<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://draft.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d12720662\x26blogName\x3d%CE%A4%CE%A5%CE%A0%CE%9F%CE%A3+%CE%9D%CE%A5%CE%A7%CE%A4%CE%95%CE%A1%CE%99%CE%9D%CE%9F%CE%A3\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLUE\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://typosnyxterinos.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://typosnyxterinos.blogspot.com/\x26vt\x3d7449070411351450586', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Ποτέ μη λες ποτέ (πρώτο μέρος)

Αλήθεια, πόσα ρούχα θα μπορούσε να έχει ράψει μια επαγγελματίας μοδίστρα σε διάστημα πενήντα πέντε χρόνων; Εκατοντάδες; Χιλιάδες; Δεκάδες χιλιάδες;
Ρητορικό το ερώτημα. Η απάντηση φαντάζομαι βρίσκεται πιο κοντά στο αμέτρητα.
Η μητέρα μου υπήρξε επαγγελματίας μοδίστρα για πενήντα πέντε ολόκληρα χρόνια -ίσως και λίγα περισσότερα, έχω χάσει το μέτρημα. Δεν ξέρω ειλικρινά πόσα ρούχα έχουν περάσει απ' τα χέρια της όλα αυτά τα χρόνια. Ξέρω όμως παραδείγματα όπου έραψε νυφικό φόρεμα για νεαρή κοπέλα, μετά μωρουδιακά για το γιο της, κάτι χρονάκια αργότερα το βραδυνό φόρεμα που η ίδια πελάτισσα θα φορούσε στο γάμο του γιου της, και πιο μετά τα πρώτα φορεματάκια για το εγγόνι της.

Εκπληκτική μοδίστρα η κυρία Βικτωρία.
Με πελάτισσες πιστές σαν σκυλιά που δεν την άλλαζαν με τίποτα και την κυνηγούσαν από κοντά σαν επίμονοι κορτάκηδες, κατεβάζοντας μούτρα όταν δεν δεχόταν παραγγελίες της τελευταίας ώρας. Επιμονή ρε παιδί μου! Δεν καταλάβαιναν τίποτα οι χριστιανές. Τι γιορτές, τι σχόλες, τι καλοκαίρια. Όλες τα ήθελαν χτες ή το αργότερο αύριο.
Η κυρία Βικτωρία απ' την άλλη, ψείρα. Της λεπτομέρειας στη δουλειά της. Της πήγαινες ας πούμε ένα ρούχο κι αντί να το κοιτάξει απ' την καλή, το γύρναγε απ' την ανάποδη και συνήθως, ξίνιζε τα μούτρα.
-Ράψιμο είναι αυτό; Στο γόνατο το έραψε η χριστιανή; Δεν είναι επιτήδεια στη δουλειά της, ήταν το συνηθέστερο σχόλιο. Όχι απο σνομπισμό. Από τελειομανία.
Γιατί για τη μάνα μου, το καλά ραμμένο ρούχο, πλην όλων όσων ήταν αυτονόητα (η γραμμή του, το σχέδιο, η εφαρμογή του πατρόν, το αν κολάκευε την πελάτισσα τονίζοντας τα ωραία σημεία και κρύβοντας τα αδύναμα), σήμαινε κυρίως, την ίδια αν όχι και καλύτερη ποιότητα δουλειάς απ' την "ανάποδή του".
Σου  λέω, ψείρα η γυναίκα.

Και κυρίως, τέρας υπομονής.
Σκέψου μονάχα ότι εκτός από την καθημερινή δουλειά της και πέντε ως δέκα, ανάλογα τις εποχές, μαθητευόμενα "μοδιστράκια", είχε να φροντίσει επίσης τον πατέρα μου, την πεθερά της, την οποία είχε στο σπίτι για δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια, ένα σπίτι κι ένα νοικοκυριό και ταυτόχρονα ένα φιλάσθενο εφτάχρονο πιτσιρίκι που φυσούσε αέρας στο Πήλιο κι εκείνο γριπιαζόταν στο Βόλο -την αφεντιά μου δηλαδή- μαζί με το πρώτο της εγγόνι αφού όταν παντρεύτηκε ο αδελφός μου κι απόκτησε το πρώτο του παιδί, κι επειδή το νέο τότε ζευγάρι δούλευε σε εξοντωτικούς ρυθμούς, άφηνε τη μικρή σε μας μέσα στη βδομάδα και την έπαιρναν τα σαββατοκύριακα.

Φυσικά σ' όλο αυτό το σετάκι, πρόσθεσε και τις απανταχού παρούσες και ποτέ απούσες πελάτισσες που βρέξει-χιονίσει, μπαινόβγαιναν στο σπίτι μας με άνεση μεγαλύτερη απ' ό,τι μπαινόβγαιναν στο δικό τους.

Θα πρέπει βέβαια να πω ότι με πολλές πελάτισσές της, η σχέση τους δεν ήταν μονάχα επαγγελματική, αλλά και φιλική. Συχνότερα δε, κάτι πολύ παραπάνω. Δεν ήταν μόνο η μοδίστρα τους, ήταν κι άλλα για εκείνες. Η εξομολογήτριά τους, ο συμβουλάτοράς τους. Ένα πρόσωπο που ήξεραν ότι μπορούσαν να του εμπιστευτούν πολλά, και που όλα θα έμεναν μεταξύ τους. Ένας δικός τους άνθρωπος βρε παιδί μου.
Όταν έβλεπα την πόρτα του δωματίου που έκανε τις πρόβες κλειστή, καταλάβαινα ότι δεν γινόταν μόνο πρόβα μέσα. Κάποια πελάτισσα βέβαια είχε έρθει για πρόβα, αλλά όσο η κυρία Βικτωρία έβαζε καρφίτσες, διόρθωνε πένσες, κόντευε στριφώματα, μάζευε τα "μπόλικα" και άνοιγε ραφές, η πελάτισσά της παράλληλα, έλεγε και τον πόνο της.
Πέρα από το ρούχο και την πρόβα του, η πελάτισσα ερχόταν για να κουβεντιάσει για ό,τι βάζει ο νους: απ' το αν θέλει τσιγάρισμα η γέμιση για τα γεμιστά και πώς πετυχαίνει το σιρόπι για το γαλακτομπούρεκο, μέχρι το άγχος για τα χρήματα που ήταν λιγοστά και δεν έφταναν να καλύψουν τις ανάγκες της οικογένειας, για το μεροκάματο του άντρα της που δεν ήταν πάντα ταχτικό, για το ότι εκείνος είχε πιει ξανά τις προάλλες και της έσκασε ένα φούσκο κι έσπασε και δυο πιάτα, για τη νέα "φιλενάδα" του με την οποία τσιλιμπούρδιζε κι είχε βουίξει η γειτονιά, για την πεθερά που τους έβγαζε την πίστη, για το γιο που είχε αρχίσει να γυρνάει με ύποπτες παρέες, για την κόρη που κάποιος της σφύριξε ότι είχε "μπλεχτεί" με κάποιον κι έτρεμε η ψυχή τους.

Κι όχι μόνο αυτά, τα καθημερινά.
Μοιράζονταν κι άλλα, μεγαλύτερα, βαθύτερα. Χαρές, πόνοι, λύπες, γκαστρώματα, γεννητούρια, γάμοι, βαφτίσια, θάνατοι, χωρισμοί. Ιστορίες ζωής ολόκληρες πίσω απ' την κλειστή εκείνη πόρτα.
Κλειστή όπως και τα χείλη της κυρίας Βικτώριας.
Ποτέ κουβέντα που της εμπιστεύτηκε πελάτισσα δεν βγήκε παραπέρα. Ούτε μέσα στους τοίχους του ίδιου μας του σπιτιού δεν ακούστηκε.
Γι' αυτό κι ερχόντουσαν οι κυράδες, κι ερχόντουσαν και ξανά και ξανά.

Κι εμένα με θυμάμαι να μεγαλώνω μέσα στα ραφτικά. Να παίζω με τα κουρελάκια που περίσσευαν απ' τα ρούχα, να παριστάνω πως ράβω στη μηχανή της μητέρας μου, να φτιάχνω ρούχα για τις κούκλες μου.
Τα ψαλίδια, οι βελόνες, η πελότα με τις καρφίτσες, το "σαπουνάκι", η μηχανή, τα μασουράκια, τα φερμουάρ και κυρίως τα κουμπιά ήταν τα παιχνίδια μου, όσο επικίνδυνο κι αν ακούγεται όλο αυτό στ' αφτιά μιας σημερινής μάνας. Εγώ αλώνιζα όλα τα παραπάνω κανονικά.
Ποτέ δεν τρυπήθηκα, ποτέ δεν κόπηκα με ψαλίδι, ποτέ δεν τρύπησα το χέρι μου με τη βελόνα της μηχανής. Καλά όχι ότι μ' άφηνε κιόλας χωρίς να 'χει το νου της η μάνα μου, αλλά δεν ήταν πάντα εκεί για να με επιβλέπει (χα!)
Όμως..
Παρόλα αυτά τα ωραία, και γραφικά και νοσταλγικά, εγώ τη δουλειά της μητέρας μου την αντιπαθούσα μ' όλη τη δύναμη της ψυχής μου.
Σφόδρα ρε παιδί μου!
Ειδικά όταν μεγάλωσα λίγο και μπήκα στην εφηβεία. Νεύρα σου λέω. Πολλά νεύρα.
Τα 'χα κι εκ φύσεως, ήρθε κι η εφηβεία και την πλήρωσε -μεταξύ άλλων- κι η δουλειά της κυρίας Βικτωρίας.
Έρχονταν οι πελάτισσές της κι εγώ ήθελα να τις αρπάξω μία-μία απ' το μαλλί και να τις πετάξω έξω.
Όσο έβλεπα την υπομονή και τη διπλωματία της μάνας μου, τόσο εγώ μέσα μου τραγουδούσα το άσμα της Βλαχοπούλου "Δεν είν' επάγγελμα αυτό, είναι μαρτύριο, είναι μια κόλαση, σωστό βασανιστήριο!"

Συνεχίζεται...

12:37 π.μ.
Blogger ellinida είπε ...

Ανυπομονώ γιά την συνέχεια!
φιλιά    



10:10 μ.μ.
Blogger mamma είπε ...

μοδίστρα έμαθε κι η μάνα μου κι ας μην χρειάστηκε να το εξασκήσει παρά εντός οικογενειακού περιβάλλοντος... τα ρούχα της όμως όλα ένα κι ένα! μοδίστρα και η μάνα της, που έμαθε μοδιστρική μόνη της όταν εξαιτίας των γερμανών πέθανε ο άντρας της και την άφησε χήρα με τρία παιδιά, ετών 26    



8:19 μ.μ.
Blogger Τυπος Νυχτερινος είπε ...

ellinida όπου να 'ναι θα 'ρθει κι η συνέχεια. Ή μάλλον οι συνέχειες.

mamma, respect για τη μαμά και κυρίως για τη γιαγιά. Εσύ καμάρι μου, κανά στριφωματάκι το παλεύεις; (Μπας και ανταλλάξουμε μαθήματα δηλαδή!)    



4:44 μ.μ.
Blogger scalidi είπε ...

Η λέξη "σφόδρα" έχει μέσα της τη φόδρα...
Εσείς, κυρία μου, την τέχνη τη μάθατε;    



9:06 μ.μ.
Blogger Τυπος Νυχτερινος είπε ...

scalidi, θα διαπιστώσεις στα παρακάτω :)    



» Σχoλιάστε