<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d12720662\x26blogName\x3d%CE%A4%CE%A5%CE%A0%CE%9F%CE%A3+%CE%9D%CE%A5%CE%A7%CE%A4%CE%95%CE%A1%CE%99%CE%9D%CE%9F%CE%A3\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLUE\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://typosnyxterinos.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://typosnyxterinos.blogspot.com/\x26vt\x3d7449070411351450586', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Να σου πω λίγα ψέματα ακόμη;

Λίγο καιρό πριν, ένα πρωινό, μπήκα στο γραφείο και σε βρήκα εκεί να με περιμένεις. Η καρδιά μου έκανε ένα κρακ. Έχασε ένα χτύπο. Την άκουσα μετά να χτυπά ξανά, δυνατά, και να συνεχίζει το ρυθμό της.
Σε χαιρέτησα. Σου άπλωσα το χέρι.
Μ’ αγκάλιασες κι έσκυψες να με φιλήσεις. Δεν πρόλαβα να σκεφτώ αν έπρεπε να στρέψω το μάγουλο, κι έτσι σου έδωσα τα χείλη μου μουδιασμένη.

Κάθισα απέναντί σου, οχυρωμένη πίσω απ’ το γραφείο μου και σε ρώτησα αν θες καφέ.
-Όχι, μου απάντησες, πέρασα μονάχα να σε δω.
-Εγώ πάντως θέλω. Με συγχωρείς δυο λεπτάκια ε; σου είπα κι έτρεξα να φτιάξω καφέ, προσπαθώντας να χωνέψω το ξαφνικό της κατάστασης, να επιβληθώ στον εαυτό μου και τις σκέψεις μου και να γυρίσω πίσω ψύχραιμη.
Το κατάφερα.

Έμεινες περίπου μια ώρα.
Όταν έκανες να φύγεις κι ενώ σου έδινα το χέρι –οχυρωμένη ακόμα πίσω από τη νοερή ασφάλεια του γραφείου– άκουσα τον εαυτό μου να ξεστομίζει:
-Θα τα πούμε αργότερα;
Δαγκώθηκα. Όμως πια το είχα πει.
-Θα σου τηλεφωνήσω, μου είπες και μου γέλασες πριν φύγεις.
Το απόγευμα μου τηλεφώνησες.
-Θες να πάμε για κανένα ποτό;
-Δεν έχω κέφι. Θα προτιμούσα να κάτσουμε λίγο σπίτι σου, να τα πούμε, αν θες κι εσύ.
Ήθελα;
Ήθελα.

Μέχρι τις δέκα που χτύπησες το κουδούνι μου, εγώ παρακολουθούσα τις σκηνές μιας ταινίας. Στο μυαλό μου. Τις σκηνές μιας ζωής. Της δικής μας, της κοινής μας ζωής πριν χωρίσουν οι δρόμοι μας. Έτσι ακριβώς ξεδιπλώνονταν οι εικόνες στην οθόνη του μυαλού μου. Σα σκηνές ταινίας.

Και μας είδα ξανά. Μας είδα τη βραδιά που γνωριστήκαμε. Παρασκευή ήταν, Παρασκευή βραδάκι. Απρίλης, αρχές.
-Εγώ για ένα Σαββατοκύριακο ήρθα στην Αθήνα. Βόλτα. Να δω παλιούς φίλους και γνωστούς, σου είχα πει.
Κι έμεινα. Οχτώ χρόνια.
Οχτώ χρόνια μετά είμαι σ’ ένα σπίτι καινούριο, χωρίς εσένα και σε περιμένω να μου χτυπήσεις το κουδούνι.
Οχτώ χρόνια μετά είναι σα να έχουν μεσολαβήσει οχτώ ζωές.

Σ’ αυτά τα οχτώ χρόνια σ’ ερωτεύτηκα, κι ας μην το περίμενα, κι ας μην ήθελα καινούριους έρωτες τότε στη ζωή μου.
Κι όμως, μπήκα συνειδητά σε μια σχέση εξ’ αποστάσεως, ξέροντας εκ των προτέρων τα προβλήματα που θα έβγαζε. Το είχα ξαναζήσει, βλέπεις.
Το ίδιο συνειδητά, λίγους μήνες αργότερα, κατάλαβα δυο πράγματα.
Το ένα ήταν πως σ’ αγαπούσα. Το άλλο ήταν πως δεν υπήρχε κανένας λόγος αρκετά σοβαρός σ’ αυτή τη Γη, για να με αποτρέψει από το να έρθω να μοιραστώ τη ζωή μου μαζί σου.

Συνειδητά, μάζεψα τις βαλίτσες μου για άλλη μια φορά, κι ανακοίνωσα στους δικούς μου πως θα πήγαινα να δοκιμάσω την τύχη μου στην Αθήνα. Είχα πια τελειώσει τις σπουδές μου, έψαχνα για κάμποσο καιρό δουλειά και δεν είχα βρει κάτι αξιόλογο. Είχα επίσης πρόσφατα χωρίσει από μια σχέση δύσκολη και δεν υπήρχε τίποτα να με κρατάει πίσω.
Ήθελα ν’ αφεθώ, να ξεκινήσω έναν καινούριο δρόμο…
Έβλεπα το μέλλον ν’ απλώνεται μπροστά μου, φωτεινό μετά από αρκετά χρόνια. Κι ήθελα να βουτήξω ολόκληρη σ’ αυτό το φωτεινό μονοπάτι.

Κι ήρθα. Συνειδητά.
Στο τίποτα και στο πουθενά. Χωρίς δουλειά, χωρίς σπίτι, χωρίς φίλους, σε μια πόλη που ως τότε ήξερα μόνο σαν τουρίστας.
Φιλοξενούμενη σε ξένο σπίτι, έψαχνα έξι μήνες μέχρι να βρω δουλειά.
Τότε άρχισαν να γκρεμίζονται και τα πρώτα στεγανά μου, άρχισα να βλέπω, είτε μου άρεσε, είτε όχι, πως δε θα ήταν όλα τόσο εύκολα όσο τα είχα στο μυαλό μου, πως δεν έφτανε να θέλεις κάτι μ’ όλη σου την καρδιά για να γίνει.
Όμως δεν κλονίστηκα τότε. Ήμουν μονάχα εικοσιτεσσάρων.
Είχα ακόμα καβάτζες αρκετές.

Κι είχε πια κυλήσει ένας χρόνος που ήμουν στην Αθήνα, όταν κάποια στιγμή επιτέλους, βρεθήκαμε σ’ ένα σπίτι δικό μας. Δε νομίζω πως θα ξεχάσω ποτέ τη μέρα που με πήγες να το δω κι είπα: Εντάξει, θα το νοικιάσουμε.
Ούτε το πρώτο βράδυ που κλείσαμε πίσω μας την πόρτα κι είπαμε πως πια επιτέλους, ήμασταν μαζί. Στ’ αλήθεια μαζί.

Κι ο καιρός περνούσε. Και τα προβλήματα έφταναν. Το ένα πίσω από το άλλο, με μαθηματική ακρίβεια.
Εσύ άρχισες να κουράζεσαι. Άρχισες να βαριέσαι. Άρχισες ν’ ασφυκτιάς και να θες να γυρίσεις στον παλιό τρόπο ζωής σου, στην άνεσή σου και την καλοπέρασή σου.
Εγώ από την άλλη, πάλευα να βρω ισορροπίες, πάλευα να βρω άμυνες και τρόπους να σώσω αυτό που είχαμε, να σώσω εμάς, να σώσω εμένα.
Για πολύ καιρό πίστευα –κι όχι έλπιζα–, πίστευα πως όλα θα πήγαιναν καλά. Δεν είχα τσακίσει ακόμα.
Είχα κουράγια αρκετά. Τίποτα δεν έμοιαζε ακατόρθωτο. Σίγουρα ο χρόνος, η οργάνωση, η προσπάθεια, η αγάπη θα μας κράταγαν μαζί και δυνατούς.

Ναι, σίγουρα! Dream on…

Σιγά–σιγά έφτασαν να γίνονται σπάνιες οι καλές μας στιγμές και σύνηθες φαινόμενο οι τσακωμοί και οι καυγάδες.
Θυμάμαι κάποιες νύχτες, κοιμόσουν πλάι μου κι εγώ σε κοίταζα και ήθελα να σε ξυπνήσω, να σε ρωτήσω ποιος είσαι και πού πήγε ο άντρας που αγάπησα. Να σου πω πως τον θέλω πίσω, γιατί τον αγαπάω ακόμα.
Δεν το έκανα.
Γιατί ακόμα κι εγώ πια καταλάβαινα πως τα πράγματα όδευαν προς το τέλος. Εσύ ήσουν δυστυχισμένος, εγώ ήμουν απελπισμένη και χαμένη.

Έφυγες ένα Σάββατο πρωί. Λίγους μήνες πριν το γάμο.
Τρεις μέρες αργότερα γύρισες πίσω.
Κι από τότε άρχισε το γαϊτανάκι της παράνοιας.
Να έρχεσαι. Να μένεις. Να κάνουμε έρωτα. Να κλαις στην αγκαλιά μου και να μου λες πως είμαι η γυναίκα της ζωής σου και πως χωρίς εμένα δε μπορείς να ζήσεις, αλλά πως είσαι πολύ λίγος για μένα και πως δεν έχεις το κουράγιο να γυρίσεις και να παλέψεις για μας.

Τι βολικό!

Ο επόμενος άντρας που θα βρεθεί να ξεστομίσει τα είσαι η γυναίκα της ζωής μου, δε μπορώ χώρια σου, αλλά είμαι λίγος για σένα, θα βρεθεί με μια μπουνιά στη μύτη.

Εγώ όμως τότε ήμουν ακόμα αρκετά ερωτευμένη ώστε να μπω σ’ αυτή την παράνοια.
Κι άρχισαν τα χιλιόμετρα. Ναύπακτος–Αθήνα, Παγκράτι–Κολιάτσου ένα πράγμα.
Κι άρχισαν οι λογαριασμοί του ΟΤΕ να έρχονται στα ύψη.
Και τα μεταμεσονύκτια τηλεφωνήματα. Το κλάμα στο ακουστικό του τηλεφώνου. Τα ναι, τα όχι, τα θέλω, τα δεν μπορώ, τα φοβάμαι, τα τελειώσαμε οριστικά, τα δεν το αντέχω σε θέλω ξανά…
Κι οι προσπάθειες επανασύνδεσης. Και μαζί οι αποτυχίες κάθε φορά.
Κάθε φορά έφευγα ακόμα πιο τσακισμένη από πριν και κάθε φορά ορκιζόμουν πως δε θα γύρναγα ξανά. Και κάθε φορά γυρνούσα.
Κι εσύ το ίδιο.

Έπειτα ήρθαν τα πραγματικά άσχημα.
Όταν πια εγώ είπα τέρμα, δεν πάει άλλο, τέλος ως εδώ. Ξεκίνησαν τα ακατάπαυστα τηλεφωνήματα, οι καυγάδες, οι βρισιές, οι απειλές. Όσα πικρά λόγια δεν είχαμε ξεστομίσει ο ένας στον άλλο τόσα χρόνια, τα ανταλλάξαμε όλα τότε. Κι ύστερα ο πάγος. Η απομάκρυνση. Η ανακωχή.
Και νέες ρότες στη ζωή του καθενός. Νέες αγάπες, νέα όνειρα, νέες ζωές.

Μέχρι που κάποια στιγμή, χωρίς λογική αιτία καμιά, βρεθήκαμε ξανά. Φαίνεται δεν είχαν τακτοποιηθεί ακόμα όλοι οι λογαριασμοί μεταξύ μας.
Και γι άλλη μια φορά δε μας βγήκε. Είχαν πια σπάσει πολλά πράγματα. Είχαν τελειώσει άλλα τόσα.
Εσύ το κατάλαβες πιο γρήγορα από μένα.
Εγώ δυσκολεύτηκα. Σου είχα βλέπεις αδυναμία.
Ευτυχώς όμως το βλέπω πια και εγώ. Εδώ και καιρό. Πολύ καιρό. Οι διεργασίες, οι αλλαγές είχαν γίνει μέσα μου χωρίς να τις έχω συνειδητοποιήσει.
Κατάλαβα κάποια στιγμή πως είχαν όλα πια τελειώσει. Πως η μαγεία σου είχε σπάσει. Πέρα από το αρχικό σοκ που σε είδα μπροστά μου, δεν ένιωθα τίποτα άλλο.

Όχι πως δε σ’ αγαπώ ακόμα.
Σ’ αγαπώ. Για πράγματα που εσύ ίσως ποτέ δε φαντάστηκες.

Σ’ αγαπώ για το πρώτο μας φιλί. Για την πρώτη μας νύχτα μαζί. Για την κάθε μας νύχτα μαζί. Για τη φορά που ήρθες κάτω από το σπίτι του Σπύρου και μου έκανες καντάδα το Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία. Για τις δυόμισι ώρες Αθήνα–Βόλο. Για τη νύχτα που κατέβαινες ένα σκοτεινό μονοπάτι για να έρθεις να με βρεις στο νησί. Σ’ αγαπώ επειδή κάθε πρωί που σηκωνόσουν πριν από μένα, τραβούσες το σεντόνι και με σκέπαζες. Σ' αγαπώ για όλες τις φορές που ήμασταν στο αυτοκίνητο, εσύ οδηγούσες, τα χιλιόμετρα ξεδιπλώνονταν μπροστά μας, και δε μιλούσαμε. Άπλωνα μόνο το χέρι μου κι άγγιζα το δικό σου πάνω στο λεβιέ των ταχυτήτων κι εσύ, πάντα, στρεφόσουν προς το μέρος μου και μου γελούσες. Σ’ αγαπώ για όλα τα όμορφα ψέματα που μου χάρισες.
Αγαπώ αυτό που ζήσαμε μαζί. Σ’ αγαπάω και σένα, περισσότερο απ’ όσο εσύ ο ίδιος αγαπάς τον εαυτό σου και θέλω να είσαι πάντα καλά και να είσαι ευτυχισμένος.

Όμως δε σ’ αγαπώ πια. Δε σ’ αγαπώ σαν άντρα πια.

Δε θα στοιχειώσεις γι άλλη φορά τις σκέψεις μου, τις νύχτες μου, τις ώρες μου.
Δε θα παίξει ρόλο ένα ακόμα ψέμα, δε θα μπορέσει να με γυρίσει ξανά πίσω κοντά σου. Ούτε κι αν είναι όμορφο ψέμα. Άλλωστε, τι παραπάνω θα μπορούσες άραγε να μου πεις που δε μου το ΄χεις πει ήδη;

Το κουδούνι χτύπησε.
Σηκώθηκα χωρίς βιασύνη να σου ανοίξω.
Εκείνη τη στιγμή, απ’ το ραδιόφωνο ακούστηκε ένα παλιό τραγούδι…

Σφύριζες τον ίδιο το σκοπό
θα 'τανε δε θα 'ταν καλοκαίρι
κι όπως η κουβέντα το 'χε φέρει
γύρισες και μου πες σ' αγαπώ

Τι να λησμονήσω, τι να θυμηθώ
ήταν μια φορά κι έναν καιρό…


Σφίχτηκε για λίγο η καρδιά μου… Όμως έτσι είναι… Ο κύκλος μας έχει κλείσει. Είμαι πια ελεύθερη από σένα.
Μη μου πεις λοιπόν κανένα ψέμα απόψε.
Άσε τη βραδιά να κυλήσει απλά, να τα πούμε σαν δυο παλιοί φίλοι, σαν δυο παλιοί εραστές, σαν δυο άνθρωποι που αγαπήθηκαν πολύ και μισήθηκαν άλλο τόσο και που τώρα πια έχουν κάνει ανακωχή…

Εγώ τουλάχιστον, έτσι νιώθω.
Κι αν απόψε το βράδυ βρεθώ για άλλη μια φορά στην αγκαλιά σου, μη γελαστείς, μη νομίσεις, μην πιστέψεις πως ο δρόμος μου με φέρνει ξανά κοντά σου. Ακόμα κι αν δεις ένα δάκρυ να κυλήσει μη του δώσεις σημασία.
Θα ’ναι μόνο for the old times shake… Θα είναι ένα αντίο στα όσα ζήσαμε μαζί.

Και πού ’σαι, να προσέχεις.

Ετικέτες

12:40 μ.μ.
Blogger ka8y είπε ...

Μια μεγάλη μεγάλη αγκαλιά απο μένα...

Οι παλιές αγάπες τελικά ίσως δεν πάνε στον παράδεισο...    



3:23 μ.μ.
Blogger elpinor είπε ...

Τι τρυφερά που αντιμετωπιζεις αυτο το παραξενο και διφορουμενο διαστημα της ανακωχης,να εισαι καλα και να προσέχεις.    



9:55 μ.μ.
Blogger archive είπε ...

Ειναι φοβερη η στιγμη που νοιωθεις οτι μπορεις να προσπερασεις...    



1:05 μ.μ.
Blogger mindstripper είπε ...

Νομίζω ότι το πιο δύσκολο πράγμα για μερικές από μας δεν είναι το να διαλύσουμε μία σχέση που είναι φως φανάρι πώς οδεύει στο τέλος της, αλλά το να χωνέψουμε (όσο οδυνηρό κι αν είναι αυτό) πως ότι ο άντρας που έχουμε δίπλα μας είναι αποδεδειγμένα λίγος και πολύ πιο ανασφαλής κι από μας τις ίδιες. Για μένα τουλάχιστον αυτό ίσχυε πάντα.

Μετά υιοθέτησα κι εγώ την άποψή σου περί μπουνιάς στη μύτη και κάπως ησύχασα.

Τα συγχαρητήριά μου για την αντιμετώπισή σου. :)    



2:41 μ.μ.
Blogger street spirit είπε ...

οι μεγάλες και δη παλιές αγάπες πάνε μόνο στην Κόλαση... Σε νιώθω όπως πιστεύω καθένας που έχει περάσει από αυτή τη... γέφυρα... μόνο μην την κάψεις όπως τραγουδάει και η Tracy Chapman στο Bridges... Να 'σαι καλά... και
Να προσέχεις...    



» Σχoλιάστε