώτες νότες του αγαπημένου μου Federico Garcia Lorca.
Η Μαρίνα σιωπά, εγώ τον συνοδεύω: "Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό..."
Τελειώνουμε το τραγούδι, δεν δίνουμε δεκάρα πλέον αν ο κόσμος σταματά ή αν ακούν, χειροκροτούμε μόνοι μας, γελάμε, σφίγγουμε τα χέρια.
Ο Άγγελος γελά, μας ευχαριστεί, για την παρέα, για το τραγούδι, για το μοιρασμένο τσιγάρο, για όλα.
Έχει κυλήσει κοντά ένα εικοσάλεπτο. Σηκωνόμαστε να τον αποχαιρετήσουμε.
Μας ευχαριστεί και πάλι, τα μάτια του λάμπουν, μιλάει ξανά για τους "μουσικούς του δρόμου" λες και θέλει να δικαιολογηθεί, να μας πείσει ότι δεν είναι χαμένος ή looser, του λέω: "Μην εξηγείς σε μας, ειδικά σε μένα, έχω μια ιδιαίτερη συμπάθεια στους busker..."
Η Μαρίνα του εξηγεί για το βιβλίο που μετάφρασα.
Όσο του στρίβω ένα τελευταίο τσιγάρο για να του αφήσω, ζητά να μάθει περισσότερα για την ιστορία του James Bowen, του busker του Λονδίνου και του γάτου του, του Bob.
Του τα λέω περιληπτικά, τον αγκαλιάζω και τον χαιρετώ. Κάνουμε να φύγουμε.
Με σταματάει, με κρατάει από το χέρι :"Ιφιγένεια", μου λέει, "περίμενε, θέλω να σου κάνω ένα δώρο. Θέλω να σου χαρίσω ένα έντελβαϊς".
Κοιταζόμαστε απορημένες με την Μαρίνα, όσο ο Άγγελος ψάχνει σε μια ταμπακιέρα. Με τα πολλά, ανακαλύπτει αυτό που έψαχνε, και μου το βάζει στην παλάμη.
"Το έχω πολλά χρόνια, είναι το φυλαχτό μου", μου λέει. "Τώρα θέλω να το έχεις εσύ, να σε προσέχει".
Κοιτάζω την παλάμη μου. Μέσα της βρίσκεται ένα τόσο δα, μικροσκοπικό γραμματόσημο, που απεικονίζει ένα έντελβαϊς των Άλπεων.
"Πρόσεξε μην το χάσεις", μου λέει καθώς μου κρατά ακόμα το χέρι.
"Δεν πρόκειται" του λέω, και το βάζω στο πορτοφόλι μου, εκεί όπου κρατάω φωτογραφίες αγαπημένων ανθρώπων.
Τον αγκαλιάζω άλλη μια φορά, μου ψιθυρίζει στο αυτί κάτι που θα το κρατήσω μόνο για μένα.
"Θα έρθουμε να σε δούμε στο Βρυσάκι", του λέει η Μαρίνα καθώς φεύγουμε.
"Δεν έχει σημασία πια, αν δεν ξαναβρεθούμε", απαντά ο Άγγελος. "Το σημαντικό, το υπέροχο, είναι ότι από απόψε θα ξέρω ότι στους δρόμους αυτής της πόλης, περπατά μια Ιφιγένεια και μια Μαρίνα, και θα ξέρετε κι εσείς ότι κάπου εδώ, σε αυτούς τους δρόμους, υπάρχει και περπατά ένας Άγγελος. Δεν είναι μαγεία αυτό;"
Απομακρυνόμαστε, κι εκείνος συνεχίζει να παίζει.
Ναι, Άγγελε. Αυτό είναι μαγεία.

περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος

Σαν Χαϊκού μικρό

Πέμπτη, Οκτωβρίου 30, 2014
Χειμωνιάζει
θα έρθει Φλεβάρης
θα δώσεις ζωή
εσύ.

Στην αγαπημένη μου ανιψιά.


περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος

Έκκληση για βοήθεια

Παρασκευή, Οκτωβρίου 10, 2014
Προς όλους τους φίλους:
Παιδιά, υπάρχει έκτακτη ανάγκη για τρεις αμμολεκάνες (μεγάλου μεγέθους) και κάμποσα σακιά με άμμο για γάτες (όσα μπορούν να βρεθούν).
Χρειαζόμαστε ακόμη ξηρά τροφή για στειρωμένα γατιά (όση μπορεί να βρεθεί), έξι (6) αντιπαρασιτικά δισκία μάρκας Milbemax ή Drontal, και ένα σωληνάριο βιταμίνες για γατιά μάρκας Nurish UM CAT ή συναφές.
Πρόκειται για τη φροντίδα 6 γατιών των οποίων η γατο-μαμά βρίσκεται στο νοσοκομείο αυτή τη στιγμή εκτάκτως με σοβαρό θέμα υγείας και υπάρχει οικονομικό πρόβλημα.
Τονίζω ότι επείγει κυρίως η άμμος τους και οι λεκάνες και η ξηρή τροφή.
Όσοι μπορείτε βοηθήστε. Επίσης όσοι μπορείτε αναδημοσιεύστε κρατώντας το το όνομα του μπλογκ στην ανάρτηση ώστε να επικοινωνήσουν μαζί μου όσοι θελήσουν για περαιτέρω πληροφορίες και συνεννόηση.

Αν κάποιος θέλει να επικοινωνήσει με email μπορεί να μου γράψει στο athensfenia@gmail.com
Σας ευχαριστώ όλους.


περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος

Ανθρωπιά και συλλογική σκέψη, έννοιες ξεχασμένες ή όχι;

Κυριακή, Αυγούστου 31, 2014
Το φετινό καλοκαίρι μου βγήκε λίγο έως πολύ ζόρικο.
Πολύ τρέξιμο, πολλές εκκρεμότητες, πολλοί λογαριασμοί που περίμεναν να πληρωθούν, πολλές στραβές φάσεις και να κυλούν οι μήνες ενώ αυτοί που σου χρωστάνε τα δεδουλευμένα σου κάνουν τον κουφό και σε αντιμετωπίζουν με θράσος και απαξίωση.

Δε θέλει και πολύ να σαλτάρει ο άνθρωπος, παιδιά.
Ούτε και θέλει πολύ να σου βγει κάνα θέμα υγείας μετά από συνεχόμενο άγχος.

Κάπως έτσι βρέθηκα, εν μέσω ολιγοήμερων διακοπών, αντί να ηρεμώ, να τρέχω στο νοσοκομείο με καρδιακή αρρυθμία.
Στην αναμονή λοιπόν, περιμένοντας να λειτουργήσει το σύστημα, για να μου γράψει ο καρδιολόγος μια εξέταση, λίγο παραδίπλα ένας νέος άντρας τηλεφωνεί στον εργοδότη του παρακαλώντας για μια προκαταβολή μισθού.

Ζητάει διακόσια ευρώ από τα τριακόσια εξήντα. Το αφεντικό αρνείται. Κλαίγοντας ο άνθρωπος παρακαλεί έστω για ένα πενηντάρι. Το δεκαέξι μηνών αγοράκι του χρειάζεται κάποιο φάρμακο που κοστίζει 26 ευρώ αλλιώς κινδυνεύει από λοίμωξη. Το αφεντικό αρνείται ξανά.
"Δεν είναι προσωπικό το θέμα", του εξηγεί, "αλλά αν δώσει σ΄ εκείνον μια προκαταβολή ίσως ζητήσουν κι άλλοι, καταλαβαίνει, ναι;"
Ο νεαρός πατέρας αφήνει τα δάκρυά του να κυλήσουν, όσο απολογείται στον εργοδότη του. Ναι, καταλαβαίνει, βεβαίως, είναι θέμα πολιτικής της εταιρείας, καταλαβαίνει και λυπάται που ενόχλησε, και ζητά συγγνώμη για το θάρρος.

Κλείνει το τηλέφωνο, παίρνει δυο βαθιές ανάσες και τηλεφωνεί σε κάποιο φίλο του. Λένε δυο κουβέντες, του εξηγεί τα ίδια, και του ζητά 25 ευρώ. Ο φίλος λυπάται, αλλά είναι απλήρωτος απ τη δουλειά του, του λέει. Ο άνθρωπος κλείνει ξανά το τηλέφωνο, ανεβάζει τα γυαλιά ηλίου στα μάτια του, σκύβει το κεφάλι στα χέρια του και κλαίει σιωπηλά.
Σηκώνομαι να πάω κοντά του.
Με προλαβαίνει ένας κύριος που καθόταν δίπλα του. Του βάζει στο χέρι ένα πενηντάρι.
Ο άνθρωπος τα χάνει. Δεν πιστεύει στα μάτια του. "Μα πώς; γιατί;", ψελλίζει, "δεν με ξέρετε, σας είμαι ξένος, δεν έχω να σας τα γυρίσω..."

Κάνει να σκύψει να φιλήσει το χέρι του κυρίου: "Πείτε μου το όνομά σας", του λέει, "να πάω σε μια εκκλησία να ανάψω ένα κερί για σας."

Ο κύριος έρχεται σε δύσκολη θέση,  του λέει πως δε χρειάζεται, ας γίνει καλά το μωρό του.
Εκείνη την ώρα τον χτυπάω στον ώμο, ο άνθρωπος στρέφεται προς εμένα, και του βάζω στο χέρι το τελευταίο μου εικοσάρικο.

Κοιτάζει μια την παλάμη του, μια εμένα, μια τον κύριο. Έχει χάσει τα λόγια του.
"Τι είναι αυτό που μου κάνατε βρε παιδιά", λέει και κλαίει ασταμάτητα.
"Φύγε, πήγαινε στο παιδί σου και περαστικά", του λέω.
Μας κοιτάζει μια φορά ακόμα, πάει να πει κάτι, τον παίρνουν πάλι τα δάκρυα.
Φεύγει σαν κυνηγημένος, κλαίει.

Η καρδιά μου καλμάρει τους χτύπους της.

περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος

Για τη γιαγιά Ιφιγένεια

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 07, 2014
"Από ξένο τόπο, κι απ' αλαργινό,
ήρθε ένα κορίτσι, φως μου, δώδεκα χρονώ..."

Στη φωτογραφία είναι παιδούλα η συνονόματη γιαγιά μου, από την πλευρά της μητέρας μου, η Ιφιγένεια.
Οχτώ χρονώ την έστειλαν οι δικοί της υπηρέτρια σε κάποια πλούσια οικογένεια. Η οικονόμος του πλουσιόσπιτου της έβαλε ένα σκαμνάκι για να φτάνει να πλένει τα πιάτα, ο νεροχύτης ήταν πολύ ψηλός και δεν έφτανε αλλιώς.
Το κοριτσάκι του σπιτιού, είχε λίγα και λεπτά μαλλιά. Όταν οι δικοί του αποφάσισαν να του τα κόψουν για να δυναμώσουν, το κοριτσάκι απαίτησε να κοπούν κι οι πλούσιες μαύρες μπούκλες της Ιφιγένειας. Ή μάλλον όχι απλώς να κοπούν, αλλά να κουρευτούν γουλί.
Κι έτσι έγινε.
Η ηλικιωμένη οικονόμος παρηγορούσε κρυφά τα βράδια τη μικρή Ιφιγένεια, λέγοντάς της πως τα μαλλιά της θα έβγαιναν ξανά γρήγορα, το ίδιο όμορφα με πριν.
Σύντομα η οικονόμος αποχώρησε λόγω ηλικίας, και η γιαγιά μου, γύρω στα δέκα πια, ανέλαβε τη θέση της, καθώς και τη θέση της γκουβερνάντας για το κοριτσάκι της οικογένειας, το οποίο ήταν συνομήλικό της.
Κάποιο καιρό αργότερα, η οικογένεια μετακόμισε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Η γιαγιά μου φυσικά, ακολούθησε. Εκεί έκανε και μια μικρή επανάσταση, η οποία και πέτυχε.
Η κυρία του σπιτιού είχε αποφασίσει πως οι υπηρέτριες δεν μπορούσαν να τρώνε λευκό ψωμί, αυτό ήταν για την οικογένεια. Οι υπηρέτες θα έτρωγαν κρίθινο.
Η γιαγιά μου μάζεψε τις ξερές κρίθινες φέτες που τους έδιναν και τις κρέμασε από μια κλωστή στην κουζίνα. Όταν ο κύριος του σπιτιού τις αντιλήφθηκε, την ρώτησε τι κάνουν κρεμασμένα εκεί τα ξεροκόματα για τους σκύλους. Η γιαγιά μου του απάντησε πως ήταν το δικό της ψωμί, αυτό που αποφάσισε η κυρία να τρώνε, κι όχι των σκυλιών. Ο κύριος του σπιτού, αναγνωρίζοντας την πονηριά της αλλά και την αδικία, φρόντισε να μοιράζεται λευκό ψωμί σε όλους, οικογένεια και υπηρέτες.
Δυό χρόνια άντεξε εκεί.
Την πείραξε άσχημα το κλίμα, και κινδύνεψε να πεθάνει. Η οικογένεια αναγκάστηκε να φέρει γιατρό να τη δει. Μπροστά στο φόβο για τα χειρότερα και προκειμένου να γλιτώσουν την ευθύνη, την έστειλαν πακέτο πίσω στους δικούς της.
Δεκατριών χρονών, η γιαγιά Ιφιγένεια επέστρεψε.


Στη φωτογραφία δεν πρέπει να 'ναι πάνω από δέκα χρόνων.


Ουσκουντάρ, ή Σκούταρι, είναι η αρχαία Χρυσόπολις όπου ζούσαν χιλιάδες Έλληνες, και για το οποίο γράφτηκε το περίφημο τραγούδι, που το συναντάμε μέχρι και την Αίγυπτο, και θεωρείται από τα πιο γνωστά της Σεφαραδείτικης παράδοσης της ανατολικής Μεσογείου.
Στην Τουρκία είναι γνωστό ως Üsküdar, στην Αίγυπτο το συναντάμε ως Ya Banat Iskandaria, και Ισκεντερία είναι η Αλεξάνδρεια.
Στην Ελλάδα το συναντάμε σε διάφορα σημεία κι η μελωδία τραγουδιέται ως "Από ξένο τόπο κι απ' αλαργινό".
Μεταξύ άλλων, έχει περάσει απ' τα χέρια του Βαμβακάρη με ερμηνεύτρια την Καίτη Γκρέι, γύρω στο '50 το τραγούδησε η Έρθα Κιτ, έκανε το πέρασμά του στις μελωδίες της τζαζ με την εκτέλεση του Χέρμπι Μαν του φλαουτίστα, και στην Άπω Ανατολή το ταξίδεψε ο κιθαρίστας Τακέτσι Τεραούτσι.

Η μουσική, ευτυχώς, δεν έχει σύνορα. Καμιά φορά ούτε κι ο έρωτας. Σίγουρα ποτέ ο πόνος.

Για τα υπόλοιπα, το ανθρώπινο είδος έχει ακόμα μέλλον.


περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος

Φαρμακονήσι φαρμακωμένο...

Πέμπτη, Ιανουαρίου 23, 2014
Συνομιλία στο σπίτι με τον Δ.

 -Τι κάνεις έτσι ρε παιδί μου; Τι σπας το στομάχι σου και σκας και κλαις;

Εγώ απαντώ τα δικά μου... Τα αυτονόητά μου. Για το ότι όλοι σήμερα θα έπρεπε να σπάμε τα στομάχια μας, να ξεφυσάμε, να οργιζόμαστε, να κλαίμε, να ντρεπόματε. Λέω κι άλλα, κι άλλα. Για τη φρίκη που ζούμε, για τη χώρα που ζούμε. Για τη ντροπή τούτης της χώρας. Για τους ανθρώπους που χάσαν τους δικούς τους στα νερά του Αιγαίου. Για τη ντροπή, τη φρίκη. Για τα τέρατα που διαμένουν σ' αυτή τη χώρα και που με κάνουν να νιώθω πως ζω μονίμως σε άλλο, παράλληλο σύμπαν.

-Δεν το καταλαβαίνεις; καταλήγω. Σε όλα υπάρχει ένα όριο. Κι αυτό το όριο σήμερα ξεπεράστηκε. -Αυτό είναι το πρόβλημά σου, μου απαντά ο Δ. Που πίστευες ότι υπάρχει ένα όριο. Δεν υπάρχει. Έχει ξεπεραστεί εδώ και καιρό.

Δεν είχα τίποτα να του απαντήσω. Έχει δίκιο.

Εγώ όμως, ακόμα ντρέπομαι.
Κι ακόμα, βλακωδώς, ανοήτως, ρομαντικώς και αφελώς οργίζομαι, θυμώνω αλλά θυμάμαι τον ποιητή, θυμάμαι τα λόγια και λέω δεν μπορεί... δεν μπορεί... κάπου υπάρχει όριο, κάπου υπάρχει ψυχή, κάπου ανθρωπιά, κάπου δικαιοσύνη, κάπου όνειρο, κάπου φως, κάπου μέσα στα βαθιά σκοτάδια.

Όπως και να 'χει, ακόμα ντρέπομαι. Από ποιον να ζητήσω συγγνώμη;

περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος

Ένας Γάτος που τον έλεγαν Μπομπ

Πέμπτη, Απριλίου 18, 2013

Όσα έχω γράψει στον Τύπο Νυχτερινό μέσα στα χρόνια, ήταν στην πλειοψηφία τους κείμενα γραμμένα χωρίς προετοιμασία, χωρίς σκελετό και προσχέδιο, χωρίς "πρόλογο, κυρίως θέμα κι επίλογο", που έλεγαν παλιά στο σχολείο. Ακόμη και τα πιο προσωπικά μου κομμάτια, γράφτηκαν με μια ανάσα, γιατί αυτός είναι ο τρόπος που γράφω.
Δεν χρειάστηκε σχεδόν ποτέ να σπάσω το κεφάλι μου για το πώς θ' αρχίσω να γράφω κάτι. Η διαδικασία της γραφής συχνά είναι ανάγκη, και κάποτε πάνω από σένα. Πολλές φορές γράφω γιατί πρέπει να γράψω, με τις λέξεις να τρέχουν από τις άκρες των δαχτύλων μου πάνω στο πληκτρολόγιο, χωρίς να χρειαστεί να φιλτράρω, να επεξεργαστώ, να διορθώσω.

Να που τώρα όμως, βρίσκομαι για πρώτη φορά στα χρονικά να γράφω και να σβήνω. Να αγχώνομαι για το πώς θα χωρέσω σε λέξεις τα νέα που θέλω να μοιραστώ μαζί σας, τα νέα που θέλω να μοιραστώ με όλον τον κόσμο, τη χαρά και την περηφάνια μου.
Ο μόνος τρόπος που μου έρχεται στο μυαλό, είναι να πάρω τα πράγματα από την αρχή. Πάμε λοιπόν...

Κάπου έξι μήνες πίσω, καθώς τριγύριζα στα ιντερνετικά μονοπάτια, βρέθηκα στο Amazon να χαζεύω τα best seller του 2012. Την προσοχή μου τράβηξε ένα βιβλίο με τίτλο A street cat named Bob, του James Bowen. Το λογοπαίγνιο του τίτλου θα ήταν ήδη αρκετό για να το προσέξω, αλλά ο πορτοκαλής γάτος που κοσμούσε το εξώφυλλο, με τα πράσινα αμυγδαλωτά του μάτια και το ασορτί πρασινωπό φουλάρι στο λαιμό, έκλεβε ούτως ή άλλως την παράσταση.
Διάβασα στο κάτω μέρος του εξωφύλλου: How one man and his cat found hope on the streets.

Το βιβλίο ήταν σκαρφαλωμένο σταθερά στο νούμερο ένα των best seller του London Times, και είχε ήδη μεταφραστεί σε πέντε γλώσσες στους λίγους μήνες που μετρούσε από την κυκλοφορία του.
Το παράγγειλα και μέχρι να φτάσει στα χέρια μου έψαξα τα χνάρια του James Bowen και του Bob στο διαδίκτυο. Το πρώτο βιντεάκι που ανακάλυψα στο YouTube έδειχνε τον James με τον Bob σκαρφαλωμένο στους ώμους του σαν τον παπαγάλο του πειρατή, να μπαίνουν στο λεωφορείο, να τριγυρνούν στους δρόμους του Covent Garden και όσο ο James ετοίμαζε την κιθάρα του, ο Bob να κάθεται στο πλευρό του σαν πιστό σκυλί, με το κασκόλ του στο λαιμό, και να παρατηρεί τους περαστικούς. Και στις ώρες που ο James, προσπαθούσε να κερδίσει το καθημερινό τους φαγητό ως πλανόδιος μουσικός και τραγουδιστής, ο Bob στεκόταν δίπλα του, απτόητος από το τσουχτερό κρύο του Λονδίνου, το ψιλόβροχο, τα πλήθη των περαστικών και κάθε είδους αντιπερισπασμό.


Η ιστορία του James και του Bob έχει κάτι από αμερικάνικο όνειρο και χολιγουντιανό μελό, χωρίς ευτυχώς να είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είναι η αληθινή, απίστευτη ιστορία ενός ανθρώπου που κάποια στιγμή ξεστράτισε κι έχασε το δρόμο του, μέχρι που βρέθηκε στο τελευταίο σκαλοπάτι. Ένας προβληματικός έφηβος που δεν άργησε να μπλέξει με χρήση ουσιών, να βρεθεί εξαρτημένος από την ηρωίνη και τέλος να καταλήξει άστεγος στους δρόμους του Λονδίνου. Άστεγος και εξαρτημένος, χαμένος και αποκομμένος από οικογένεια και φίλους, για δέκα ολόκληρα χρόνια.
Κάπου στο τέλος αυτής της δεκαετίας ο James κατάφερε να περάσει από την ηρωίνη στο πρόγραμμα απεξάρτησης με μεθαδόνη, και έχοντας ήδη μπει στη λίστα αναμονής για στέγη ευπαθών κοινωνικών ομάδων, να βρεθεί σ' ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα μέσω της κοινωνικής πρόνοιας, κάπου στο Τότεναμ.

Τότε όμως το σύμπαν αποφάσισε να του στείλει έναν φύλακα άγγελο. Όχι από εκείνους με τα φτερά και τα φωτοστέφανα. Ο φύλακας άγγελος του James ήταν ένας πορτοκαλής αδέσποτος γατούλης, τον οποίο συνάντησε ένα συννεφιασμένο Μαρτιάτικο απόγευμα, στις σκάλες του κλιμακοστασίου της πολυκατοικίας όπου έμενε. Ο γατούλης είχε τα χάλια του: φανερά υποσιτισμένος και ταλαιπωρημένος, άρρωστος και τραυματισμένος. Ο James αφού βεβαιώθηκε πως δεν ανήκε σε κανέναν ένοικο του κτιρίου, αποφάσισε να τον βοηθήσει να γιατρευτεί. Με τα μοναδικά χρήματα που είχε, κουβαλώντας τον σ' ένα χαρτόκουτο ανακύκλωσης, περπάτησε δύο ώρες για να τον πάει στο γιατρό και να του πάρει φάρμακα. Τον κράτησε για δυο βδομάδες μέχρι να τελειώσει η θεραπεία του, φρόντισε να τον στειρώσει, κι έπειτα αποφάσισε να τον αφήσει ξανά ελεύθερο στους δρόμους από όπου είχε έρθει, πιστεύοντας πως κι ο Bob αυτό θα ήθελε. Ήταν ένας αδέσποτος γατούλης που δεν είχε μάθει να ζει κλεισμένος σε  διαμέρισμα. Κι έτσι τον άφησε να φύγει. Μόνο που ο Bob και το σύμπαν είχαν προφανώς άλλα σχέδια.

Αυτό που δεν ήξερε τότε ο James ήταν πως ενώ νόμιζε πως εκείνος βοηθούσε και γιάτρευε τον Bob, συνέβαινε μάλλον το αντίθετο.

Ο πανέξυπνος κεραμιδόγατος έγινε ο πιο πιστός φίλος και σύντροφος του James. Στάθηκε πλάι του για να του δείξει ξανά το δρόμο για την αγάπη, για την εμπιστοσύνη, για την αυτοεκτίμηση. Για χάρη του, ο James κατάφερε να ξεκόψει και τη μεθαδόνη, να παλέψει σκληρά να σταθεί στα πόδια του, να γίνει πωλητής του Big Issue παρατώντας την κιθάρα στο πλάι, να εμπιστευτεί ξανά τους ανθρώπους, να πιστέψει ξανά στην καλοσύνη τους, αλλά πάνω απ' όλα, να πιστέψει ξανά στον εαυτό του.
Ο James κατάφερε να βάλει τις ανάγκες ενός άλλου πλάσματος πάνω από τις δικές του. Πάνω από την ανάγκη που του γεννούσε η εξάρτηση, πάνω από το φόβο, πάνω από τις άσχημες εμπειρίες, πάνω απ' όλα. Οι περιπέτειες που μοιράστηκαν, το βαθύ τους δέσιμο, η άνευ όρων αγάπη και συντροφικότητα που του χάρισε απλόχερα ο Bob τον βοήθησαν να γιατρέψει πληγές του παρελθόντος. Να επικοινωνήσει με τους δικούς του, να αποκαταστήσει τις σχέσεις με τη μητέρα του, και να ταξιδέψει ως την Αυστραλία για να τη δει ξανά μετά από χρόνια.

Ο James και ο Bob είχαν γίνει πλέον ένα χαρακτηριστικό δίδυμο στους δρόμους του Covent Garden, με τον James να πουλά το περιοδικό δρόμου The Big Issue, και τον Bob πιστό σύντροφο πλάι του να κερδίζει τις καρδιές των Λονδρέζων. Κάποια στιγμή, μια Αμερικανίδα εκδότρια βιβλίων τους πλησίασε και ρώτησε τον James αν θα ήθελε να κάνει την ιστορία τους βιβλίο. Κανείς δε θα μπορούσε να προβλέψει τη συνέχεια, σίγουρα όχι ο ίδιος ο James (για τον Bob πάλι διατηρώ τις επιφυλάξεις μου).
Το βιβλίο σε λιγότερο από ένα χρόνο γινόταν best seller, ακολουθούσε μια δεύτερη έκδοση ειδικά προσαρμοσμένη για παιδιά, και πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε η συνέχειά του με τίτλο The world according to Bob. Στο μεταξύ, έχει γίνει ήδη πρόταση για τη μεταφορά της ιστορίας τους στη μεγάλη οθόνη. Δεν ξέρω ποιος θα παίξει τον James, αλλά νομίζω πως ο μόνος που μπορεί να ενσαρκώσει τον Bob στο σινεμά, είναι ο ίδιος ο Bob!
Ο δε Bob έχει γίνει πλέον διασημότητα. Η λατρεία που του έχει ο κόσμος είναι απίστευτη, κι ο ίδιος την απολαμβάνει κάθε στιγμή.
Κι εδώ έρχεται η δική μου ιστορία. Διαβάζοντας το βιβλίο, έψαξα να βρω τον James και αφού επικοινώνησα μαζί του, τον ρώτησα αν υπήρχε κάποια πρόβλεψη έκδοσης του βιβλίου στην Ελλάδα. Στη γείτονα χώρα Τουρκία, το βιβλίο έσπαζε ήδη ρεκόρ πωλήσεων και οι φιγούρες του James και του Bob κοσμούσαν δισέλιδα αφιερώματα μεγάλων εφημερίδων.
Ο James, απλός, ζεστός και τρομερά ευγενικός, με ενημέρωσε ότι δεν υπήρχε κάποια συμφωνία ακόμη. Του είπα ότι θα έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να έρθει η ιστορία τους και στην Ελλάδα. Μου ευχήθηκε καλή τύχη στις διαπραγματεύσεις και μου είπε πως θα χαιρόταν πολύ αν κατάφερνα να μεταφράσω εγώ την ιστορία τους.

Κι έτσι, ξεκίνησα τον αγώνα δρόμου προς τους εκδοτικούς οίκους. Στάθηκα τυχερή. Ενδιαφέρθηκαν οι άνθρωποι του Άνουβι, με τους οποίους συνεργάζομαι τον τελευταίο χρόνο. Βέβαια πρέπει να ομολογήσω ότι τους έγινα μάλλον... τσιμπούρι. Email και κόντρα email, προσωπικά τηλεφωνήματα, και εμένα να βρίσκομαι στα γραφεία τους προκειμένου να τους μεταφέρω από κοντά τη χαρά και τον ενθουσιασμό μου και κυρίως τη μεγάλη μου πίστη σ' αυτή την ιστορία. Στο τέλος έφτασα μέχρι και να προτείνω να μεταφράσω δωρεάν το βιβλίο, αρκεί να καταφέρναμε να το φέρουμε στην Ελλάδα.
Η ιστορία του James και του Bob έπρεπε να ειπωθεί.

Μετά από ένα διάστημα διαπραγματεύσεων, έκλεισαν τα πνευματικά δικαιώματα και βρέθηκα να μεταφράζω το βιβλίο μ' ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη. Είμαι σίγουρη πως ποτέ ως τότε στη μεταφραστική μου καριέρα δεν έκανα δουλειά με τέτοια διάθεση.

Πρέπει να πω όμως ότι διαφορετική εμπειρία αποκόμισα ως αναγνώστρια και εντελώς διαφορετική ως μεταφράστρια. Στην πρώτη ανάγνωση, η ιστορία του James και του Bob με έκανε να χαμογελάσω, να ανησυχήσω, να γελάσω δυνατά, να λυπηθώ, να αγχωθώ, και στο τέλος να μείνω με μια έντονη αίσθηση αισιοδοξίας και κουράγιου. Όμως όταν άρχισα να μεταφράζω, όλα τα αρχικά συναισθήματα τα βίωσα στο δεκαπλάσιο. Δεν γίνεται κι αλλιώς.

Όταν μεταφράζει κανείς, ειδικά αν αγαπά τη δουλειά του κι αν έχει και κάποιο προσωπικό δέσιμο με την ιστορία, όπως έγινε στη δική μου περίπτωση, θέλοντας και μή, μπαίνει μέσα στην ίδια την ιστορία. Γίνεται ένα με τα πρόσωπα που τη διαδραματίζουν. Κι έτσι πρέπει. Πρέπει να μπει στο πετσί σου όλο αυτό, να νιώσεις τα συναισθήματα, να ταυτιστείς, να τα περάσεις κι εσύ μαζί με τους ήρωές σου, για να μπορέσεις να τα μετουσιώσεις και να τους δώσεις φωνή στη δική σου γλώσσα.
Κι αυτό κάποια στιγμή έγινε ένα μικρό μαρτύριο. Ήταν σαν να βρέθηκα δίπλα τους, μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα. Μοιράστηκα τη χαρά, τις αστείες στιγμές, τις ώρες της οργής, της αμφιβολίας, του πόνου, τις ώρες της λύπης, αλλά και του κουράγιου, και της δύναμης. Πέρα από το ότι έμαθα πράγματα για τα οποία δεν είχα την παραμικρή ιδέα, όπως το τι αντιμετωπίζει καθημερινά ένας "άνθρωπος του δρόμου", είτε είναι άστεγος, είτε πλανόδιος πωλητής, είτε πλανόδιος καλλιτέχνης, είτε απλά εξαρτημένος, υπήρξαν κι άλλα πράγματα στην ιστορία του James που με έκαναν να προβληματιστώ πολύ και να κοιτάξω κι εγώ βαθιά μέσα μου.
Αναγκάστηκα να σκεφτώ πάνω στο πώς αντιμετωπίζουμε όλοι, και εγώ μαζί, τον άστεγο, τον άνθρωπο που παλεύει να αποτοξινωθεί από χρήση ουσιών, ή εκείνον που είναι ακόμη εξαρτημένος, τον άνθρωπο που παίζει κιθάρα ή τραγουδά στις γωνιές των δρόμων στις τουριστικές περιοχές. Και ταυτίστηκα απόλυτα με κάτι που λέει ο James στο βιβλίο του:
"Όταν είσαι άστεγος, το χειρότερο απ' όλα είναι πως γίνεσαι αόρατος. Καλώς ή κακώς, όλοι εισπράττουμε την εικόνα του εαυτού μας μέσα από το βλέμμα των άλλων. Όταν έχεις φτάσει στο τελευταίο σκαλί, πέρα από όλα όσα χάνεις, το κυριότερο που στερείσαι είναι η ταυτότητά σου. Κανείς δε θέλει να σε ξέρει, κανενός το βλέμμα δεν σταματά πάνω σου. Είσαι μια εικόνα που ενοχλεί. Για τον κόσμο απλώς δεν υπάρχεις. Και κάποια στιγμή φτάνεις να ξεχνάς κι εσύ ο ίδιος πως υπάρχεις."

Και καλό θα ήταν ο κόσμος να τα διαβάσει όλα αυτά. Να σκεφτεί, να δει και ν' ακούσει και την άλλη πλευρά. Κυρίως όμως να χαμογελάσει και να ελπίσει. Όσο σκληρό ή πικρό κι αν γίνεται κάποιες στιγμές το βιβλίο, ο James δεν εξωραϊζει αλλά ούτε και απαλύνει καταστάσεις. Δεν γίνεται ποτέ μελό, αλλά ούτε και αποποιείται τις όποιες ευθύνες του για το πώς κατρακύλησε η ζωή του τόσο χαμηλά. Σε κάνει όμως να σκεφτείς πως θα μπορούσε αυτό να συμβεί στον καθένα.
Αλλά το κύριο μήνυμα που αφήνει αυτή η ιστορία, είναι η ελπίδα. Το χαμόγελο. Η πίστη.
Ότι ακόμα και στην πιο σκοτεινή νύχτα, μπορεί να υπάρξει φως.
Να υπάρξει αγάπη, υποστήριξη, ανθρωπιά.
Κυρίως αγάπη.



Ο James έχει κερδίσει το θαυμασμό και τη φιλία μου, κι όσο για τον Bob ίσως την πιο πιστή και αφοσιωμένη θαυμάστρια. Τους θεωρώ λίγο δικούς μου πια, λίγο οικογένεια. Μαθαίνω κάθε τόσο τα νέα τους από τις σελίδες τους στο Facebook και το Twitter και καμαρώνω κι εγώ για το ρόλο που έπαιξα στο να έρθει η ιστορία τους στην Ελλάδα. Εύχομαι σύντομα να έχω τη χαρά να σφίξω το πατουσάκι του Bob και το χέρι του James από κοντά.

Το βιβλίο κυκλοφορεί ήδη στα περισσότερα κεντρικά βιβλιοπωλεία αλλά μπορείτε να το προμηθευτείτε και στο ηλεκτρονικό κατάστημα των εκδόσεων Άνουβι. Κάντε μια χάρη στον εαυτό σας και αγκαλιάστε αυτή την ιστορία. 
Διαβάστε το, χαρείτε το, κάντε το δώρο σε ανθρώπους που αγαπάτε. Διαδώστε το. Γνωρίστε κι εσείς τον James και τον Bob κι αφήστε την ιστορία τους να σας ζεστάνει την ψυχή, και να σας φέρει χαμόγελο και αισιοδοξία. Τα έχουμε και τα δυο όλοι μας μεγάλη ανάγκη.

Από εδώ θα ήθελα να ευχαριστήσω προσωπικά τον James που μοιράστηκε την ιστορία του με τον κόσμο και που είχα την τιμή και τη χαρά να τη δουλέψω για την ελληνική γλώσσα. Να τον ευχαριστήσω που με έκανε καλύτερο άνθρωπο και που μου φώτισε δύσκολες και σκοτεινές στιγμές της ζωής μου. Βεβαίως, να ευχαριστήσω και τον Bob γιατί χωρίς αυτό το πανέξυπνο μούτρο τίποτε δεν θα είχε συμβεί.

Και φυσικά τους εκδότες και συνεργάτες μου στον Άνουβι που εμπιστεύτηκαν την κρίση μου και αγκάλιασαν την προσπάθειά μου.
Τέλος όλους εσάς με τους οποίους θέλω να μοιραστώ τη μεγάλη μου χαρά. Ξέρω ότι θα στηρίξετε αυτή την ιστορία και εύχομαι να την αγαπήσετε και να την απολαύσετε καθώς θα την διαβάζετε, όσο την αγάπησα και την απόλαυσα κι εγώ.


περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος