<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d12720662\x26blogName\x3d%CE%A4%CE%A5%CE%A0%CE%9F%CE%A3+%CE%9D%CE%A5%CE%A7%CE%A4%CE%95%CE%A1%CE%99%CE%9D%CE%9F%CE%A3\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLUE\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://typosnyxterinos.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://typosnyxterinos.blogspot.com/\x26vt\x3d7449070411351450586', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Κούραση. Απίστευτη κούραση.

Πριν από καμιά ώρα, πέρασα από ένα περίπτερο της Πατησίων, για να δω το φίλο μου τον Μ. που δουλεύει εκεί.
Γρήγορα η κουβέντα στράφηκε στη χτεσινή πορεία διαμαρτυρίας.
Πάνω στην ώρα, πλησίασε ένας μεσήλικας κύριος για ν' αγοράσει τσιγάρα.
Όπως φάνηκε στη συνέχεια ήταν γνωστός του φίλου μου, αφού ο Μ. τον ρώτησε σχεδόν αμέσως: "Πού ήσουν χτες κύριε Τάδε; Δε σε είδα. Δεν ήρθες μαζί μας αυτή τη φορά".

Ο κύριος λες και περίμενε την ατάκα του για να βγει στη σκηνή και ν' αρχίσει τον μονόλογό του, πήρε μπρος: είπε, είπε, είπε και τι δεν είπε.
Το πρώτο του επιχείρημα το οποίο υποστήριξε σθεναρά μέχρι τέλους, παρά τον αντίλογο από την πλευρά του φίλου μου του Μ. και τη δική μου, ήταν πως η χθεσινή διαδήλωση ήταν "αστεία" από άποψη προσέλευσης κόσμου.
Πως ήταν λίγες χιλιάδες όλοι κι όλοι. "Για να 'μαι γενναιόδωρος", είπε, "ας πούμε δυο με τρεις χιλιάδες κόσμος".
Τον ρώτησα από πού έχει αυτή την εικόνα. Από την τηλεόραση μήπως;
Έγινε έξαλλος. "Για κορόιδο με περνάς; Φυσικά και δεν την έχω απ' την τηλεόραση".
"Ωραία. Να υποθέσω ότι το διαβάσατε κάπου, είδατε ίσως κάποιες φωτογραφίες, μήπως απ' τις εφημερίδες;"
Για κάποιο λόγο, με κάθε μου ερώτηση φουρκιζόταν όλο και πιο πολύ. Όμως απάντηση στο ερώτημά μου δεν πήρα.
Όταν του είπα πως αφού έχει κατασταλαγμένη άποψη, παρόλο που ο ίδιος δεν ήταν εκεί για να το δει με τα μάτια του, καλό θα ήταν να μας έλεγε πώς τη σχημάτισε, εκνευρίστηκε τόσο που άρχισαν να τρέμουν τα χέρια του.
Κι εκεί ξανάρχισε ο μονόλογός του.
Τόνισε ότι δεν ήταν χτεσινός και ήξερε πολύ καλά τι έλεγε.
Ότι το θεωρούσε ξεφτίλα να πίνουν καφέ τα υπόλοιπα πέντε εκατομμύρια των κατοίκων της Αθήνας στην παραλιακή και στο Κολωνάκι, και στη διαδήλωση να πηγαίνει μια "χούφτα" κορόιδων.
Κι επειδή ο ίδιος δεν ήταν κορόιδο δεν είχε σκοπό να πάει ποτέ ξανά πουθενά.
Άλλωστε, ποιο το νόημα; Όλα έχουν γίνει, κι όλα είναι χαμένα, κι αν δεν βρεθούν σύσσωμοι όλοι οι Αθηναίοι "μπροστά στη Βουλή να βουλιάξουν οι δρόμοι", τίποτε δεν πρόκειται να συμβεί.
"Γιατί να πάω εγώ να βγάλω το φίδι από την τρύπα;" διερωτήθηκε ωρυόμενος. "Γιατί να είμαι εγώ το κορόιδο των ξύπνιων που την έβγαζαν αραχτοί στις καφετέριες;"

Με δυσκολία τον διέκοψα, αλλά ίσα που πρόλαβα να του πω ότι η ατάκα "εγώ θ' αλλάξω τον κόσμο;" είναι η νοοτροπία όλων των ηττημένων. Μετά βίας πρόλαβα να προσθέσω πως αν κι ο ίδιος δεν είχε καταλήξει σ' αυτό το τσιτάτο και βρισκόταν μαζί με τους υπόλοιπους, ίσως τότε να μην ήταν η διαμαρτυρία τόσο "λίγη" όσο ο ίδιος πίστευε πως ήταν.

Όπως προφανώς φαντάζεστε, έπεσε να με φάει. Του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι.

"Τι λες κοριτσάκι μου;" μου είπε ενώ το μούτρο του είχε αναψοκοκκινίσει.
"Είσαι βαθιά νυχτωμένη αν πιστεύεις τα όσα λες. Νομίζεις ότι είναι μαγκιά να τρέχουν οι λίγοι για τους πολλούς; Να πάω δηλαδή εγώ, ο ένας, για να διαμαρτυρηθώ για τους υπόλοιπους χιλιάδες που καρφάκι δεν τους καίγεται; Οι λίγοι θα γίνουν ήρωες για να καλοπεράσουν οι πολλοί; Πού το είδες αυτό γραμμένο;"

Στην ιστορία, του απάντησα. Εσείς που το είδατε γραμμένο να γίνονται ήρωες οι πολλοί για χάρη των λίγων; Οι ήρωες όπως ειρωνικά τους αποκαλείτε εσείς, ήταν πάντα μια χούφτα τρελών που είτε τους έπνιγε το δίκιο τους, είτε δεν είχαν πλέον τίποτα να χάσουν.

"Άμα θες να αρχίσουμε τις αερολογίες και τις παπαρολογίες", μου επιτέθηκε, "άστο, έχω χορτάσει. Και στην τελική, ακόμα κι αυτοί που κατέβηκαν, ξεφτίλες ήταν. Για να ακουστούν και να έχουν να το λένε ήταν εκεί. Για να δημιουργήσουν εντυπώσεις. Γιατί πού πας ρε καραμήτρο, αφού ξέρεις ότι θα πέσουν χημικά, πού πας με τη μασκούλα και το μαλόξ στη μούρη;
Εμείς δηλαδή που τα σκάσαμε τα λεφτά μας για να πάρουμε την πανάκριβη αντιασφυξιογόνα μάσκα, ήμασταν μαλάκες; Κι εσύ μου πας ξεβράκωτος για να μπορείς μετά να βγαίνεις και να λες και να το παίζεις ήρωας; Ε, όχι, εγώ δεν γίνομαι μαλάκας του κάθε γελοίου".

Ήθελα να του πω κι άλλα.
Αλλά αυτό το τελευταίο του επιχείρημα για τα λεφτά που έσκασε για ν' αγοράσει την πάνακριβη αντιασφυξιογόνα μάσκα του για τις προηγούμενες πορείες και που τώρα μάλλον του έμεινε αμανάτι και δεν έκανε απόσβεση, μου 'κοψε τη φόρα και μ' άφησε μαλάκα.

Άνοιξα μια δυο φορές το στόμα μου, αλλά και πάλι δεν είπα τίποτα.
Δεν μ' άκουγε εξάλλου. Συνέχιζε να παραληρεί, με χέρια που έτρεμαν, κατακόκκινος και φτύνοντας σάλια σε κάθε πρόταση.

Ήθελα να του πω να μην ανησυχεί και να μην αγχώνεται. Πάντα θα υπάρχουν οι λίγοι που θα βγουν να αντισταθούν για τους πολλούς. Κι ο ίδιος δεν ξέρω σε ποια κατηγορία ανήκε, αλλά στων "λίγων" σίγουρα όχι.
Αντί να του το πω όμως, έκλεισα το στόμα μου και θύμισα στον εαυτό μου ότι στην επόμενη πορεία που θα κατέβω, θα έχω βρεθεί εκεί και γι' αυτόν τον κύριο.
Για τον έναν απ' τους πολλούς.

Γιατί αυτός ο κύριος είναι οι πολλοί, κι όταν παλεύεις για μια χώρα, δεν παλεύεις μονάχα για μια ελίτ φωτισμένων μυαλών, λαμπερών εξαιρέσεων, καθαρών συνειδήσεων, σοφρώνων και βαθιά δημοκρατικών όντων. Παλεύεις για όλους. Παλεύεις για τους "πολλούς", που είναι σαν κι αυτόν τον κύριο.
Αυτό θύμισα στον εαυτό μου, και μ' ένα νεύμα στον φίλο Μ. έστριψα κι έφυγα χωρίς να πω λέξη.
Μόνο που μ' έπιασε ξαφνικά μια κούραση. Μια απίστευτη κούραση. Που δεν είχε να κάνει με το κουραστικό σαββατοκύριακο και την ακόμα πιο κουραστική Δευτέρα.
Όπως και να 'χει, καθώς απομακρυνόμουν έστρεψα για λίγο το κεφάλι μου πίσω.

Ο κύριος αγόρευε ακόμα.

Ετικέτες , ,

11:34 μ.μ.
Blogger tremens είπε ...

Τι κρίμα, η ηττοπάθεια νικά τελικά, ξέρεις, χτες όταν τα φαγα τα δακρυγόνα στη μάπα και αναγκάστηκα να αποτραβηχτώ ένιωσα θλιβερός και ηττημένος. Όχι όμως, την επόμενη φορά θα είμαι καλύτερα προετοιμασμένος, θα είμαστε όλοι μας,

καλό σου βράδυ    



11:05 π.μ.
Blogger Περαστικός είπε ...

Τυπικό παράδειγμα βλακός. Ή πιστεύεις σε αυτό τον τρόπο δράσης και στον σκοπό της ή δεν πιστεύεις και το λες ευθαρσώς. Αυτός ήθελε να το παίξει κάτι σαν απογοητευμένος επαναστάτης και «έξυπνος» για να μην τον πουν έτσι ή αλλιώς. Και αγωνιστής και του καναπέ, και έτσι και γιουβέτσι. Χαρακτηριστικός τύπος συνανθρώπου μας.    



8:39 π.μ.
Blogger mamma είπε ...

Καλημέρα.

(τι άλλο να πω; μού έχουν τελειώσει τα λόγια, αμήχανη στέκομαι πια)    



» Σχoλιάστε