<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d12720662\x26blogName\x3d%CE%A4%CE%A5%CE%A0%CE%9F%CE%A3+%CE%9D%CE%A5%CE%A7%CE%A4%CE%95%CE%A1%CE%99%CE%9D%CE%9F%CE%A3\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLUE\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://typosnyxterinos.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://typosnyxterinos.blogspot.com/\x26vt\x3d7449070411351450586', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Νύχτες του Αυγούστου





Όταν ζούσα ακόμη στο πατρικό μου, στο Βόλο, στα χρόνια της εφηβείας μου, πολλές φορές τα καλοκαιρινά βράδυα, όταν η γειτονιά ησύχαζε από τις φωνές των παιδιών που έπαιζαν στο δρόμο, από τις κουβέντες, τα γέλια ή τους καβγάδες των μεγάλων και τα περισσότερα σπίτια έκλειναν τα φώτα τους και οι κάτοικοί τους παραδίνονταν στις αγκάλες του Μορφέα, εγώ έβγαινα νυχοπατώντας κι ανέβαινα στην ταράτσα.

Πατούσα προσεχτικά για να μην τρίξουν τα παλιά κεραμίδια και λαχταρήσω τους γονείς μου που κοιμόντουσαν από κάτω -όχι για φόβο κλεφτών και εισβολέων. Τότε δεν κλειδώναμε ούτε την εξώπορτα του σπιτιού. Κάμποσοι γείτονες έστηναν ράντζα και κοιμόντουσαν στις αυλές τους κάτω απ' τις κληματαριές το καλοκαίρι για να 'χουνε δροσιά.
Εγώ όμως, σαν τη γάτα, σκαρφάλωνα και καθόμουν στα κεραμίδια.
Η κάψα του ήλιου στη διάρκεια της μέρας τα πύρωνε κι ακόμα και μέσα στα μισά της νύχτας ανάδιδαν θέρμη, που την ένιωθα να διαπερνά το κορμί μου κάτω απ' τα ρούχα.

Καθόμουν λοιπόν εκεί, άλλοτε μόνη, κι άλλοτε συντροφιά με όποιο γατί είχαμε στο σπίτι εκείνο τον καιρό. Συχνότερα μόνη, αφού οι γάτες μας είχαν καλύτερα πράγματα στο νού τους απ' το να μου κρατούν συντροφιά στα κεραμίδια τις αυγουστιάτικες νύχτες.

Αφουγκραζόμουν μες την ησυχία τους θορύβους της νύχτας. Κάποιο σκυλί που γάβγιζε πού και πού, την εξάτμιση μιας μηχανής που ακουγόταν καθώς ξεμάκραινε, τα τζιτζίκια σκαρφαλωμένα στο δέντρο της αυλής μας. Κι ύστερα ξάπλωνα πάνω στα ζεστά κεραμίδια και χάζευα τ' αστέρια και το φεγγάρι. Και μύριζα τη θαλασσινή ευωδιά που κάποιες φορές έφερνε η νυχτερινή αύρα. Κι όταν ακόμα δεν συνέβαινε αυτό, εγώ τουλάχιστον φανταζόμουν πως τη μύριζα ούτως ή άλλως.

Ξαπλωμένη εκεί, μόνη μες τη νύχτα σε μια γειτονιά που κοιμόταν, ξεφόρτωνα από μέσα μου τα άγχη που μπορεί να κουβαλάει μια εφηβική ψυχή. Δεν φοβόμουν. Ποτέ δε φοβήθηκα. Ούτε και ποτέ επιθύμησα να είχα άλλη παρέα απ' το φεγγάρι και τη γάτα μου όταν μου έκανε την τιμή να μείνει για λίγο κοντά μου. Η μοναξιά εκείνη μ' ανακούφιζε βαθιά. Το πατρικό μου στη διάρκεια της μέρας ήταν μονίμως γεμάτο κόσμο, φωνές, κίνηση, ανθρώπους που μπαινόβγαιναν χωρίς να παίρνουν πρώτα τηλέφωνο, και φορές χωρίς καν να χτυπούν την πόρτα.
Την είχα ανάγκη εκείνη τη μοναξιά, τη σιγή και την ηρεμία.

Όσα μ' απασχολούσαν, όσα με πλήγωναν, όσα με φόβιζαν, γλυστρούσαν σιγά-σιγά από πάνω μου, κυλούσαν πάνω στα ζεστά κεραμίδια και διαλύονταν στο φεγγαρόφωτο. Παράπονα, δάκρυα, σκέψεις, μελαγχολίες, ερωτικά καυγαδάκια, τσακωμοί στο σπίτι, άγχη, μοναξιές.
Πού και πού αναρωτιόμουν αν εκείνη την ώρα υπήρχε σε κάποια άλλη ταράτσα, σε κάποια άλλα κεραμίδια, σκαρφαλωμένη κάποια άλλη κοπέλα ή κάποιο αγόρι, που κοιτούσε το ίδιο στερέωμα και το ίδιο φεγγάρι κι άφηνε τις σκέψεις του να κυλούν μες τη μαγεία της νύχτας. Αναρωτιόμουν τι να σκεφτόταν αυτό το άλλο άτομο, αν είχε τα ίδια -ανυπέρβλητα φυσικά- προβλήματα με τα δικά μου, τους ίδιους φόβους, τις ίδιες ελπίδες, αν έκανε παρόμοια όνειρα, και πώς ένιωθε.

Όταν ήμουν πολύ σκασμένη, σκεφτόμουν πως το φως του φεγγαριού διαπερνούσε τους πόρους του κορμιού μου και καθάριζε το μυαλό και την ψυχή μου. Όπως νιώθει κανείς όταν κάνει ηλιοθεραπεία και το ζεστό χάδι του ήλιου διαπερνά το κορμί του και φέρνει μια γλυκιά ανατριχίλια και σταδιακά τη χαλάρωση. Το ασημένιο φως του φεγγαριού ήταν ο δικός μου, βραδυνός ήλιος. Κι όλα σιγά-σιγά γαλήνευαν. Κι εγώ μαζί.

Καμιά φορά, ξυπνούσε η μητέρα μου κι όταν αντιλαμβανόταν ότι δεν ήμουν στο σπίτι, έβγαινε στην αυλή και φώναζε σιγανά το όνομά μου.
-Τι κάνεις παιδί μου πάνω στα κεραμίδια σαν τη γάτα νυχτιάτικα;
-Κάθομαι.
-Τι θα πει κάθεσαι παιδάκι μου; Μόνη σου μες τα σκοτάδια; Κατέβα να κοιμηθείς.
-Άσε με ρε μάνα, δε νυστάζω. Θα κατέβω σε λίγο.

Κουνούσε το κεφάλι της κι έμπαινε πάλι μέσα. Ακόμα και αν επέμενε, δε θα μπορούσα να της εξηγήσω τι έκανα σκαρφαλωμένη στα κεραμίδια.

Τις προάλλες, μιλούσα μ' έναν παλιό μου φίλο στο τηλέφωνο και με ρώτησε τι μου λείπει περισσότερο στην Αθήνα. Η θάλασσα ίσως; υπέθεσε ξέροντας πόσο στ' αλήθεια πολύ μου λείπει.

Όχι, του απάντησα. Αυτό που μου λείπει περισσότερο στην Αθήνα, είναι τα κεραμίδια. Κι όπως τη μάνα μου, χρόνια πριν, έτσι κι εκείνον τον άφησα ν' αναρωτιέται.
 


8:55 μ.μ.
Blogger Hfaistiwnas είπε ...

Ο ουρανός μπορεί να ακούσει κάθε μας έγνοια.. :)    



11:51 μ.μ.
Blogger agrampelli είπε ...

Θαυμάσιο...το βρίσκω θαυμάσιο!    



2:00 μ.μ.
Blogger travellerlina είπε ...

σ' αγαπω    



» Σχoλιάστε