<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d12720662\x26blogName\x3d%CE%A4%CE%A5%CE%A0%CE%9F%CE%A3+%CE%9D%CE%A5%CE%A7%CE%A4%CE%95%CE%A1%CE%99%CE%9D%CE%9F%CE%A3\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLUE\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://typosnyxterinos.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://typosnyxterinos.blogspot.com/\x26vt\x3d7449070411351450586', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Ταρίφες, Σικάγο, γιουροβίζιον, ταρίφες

Μια βραδιά που ξεκίνησε σκατά, συνεχίστηκε υπέροχα και τέλειωσε σκατά ή σχεδόν σκατά.

Σάββατο βραδάκι. Ετοιμάζομαι για να βγω. Έχω κανονίσει με μια φίλη μου να πάμε να δούμε το μιούζικαλ Σικάγο και παρόλο που εδώ και μια εβδομάδα με ταλαιπωρεί ένας ενοχλητικός, συνεχόμενος πόνος στο διάφραγμα, δε σκοπεύω να το χάσω με τίποτα. Λατρεύω τα μιούζικαλ, ξέρω πως το συγκεκριμένο δε θα με απογοητεύσει, το περίμενα όλη τη βδομάδα πως και πως κι έτσι αγνοώ όσο μπορώ τον πόνο κι ετοιμάζομαι.

Έχουμε ραντεβού στις οχτώμιση. Από τις εφτάμιση προσπαθώ να βρω ταξί. Μετά από ατέλειωτη αναμονή και τρεις αρνητικές απαντήσεις από το τηλεφωνικό κέντρο, αποφασίζω να βγω στο δρόμο μπας και βρω κανέναν ελεύθερο. Βρίσκομαι λοιπόν στην Πατησίων κι είναι πια περασμένες οχτώ. Λεω δέκα πάτερ ημών, πέντε άβε Μαρία, καμιά εκατοστή ξόρκια κι ελπίζω να βρω γρήγορα ταξί.
Πάνω στην ώρα σταματά ένα.

-Που πάτε; με ρωτάει ο ταρίφας παρόλο που έχει σηκωμένη σημαία.
Αγνοώ την ερώτησή του, μπαίνω μέσα και θρονιάζομαι στο μπροστινό κάθισμα.
-Δε μου είπατε που πάτε, μου λεει ξανά.
α τώρα μπήκα, πότε να σας το πω; απαντάω εγώ δήθεν αθώα. Στρέφομαι προς το μέρος του, και βλέπω μια φάτσα σαν το Μιχάλη Μανιάτη ξενυχτισμένο. Παρεμπιπτόντως, ο Μανιάτης δε μ’ αρέσει μία, είτε ξενυχτισμένος είτε ξεκούραστος.
Μέχρι να πω ωχ, αρχίζει να παίζει από το σιντι πλέιερ ο Σταμάτης Γονίδης. Τώρα το ωχ μου ’ρχεται από μόνο του. Ωραία αρχή κάναμε, λεω από μέσα μου.
-Στο Αθηνών Αρένα, του απαντώ, Πειραιώς 166.
-Στο ποιο; με ρωτάει σα χάνος.
Επαναλαμβάνω.
Το σκέφτεται λίγο σα να του ζήτησα να αποδείξει το θεώρημα του Πυθαγόρα με τον διακοσιοστό εξηκοστό τέταρτο τρόπο.
-Τι είναι αυτό; μου κάνει.
Τι να του εξηγώ τώρα…

-Θέατρο, του λεω, ελπίζοντας να κόψει τη συζήτηση εκεί. Στην Πειραιώς στο νούμερο 166, επαναλαμβάνω, αργά και καθαρά αυτή τη φορά.
-Όπως πάμε στ’ αριστερά μας ε;
-Όχι, στην κάθοδο της Πειραιώς είναι, του εξηγώ.
-Α, καλά λεω… στ’ αριστερά μας δηλαδή…

Μα ρε πούστη μου, είναι δυνατό να έχουν κάτι τέτοιοι τύποι επαγγελματικό δίπλωμα οδήγησης; Έλεος…

-Όχι, τον κόβω. Στην κάθοδο λέμε της Πειραιώς, δηλαδή στη δεξιά πλευρά του δρόμου.
Κουνάει το κεφάλι του πάνω κάτω, για να μου δώσει να καταλάβω πως κατάλαβε.
Ένα λεπτό αργότερα ρωτάει ξανά:
-Και τι είπαμε πως είναι εκεί;
-Θέατρο, του επαναλαμβάνω μονολεκτικά.
-Δηλαδή εσύ τώρα πας θέατρο; με ρωτάει και με κοιτάει λοξά λες και φοβάται πως σε λίγο θα πεταχτεί το Άλιεν απ’ το στομάχι μου. Εδώ που τα λέμε, έτσι όπως πήγαινε ο πόνος στο διάφραγμα δεν ήταν κι απίθανη σκέψη.
-Ναι, παω στο θέατρο, του απαντώ και στρέφω το κεφάλι μου προς το παράθυρο κοιτώντας έξω. Τίποτα ο τύπος, εκεί, ακάθεκτος.
-Και τι πας να δεις;
-Ένα μιούζικαλ.
-Ένα τι;
-Μιούζικαλ. Μια μουσική παράσταση. Το Σικάγο, του εξηγώ ελπίζοντας να κόψει την παρλαρία γρήγορα, αλλά φευ, ο ταρίφας δεν είχε τέτοιο σκοπό.
-Α! μου πετάει λες και κατάλαβε. Και δε μου λες, μόνη σου πας;
Ώρες είναι τώρα να προσφερθεί να με συνοδέψει, συλλογίζομαι και μου σηκώνεται η πέτσα.
-Ναι, γιατί, το απαγορεύει κανένας νόμος και δεν το ήξερα;
Με κοιτάει ξανά σα χάνος.
-Όχι, αλλά να πηγαίνεις μόνη σου; Γιατί; Δεν έχεις καμιά φίλη σου να πάρεις μαζί;

Ώ, ρε πούστη μου, δε θα το γλιτώσει το καντήλι αυτός, σκέφτομαι αλλά δίνω τόπο στην οργή προς ώρας.
-Εγώ γουστάρω να βλέπω μιούζικαλ μόνη μου, υπάρχει πρόβλημα;
-Μα δεν είναι δυνατό να θέλεις να βλέπεις θέατρο μόνη σου. Που ακούστηκε αυτό; Θα είναι σκέτη πλήξη.
-Ναι σωστά… Σε μια παράσταση πηγαίνεις για να πιάσεις κουβενταρία με τους φίλους σου, λες κι έπινες καφέ, κι όχι για να δεις την ίδια την παράσταση, του πετάω, αλλά δεν ιδρώνει τ’ αυτί του.

-Δεν έχεις φίλο; με ρωτάει σε λιγάκι.
Αναρωτιέμαι αν ήρθε η ώρα να αρχίσω τα καντήλια και τα δώδεκα ευαγγέλια, είχα όμως τόσο καλή διάθεση, αν εξαιρέσει κανείς τον πόνο, που είπα να το δω χαλαρά το θέμα.
-Έχω, του λεω.
-Και γιατί δεν τον πήρες μαζί;
-Τι είναι να τον πάρω μαζί, βαλίτσα;

Εκεί ο εγκέφαλός του θα πρέπει να κόλλησε για λίγο στην απύθμενη βλακεία του, γιατί για κανά δυο λεπτά με άφησε ήσυχη.

-Μα έπρεπε να τον πάρεις μαζί, μου λεει στο τέλος.
-Δεν του αρέσουν τα μιούζικαλ, λεω ελπίζοντας μ’ αυτό να κόψω την κουβέντα.
-Και τι πειράζει; Ας τον έπαιρνες εσύ κι ας μην του άρεσε. Μια σταλιά κορίτσι να πηγαίνεις να δεις μόνη σου θέατρο είναι κρίμα.
-Λέτε να έχω πρόβλημα; Μετά τα 18, ξέρετε, δε χρειάζεσαι κηδεμόνα για να κυκλοφορήσεις.
-Μα πόσο είσαι δα; Δεν είσαι και τόσο μεγάλη!
Ω, τι ευγενική ψυχή… Δόξα το Θεό, δεν είμαι και σαν την Πελοπόννησο.
-Είμαι 36, του λεω ψέματα.
-Και δεν είσαι παντρεμένη ακόμα;
-Όχι, του πετάω ενώ έχω αρχίσει να φορτώνω.
-Και γιατί; Γιατί να μην παντρευτείς; Τι πρόβλημα έχεις;

Α, μα βέβαια, πως δε το σκέφτηκα… Έτσι κι ήμουν 36, ανύπαντρη και μάλιστα πήγαινα να δω μιούζικαλ ασυνόδευτη, τότε το μόνο σίγουρο ήταν πως είχα ψυχολογικά προβλήματα. Πως δε το χα δει νωρίτερα;

ε μου αρέσει η ιδέα του γάμου, του απαντάω φουρκισμένη.
-Μα γιατί; να επιμένει εκείνος. Τι θα πει δε σου αρέσει η ιδέα; Όλοι πρέπει να παντρεύονται κάποια στιγμή, συνέχισε με στόμφο. Δεν ήρθε ακόμα η ώρα σου, απεφάνθη, κουνώντας το κεφάλι του με ύφος αυθεντίας.
Ευτυχώς, γιατρέ μου, κι είχα μια αγωνία. Πάλι καλά, δεν ήρθε ακόμα η ώρα μου… προφανώς λοιπόν, θα ζήσω κι άλλο.
Αποφασίζω να δώσω και πάλι τόπο στην οργή και στρέφω όλη μου την προσοχή στο δρόμο γυρίζοντάς του σχεδόν την πλάτη.
Μετά από λίγο, κι ενώ το ρεπερτόριο είχε περάσει στον Τερλέγκα, κι ενώ εγώ προσευχόμουν να δω επιτέλους το νούμερο 166 της οδού Πειραιώς, μου πετάει ξανά το αστροπελέκι:
-Πάντως κοίτα να δεις, είναι κρίμα που βγαίνεις μόνη σου. Δεν έχει πλάκα να πηγαίνεις κάπου μόνη. Γιατί δεν τηλεφωνείς σε καμιά φίλη σου τώρα να έρθει κι αυτή; Θα είναι βαρετά αλλιώς.
-Ναι σωστά, του απαντώ. Θα είναι βαρετά να πας να δεις μουσικοχορευτική παράσταση μόνος σου. Δε θα χεις κανέναν δίπλα σου να σχολιάζετε τι φοράει η διπλανή, ποιος γκόμενος τη συνοδεύει και τα ρέστα. Αλλά κοίτα που εγώ, (εδώ έκοψα τον πληθυντικό), το χω βίτσιο να πηγαίνω μόνη μου στο θέατρο, μόνη στο σινεμά, μόνη για καφέ και μόνη για ποτό. Άμα έχω άνθρωπο κοντά μου σπάζομαι, γυαλίζει το μάτι μου, κάτι με πιάνει. Κοινώς, έτσι γουστάρω, έτσι τη βρίσκω, τι να κάνουμε, του λεω μονοκοπανιά.

Φαίνεται θα είχε γυαλίσει όντως το μάτι μου, διότι ο ταρίφαμαν με κοίταξε λοξά και τρομαγμένα, αποφάσισε να βγει από τη δεξιά λωρίδα όπου είχαμε κολλήσει πίσω από τον κώλο του τρόλεϊ, να επιταχύνει κι έτσι έφτασα επιτέλους στον προορισμό μου.
Βρήκα τη φίλη μου να με περιμένει από ώρα, είπα να μη γκρινιάξω για την ιστορία με τον ταξιτζή κι αρχίσαμε να λέμε τα δικά μας και να συζητάμε για την παράσταση.
Σε λιγάκι άνοιξαν οι πόρτες και μπήκαμε μέσα. Είχαμε άλλη μισή ώρα στη διάθεσή μας μέχρι ν’ αρχίσει, οπότε προλάβαμε να πούμε τα νέα μας και να κάνω εγώ (εκείνη δεν καπνίζει) κι ένα τσιγάρο.

Επιτέλους η παράσταση αρχίζει με όλους τους περφόρμερ επί σκηνής και την «Βέλμα» (που θύμιζε εκπληκτικά την Annie Lenox στα νιάτα της) να τραγουδάει με απίστευτη φωνή το All that jazz…
Για τις επόμενες δυόμισι ώρες, κόντεψε να μου εξαρθρωθεί ο ώμος από το χειροκρότημα, και το χαμόγελο είχε κολλήσει μόνιμα στη φάτσα μου, σαν τον Τζιμ Κάρεϊ στη Μάσκα.
Ο χώρος τεράστιος, η ακουστική του εκπληκτική, το σκηνικό λιτό με την εκπληκτική ορχήστρα εγκατεστημένη στη μέση και τους περφόρμερ να παίζουν, να τραγουδούν και να χορεύουν ένα επίπεδο μπροστά χρησιμοποιώντας παράλληλα την ορχήστρα σαν μέρος του σκηνικού, οι φωτισμοί υποβλητικοί, το θέαμα απίστευτα καλό, οι χορευτές υπέροχοι κι από φωνές… φωνάρες και κορμάρες μαζί.
Για δυόμισι ώρες ξέχασα στην κυριολεξία πως βρισκόμουν στην Ελλάδα, πως βρισκόμουν στην Αθήνα, και μάλιστα στο σωτήριο έτος 2005. Για δυόμισι ώρες νόμιζα πως ήμουν στο Μπρόντγουέι, με την υπέροχη τζαζ μουσική και τις εκπληκτικές φωνές να γεμίζουν το χώρο και να με στέλνουν στη δεκαετία του είκοσι.

Κάποια στιγμή η παράσταση τελείωσε και πήραμε το δρόμο της επιστροφής, εκστασιασμένες ακόμα απ’ το υπερθέαμα. Το μόνο που μας έκανε αρνητική εντύπωση ήταν πως το θέατρο ήταν σχεδόν άδειο, ενώ όπως είχαμε ακούσει να λένε οι ταξιθέτριες, υπήρξαν πολλές ακυρώσεις της τελευταίας στιγμής. Βέβαια δεν είχαμε και καημό, ίσα ίσα, που αυτό μας βοήθησε να μετακινηθούμε κάποια στιγμή σε καλύτερες θέσεις χωρίς να μας πει κανείς το παραμικρό.
Είπαμε λοιπόν να πάμε με τη φίλη μου προς το Μοναστηράκι ή στου Ψυρρή να πιούμε κανά ποτάκι. Καταλήξαμε στο Μοναστηράκι να τσιμπολογάμε μια ποικιλία μεζέδων συνοδεία κρασιού και να σχολιάζουμε τη βραδιά.

Ξαφνικά ακούστηκε οχλοβοή. Κοιταχτήκαμε ταραγμένες.
Τι γίνεται ρε; Πόλεμος; Πραξικόπημα; Πήρε φωτιά πουθενά; Σεισμός; Ήρθαν τα Άλιεν; Έφτασε ο Αρμαγεδδών; Κατέβηκε ο λαός σε επανάσταση, απηυδισμένος πια από τα νέα μέτρα της κυβερνητικής πολιτικής, μην αντέχοντας άλλο τις περικοπές, τις συντάξεις της πείνας, την ακρίβεια, τις αρχιδιές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το γαμημένο Ευρωσύνταγμα που μας περιμένει σε λίγο, τις επόμενες κωλοσφήνες που όπου να ναι φτάνουν; Τι στο διάολο είχε συμβεί;
Πληρώσαμε το λογαριασμό και βγήκαμε στο δρόμο.
Τι να δούμε…

Ουρές ατελείωτες αυτοκινήτων να έχουν πλημμυρίσει τους δρόμους κορνάροντας ασταμάτητα ενώ απ’ όλα τα γαμάτα ηχοσυστήματα και τα πειραγμένα σαμπγούφερ ακουγόταν το άσμα της γιουροβίζιον…
Κοιταχτήκαμε με τη φίλη μου αποσβολωμένες…
-Δε το πιστεύω ρε, πήραμε την πρώτη θέση στη μαλακία της γιουρό τέτοιας με την άλλη την Παπα πως τη λένε, μου λεει η φίλη μου.
Εγώ δεν είχα λόγια να σχολιάσω… Τι να έλεγα; Από το Μπρόντγουέι είχα βρεθεί ξαφνικά στην πρωτεύουσα της Μπανανίας.
Στο μυαλό μου έπαιζε στο μπακγκράουντ ο Χάρυ Κλυν, τραγουδώντας το :Ελλάδα η χώρα του πράσινου ήλιου… Άσχετο που δεν είναι ο πράσινος ήλιος στην κυβέρνηση. Μια απ’ τα ίδια παίζει ούτως ή άλλως.
-Να δεις που γι αυτό δεν είχε κόσμο στο Σικάγο και γι αυτό είχαν τόσες ακυρώσεις, συνεχίζει. Θα μείναν μέσα τα ζωντανά να δουν το θέαμα.
-Πάμε να δούμε αν θα βρούμε πουθενά ταξί τώρα, απάντησα στη φίλη μου, που είχε αρχίσει ήδη ν’ αγχώνεται μια και μένει στο Περιστέρι.

Ταξί; Τι είναι αυτό; Οι ταρίφες αντί να ψαρεύουν πελάτες παραληρούσαν και χόρευαν στους ρυθμούς του νάμπερ ουάν… Καλά κάναν οι ανθρώποι θα μου πεις, γίναμε που γίναμε νούμερο γενικώς, τουλάχιστον να μην πανηγυρίσουμε το ότι είμαστε νούμερο ένα;
Η ώρα ήταν μιάμιση. Κατά τις τρεις, αφού πια έχουμε ανέβει στο Σύνταγμα, βρίσκουμε ταξί και το παραχωρώ στη φίλη μου φυσικά μια που έμενε πιο μακριά από μένα. Γύρω στις τέσσερις παρά τέταρτο βρίσκω κι εγώ, επιτέλους, ένα άδειο ταξί και μπαίνω μέσα.
Με το που γύρισα να πω στον ταρίφα που πάμε, ξεκινάει να μου λεει για το θρίαμβο της γιουροβίζιον… Τον κοιτάω καλά-καλά. Θα ήταν κοντά στα σαράντα. Δεν είχα αντοχές να του πω λέξη, οπότε γυρνάω και σε άπταιστα αγγλικά του πετάω: Sorry, I don’t speak Greek. I want to go to this address… Please, hurry up, it’s an emergency!
Με κοιτάει κι έχει μείνει άφωνος.
-Ok, miss, ok! μου πετάει.

Σε λίγο χτυπάει το κινητό του, ενώ είμαστε πηγμένοι στην οδό Σόλωνος.
-Έλα ρε μαλάκα, που να είμαι… πέτυχα μια ταλαίπωρη στο δρόμο να περιμένει ταξί κι είπα να την πάρω, κι αυτή είναι ξένη τελικά, δεν καταλαβαίνει γρι ελληνικά, και χαμπάρι δεν έχει για γιουροβίζιον γαμώ την ατυχία μου… Ναι, ναι… τι να σου λεω… Θα την παω σφαίρα να γυρίσω να πάρω κανά χριστιανό Έλληνα, να φχαριστηθώ τη διαδρομή, να γουστάρουμε μωρέ… Ναι, έγινε φιλάρα, θα τα πούμε μετά… κι έκλεισε το τηλέφωνο.
Δόξα το Δία, είπα μέσα μου… Θα φτάσω νωρίς στο σπιτάκι μου να ξεραθώ… Είχαν πονέσει τα πόδια μου απ’ το περπάτημα ενώ τ’ αυτιά μου βούιζαν λες κι είχα βγει για κλάμπιγκ.
Είχα δίκιο.
Μ’ έφερε στο σπίτι σφαίρα. Ήταν περασμένες τέσσερις. Τα πόδια μου δε με κρατούσαν, τα μάτια μου έκλειναν… Όμως ήταν αδύνατο να πέσω να κοιμηθώ έτσι, με τέτοια ψυχολογία.

Έβγαλα από την τσάντα μου την ψηφιακή μου κάμερα και πέρασα στο πισί το βιντεάκι που είχα τραβήξει από την έναρξη του Σικάγο.
Το έβαλα να παίζει ξανά και ξανά. Όταν βεβαιώθηκα πως είχε σβήσει απ’ το μυαλό μου το ρεφρέν του νάμπερ ουάν, και μου χε εντυπωθεί για τα καλά το All that jazz, χαμογέλασα ευτυχισμένη κι έπεσα για ύπνο…
Καληνύχτα, Ελλάδα…

P.S. Δείτε εδώ το πολύ καλό ποστ του Πιτσιρίκου… εγώ δεν αντέχω να γράψω τόσα… Μπράβο, μικρέ.

Ετικέτες

» Σχoλιάστε