<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d12720662\x26blogName\x3d%CE%A4%CE%A5%CE%A0%CE%9F%CE%A3+%CE%9D%CE%A5%CE%A7%CE%A4%CE%95%CE%A1%CE%99%CE%9D%CE%9F%CE%A3\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLUE\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://typosnyxterinos.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://typosnyxterinos.blogspot.com/\x26vt\x3d7449070411351450586', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Για όλα φταίει...

...αυτός που έτρωγε πολλά.

Tο τι μπορεί κανείς να δει στον ύπνο του (και στον ξύπνιο του, δε λέω, αλλά εν προκειμένω δεν είναι το θέμα μας), είναι ταυτόσημο του περί ορέξεως κολοκυθόπιτα.
Μπορεί ο άλλος βρε παιδί μου, να είναι νηστικός και να ονειρεύεται καρβέλια κατά την προσφιλή του λαού έκφραση, μπορεί να είναι μισοκακόμοιρος μαλακοπίτουρας που η στενότερή του σχέση είναι εδώ και χρόνια με την παλάμη του, αλλά να βλέπει ότι πέφτει στον έρωτά του δίμετρη μοντέλα, ξανθότερη του σκανδιναβικού ξανθού, με μάτι γαλανό σαν τον ανέφελο ουρανό και σούρνεται στα πατώματα και τον παρακαλά κι εκείνος δεν της κάθεται, για να μην πιάσω τις περιπτώσεις θηλυκών που το τρυφερό έτερο ήμισύ τους να φέρνει περισσότερο στον Μπάμπη τον υδραυλικό
της γειτονιάς κι αυτές να ονειρεύονται τριολέ με τον Jason Momoa και τον Lenny Kravitz.

Κι ύστερα υπάρχουν και κάτι άλλα κουλά, που ονειρεύεσαι ας πούμε ότι βρίσκεσαι σε μια πόλη βγαλμένη από μυθιστόρημα του Λαβκραφτ και σε κυνηγάει το αόρατο τέρας με τα δεκαπέντε τρομερά πλοκάμια, και εσύ τρέχεις και μετά έρχεται ο Σούπερμαν, ή όταν βλέπεις ότι πετάς και όλα
ωραία και καλά αλλά τελικά πέφτεις απλώς απ' το κρεβάτι, και τα συναφή.

Άμα όμως είσαι περιπτωσάρα σαν και του λόγου μου, αντί να ονειρεύομαι (και να χαίρομαι η πτωχή  κόρη) το ως άνω αναφερθέν τριολέ, κάθομαι και βλέπω στον ύπνο μου ολόκληρο σήριαλ με τον Αύγουστο Κορτώ.

Τον οποίο Κορτώ δεν τον γνωρίζω διά ζώσης, αλλά από 'δω και πέρα θα τον προσφωνώ με το μικρό του όνομα, διότι με τέτοιο όνειρο μια άλφα οικειότητα την έχουμε αναπτύξει. Από τη δική μου πλευρά φυσικά, αλλά επειδή είμαι πληθωρικός άνθρωπος η δική μου πλευρά φτάνει και περισσεύει.
Τώρα που το σκέφτομαι βέβαια, μπορώ να τον προσφωνώ με το επίθετό του. Κάνει κι αυτό σε προχώ οικειότητα άμα το καλοσκεφτείς.
Πάρε για παράδειγμα τον House. Δεν έχεις προσέξει ρε καμάρι, ότι κανένας δεν τον λέει Gregory, ούτε ο κολλητός του ο Wilson, ούτε καν η κρυόκωλη Cuddy κι ας έχουν βγάλει τα μάτια τους ούκ ολίγες φορές; Με την ευκαιρία, σας είπα ότι λατρεύω τέρμα House για όλους τους λόγους που οι σόσιαλι κορέκτ γνωστοί μου τον θεωρούν μαύρο πρόβατο; Αλλά για τον Κορτώ λέγαμε.

Που λέτε, θα σας διηγηθώ το όνειρο οσονούπω και είμαι σίγουρη ότι θα καταλήξετε στο ίδιο συμπέρασμα με μένα, αφού εξ' αρχής δεχτούμε αξιωματικά ότι για τα τεκταινόμενα του ονείρου δεν έφταιγαν οι ακόλουθοι παράγοντες:

-δεν έφταιγε η αφραγκία που έχει κατοικοεδρεύσει σαν τρίτος συγκάτοικος στο σπίτι εδώ και καιρό
-δεν έφταιγε ότι το σπίτι το έχουμε βαρεθεί περισσότερο κι από κάτι παλιές μας τρύπιες κάλτσες που όλο λέμε ή να τις πετάξουμε ή να τις μαντάρουμε και ποτέ δεν κάνουμε ούτε το ένα ούτε το άλλο
-δεν έφταιγε που όπου σταθώ κι όπου βρεθώ τελευταία, χαζεύω τοιχοκολλημένα ενοικιαστήρια καθώς και τις φωτογραφίες διαμερισμάτων στη χρυσή ευκαιρία και λόγω του τρίτου συγκατοίκου που λέγαμε, μένω μονίμως στο χάζεμα
-δεν έφταιγε επίσης καθόλου το ότι βρήκα ένα σπίτι πολύ κοντά στο ιδανικό μου, στο Πεδίον του Άρεως, με τιμή ως αναμενόμενο απαγορευτική για τα ισχνά βαλάντιά μας
-δεν έφταιγε που στριφογυρνούσα στο κρεβάτι σαν τη σβούρα και δεν μπορούσα να κλείσω μάτι με αποτέλεσμα να νομίζω ότι πεινάω και να σηκώνομαι κάθε τρεις και λίγο να τσιμπολογάω
-σε συνέχεια του προηγούμενου, δεν έφταιγαν ούτε: η μια χούφτα αλμυρές ελιές (βαριόμουν να τις ξεπλύνω), το ένα ροδάκινο (είμεθα υγιεινιστές γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε), οι δύο φέτες τοστ με βούτυρο και μέλι θυμαρίσιο από το Πήλιο (δε φταίω εγώ, η μανούλα με εφοδίασε), το κρουασάν σοκολάτα (η σοκολάτα ήταν σκέτο δείγμα τελικά, μας κλέβουν!), οι δυο φρυγανιές με μελιτζανοσαλάτα καπνιστή (αηδία ήταν η μελιτζανοσαλάτα γιατί πήρα μια φτηνιάρα με ενάμισι ευρώ τα τετρακόσια γραμμάρια κι ως γνωστόν το φτηνό το κρέας δεν το τρώνε ούτε οι σκύλοι), ούτε οι άλλες τρεις φρυγανιές με μαγιονέζα και μουστάρδα ντιζόν (ήταν για να ξεπλύνω λίγο την αηδιαστική γεύση της μελιτζανοσαλάτας), ούτε τέλος το τοστάκι με το σαλάμι αέρος Θάσου (να μην έχουμε κι ένα δήθεν ντελικατέσεν ρε παιδί μου;)
-δεν έφταιγε ούτε το έτερον ήμισυ που μου ανακοίνωσε με αγγελικό ύφος σε μια από τις διαδρομές μου ως το ψυγείο, ότι ο Νέλλος ο Κανέλλος είχε ρίξει και φυσικά σπάσει το δεύτερο
βάζο με το μέλι που φύλαγα για να φτιάξω υγιεινά και διαιτητικά oatmeal cookies για να 'χουμε σε μια στιγμή λιγούρας βρε αδερφέ!
-φυσικά και δεν έφταιγε ο Τσίκος Πιτσίκος, ο οποίος τη μία και μοναδική στιγμή που πήγε να με λυπηθεί ο Μορφέας κι είπε να με πάρει και να με σηκώσει, ήρθε ως το κρεβάτι και προσγειώθηκε μ'έναν πήδο πάνω στο στομάχι μου για ν' αρχίσει αμέσως μετά να μου ρίχνει αγαπησιάρικες κουτουλιές στη μούρη και δαγκώματα στη μύτη πριν χώσει το μουσούδι του κάτω απ' τον αγκώνα μου και λαγοκοιμηθεί σαν την αθώα περιστερά

Τίποτε από τα παραπάνω δεν έφταιγε.
Για όλα έφταιγε το τελευταίο βιβλίο του Κορτώ, σας το ορκίζομαι μα την Παναγία.

Γιατί βλέπεις δε μου 'φτανε που το διάβασα πριν λίγο καιρό και έφτιαξα καινούριο συκώτι απ' το γέλιο, ήθελα να το διαβάσω άλλη μία, διότι μία ίσον καμία και με τον Άνθρωπο που έτρωγε πολλά μία ανάγνωση δεν είναι ποτέ αρκετή, κι έτσι το χτεσινό βράδυ με βρήκε ξανά μανά με το βιβλίο στο χέρι, να γελάω ξανά, και να μελαγχολώ επίσης, γιατί ο Κορτώ είναι υπουλότερος του Κοέλιο (εκείνος ο πούστης ο Κοέλιο ρε παιδί μου σου λέει εκεί την πίπα του με το σύμπαν, εσύ σαν μαλάκας την πιστεύεις κι ύστερα φασκελώνεις σαν αυτιστικό προς άπασα συμπαντική κατεύθυνση, αλλά ο Κορτώ κάνει άλλη παγαποντιά: στην αρχή ξεσκίζεσαι στα γέλια, μετά αρχίζει και υποβόσκει μια υφέρπουσα θλίψη η οποία δεν αφήνεται ακριβώς να γίνει ποτέ καθαρή λύπη, αλλά είναι εκεί η ρημάδα ανάμεσα στις γραμμές, κι όχι ότι δεν μας αρέσει αυτό, αλλά έτσι να 'χουμε να λέμε).

Όπως και να 'χει, ο Μορφέας ευαρεστήθηκε να περάσει το κατώφλι κάποια στιγμή και με βρήκε με το βιβλίο στο ένα χέρι. Το άλλο είχε κουλαθεί γιατί πάνω του κοιμόταν ο Τσίκος κι αναγκαζόμουν
να κάνω ολόκληρες μανούβρες για να γυρίσω σελίδα.

Και, τι λέγαμε..; Α, ναι, το όνειρο.

Βλέπω λοιπόν ότι ανακαλύπτω το σπίτι των ονείρων μου, το οποίο βρισκόταν κοντά στο Πεδίον του Άρεως (ναι ξανά, τι ζόρι τραβάτε μανδάμ; υποσυνείδητο είναι αυτό, κάνει τα δικά του).
Κι έχω πάρει τηλέφωνο κι όλα ωραία και καλά, και ο κύριος που το έχει δεν είναι άλλος από τον Αύγουστο Κορτώ.
Και σκέφτομαι μέσα μου "Αμάν, αυτός είναι διασημότις, θα ζητήσει τα μαλλιοκέφαλά μας σε νοίκι" και στο καπάκι λέω "βρε δε γαμιέται, δείχνει και καλός άνθρωπος, μπορεί και να τα βρούμε",
και κλείνουμε ραντεβού να πάω να το δώ.
Και σηκώνομαι και πάω, και το σπίτι είναι ουάου, και το έξω δεν είναι το γνωστό Πεδίον του Άρεως αλλά κάτι ανώτερο κι από γραφική γειτονιά του Παρισιού (μη με ρωτάτε πώς μεταμορφώθηκε η γειτονιά, είναι να υπάρχει καλή θέληση), και δως του ξύλινα πατώματα δρύινα σε σκούρο χρώμα με κόκκινη ανταύγεια, και καναπέδες με ριχτάρια, απ' αυτούς που σε φωνάζουν και σου λένε έλα καμάρι μου κι απλώσου πάνω μου, (ναι είχε και έπιπλα και φουλ κομφόρ), και κουζίνα ονειρεμένη με φως άπλετο, και τεράστια παράθυρα κι ένα υπέροχο μπαλκόνι λέει, γεμάτο φυτά και πολυθρόνες ρατάν, όπου ο Κορτώ ως φιλόξενος οικοδεσπότης με κάλεσε να πιούμε καφέ και να κουβεντιάσουμε τα περί ενοικίασης.
Στο μπαλκόνι βρισκόταν και μια φίλη του, μακρυμάλλα και μαυρομαλλούσα, η οποία με σέρβιρε ευγενικά και παρατήρησε ότι φαινόμουν κουρασμένη. Τι ήταν να το πει, δεν πρόλαβα να πιω μια γουλιά καφέ και ξεράθηκα εκεί που καθόμουν, στην τεράστια, αναπαυτική ρατάν πολυθρόνα.
Όταν κάποια στιγμή ξύπνησα, καταντροπιασμένη που με είχε πάρει ο ύπνος, τους είδα και τους δυο να μου χαμογελούν και ο Κορτώ μου λέει: Α, δεν τρέχει και τίποτα δα. Αν νιώθεις τόσο άνετα στο σπίτι ώστε να σε πάρει ο ύπνος, τότε θα το αγαπήσεις και μ' αρέσει η ιδέα να το έχει κάποιος που θα το αγαπά σαν να ήταν δικό του.
Πήρα τα πάνω μου κι εγώ, και ρωτάω την τιμή. Δεν θυμάμαι πόσα ζήτησε (σιγά μη θυμόμουν, να μου χαλάσει η ωραία μαγιονέζα), αλλά θυμάμαι ότι είπα με το νου μου "πολλά ξε-πολλά, το καλό πράγμα κοστίζει και χαλάλι του", κι ετοιμάστηκα να πω το ναι.
Τότε με κόβει ο Κορτώ ξανά και λέει: Ποιοι άλλοι θα μένουν εκτός από σένα; Ο Δ. το έτερον ήμισυ και ο Τσίκος του απαντώ. Προφανώς στο νου μου, ο Νέλλος και η Λούνα είχαν πάει διακοπές στα θερινά ανάκτορα.
Α, απαντά ο Κορτώ, πρέπει να έρθουν κι αυτοί να το δουν. Μάλιστα προτείνω να δούμε αν θα νιώσουν τόσο άνετα ώστε να ρίξουν κι εκείνοι έναν υπνάκο καλή ώρα όπως εσύ, γιατί αλλιώς τι νόημα έχει να κλείσετε το σπίτι;
Ακράδαντο επιχείρημα, μη μου πείτε! Και απολύτως λογικό στη συλλογιστική του ονείρου.
Οπότε ορίζουμε δεύτερο ραντεβού για να κουβαληθούν κι οι υπόλοιποι.
Τη συμφωνημένη μέρα και ώρα, ο Κορτώ μ' ενημερώνει πως του έτυχε μια δουλειά και άφησε το κλειδί σε κάποιον να μας το δώσει και θα ερχόταν κι εκείνος λίγο μετά.
Πάμε λοιπόν η αγία τριάς, και ο Δ. με τον Τσίκο αγκαλιά ενθουσιάζονται αμφότεροι, ο Δ. ονειρεύεται πού θα στήσει το σούπερ ντούπερ γραφείο του και πιο παράθυρο του δίνει το καλύτερο φως για να φτιάχνει γραφιστικά αριστουργήματα διότι τι σκατά Αρτ Νταϊρέκτορ είναι, ο Τσίκος τρεχοβολάει χωρίς να φοβάται ΚΑΙ τη σκιά του, κι εγώ με το χαμόγελο μακαριότητας στα χείλη απολαμβάνω τη στιγμή.
Λίγο μετά, ανακαλύπτει ο Δ. ένα υπέροχο κρεβάτι, στρωμένο με λινά σεντόνια και γεμάτο αφράτες μαξιλάρες και απλώνεται φαρδύς πλατύς να το δοκιμάσει.
Πάω κι εγώ και γέρνω πλάι του, ενώ ο Τσίκος χωρίς να χάσει ευκαιρία, χώθηκε ανάμεσά μας, και ναι, το μαντέψατε, ρίξαμε κι οι τρεις τον ύπνο του δικαίου.
Όταν μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, ακούω μια πόρτα ν' ανοίγει και τον Κορτώ να λέει: Μα τι ωραία εικόνα.. Τύφλα να 'χουν οι Τσαρουχικοί άγγελοι.

Συλλογίζομαι λίγο πριν ξυπνήσω, ότι προφανώς δεν εννοεί εμένα γιατί περισσότερο αγγελούδι του Tiziano θα με έλεγες, και ο Δ. όση γοητεία κι αν διαθέτει, Τσαρουχικό άγγελο δεν τον κάνεις με τίποτα.
Άρα για τον Τσίκο μιλάει ο Κορτώ. Ε, λογικό, τέτοιες ματάρες τεράστιες κι ελαφρώς θλιμμένες και τέτοια λυγερή κορμοστασιά μόνο ο Τσίκος μας διαθέτει.

Ανοίγω το δεξί μάτι, χαιρετώ τον Κορτώ, σκουντάω με τρόπο τον Δ. και σπρώχνω τον Τσίκο ο οποίος τεντώνεται μακαρίως, και ο Κορτώ ξεστομίζει τη μαγική ατάκα:
Λοιπόν παιδιά, το σπίτι σας το αφήνω δωρεάν.

Και φυσικά εκεί πάνω ξύπνησα, γιατί ο Τσίκος θεώρησε καλό να ξαναπηδήξει πάνω στο στομάχι μου για να επιστρέψει στο σαλόνι, κι εγώ βρέθηκα αλαφιασμένη με το βιβλίο του Κορτώ να μου φεύγει απ' το χέρι και να προσγειώνεται στο κεφάλι μου.
Ήταν δε τέτοια η σύγχισή μου που χάσαμε το ωραίο, καινούριο, τζάμπα σπίτι, που σηκώθηκα και τσάκισα κάτι ψόφια ποπ κορν με γεύση μπάρμπεκιου. Μεγάλη αηδία, μην τα πάρετε θα κλαίτε τα λεφτά σας.
Αντί αυτού, πάτε να πάρετε οπωσδήποτε τον Άνθρωπο που έτρωγε πολλά, και για ό,τι κουλό δείτε επίσης στον ύπνο σας μετά, μπορείτε να αναφωνήσετε μετ' εμού:

Κορτώ, φίλτατε, εσύ φταις για όλα!

11:44 μ.μ.
Blogger Περαστικός είπε ...

Με έπεισες!    



7:49 μ.μ.
Blogger travellerlina είπε ...

αυτό καλή μου είναι σημάδι ότι σύντομα θα βρεις τζαμπα σπίτι. Με την εγγύηση του Κοέλιο χαχαχαχα    



» Σχoλιάστε