Πέμπτη, Ιουνίου 09, 2011

Την αγανάκτησή μου, μέσα γαμώτο!



Χτες γυρνώντας βράδυ στο σπίτι, βρήκα το πιο πάνω χαρτί πεταμένο μπροστά στην πολυκατοικία.
Το διάβασα και του 'δωσα μια κλωτσιά να πάει παραπέρα.

Σήμερα, κατέβηκα στο μαγαζί που δούλευα παλιά για μια δουλειά. Μία καθώς πρέπει, ελληνίδα κάτοικος της περιοχής της Πλατείας Αμερικής, φρόντισε να μου το ξαναθυμίσει, ρίχνοντας ένα μάτσο χαρτάκια κάτω απ' την πόρτα του μαγαζιού.

Η μανδάμ, κυβικών Μπέτης Βαλάσση επί Λωξάντρας (άσχετο που τη Βαλάσση τη συμπαθώ), φορούσε τυρκουζέ συνολάκι παντελόνα-πουκαμίσα, με λευκό μπλουζάκι (προφανώς για να ταιριάζει με τα χρώματα της ιερής γαλανόλευκης της ιερής πατρίδας), χρυσό πεδιλάκι, χρυσό κοκκαλάκι στο καραφυσικόβαμμένο ξανθό μαλλί, και όλα τα χρυσά αξεσουάρ -λέγε με λατέρνα- της καθώς πρέπει κάστας, ήτοι ρολογάκι, αλυσίδα, καδένα μητροπολίτη και δαχτυλιδάρες με κοτρόνες καμπουσόν μεγέθους αυγού ορτυκιού.
Φυσικά απαραίτητο συμπλήρωμα το λουρί που κατέληγε σε σκύλο μινιόν τύπου σφουγγαρίστρα.
Αφού πέταξε τα χαρτιά της κάτω από την πόρτα και ανασηκώθηκε, χαμογέλασε με τα άψογα κόκκινα βαμμένα χείλη της και μου έκανε το σήμα της νίκης (θα με πέρασε για συναγωνίστρια, βλέπεις είχα ντυθεί κι εγώ κυριλάτα σήμερα τρομάρα μου!)

Μια λοιπόν που η μανδάμ μπήκε σε τόσο κόπο, είπα να μην αφήσω το μήνυμά της ασχολίαστο. Μπορεί άλλωστε η κυριούλα να ανήκει στο 96% των άνεργων ελλήνων, πού ξέρεις;


Τι να πρωτοσχολιάσω όμως; Ή μήπως και είναι το πρώτο κωλόχαρτο τέτοιου τύπου;

Για άλλη μια φορά, όπως συνήθως, κάποιοι μπέρδεψαν τις βούρτσες με τις πούτσες.

Τρίτη, Απριλίου 19, 2011

Ραγίζει απόψε η καρδιά..



Καμιά φορά δεν έχεις λόγια, δεν φτάνουν τα λόγια, ή δεν έχουν τελικά καμιά σημασία.
Αλλά ήθελα να σου πω γεια, καλή αντάμωση και δυο σκόρπια ευχαριστώ.

Σ' ευχαριστώ για έναν πρωινό καφέ στα κάστρα, δεκαεννιά χρόνια πριν, σ' ευχαριστώ για μια Αυγουστιάτικη βραδυά στον Βόλο στο Καφέ Σαντάν, σ' ευχαριστώ για τα ουζάκια εκείνα τα καλοκαίρια στην Αλόννησο, πάνω απ' όλα σ' ευχαριστώ που πλούτισες τη ζωή μου με την παρουσία σου, σ' ευχαριστώ που ήσουν εσύ, Νικόλα.

Κυριακή, Μαρτίου 13, 2011

Πόσους αποχαιρετισμούς ακόμα;


Οι δρόμοι τρέχουν χιαστί, στις τρεις χαράματα Ομόνοια, κι αχ Ελλάδα σ' αγαπώ, αλλά τίποτα δεν πάει χαμένο, γιατί εδώ είναι του Ρασούλη.

Καλό ταξίδι, Μανώλη, σ' ευχαριστούμε για τα τραγούδια...

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 03, 2011

Ανεργία καλώς ήρθες!



Εντάξει λοιπόν, αυτό ήταν.
Από το Σάββατο που μας πέρασε, είμαι πλέον επισήμως άνεργη.
Και λέω επισήμως γιατί η πορεία προς την ανεργία είχε αρχίσει να δρομολογείται εδώ και κάμποσο καιρό.

Πάνε μήνες που από την οκτάωρη απασχόληση (οκτάωρη κατ' όνομα, γιατί οι υπερωρίες για κάποιο μαγικό λόγο σχεδόν ποτέ δεν προσμετρούνταν), πέρασα στην τετράωρη.
Ακόμη, είχα κατά κάποιον τρόπο προειδοποιηθεί για την κατάληξη. Λέω κατά κάποιον τρόπο, γιατί υπήρξαν κι εκείνες οι ένα σωρό συζητήσεις με το πρώην "αφεντικό", περί συνέχισης της συνεργασίας μας σε άλλο πλαίσιο, (να γίνουμε συνέταιροι ανοίγοντας μαζί κάποια δουλειά και άλλες παρόμοιες ευρηματικές ιδέες).

Το καλό είναι πως γνωρίζοντας με τι άνθρωπο είχα να κάνω, έδωσα τόση βάση σ' αυτές τις συζητήσεις μας, όση δίνει ο Νέλλος όταν του λέω "Κατέβα απ' τον πάγκο της κουζίνας γιατί θα στις βρέξω".

Για τον ίδιο λόγο, σε κάτι λαμπρές αναλαμπές καλοσύνης και ψυχοπονιάς καθώς και σε φάσεις όπου περνούσε κρίσεις συναισθηματισμού και ξεστόμιζε κάτι μεγαλειώδεις, πομπώδεις και στομφώδεις δηλώσεις, σαν κι αυτές που ακολουθούν, τα δικά μου αυτιά άκουγαν μονάχα αυτά που βλέπετε στα κόκκινα γραμματάκια:

-"Βρε συ, δεν κάνεις καλά που αγχώνεσαι! Όσο βρίσκομαι εγώ εδώ, εσύ δεν πρέπει να φοβάσαι τίποτε. Στο δρόμο θα σ' αφήσω, χωρίς δουλειά;"
-"Σοβαρά σου λέω, δεν μπορώ με τίποτα να φανταστώ το γραφείο χωρίς εσένα. Πώς θα τα βγάλω πέρα τώρα εγώ μόνος μου; Εσύ εδώ είσαι ο άνθρωπός μου. Μαζί φάγαμε ψωμί κι αλάτι. Νομίζεις δε σε πονάω και δε σε μετράω για δικό μου άνθρωπο; Δεν είμαι τόσο αχάριστος!"
Ή ακόμα σε στιγμές μέγιστης ομφαλοσκόπησης, συγνώμη, ενδοσκόπησης ήθελα να πω, τον άκουγα να μου λέει:
-"Νομίζεις δεν αναγνωρίζω εγώ τα πόσα έχεις προσφέρει; Το πού ήμασταν ως επιχείρηση όταν ήρθες και το πού φτάσαμε; Νομίζεις ξεχνάω τις δύσκολες εποχές που δεν βγαίναμε και έμενες απλήρωτη εβδομάδες ή όταν έβαλες το κεφάλι σου στον τορβά κι ανοίξαμε το υποκατάστημα στο όνομά σου για να μπορέσουμε να κόψουμε τιμολόγια τότε που εγώ χρωστούσα τα μαλλιά της κεφαλής μου στην εφορία; Εγώ, ακόμη κι αν αναγκαστώ να σου πω να σταματήσεις, δεν πρόκειται να σε αφήσω έτσι!"

Αυτό είναι βλέπεται το κατάλοιπο του άλλου μου επαγγέλματος, της μετάφρασης δηλαδή. Ο... χριστιανός έλεγε τα παραπάνω κι εγώ μετέφραζα τα εξής:
ΣτΜ: "Εννοείται πως μόλις κάνω τη δουλειά μου, δηλαδή μόλις μου τελειώσεις όλη την κωλοδουλειά που δεν μπορώ να βγάλω εις πέρας μόνος μου, θα έχεις κάθε λόγο ν' ανησυχείς και να αγχώνεσαι αφού θα σε σουτάρω στεγνά. Κι εντάξει ρε παιδί μου, μας βοήθησες στα δύσκολα, αλλά τι να κάνουμε, τώρα αυτό πέρασε και πάει, κι εδώ μας πνίγει η κρίση, κι εγώ τι φταίω, κι εγώ τι να σου κάνω;"

Οπότε εντάξει, δεν μπορώ να πω ότι μου ήρθε ακριβώς κεραμίδα στο κεφάλι.
Από την άλλη όμως μου ήρθε κάπως.

Από τότε που ήρθα στην Αθήνα, δώδεκα χρόνια πίσω, με εξαίρεση τους πρώτους οκτώ μήνες που είχα πάρει σβάρνα την Αθήνα πάνω-κάτω ψάχνοντας για δουλειά από το Φάληρο μέχρι το 80ο χιλιόμετρο της Εθνικής κι από την Πετρούπολη ως την Ηλιούπολη, είναι η πρώτη φορά που είμαι άνεργη. Και τότε ήμουν 25, και δεν είχαμε κρίση, και δεν είχαμε ΔΝΤ, και δεν ήταν όλα τόσο μπάχαλο, ή δεν έδειχναν να είναι τόσο μπάχαλο.

Έτσι το Σάββατο, την πρώτη μέρα που δεν είχα να κατέβω στο γραφείο, για καμιά ώρα ομολογώ πως μου ήρθε μια καντήφλα, ένας ντουβρουτζάς και μια μίνι-καταθλιψάρα. Κάπως σαν τον γάιδαρο που τον είχες ζεμένο κι ήξερε ένα μονοπάτι και μετά τον άφησες ελεύθερο στο λιβάδι να βόσκει, αλλά δεν ήξερε πώς να βόσκει ελεύθερος στο λιβάδι.

Λίγο αργότερα συνήλθα πάντως, κι άρχισα να σκέφτομαι τα όσα λαχταρούσα να κάνω όσο είχα τη δουλειά και δεν μπορούσα.
Να τρώω όποτε μου κάνει κέφι, να κοιμάμαι και να ξυπνάω όποτε θέλω εγώ, να βγω να κόβω βόλτες στο κέντρο της Αθήνας, να χαζεύω όλα τα μαγαζάκια στα Εξάρχεια και στο Μοναστηράκι, να διαβάσω όλα τα βιβλία που έχουν μαζευτεί στοίβες στη βιβλιοθήκη, να ζωγραφίσω ξανά, να φτιάξω το σπίτι, να μαγειρέψω όλα τα πολύπλοκα φαγητά που θέλουν πέντε ώρες προετοιμασία, να φροντίσω τα φυτά στη βεράντα, να πίνω καφέ μια ηλιόλουστη μέρα στο Θησείο, να πάω πάλι σινεμά στην απογευματινή προβολή, να, να, να...

Τώρα γιατί όλες αυτές τις μέρες σέρνομαι μες το σπίτι με τις φόρμες, δεν κάνω απολύτως τίποτα πέρα απ' το να βλέπω όλη νύχτα επεισόδια του Deep Space Nine, να φυτεύω μαλακίες στη φάρμα του φατσοβιβλίου, να κοιμάμαι στις 9 το πρωί και να ξυπνάω στις 4 το απόγευμα, τι να σας πω, είναι μια απορία στην οποία ακόμη δεν έχω απαντήσει.

Όπως δεν έχω απαντήσει στη μέγιστη απορία του γιατί όλες οι αγγελίες ζητούν γυναίκες υπαλλήλους ως 30 χρόνων (στα 31 βγαίνουμε στη σύνταξη στην Ελλάδα και δεν το πήρα χαμπάρι;), ή γιατί όποιος ζητάει υπάλληλο γραφείου, γραμματέα, ή όπως αλλιώς θες να το θέσεις, στα απαραίτητα προσόντα βάζει γνώσεις Κεφάλαιου ή Eurofasma, και Quark Xpress ή Corel.
Δηλαδή αυτός ο κάποιος που βάζει αυτή την αγγελία, θέλει πτυχιούχο Διοίκησης Επιχειρήσεων, πτυχιούχο Λογιστικής και πτυχιούχο Γραφίστα, πακέτο 3 σε 1, με τουλάχιστον 3 χρόνια προϋπηρεσίας και ηλικία ως 30;
Εμ' δε βγαίνουν τα χρόνια σπουδών με την ηλικία που ζητάς, φίλτατε υποψήφιε εργοδότα! Δεν βγαίνουν!

Τρίτη, Ιανουαρίου 04, 2011

Νέος Χρόνος, μπανιέρες και μαγικά φίλτρα...

Τελευταία, κάθε φορά που κάθομαι να γράψω κάτι για το μπλογκ, πάντα κάτι συμβαίνει και δεν τα καταφέρνω.
Τη μια κάτι που πήρε το μάτι μου σε κάποιο άλλο μπλογκ μου τραβάει την προσοχή και βρίσκομαι αλλού να διαβάζω κι από εκεί αλλού κι ύστερα παραπέρα, την άλλη αφαιρούμαι γιατί χτύπησε ένα τηλέφωνο κι έπρεπε να απαντήσω κι ύστερα χάνεται η στιγμή και η διάθεση, και την επόμενη γιατί ο Νέλλος έσπασε ένα ακόμη βάζο/πιάτο/ποτήρι/whatever και τρέχω να τον κατσαδιάσω και να μαζέψω τα... σπασμένα.

Ύστερα πάλι, ο τελευταίος μήνας πριν την Πρωτοχρονιά ήταν σωστό τρελοκομείο. Από την αρχή του Δεκέμβρη μέχρι και δυο μέρες πριν το Νέο Έτος, δούλευα εφτά μέρες την εβδομάδα, και από οκτώ μέχρι και δεκαεφτά ώρες τη μέρα, στο μαγαζί που εργάζομαι τα τελευταία χρόνια.
Το μπος βγαίνει στη σύνταξη, η επιχείρηση μεταβιβάζεται στην κόρη του, τα εμπορεύματα έπρεπε να καταγραφούν, να μετρηθούν, να τιμολογηθούν σύμφωνα με την τιμή αγοράς, το οποίο σημαίνει να βρεθεί το αντίστοιχο τιμολόγιο, και να περαστούν σε τιμολόγια (για πρώτη φορά εδώ και τριάντα χρόνια που λειτουργεί το μαγαζί του), και μαντέψτε ποιος ήταν αυτός που έριξε όλη τη δουλειά, καταφέρνοντας κάποια στιγμή να καταγράψει 1030 κωδικούς...
Και σαν να μην φτάνουν τα εξοντωτικά ωράρια, και η πληρωμή που ήταν οικτρή (όλες οι ώρες πληρώθηκαν με αμοιβή οκταώρου, ή καλύτερα τετραώρου, αφού τετράωρη δουλεύω κανονικά, όπερ σημαίνει ούτε υπερωρίες πληρώθηκαν ούτε Κυριακές), από το τέλος του Ιανουαρίου κι έπειτα είμαι άνεργη και ψάχνω για δουλειά.

Για δουλειά βέβαια ψάχνω από το Πάσχα που μας πέρασε, τόσο στις μεταφράσεις όσο και σε οτιδήποτε άλλο, σχετικό ή άσχετο με το αντικείμενό μου, αλλά όσο προσέλαβαν τη Λούνα και τον Νέλλο, άλλο τόσο κι εμένα... Με "κόβει" κι η ηλικία βλέπεις. Τριάντα πέντε δεν τους κάνει, ως τριάντα θέλουν όλοι... Πλάκα-πλάκα, αν κανείς έχει υπόψη του τίποτε, ας μου σφυρίξει (λέμε τώρα).

Κοίτα που πάλι γι' αλλού ξεκίνησα κι αλλού βρέθηκα, για άλλο ήθελα να γράψω και άλλο έγραψα. Πίσω στο θέμα λοιπόν.

Παραμονή πρωτοχρονιάς, έφυγα από τη δουλειά στις οκτώμιση το βράδυ. Από τις εννιά ως τις 11:40, ήμουν χωμένη στην κουζίνα (να φάμε και κανένα ρημαδοφαγητό χρονιάρα μέρα!)
Ξαφνικά συνειδητοποιώ πως είμαι ένα πτώμα σερνάμενο, και ο Νέος Χρόνος θα με βρει να κουτουλάω μπροστά στην πόρτα του φούρνου, περιμένοντας να βγάλω το φαγητό.
Το σκέφτομαι λίγο, και το παίρνω απόφαση.

Ο Νέος Χρόνος καλώς να ορίσει, κι εγώ θα τον περιμένω, αλλά όχι στην κουζίνα, ούτε στο σαλόνι, ούτε στο μπαλκόνι, ούτε στο Σύνταγμα!
Όταν τέλειωσε η αντίστροφη μέτρηση και άρχισαν τα βεγγαλικά, εγώ βρισκόμουν βυθισμένη στη μπανιέρα μου, με τα αιθέρια έλαια να μοσχοβολούν, και το "μαγικό" φίλτρο να κάνει το θαύμα του, χαλαρώνοντας το ταλαίπωρο σαρκίο μου.
Ομολογώ πως πολύ το φχαριστήθηκα!

Εσάς καμάρια μου, πού σας πέτυχε ο Νέος Χρόνος; Όπου κι αν σας βρήκε, εύχομαι να ήταν όμορφη η στιγμή, μακριά από λύπες και στενοχώριες... γιατί υπάρχουν κι αυτά.. κάθε ώρα και κάθε στιγμή. Ακόμη θυμάμαι την περσινή πρωτοχρονιά, που με βρήκε να ξενυχτώ σ' ένα έρημο νοσοκομείο, στο προσκέφαλο του πατέρα μου που ήταν στα τελευταία του.. Για να μην πω για κάτι άλλες πρωτοχρονιές, κάμποσα χρόνια πίσω..
Όμως, χρονιάρες μέρες όχι μαύρες σκέψεις, όχι πικρές αναμνήσεις.

Αντίθετα μαζί με τις ευχές μου, σας έχω κι ένα δωράκι: το "μαγικό" φίλτρο ξεκούρασης, αναζωογόνησης και ευεξίας (αμάν, σαν διαφημιστικό για ινστιτούτο ακούστηκε!).

Κάνει για κυρίες και κυρίους, μπορείτε να το χρησιμοποιήσετε είτε μέσα στο νερό της μπανιέρας, είτε σε ποδόλουτρο για τα κουρασμένα ποδαράκια σας μετά από ορθοστασία, χορό, περπάτημα.. Θα με θυμηθείτε!

Ιδού:

1 1/2 κούπα μαγειρική σόδα
1 1/2 κούπα ρυζάλευρο
1 κούπα χαμομήλι
1/2 κούπα κουάκερ ή βρώμη αλεσμένη
1/2 κούπα δεντρολίβανο
1/4 κούπας θυμάρι
2 κ.γ. ξύσμα πορτοκάλι
2 κ.γ. ξύσμα λεμόνι
αιθέριο έλαιο της προτίμησής σας (εγώ χρησιμοποίησα λεβάντα, γιατί ήθελα κυρίως χαλάρωση).

Οι παραπάνω αναλογίες είναι για μπανιέρα. Αν θελήσετε να ξεκουράσετε τα ποδαράκια σας, μειώστε ανάλογα τη δοσολογία.

Και τέλος,
Καλή χρονιά σε όλους!

Υγεία.
Λιγότερο άγχος.
Περισσότερα χρήματα.
Ελπίδα.
Ψυχική ηρεμία.
Αγάπη για τον εαυτό μας. Φροντίδα για μας. Για να μπορούμε να έχουμε αγάπη για τους άλλους, και να προσφέρουμε και στους γύρω μας.
Συγχώρεση. Και των όσων μας έβλαψαν, μας πίκραναν, μας αδίκησαν, αλλά κυρίως του εαυτού μας. Και λίγη παραπάνω αυτογνωσία.. δεν έβλαψε ποτέ κανέναν.
Και τέλος, περισσότερο χαμόγελο.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 03, 2010

Ο Μίλτος και η Στέλλα...



Από διάφορες συζητήσεις κατά καιρούς με φίλους, έχω μείνει με την εντύπωση πως ο Φούντας ήταν από τους ηθοποιούς που είτε δεν τον άντεχες, σου την έσπαγε το ύφος του, η φωνή του, η άρθρωσή του, το παίξιμό του και γενικώς δεν τον πήγαινες καθόλου, είτε τον λάτρευες κι όταν έπαιζε κάθε λέξη που ξεστόμιζε σε διαπερνούσε και σε καθήλωνε.

Εγώ ανήκω στη δεύτερη κατηγορία.

Τον Φούντα τον λάτρευα. Από τόσο δα πιτσιρίκι.
Δεν υπήρξε ταινία του που να μην έχω δει ξανά και ξανά.
Για τη Στέλλα δε το συζητώ. Ξέρω όλους τους διαλόγους, όλων των ρόλων, απ' έξω.

Και τον Κούρκουλο τον πήγαινα με τα χίλια, και σ' αυτόν αγαπούσα πολλά απ' όσα αγαπούσα στον Φούντα, αλλά ο Φούντας είχε όλα αυτά και "κάτι" παραπάνω...
Λάτρευα το βλέμμα του, τον τρόπο που μίλαγε, τη χροιά της φωνής του, το λεβέντικο παράστημά του, το περπάτημά του, το πώς στεκόταν, το πώς κρεμόταν το τσιγάρο στα χείλη του, το "βαρύ κι ασήκωτό του"...

Λιτός, δωρικός, ό,τι κοντινότερο στον ορισμό του "άντρα" που 'χα στο μυαλό μου κι ο τέλειος ενσαρκωτής του ελληνικού νεορεαλισμού.

Πριν λίγες μέρες ο Μίλτος πήγε να βρει ξανά τη Στέλλα.. Κι αυτός στη συνοικία των αγγέλων πια..

Γεια σου Μίλτο, γεια σου παλικάρι...

Δευτέρα, Νοεμβρίου 08, 2010

Εναλλακτική Ψυχοθεραπεία

Κάπου στο σύμπαν ακούστηκε πως η αφεντιά μου εδώ κι ένα τετράμηνο γκρινιάζει...
Γκρινιάζει μια για το ένα και μια για το άλλο... μια για πόνους, μια για έναν παγωμένο ώμο, την άλλη που δεν κουνιέται το χέρι και έχει μπει σε αχρηστία, κι ύστερα για το βαλάντιο που συρρικνώθηκε τόσο που κοντεύει να εξανεμιστεί και να το ψάχνουμε..

Είπε λοιπόν (το σύμπαν λέμε), να μου πετάξει στην κεφάλα όχι παντόφλα, αλλά εναλλακτική ψυχοθεραπεία.

Έτσι μια ωραία πρωία άνοιξε την πόρτα του μαγαζιού που δουλεύω παρτ-τάιμ τα απογεύματα, και μπήκε μέσα ένας αδέσποτος γατούλης. Γουργούρισε, τρίφτηκε στα πόδια των αφεντικών και των παρατρεχάμενων, τους έκανε ματάκια και πατουσίτσες, τον τάισαν καλά-καλά, κι ύστερα διάλεξε μια κούτα κι άραξε και με περίμενε να πάω. Είχε έρθει με αποστολή βλέπεις.
Το μπος, ανίδεο στις κρυφές αποστολές του σύμπαντος και του γατακίου επίσης, κάποια στιγμή άνοιξε και πάλι την πόρτα κι "ευγενικά" τον έστειλε από εκεί που ήρθε. Φιλόζωος-φιλόζωος σου λέει, αλλά μη μας γίνει και ταγάρι το αδέσποτο!

Το απόγευμα που εγώ, ανυποψίαστη για ό,τι με περίμενε, μπήκα στο μαγαζί βρίζοντας νοερά -από χαρά για άλλο ένα δημιουργικό τετράωρο που με περίμενε, δεν είδα πουθενά κανένα γατάκι. Όμως το μπος με ενημέρωσε για τα πρωινά συμβάντα.
Δεν έδωσα σημασία. Ξέροντας το... πόσο φιλόζωο είναι το μπος, ήξερα πως η "αγάπη" του και η "συγκίνηση" για το αδεσποτάκι είχαν ήδη ξεθυμάνει.

Όμως εκείνο το ρημάδι το σύμπαν είχε άλλα σχέδια (και πού να συμπαθούσα και τον Κοέλιο δηλαδή!)
Λίγη ώρα αργότερα ένα ασπροπορτοκαλί γατί στεκόταν μπροστά στην γυάλινη πόρτα του μαγαζιού, περιμένοντας να του ανοίξουν, με φυσικότητα ανθρώπου που επέστρεφε στο σπίτι του.
Το μπος είπε πως ναι, ήταν το ίδιο γατί το πρωινό, και μ' άφησε να του ανοίξω την πόρτα.
Εκείνο μπήκε μέσα, χώθηκε στην αγκαλιά μου, ρουθούνισε δυνατότερα από κατσαρόλα που βράζει, έκανε πατουσίτσες, χαϊδεύτηκε πάνω μου, και μετά διάλεξε ένα κουτί δίπλα στο γραφείο και κοιμήθηκε μέχρι την ώρα που σχόλαγα και κλείναμε το μαγαζί.

Πες-πες, έπεισα το μπος που το είχε χτυπήσει δεύτερη κρίση φιλοζωίας για εκείνη την ημέρα, ν' αφήσει τον μικρό να μείνει ένα βράδυ να κοιμηθεί στο μαγαζί.
Την επόμενη μέρα που πήγα ο γατούλης ήταν ξανά εκεί, αλλά όπως ήταν αναμενόμενο, η κρίση φιλοζωίας του μπος είχε περάσει ανεπιστρεπτί.

"Άμα θες πάρτον σπίτι σου να κοιμηθεί απόψε, ή αλλιώς να τον αφήνουμε εδώ τη μέρα και το βράδυ να τον βγάζουμε έξω να κοιμάται".

Κάτι μου ήρθε... Να το αφήσουμε πάλι έξω στο δρόμο; Γιατί βρε τσιφούτη άνθρωπε, θα σου φάει το κωλομάγαζό σου άμα κοιμηθεί τη νύχτα πάνω στα κουτιά σου; Κι άρχισα να σκέφτομαι την πιθανότητα να το πάρω στο σπίτι για το βράδυ.
Την ίδια στιγμή, ο λογικός μου εαυτός άρχισε την αντιπαράθεση: "Όχι, μαντάμ, ούτε να το φανταστείς, ΔΕΝ θέλεις άλλο γατί στο σπίτι, δεν αντέχεις άλλο γατί, φτάνει η Λούνα και περισσεύει, και φτάνει που έχουμε να ταίζουμε και τον Ρωμαίο που τρώει με δέκα μασέλες και θέλει κι αυτός φαρμακάκια κι εμβόλια, άσε που το ειδικό φαγητό της Λού κοστίζει παραπάνω απ' όσο το δικό σου, και μη σου μπαίνουν ιδέες".

Παρόλα τα ατράνταχτα επιχειρήματα του λογικού μου εαυτού, είπα να πάρω τον γατούλη για μια νύχτα μόνο, δοκιμαστικά, ίσα-ίσα για να μην κοιμηθεί πάλι στους δρόμους.

Η Λούνα, σαν γνήσια γάτα οικοδέσποινα, τον υποδέχτηκε με άπειρα γρυλίσματα, μουγκρίσματα και σφαλιάρες πρώτης ποιότητας.
Αφού είδα κι έπαθα να τους χωρίσω, και να ξεκολλήσω τον μπόμπιρα από την αγκαλιά μου, αποφασίσαμε να τον βάλουμε στην κρεβατοκάμαρά μας για το βράδυ.
Ο νεαρός αφού σνόμπαρε επιδεικτικά το καλαθάκι που του ετοιμάσαμε, αποφάσισε πως δεν υπήρχε καλύτερο μέρος από την αφράτη, μαλακή κουβέρτα μας, και κοιμήθηκε εναλλάξ μια στα πόδια του Δ. και μια σκαρφαλωμένος στο μαξιλάρι μου πάνω από το κεφάλι μου γουργουρίζοντας σαν τρελαμένος.

Την επόμενη μέρα τον κατέβασα στο μαγαζί, και τον άφησα όλη μέρα εκεί. Το βράδυ όμως;
Για μαντέψτε!
Τον ξαναπήρα σπίτι. Αυτή τη φορά πέρασε τη νύχτα στο σαλόνι τρομάζοντας τη μάνα μου η οποία φιλοξενείται στον καναπέ μας, κάθε φορά που αρπαζόταν με τη Λου και τις έτρωγε.
Το άλλο πρωί ο Δ. τον κατέβασε νωρίς στο μαγαζί, για να μην καλομαθαίνει συνεχώς στο σπίτι μας.

Κοίτα όμως που όταν ξύπνησα εγώ αργότερα και δεν τον βρήκα εκεί, πώς να το πω ρε παιδιά.. μου κακοφάνηκε πολύ. Κι ας ήμουν εγώ αυτή που είχα ζητήσει από τον Δ. να το κάνει αυτό.

Ε, αυτό ήταν.

Άργησα λίγο να το πιάσω (έτσι είναι τα δίποδα, δεν κόβει η γκλάβα τους με τη μία φίλτατε γατούλη), αλλά στο τέλος αντελαβού..

Ο γατούλης είχε έρθει για να μείνει... Σπίτι μου that is.

Άντε λοιπόν κυρία Ιφιγένεια τώρα να σου περισέψει χρόνος να παραπονεθείς ότι πονάς ή ότι δεν κουνιέται το χέρι σου, ή ότι μαγκώνει κάθε φορά που κάνεις λάθος κίνηση και χρειάζεσαι βοήθεια για να το ισιώσεις...
Όσο κι αν ισχύουν όλα κι ακόμη περισσότερα, τις τελευταίες μέρες έχω γελάσει όσο δεν γέλασα τους τέσσερις μήνες που τραβιέμαι μες τον πόνο.

Κι αυτό γιατρέ μου, αυτό να δείτε τι ψυχοθεραπεία είναι!

Υ.Γ. Το γατάκι δεν έχει ακόμη όνομα.. δεν κατάφερα να σκεφτώ κάτι της προκοπής. Όσοι θέλετε κάντε προτάσεις, είμαστε ανοιχτοί σε όλα.
Υ.Γ.2 Εμένα ο γατούλης μου φαίνεται ασχημούλης. Οι δικοί μου (ο Δ. κι η μάνα μου), μου λένε πως είμαι χαζή και να κοιτάξω τα μάτια μου. Εγώ επιμένω πως είναι ασχημόφατσα (είχα πάντα κι ένα θέμα με τα πορτοκαλί γατιά), αλλά όπως και να 'χει ήδη το αγαπώ.


Παρασκευή, Οκτωβρίου 15, 2010

Ψυχοθεραπεία

Ο τελευταίος γιατρός που επισκέφτηκα για το πρόβλημα με τον ώμο μου (το τι συνέβει στο μεταξύ και τις διαφορετικές διαγνώσεις που είχα, θα τα πούμε σε άλλο ποστ), με συμβούλεψε να κάνω πράγματα που με κάνουν και νιώθω καλά, οτιδήποτε για να μειωθεί το στρες και το άγχος, γιατί αλλιώς λέει, δεν πρόκειται να συνέλθει ο ώμος...

Εντάξει γιατρέ, τα έβαλα κάτω και τα μέτρησα τα πράγματα.. Να κάνω μερικά ταξιδάκια στο Μαρόκο ξανά, πράγμα που θα με έκανε μάλλον περδίκι, δε με παίρνει.
Το να μη χρωστάω πουθενά επίσης δεν είναι πιθανό, τουλάχιστον όχι άμεσα.
Το να κάνω ανακαίνιση στο σπίτι, βαψίματα, και να πάρω νέα έπιπλα, επίσης δε το βλέπω πιθανό για τώρα κοντά.
Τι μας μένει; Εκτός από το διάβασμα, που κι αυτό κοντεύει να μου εξαντληθεί.. πόσα να έχει γράψει πια ο ταλαίπωρος Koonz...

Οπότε τι; Μουσική.

Το τελευταίο κόλλημα είναι η όπερα.
Το αγαπημένο των τελευταίων ημερών είναι το E lucevan le stelle, η άρια από την τρίτη πράξη της Tosca.
Και η καλύτερη εκτέλεση από όσες άκουσα, μία του Παβαρότι.
Κλαίω κάθε φορά.
Κι ακόμη και τα λόγια να μην ήξερα ή το τι σημαίνουν, πάλι θα έκλαιγα.
Αν βοηθάει στη μείωση του στρες, δεν ξέρω γιατρέ μου, αλλά εμένα με κάνει να νιώθω καλύτερα.



E lucevan le stelle
Ed olezzava la terra
Stridea l'uscio dell'orto
Ed un passo sfiorava la rena
Entrava ella, fragrante
Mi cadea fra le braccia
O dolci baci, o languide carezze
Mentr'io fremente
Le belle forme disciogliea dai veli
Svani per sempre
Il sogno mio d'amore
L'ora è fuggita
E muoio disperato
E muoio disperato
E non ho amato mai tanto la vita
Tanto la vita

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 12, 2010

Περιαρθρίτιδα λέει...



Στα μέσα καλοκαιριού, ξύπνησα ένα πρωί με πόνο στον ώμο. Επειδή συνηθίζω να κοιμάμαι ακουμπώντας στο χέρι μου το οποίο τις περισσότερες φορές θα έχω σηκωμένο ψηλά, πάνω απ' το κεφάλι μου, πολλά πρωινά ξυπνώ με το χέρι ή τον ώμο μου πιασμένο.
Έτσι δεν ανησύχησα πολύ.

Ο πόνος στον ώμο μια έφευγε και μια επέστρεφε, άλλοτε ήταν ένα μικρό τσίμπημα, άλλοτε δυνατότερος κι υπήρχαν μέρες που δε με ενοχλούσε καθόλου.

Πάντως κάποια στιγμή, κοντά στον Αύγουστο, άρχισε να χειροτερεύει σταθερά.

Ένα ωραίο πρωί ανακάλυψα ότι δεν μπορούσα να μετακινήσω το χέρι μου προς τα επάνω και προς τα πίσω. Ανέβαινε μέχρι ενός ορισμένου σημείου κι ύστερα βέλαζα από τον πόνο.

Μασάζ, αλοιφές, λαδάκια, έμπλαστρα, παυσίπονα δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα.

Έλεγα ΟΚ, ας δούμε πώς θα πάει και στην τελική πάμε και στο γιατρό.

Κι ύστερα έφυγα για λίγες μέρες διακοπών. Πλακώθηκα στο κολύμπι, παρόλο τον πόνο, γιατί μέσα στο νερό τα πράγματα γίνονταν καλύτερα κι ο πόνος είχε μειωθεί αρκετά.
Είπα, εντάξει, κάτι κάναμε, βοηθήθηκε η κατάσταση.

Ε, μάλλον όχι.

Με την επιστροφή ο πόνος και η δυσκαμψία προχώρησαν και χειροτέρεψαν με ραγδαίους ρυθμούς, με αποτέλεσμα σε φάση όπου έσκυψα να πάρω κάτι από το ντουλάπι της κουζίνας κόντεψα να μείνω από τον πόνο.

Γιατρός λοιπόν. Ανάμεσα στο να πάω στο ΚΑΤ ως επείγον περιστατικό και στο να πάω στον ορθοπεδικό του ταμείου μου, αποφάσισα το δεύτερο με το σκεπτικό να έχω τον γιατρό όσο πιο κοντά και προσβάσιμα γίνεται για να με παρακολουθεί.
Και πήγα.

Τέτοια εξπρές εξέταση και διάγνωση δεν μου 'χουν ξανατύχει.

Περιαθρίτιδα ώμου, μου λέει ο ειδικός, πάρε τούτα τα αντιφλεγμονώδη, πάρε και χάπια για το στομάχι, πάρε ένα ειδικό αντιφλεγμονώδες διάλυμα για εντριβές, και αν σε δεκαπέντε μέρες δεν έχει βελτιωθεί η κατάσταση τα ξαναλέμε.

Προσπάθησα κανά δυο φορές ν' ανοίξω το στόμα μου και να του πω αυτά που ήθελα (πώς χειροτέρεψε ο πόνος, ποιές κινήσεις δεν μπορώ να κάνω και ποιές μπορώ), αλλά δεν μου έδωσε την ευκαιρία, λέγοντάς μου "δεν χρειάζεται να μου εξηγείτε περαιτέρω, κατάλαβα".
Ούτε κατάφερα να του πω ότι με ο όρος "περιαθρίτιδα" δε μου λέει τίποτε, γιατί ουσιαστικά δεν σημαίνει τίποτε. Δεν υπάρχει δηλαδή πάθηση με το όνομα περιαθρίτιδα ώμου, είναι ένας γενικός όρος που σημαίνει παθολογία στην περιοχή του ώμου.

Το ξέρω πως οι παθήσεις του ώμου έρχονται δεύτερες σε συχνότητα μετά τις παθήσεις της μέσης, όπως επίσης ξέρω πως οι αιτίες του επώδυνου ώμου είναι ένα σωρό και διαφορετικές, κυρίως εξαιτίας βλαβών στα μαλακά μόρια και λιγότερο στα οστά. Όσο για την περιαρθρίτιδα γιατρέ μου, ευχαριστώ πολύ για τα ψάρια, είναι σαν μου λες οσφυαλγία στην περίπτωση που μου πόναγε η μέση. Ή μήπως έπρεπε να νιώσω καλύτερα επειδή που επιβεβαίωσες κι εσύ αυτό που ήξερα, ότι δηλαδή ναι, έχω πρόβλημα στον ώμο μου;

Εγώ περίμενα να μου πει για ακτινογραφίες για αρχή, ή για καμιά μαγνητική ώμου, κι όχι να με πλακώσει στα αντιφλεγμονώδη για δεκαπέντε μέρες "και βλέπουμε".
Και γαμώ την αφραγκία μας μέσα που δεν μου επιτρέπει για την ώρα (είδες, τελικά είμαι αισιόδοξος άνθρωπος), να σηκωθώ και να πάρω σβάρνα τους "ειδικούς" μέχρι που να βρω άνθρωπο να συνεννοηθώ και να θέλει να ψάξει να βρει την αιτιολογία του πόνου, και να έχει και συγκεκριμένες λύσεις να μου πει.

Μέχρι τότε καταπίνω μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη και σφίγγω τα δόντια.

Σάββατο, Αυγούστου 07, 2010

Χρόνος

Δεκαέξι χρόνια πριν μου έκανες ένα δώρο.

Το παρέλαβα απόψε, στις πέντε το πρωί.

Τότε δεν ήξερα, τώρα ξέρω.

Τότε έκλαψα για λάθος λόγους, σήμερα έκλαψα ξανά, ίσως για τους σωστούς. Ίσως και όχι.

Σ' ευχαριστώ, όπως και να 'χει.

Τρίτη, Ιουλίου 20, 2010

Ζητείται γάτα αλανιάρα και κυνηγιάρα...


Μου φαίνεται πως η Λου είναι έτοιμη να πάρει σύνταξη... Αντί να κυνηγάει κάνει χαρές και τούμπες.

Κι όχι τίποτε άλλο, αλλά έχω ένα θέμα με τα ποντίκια τελευταία.

Όχι ποντίκια του αγρού (πού να βρεθεί ο αγρός εδώ κοντά χρυσέ μου άνθρωπε!), ούτε ποντίκια των υπογείων, των φωταγωγών ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο.

Με αρουραίους έχω πρόβλημα, και μάλιστα αρουραίους των πλοίων.

Από εκείνους που μόλις το πλοίο πάρει να μπατάρει και κινδυνεύει να βουλιάξει, την κοπανάνε πρώτοι-πρώτοι και μην τον είδατε μην τον απαντήσατε...

Κι ας τον καπετάνιο να βουρλίζεται σου λέει.

Να μην ήταν τόσο μαλάκας να μη γινόταν καπετάνιος.

Έτσι λοιπόν, γέμισε τελευταία η ζωή μου με αρουραίους των πλοίων.

Γι' αυτό θέλω μια γάτα μαγκιόρα, αλανιάρα, κυνηγιάρα και καθόλου ψυχοπονιάρα.

Να τους κάνει μια χραπ, κι άντε καλά, να μην τους φάει (θα την έχουμε χορτάτη λέμε), αλλά να τους κάνει να πάνε στον αγύριστο μια ώρα γρηγορότερα.

Στον αγύριστο είπα; Ε, κι ακόμα παραπέρα...

Τετάρτη, Ιουλίου 07, 2010

Τώρα ξέρω... ρετάρω αυτή είναι η απάντηση.

Ρετάρει κανονικά ο εγκέφαλος, βαράει μπιέλα, βαράει διάλυση και όλα αυτά μαζί.

Προχτές ξέχασα, ή για να το πω σωστά, μπέρδεψα το χρόνο παράδοσης της μετάφρασης που κάνω τώρα.
Στα οκτώ χρόνια που δουλεύω ως μεταφράστρια, κάτι τέτοιο δε μου 'χει συμβεί ποτέ.
Το να μην προλαβαίνω να τελειώσω στο χρόνο που πρέπει, ναι, το να θυμάμαι άλλα αντί άλλων για το πότε πρέπει να παραδώσω δουλειά ποτέ λέμε.

Η προθεσμία ήταν για τις πέντε του μηνός, εγώ ήμουν σίγουρη πως είναι για την Πέμπτη αυτής της εβδομάδας. Άνετη και χαλαρή λοιπόν η αφεντιά μου, ετοιμάζομαι χτες να στείλω ένα μήνυμα στην υπεύθυνη και να της πω θα το έχεις Παρασκευή πρωί, να προλάβω να κάνω κάτι μικροδιορθώσεις.
Με το που ανοίγω το ρημαδοτζιμέιλ, σμπάφ! μου 'ρχεται η κεραμίδα.
Μου 'χε -φυσικά- γράψει η γυναίκα και με ρώταγε γιατί δεν πήγε η δουλειά την προηγουμένη.

Η πρώτη μου σκέψη ήταν "καλά, μπερδεύτηκε κι έχασε τις μέρες". Πολύ σύντομα βέβαια διαπίστωσα πως η μόνη που έχασε τ' αυγά και τα καλάθια ήμουν εγώ.
Άντε τώρα να σε πιστέψει ο άλλος ότι πράγματι τα έκανες μπάχαλο στο μυαλό σου και δεν έκανες τον κινέζο γιατί δεν τελείωσες εγκαίρως.
Τι να έκανα όμως; Της έγραψα την αλήθεια που ξέρω πολύ καλά ότι ακούγεται ως οικτρό ψέμα.

Και λέω πάει στο διάτανο, μπέρδεψα το πέντε με την Πέμπτη, άντε δεν είναι τίποτα κι έτυχε.

Σήμερα όμως, είχα ραντεβού με τον γιατρό μου για μια εξέταση την οποία θα έπρεπε να είχα κάνει εδώ και καιρό για να δούμε που βρισκόμαστε κι αν ξύπνησε κανένα κακό θηρίο ή αν κοιμάται μακαρίως, και θέλω να πω ότι δεν ήταν κάτι που θα το ξεχνούσα εύκολα.

Σηκώνομαι λοιπόν η καλή σου, ντύνομαι, σουλουπώνομαι, φτιάχνομαι και ξεκινάω για το ιατρείο.
Φτάνω νταν στις 11 που είχαμε το ραντεβού, χτυπάω το κουδούνι, ξαναχτυπάω, κανείς...
Λέω καλά, μπορεί να εξετάζει, μπορεί να λείπει η γραμματέας του, ας περιμένω λίγο.
Πέντε λεπτά αργότερα χτυπάω ξανά, τίποτε.
Το ίδιο και δέκα λεπτά μετά.

Βγάζω την κάρτα του γιατρού απ' το πορτοφόλι μου για να τον καλέσω στο κινητό σκεφτόμενη "καλά, άνθρωπος είναι, μπορεί να έμπλεξε στην κίνηση", για να διαπιστώσω, πως φαρδιά πλατιά πάνω στην κάρτα είχα σημειώσει το ραντεβού, το οποίο μεν ήταν για σήμερα, αλλά στις 9 το πρωί κι όχι στις 11 όπως τόσο σίγουρη ήμουν εγώ.

Για λίγο μου φάνηκε πως ζωντάνεψε η Ζώνη του Λυκόφωτος κι όλα ήταν τα πάνω κάτω κι όχι εκεί που θα έπρεπε να είναι.

Θα μου πεις τώρα, καλά παιδάκι μου, φρικάρισες με δυο πραγματάκια που ξέχασες, σιγά σε όλους συμβαίνει.
Ίσως.
Όμως όχι σε μένα.
Τουλάχιστον όχι ως τα τώρα.

Αν το ξεχνούσα εντελώς ας πούμε, αν μου έφευγε εντελώς απ' το μυαλό, μπορεί και να μην σαλτάριζα τόσο. Όμως να είμαι τόσο σίγουρη για άλλα αντί άλλων, αυτό μου έκατσε λίγο περίεργα.

Δεν είναι τίποτα, μου λέει ο Δ. σήμερα, welcome to the club. Περισσότερος ύπνος, καλύτερη διατροφή, λιγότερο κάπνισμα και κάμποση ψυχική ηρεμία μείον δύο τόνους στρες και θα 'σαι περδίκι".

Μάλιστα, γιατρέ μου, ό,τι πείτε...

Μήπως να φύγω διακοπές, λέω μήπως;

UPDATE

Αργότερα το ίδιο απόγευμα, τηλεφωνώ στο γιατρό μου, για να του πω την πατάτα που έκανα σήμερα το πρωί και να κλείσω καινούριο ραντεβού.
-Ήρθα το πρωί, ξεκινάω να λέω, αλλά στις 11 γιατί...
-Το πρωί; Μα δεν είχαμε ραντεβού το πρωί, μου απαντά η γραμματέας του.
-Δεν είχαμε; Μα εγώ νόμιζα.. δηλαδή αφού... δεν είχαμε σήμερα ραντεβού;
-Ναι, είχαμε σήμερα ραντεβού Ιφιγένεια, αλλά το βράδυ. Στις εννιά το βράδυ.

Σμπαφ! νέος φούσκος.

Εξηγώ συνοπτικά στη γυναίκα την τρικυμία εν κρανίω κατάστασή μου, βάζει τα γέλια και συμφωνεί χαλαρά ότι ο εγκέφαλός μου έχει μάλλον κατεβάσει ρολλά και κάτι ίσως προσπαθεί να μου πει.

Αχ, γιατρέ μου. Διακοπές είπαμε; Ή μήπως βιταμίνες Geriatric; Εδώ σε θέλω...!




Δεν ξέρω...

...μπορεί να φταίει η μέρα.

Το μυαλό μου σήμερα δεν είναι εδώ. Δεν είναι και πουθενά.
Χιλιάδες σκέψεις τρέχουν και συγκρούονται με τρελή ταχύτητα στο στερέωμα της σκέψης μου, έρχονται και χάνονται γρήγορα σαν φωτοβολίδες, χωρίς να παραμένει καμιά τους για πολύ.

Δε μπορώ να συγκρατήσω τη σκέψη μου πουθενά.

Έρχονται στιγμές που τα παίζεις εντελώς, τα φτύνεις, χωρίς απαραίτητα να 'χει συμβεί κάτι ιδιαίτερα άσχημο. Ή τουλάχιστον όχι κάτι παραπάνω από τις καθημερινές φρίκες που έχεις (;) πια συνηθίσει.

Κι ενώ λοιπόν δε σου έχει πέσει ακριβώς (ακόμη) το ταβάνι στο κεφάλι, έτσι απλά, ανοίγεις τα μάτια σου το πρωί, και δε θες να κάνεις τίποτα απ’ ότι κάνεις συνήθως.
Δε θες να πας στη δουλειά (αν κι εδώ που τα λέμε αυτό μου συμβαίνει κάθε μέρα), δε θες να ντυθείς, δε θες να πιείς ούτε καφέ.
Με το ζόρι να θες μονάχα να στρίψεις τσιγάρο. Κι αυτό με το ζόρι.


Last night's sounds:
Ολονυχτίς τον πότισες με το κρασί του Μίδα
κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές
Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα
κι αλάργα μας το σκοτεινό λιμάνι του Gabes

Τρίτη, Ιουνίου 01, 2010

Ελλάδα και επίπεδο πολιτισμού δύο έννοιες ασύμβατες

Το γνωστό που έλεγε ο Μαχάτμα "το επίπεδο πολιτισμού ενός λαού φαίνεται από το πώς φέρεται στα ζώα", το έχουν πει και αναπαράγει πολλοί και διάφοροι κατά καιρούς.
Τετριμμένο ίσως λοιπόν ως ρητό, αλλά αληθινό μέχρι εκεί που δεν παίρνει.

Το χειρότερο πράγμα που θα κληθείς να αντιμετωπίσεις αν έχεις την ατυχία να είσαι κάτοχος ζώου και να ζεις στην Ελλάδα, είναι η στιγμή που ο καλός, ευσεβής, οικογενειάρχης, θεοσεβούμενος γείτονας θα πετάξει τη φόλα του στο ζωντανό σου, προφανώς γιατί η πράξη αυτή ανήκει στις θεάρεστες που θα βοηθήσουν να έρθει η "ψυχή" του λίγο κοντύτερα στον Παράδεισο και στον καλό Θεούλη.

Και λέω το χειρότερο, γιατί δεν είναι ο θάνατος του ζώου μπροστά στα μάτια σου (αν καταφέρει να συρθεί και να φτάσει ως τα σένα), δεν είναι το μαρτύριό του μέχρι να βγει η ψυχή του, είναι η τεράστια, σαρωτική, ισοπεδωτική αίσθηση ΟΡΓΗΣ ΚΑΙ ΑΝΗΜΠΟΡΙΑΣ που σε κατακλύζει.

Ποτέ δεν την άντεξα, ποτέ δεν θα την αντέξω, κι έχω ορκιστεί η Λούνα να είναι το τελευταίο ζωντανό που υπάρχει στη ζωή μου.
(Τώρα αν θα τον τηρήσω τον όρκο μου, αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγέλιο).

Διαβάζοντας λοιπόν το ποστ και το facebook της Ίσις και το ποστ της Κουρούνας, ένιωσα να με πλημμυρίζει ξανά αυτή η τόσο οικεία αίσθηση οργής και ανημπόριας.

Η ίδια αίσθηση με πνίγει και σε άλλες περιπτώσεις της καθημερινής μου ζωής και της αναπόφευκτης συνδιαλλαγής μου με τους "συνανθρώπους" μου.
Όταν έχω να αντιμετωπίσω τη γαϊδουριά τους, τον ωχαδελφισμό τους, την απύθμενη βλακεία τους, τον όλο και πιο σκοταδιστικό ρατσισμό τους, την βαθύτατη άγνοια και ημιμάθεια στολισμένη με τσιτάτα για την αρχαιοελληνική κληρονομιά τους που δικαιολογεί κάθε κανιβαλισμό και καγκουριά και όλα τα υπόλοιπα φρούτα του μπαχτσέ.

Το ίδιο μ' έπιασε και χτες στο τοπικό ταχυδρομείο όπου ξεκατινιάστικα με μια γριά. Εκεί που έλεγα να δώσω τόπο στην οργή, ξαφνικά είδα κόκκινα, κυριολεκτικά, και μου ανέβηκε η πίεση στα ύψη.
Άνοιξα το στόμα μου και της έσυρα τα εξ αμάξης.
Τι το θες!

Εγώ ταράχτηκα κι έτρεμα για μισή ώρα, κι η κωλόγρια συνέχισε πέντε βήματα παραπέρα το πηγαδάκι του θαψίματος. Αλλά η γριά είναι άλλο ποστ.

Το θέμα μου εδώ είναι ο Σνούπη.



Το αναπαράγω, χωρίς να ξέρω σε τι ακριβώς ελπίζω.

Ίσως στο να γίνει ντόρος, όπως είπε κι η Κουρούνα.

Αν με ρωτούσες τι θα ήθελα να γίνει, κι όχι τι ελπίζω, είναι ειλικρινά να μπορούσα να ρίξω ένα χέρι βρωμόξυλο σε κάμποσους μέχρι να πουν ήμαρτον...
Ναι, το παραδέχομαι, τα ένστικτά μου όσο πάνε και γίνονται πιο σκοτεινά.

Δευτέρα, Μαΐου 31, 2010

Life is...

Φίλοι και φίλες,

ρίξτε μια ματιά στο παρακάτω και όσοι θέλετε, κάντε μια αναπαραγωγή κι εσείς.
Αξίζει τον κόπο.
Μη σας πω δηλαδή, πως άρχισαν να μου μπαίνουν κι εμένα ιδέες τώρα που με χαιρετάει από απόσταση βολής η ανεργία, και ένα τεράστιο -για τις αντοχές της τσέπης μου- χρέος στο Δημόσιο, κρέμεται σαν τη Δαμόκλειο σπάθη πάνω απ' το κεφάλι μου...

Life is what happens to you, while you're busy making other plans...


Υ.Γ. Ευτυχώς που είναι νύχτα, Δημήτρη.

Παρασκευή, Μαΐου 07, 2010

Στη μνήμη του Λιαντίνη -κι επίκαιρο όσο ποτέ-

Θα είναι το μεγαλύτερο ποστ που θα αναρτήσω ποτέ εδώ πέρα, είμαι σίγουρη γι' αυτό, και τα γραφόμενα και λεγόμενα δεν είναι δικά μου.

Όμως επειδή πολλά απ' αυτά τριγυρίζουν στο μυαλό μου τώρα που η ρημαδοχώρα που ζω φτάνει στο τελευταίο σκαλί της αβύσσου, θυμήθηκα τον Λιαντίνη και την Γκέμμα του, και επιλεκτικά ανεβάζω το ακόλουθο.

Δεν ξέρω πόσοι θα έχουν την υπομονή και τα άντερα που έλεγε κι ο παππούς μου, να το διαβάσουν.
Κι ούτε πόσοι απ' αυτούς που θα το κάνουν δε θ' αρχίσουν να σιχτιρίζουν και να εθνικοταράζονται απ' τις πρώτες παραγράφους.
Αλλά ποσώς και μ' ενδιαφέρει.

Εδώ δεν γράφω για να γίνω συμπαθής σε κανέναν (αν το έκανα βέβαια, θα 'χα σίγουρα και κανένα φραγκάκι παραπάνω και καμιά διαφορετική δουλειά ως τα τώρα, αλλά δε βαριέσαι, είναι να το 'χει η κούτρα σου να κατεβάζει ψείρες).

Οπότε το ανεβάζω μόνο και μόνο γιατί έστω κι ένας να το διαβάσει και να προβληματιστεί ή να συμφωνήσει έστω και σ' ένα απ' τα γραφόμενα του Λιαντίνη (να 'ναι καλά εκεί που είναι), θα γουστάρω πολύ.
Αν όχι πάλι, δεν τρέχει μία, έβγαλα το άχτι μου.

...Είμαστε ένας λαός χωρίς ταυτότητα...

Είμαστε ένας λαός χωρίς ταυτότητα. Με μια ιστορία που ο ίδιος τη νομίζει λαμπρή. Και απορεί, πώς και δεν πέφτουν οι ξένοι ξεροί μπροστά στο μεγαλείο της. Οι ξένοι όμως, σαν συλλογιούνται την ελληνική ιστορία, την αρχαία εννοώ, γιατί για τη νέα δεν έχουν ακούσει, και βάλουν απέναντι της εμάς τους Νεοέλληνες, φέρνουν στο μυαλό τους άλλες παραστάσεις. Φέρνουν στο μυαλό τους κάποιους καμηλιέρηδες που περπατούν στο Καρνάκ και στη Γκίζα. Τι σχέση ημπορεί νά ‘χουν, συλλογιούνται, ετούτοι οι φελλάχοι του Μισιριού σήμερα με τους αρχαίους Φαραώ, και το βασιλικό ήθος των πυραμίδων τους;
Την ίδια σχέση βρίσκουν οι ξένοι στους σημερινούς Έλληνες με τους αρχαίους. Οι θεωρίες των διάφορων Φαλμεράυερ έχουν περάσει στους Φράγκους.
Εμείς θέλουμε να πιστεύουμε ότι τους αποσβολώσαμε με τους ιστορικούς, τους γλωσσολόγους, και τους λαογράφους μας. Λάθος. Κρύβουμε το κεφάλι με το λιανό μας δάχτυλο. Και βέβαια. Πώς μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού ο μέγας γλωσσολόγος Γ. Χατζιδάκις έλεγε αυτά που έλεγε, -ορθά- κι από την άλλη έβριζε το Σολωμό μας αγράμματο, και τη γλώσσα του σκύβαλα και μαλλιαρά μαλλιά;

Σχέση με τους αρχαίους Έλληνες έχουμε εμείς, λένε οι Γάλλοι, οι Εγγλέζοι και οι Γερμανοί. Εμείς, που τους ανακαλύψαμε, τους αναστυλώσαμε, τους εξηγήσαμε. Για τους Ευρωπαίους οι Νεοέλληνες είμαστε μια δράκα ανθρώπων απρόσωπη, ανάμεσα σε βαλκανιλίκι, τουρκολογιά και αράπηδες. Είμαστε οι ορτοντόξ. Με το ρούσικο τυπικό στη γραφή, με τους κουμπέδες και τους τρούλλους πάνω από τα σπίτια των χωριών μας, με ακτινογραφίες σωμάτων και σκουληκόμορφες φιγούρες αγίων στους τοίχους των εκκλησιών. Οι Ευρωπαίοι βλέπουνε τους πολιτικούς μας να ψηφίζουν στη Βουλή να μπει το «ορθόδοξος» στην ευρωπαϊκή μας ταυτότητα, κατά τη διαταγή των παπάδων, και κοιτάνε ανακατωμένοι και ναυτιάζοντας κατά το θεοκρατικό Ιράν και τους Αγιατολάχους. Τέτοιοι οι βουλευτές μας, ακόμη και της Αριστεράς. «Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλεπταί (sic) εκατάστρεψαν το έθνος». Έτσι γράφει ο Παπαδιαμάντης.


Θέλεις νά ‘χεις πιστή την εικόνα του Νεοέλληνα; Λάβε το ράσο του γύπα και του κόρακα. Λάβε τις ασπιδωτές κοιλιές των ιερέων, το καλυμμαύκι Μακαρίου Β’ της Κύπρου. Και τα γένεια τα καλογερικά, που κρύβουν το πρόσωπο, καθώς άκοσμοι αγκαθεροί φράχτες τους αγρούς. Και τις κουκουλωμένες καλόγριες, την άλλη έκδοση του φερετζέ της Τούρκισσας, και έχεις το Νεοέλληνα φωτογραφία στον τοίχο.
Απέναντι σε τούτη τη μελανή και γανιασμένη φοβέρα, φέρε την εικόνα του αρχαίου Έλληνα, για να μετρήσεις τη διαφορά. Φέρε τις μορφές των νέων σωμάτων, τις ευσταλείς και τις διακριτές. Να ανεβαίνουν από την Ολυμπία και τους Δελφούς, καθώς λευκοί αργυρόηχοι κρότοι κυμβάλων. Τους ωραίους χιτώνες τους χειριδωτούς, και τα λευκά ιμάτια τα πτυχωτά και τα ποδήρη. Τα πέδιλα από δέρματα μαροκινά, αρμοσμένα στις δυνατές φτέρνες. Φέρε την εικόνα που μας αφήσανε οι γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας. Οι κοντυλογραμμένες, με τις λεπτές ζώνες, τον κυανό κεφαλόδεσμο, και το ζαρκαδένιο τόνο του κορμιού. Οι Ελληνίδες του Αργούς και της Ιωνίας, οι λινές και οι φαινομηρίδες. Τρέχουνε στα όρη μαζί με την Αταλάντη. Και κοιμούνται στα κοιμητήρια σαν την Κόρη του Ευθυδίκου. Όλες και όλοι στηριγμένοι χαρούμενα σε κάποια μαρμάρινη στήλη, σ’ ένα λιτό κιονόκρανο, σε μια κρήνη λευκή της Αγοράς. Με περίγυρα τους ωραίους γεωμετρημένους ναούς, αναπαμένους στο φως και στην αιθρία. Άνθρωποι, και θεοί, και αγάλματα ένα.

Όλα ετούτα, για να συγκρίνεις την παλαιή και τη νέα Ελλάδα, να τα βάλεις και να τα παραβάλεις. Και στήσε τον Φράγκο από δίπλα, να τα κοιτάει και να τα αποτιμά. Με το δίκιο του θά ‘χει να σου ειπεί: άλλο πράμα η μέρα και το φως, και άλλο η νύχτα και οι μαύροι βρυκολάκοι. Δε γίνεται να βάλεις στο ίδιο βάζο υάκινθους και βάτα.

Και κάπου θα αποσώσουν επιτιμητικά την κρίση τους: Ακούς αναίδεια; Να μας ζητούν κι από πάνω τα ελγίνεια μάρμαρα. Ποιοι μωρέ; Οι χριστιανοχομεΐνηδες;
Αλλά είναι καιρός από τις ασκήσεις επί χάρτου να περάσουμε στα πεδία των επιχειρήσεων. Να κοιτάξουμε την πυρκαγιά που αποτεφρώνει το σπιτάκι μας.
Γιατί είμαστε σβησμένοι από τον κατάλογο των εθνών;
Γιατί η Μακεδονία γίνεται Σκόπια, η Κύπρος γίνεται τουρκιά, το Αιγαίο διεκδικιέται ως το mare nostrum των Οθωμανών;
Γιατί ο πρόεδρος της Τουρκίας είπε πρόσφατα στην Αθήνα, ότι είμαστε μια επαρχία του παλιού οθωμανικού κράτους, που αποσχίσθηκε και πρέπει να μας ξαναπροσαρτήσουν;
Γιατί ο Μπερίσα της Αλβανίας έχει να λέει πως οι Έλληνες κάνουν διπλωματία που έρχεται από το Μεσαίωνα και τους παπάδες;
Γιατί ο Αλέξανδρος βαφτίζεται Ισκεντέρ, και ο Όμηρος Ομέρ Βρυώνης;
Γιατί οι διακόσιες χιλιάδες Έλληνες της Πόλης γίνανε χίλιοι, και οι Τούρκοι της Δυτικής Θράκης θρασομανούν, και γίνουνται όγκος κακοήθης που ‘τοιμάζει μεταστάσεις;
Γιατί δύο από τους πιο σημαντικούς ποιητές μας, ο μέτριος Σεφέρης κι ο μεγάλος Καβάφης, καταγράφουνται στις διεθνείς ανθολογίες και τους ποιητικούς καταλόγους μισό Έλληνες μισό Τούρκοι;

Γιατί όλα τα αυτονόητα εθνικά μας δίκαια Ευρωπαίοι και Αλβανοί, Βούλγαροι και Εβραίοι, ορθόδοξοι και Ρούσοι, Τούρκοι και Βουσμανοαμερικανοί τα βλέπουν σαν ανόητες και μίζερες προκλήσεις, σαν υλακές και κλεφτοεπαιτείες; Ποια τύφλωση μας φέρνει να μη βλέπουμε ότι στα μάτια των ξένων εκαταντήσαμε πάλι οι παλαιοί εκείνοι γραικολιγούρηδες; Οι esurientes graeculi του Γιουβενάλη και του Κικέρωνα;
Το πράγμα έχει και περιγραφή και ερμηνεία. Μέσα στη χώρα, μέσα στην παιδεία δηλαδή και την παράδοση μας, εμείς περνάμε τους εαυτούς μας λιοντάρια, εκεί που οι έξω από τη χώρα μας βλέπουνε ποντίκια. Θαρρούμε πως είμαστε τα παιδόγγονα του Αριστοτέλη και του Αλέξανδρου. Οι ξένοι όμως σε μας βλέπουνε τις μούμιες που βρεθήκανε σε κάποια ασήμαντα Μασταβά.

Γιατί; Τα διότι είναι πολλά. Όλα όμως συρρέουν σε μια κοίτη. Σε μια απλή εξίσωση με δύο όρους και ένα ίσον. Είναι ‘τη: Νεοέλληνες ίσον Ελληνοεβραίοι.
Αν εφαρμόσουμε αυτή την εξίσωση στα πράγματα, θα μας δώσει δύο γινόμενα. Το πρώτο είναι ότι ζούμε σε εθνική πόλωση. Το δεύτερο, ακολουθία του πρώτου, ότι ζούμε χωρίς εθνική ταυτότητα. Οι Νεοέλληνες είμαστε ένα γέννημα μπασταρδεμένο και νόθο. Ούτε ίπποι ούτε όνοι, ούτε όνισσες ούτε φοράδες. Είμαστε μούλοι. Δηλαδή μουλάρια. Και τα μουλάρια δε γεννούν.
Ότι οι Νεοέλληνες είμαστε Ελληνοεβραίοι σημαίνει το εξής: Ενώ λέμε και φωνάζουμε και κηρύχνουμε ότι είμαστε Έλληνες, στην ουσία κινιόμαστε και υπάρχουμε και μιλάμε σα να είμαστε Εβραίοι. Αυτή είναι η αντίφαση. Είναι η σύγκρουση και η αντινομία που παράγει την πόλωση. Και η πόλωση στην πράξη γίνεται απώλεια της εθνικής ταυτότητας. Και το τελευταίο τούτο σημαίνει πολλά. Στην πιο απλή διατύπωση, σημαίνει νά ‘σαι τουρκόγυφτας, και να ζητάς να σε βλέπουν οι άλλοι πρίγκιπα. Σημαίνει νά ‘σαι η μούμια των Μασταβά, και να ζητάς από τους Ευρωπαίους να σε βλέπουν ιδιοκτήτη της Ακρόπολης. Σημαίνει να σε θωρείς λιοντάρι, και οι ξένοι να σε λογαριάζουνε πόντικα.
Είναι μεγάλη ιστορία να πιαστώ να σε πείσω, ότι οι Νεοέλληνες από τους αρχαίους έχουμε μόνο το τομάρι που κρέμεται στο τσιγκέλι του σφαγέα, θέλει κότσια το πράμα. Θέλει καιρό και κόπο. Θέλει σκύψιμο μέσα μας, και σκάψιμο βαθύ. Και κυρίως αυτό: θέλει το μεγάλο πόνο.

Θα σε καλέσω όμως σ’ έναν απλό περίπατο. Θα κάνουμε ένα πείραμα, που λένε οι φυσικοί. Για νά ‘χουμε αποτέλεσμα έμπεδο. Και η γνώση που θα κερδίσουμε νά ‘ναι σίγουρη. Θα επιχειρήσουμε μια στατιστική έρευνα. Θα διατρέξουμε τη χώρα απ’ άκρη σ’ άκρη. Από το χωριό Πυρσόγιαννη της Ηπείρου ως την επαρχία Βιάνου της Κρήτης. Από τη Νίψα και τις Σάππες της Θράκης ως το Παραλίμνι της Κύπρου, κι ως την άκρη το Ταίναρο. Θα ρωτήσουμε Νεοέλληνες απ’ όλες τις τάξεις και όλα τα επίπεδα. Γυναίκες και άντρες, γερόντους και παιδιά, αγράμματους και επιστήμονες, φτωχούς και πλούσιους, ακοινώνητους και αριστοκράτες, πουτάνες και καλόγριες, ξωχάρηδες και αστούς, φιλέρημους και χαροκόπους. Για νά ‘ναι το δείγμα μας ευρύ και πλήρες, που λένε οι γραφειοκράτες. Όλα ετούτα τα αθώα και ανυποψίαστα πλήθη θα τα ρωτήσουμε δυό τρεις ερωτήσεις από το Ελληνικό, κι άλλες τόσες από το Εβραίικο.

Στο Ελληνικό λοιπόν. Να μας ειπούν τι γνωρίζουν για την αρχαία Ελλάδα. Ζητούμε μια γνώση σοβαρή και υποψιασμένη. Όχι φολκλόρ και γραφικότητες. Γιατί γνώση της Ελλάδας είναι εκείνο που ξέρουμε να το ζούμε κιόλας. Όχι δηλαδή ο Ηρακλής μωρό έπνιξε τα φίδια• ότι ο Αρχιμήδης εχάραζε κύκλους στην άμμο, ούτε τάν ή επί τάς, μέτρον άριστον, ο Μινώταυρος στην Κρήτη και το πιθάρι του Διογένη, ούτε αν ξέρουν πως η ψωλή του Δία εγίνηκε κεραυνός και χτύπησε τους σχιστούς λειμώνες της Ολυμπιάδας, για να γεννήσει στο Φίλιππο τον Αλέξανδρο. Τέτοια γνώση της κλασικής Ελλάδας θά ‘τανε τουρισμός στην Τυνησία. Η φουστανέλα και το κόκκινο φέσι στη Μελβούρνη και στην Πέμπτη Λεωφόρο κατά τις εθνικές γιορτές. Θα ζητήσουμε γνώση ουσίας.

Να μας ειπούνε, δηλαδή, αν έχουνε ακουστά τα ονόματα Εμπεδοκλής, Αναξίμανδρος, Αριστόξενος ο Ταραντίνος, Διογένης Λαέρτιος, Αγελάδας, Λεύκιππος, Πυθαγόρας ο Ρηγίνος, Πυθέας, που στον καιρό μας αντίστοιχα σημαίνουν Αϊνστάιν, Δαρβίνος, Μπετόβεν, Έγελος, Μιχαήλ Άγγελος, Μαξ Πλανκ, Ροντέν, Κολόμβος. Να μας μιλήσουν για κάποιους όρους σειράς και βάσης, όπως σφαίρας στον Εμπεδοκλή, κενό στο Δημόκριτο, εκπύρωση στον Ηράκλειτο, μηδέν στον Παρμενίδη, κατηγορία στον Αριστοτέλη, τόνος στους Στωικούς.
Να μας ειπούν οι κάθε λογής Έλληνες επιστήμονες τι τους λέει η λέξη ψυχρά φλογί στον Πίνδαρο, μεταδάλλον αναπαύεται στον Ηράκλειτο, δακρυόεν γελάσασα στον Όμηρο, χαλεπώς μετεχείρισαν στο Θουκυδίδη. Να μας ειπούνε, πόσοι φιλόλογοι, έξω από τα σχολικά κολυβογράμματα, έχουν διαβάσει στο πρωτότυπο τρεις διάλογους του Πλάτωνα, δύο Νεμεόνικους του Πινδάρου, την Ωδή στην αρετή του Αριστοτέλη, έναν Ομηρικό Ύμνο. (Και αυτό δεν είναι ραψωδία).
Και για να μας πιάσει τεταρταίος και καλπάζουσα, να μας ειπεί ποιος γνωρίζει και διδάσκει από τους ειδικούς προφεσσόρους στα πανεπιστήμια ότι οι τρεις τραγικοί ποιητές μας στη βάση τους είναι φυσικοί επιστήμονες, ότι στη διάλεξη του για την αρετή ο Πλάτων έκαμε στους ακροατές του ένα μάθημα γεωμετρίας, ότι η Ακρόπολη των Αθηνών είναι δωρικό, και όχι ιωνικό καλλιτέχνημα, ότι η διδασκαλία τραγωδίας στο θέατρο ήταν κήρυγμα από άμβωνος, ότι η θρησκεία των Ελλήνων ήταν αισθητική προσέγγιση των φυσικών φαινομένων.

Δε νομίζω, αναγνώστη μου, ότι σε όλα αυτά τα επίπεδα η έρευνα μας θα δώσει ποσοστά γνώσης και κατοχής σε βάθος του κλασικού κόσμου από τους Νεοέλληνες που να υπερβαίνουν τους δύο στους χίλιους. Τι φωνάζουμε τότε, και φουσκώνουμε, και χτυπάμε το κούτελο στο μάρμαρο ότι είμαστε Έλληνες; Για το θεό δηλαδή. Παράκρουση και παραφροσύνη.
Θα μου ειπείτε:
- Μήπως και οι Ευρωπαίοι γνωρίζουν σε τέτοιο βάθος την αρχαία Ελλάδα;
Θα σας ειπώ:
- Όχι. Αλλά οι Ευρωπαίοι δεν καυχιούνται ότι είναι Έλληνες, όπως εμείς. Καυχιούνται ότι είναι Γάλλοι, και Ιταλοί, και Βέλγοι. Γιατί αυτό είναι στην ουσία της η αρχαία Ελλάδα. Δεν είναι τα πασουμάκια του Ηρακλή στο παλάτι της Ομφάλης. Ούτε ο Οδυσσέας με το παλούκι του στη σπηλιά του Κύκλωπα. Η αρχαία Ελλάδα είναι ένας πολιτισμός ασύγκριτος. Μια κοσμοθεωρία πλήρης. Ένας τρόπος ζωής ολοκληρωμένος και τέλειος. Είναι η πιο κοντά στη φύση και στη φυσική ιδιότητα κοινωνία, που έσωσε να δημιουργήσει ο άνθρωπος.

Δεν είναι τυχαίο που λέξεις ελληνικές, όπως μουσική, θέατρο, οργασμός, φιλοσοφία, μαθηματικά, φυσική, δημοκρατία, γεωμετρία, πολιτική, περάσανε σε όλες τις γλώσσες των εθνών του OHE σήμερα. Και με τις λέξεις αυτές ζουν και δηλώνουν τις βαθύτερες ουσίες του ανθρώπινου βίου τα δισεκατομμύρια του πλανήτη. Δεν είναι τυχαίο, που όχι μόνο ο πλανήτης αλλά και ο ουρανός, το σύμπαν ολόκληρο είναι κατάσπαρτο με τις ελληνικές λέξεις και με τα ελληνικά γράμματα που ονομάζουν διεθνώς τους αστερισμούς, και τους φωτεινότερους αστέρες του κάθε αστερισμού. Όχι. Δεν είναι καθόλου τυχαίο.

Εκείνο που είναι τυχαίο, είναι πως ο λαός που κατοικεί σήμερα στη χώρα που παλαιά την εκατοίκησαν οι Έλληνες, ονομάζουνται Έλληνες. Η έρευνα μας έδειξε ότι μόνο Έλληνες δεν είναι. Γιατί τους Έλληνες ούτε τους βλέπουν ούτε τους γνωρίζουν.

Από το Ελληνικό ερχόμαστε στό Εβραίικο. Ερωτάμε το ίδιο στατιστικό δείγμα, το ευρύ και το πλήρες, αν έχουν ακουστά τα ονόματα Μωϋσής, Αβραάμ, Ησαΐας, Ηλίας με το άρμα, Νώε, Βαφτιστής, Εύα η πρωτόπλαστη, Ιώβ, ο Δαναήλ στο λάκκο, η Σάρα που γέννησε με εξωσωματική. Και όχι μόνο τα ονόματα, αλλά και τις πράξεις ή τις αξίες που εκφράζουν αυτά τα ονόματα. Υπάρχει γριά στην επικράτεια που να μην τους ξεύρει τούτους τους Εβραίους; Δεν υπάρχει ούτε γριά, ούτε ορνιθοκλόπος στις Σποράδες, ούτε κλεφτογιδάς στην Κρήτη. Εδώ τα ποσοστά αντιστρέφουνται.
Στους χίλιους Νεοέλληνες τα ναι γίνουνται εννιακόσια τόσα, και τα όχι δύο. Και δεν ξεύρουν μόνο τα ονόματα, αλλά είναι έτοιμοι να σου κάνουν αναλύσεις στην ουνιβερσιτά και στην ακαντέμια για τις ηθικές και άλλες αξίες που εκφράζει το κάθε όνομα.
Το ίδιο συμβαίνει και για φράσεις όπως Προς Κολασσαεΐς, Προς Κορινθίους, Έκ τοϋ κατά Λουκάν.
Εδώ μάλιστα μεγάλος αριθμός Νεοελλήνων ξεύρει απόξω ολόκληρα χωρία και περικοπές. Το ίδιο συμβαίνει, αν τους ειπείς για τόπους όπως Ιορδάνης, Γαλιλαία, Γεσθημανή (sic), Όρος Σινά, Καπερναούμ, Τιβεριάς. Αν όμως τους ειπείς για Βάσσες ή Φιγαλία, για Αργινούσες ή Πλημμύριον, για Περίπατο ή Κήπο (περιπατητικοί, επικούρειοι), σου απαντούν, όπως ο Μακρυγιάννης. Όταν είδε το Σκούρτη και τους άλλους ναυάρχους στα όρη να οδηγούν σε μάχη τους στρατιώτες του Νικηταρά με ναυτικά παραγγέλματα:
- Τι όρτζα, πότζα, και γαμώ το κανλί του μας λέει ο κερατάς;

Το ίδιο συμβαίνει, αν ζητήσεις να σου αναλύσουν την επί του Όρους Ομιλία, ή να σου τραβήξουνε διάλεξη περί νηστείας, περί προσευχής, περί του «Δεύτε οι ευλογημένοι…». Ο κάθε Νεοέλληνας εδώ είναι πτυχιούχος και ειδήμονας. Είναι κληρονόμος και καθηγητής. Ξέρει να ταΐσει άχυρα το σκυλί του, και κόκαλα το γαϊδούρι του. Γνώση και πίστη και σοφία, που να ιδούν τα μάτια σου και να μην πιστεύει ο νους σου.

Ένας παπάς, και Κρητικός μάλιστα, στη μητρόπολη Κορίνθου, με κοίταζε κάποτε γλαρωμένος.
-Τι βλέπεις παπά;
-Έχω ένα όραμα, μου λέει. Να μαζέψω κάποτες λεφτά από τους ομογενήδες. Να σηκώσω εδώ στον Ισθμό, μπαίνοντας στο Μοριά να το βλέπουν ούλος ο κόσμος, ένα άγαλμα του απόστολου Παύλου. Ίσαμε πενήντα πήχες ψήλος, και βάλε.
-Σαν το άγαλμα της Ελευθερίας ε; του κάνω.
-Έτσι, μου λέει. Κι όλο έπαιρνε φωτιά.
-Και γιατί του Παύλου, δηλαδή; Και τόσο πελώριο.
-Μα…για τις Προς Κορινθίους ντε!
-Τον ξέρεις τον Κολοσσό της Ρόδου; τον ερωτώ.
-Ναι. Τέτοιονε θέλω και τον Παύλο.
-Τον Κολοσσό του Μαρουσιού τον ξέρεις;
-Εννοείς το βιβλίο για τον Κατσίμπαλη; Το ξέρω.
-Τον κώλο του Μαρουσιού, παπά, τον ξέρεις;
-…
-Άστα αυτά, του λέω. Είναι της αριστερής διανόησης.
-Εμ, λέω κι εγώ. Γι’ αυτό δεν τον ξέρω. Μου απαντάει.
- Γιατί, βρε αρκουδόπαπα, ξέσπασα, δε στήνεις ένα άγαλμα του Νικηταρά ή του Κολοκοτρώνη, που μας λευτερώσανε και είδαμε μοίρα στον ήλιο; Και να το κάμεις ψηλό και βαρύ ωσάν τον Ακροκόρινθο που βλέπεις αντίκρια σου; Όπως θα ταίριαζε στους παλικαράδες μας; Μόνο μου θέλεις τον Εβραίο. Δεν ξέρεις ότι με τους Εβραίους οι Έλληνες είμαστε η φωτιά με το νερό; Όχι από εθνικό μίσος, όπως με άλλους, αλλά από αντιπαράθεση κοσμοθεωριών; Δεν άκουσες ποτέ την ιερή βρισιά του λαού μας: «Γαμώ τον Εβραίο σου!». Δεν άκουσες ποτέ το δημοτικό μας τραγούδι, «Και κείνη η σκύλα η άνομη, Οβρέσσας θυγατέρα»; Άιντε, καημένε μου. Που να ζεις και νά είσαι. Κι είσαι κι από τα χωριά του Ερωτόκριτου και του Βενιζέλου.

Μ’ ένα λόγο, ο μέγας και ο βαθύς εβραίικος πολιτισμός -δεν ειρωνεύομαι, κυριολεκτώ- μέσα από τη χριστιανική του μετάλλαξη, κι αυτή πια δεν είναι ούτε μεγάλη ούτε βαθιά, πέρασε ως το μυελό των οστών και στη διπλή σπείρα του DNA όλων των Νεοελλήνων. Ένα μόνο δε γνωρίζουν. Ότι ο σπουδαίος αυτός πολιτισμός είναι εντελώς αντίθετος με τον πολιτισμό της κλασικής Ελλάδας. Το αρνί και ο λύκος. Ο πάμφωτος ναός της Αφαίας στην Αίγινα, και το μονύδριο της αγίας Ελεούσας στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων, με την αγράμματη καλόγρια που κυνηγά τις έγκυες και τις λεχώνες, γιατί ‘ναι μαγαρισμένες, λέει. Αλλά δεν είναι εδώ ο καιρός και ο τόπος για τέτοιες εξηγήσεις. Το θηρίο το καταπάλαιψα σε άλλες εκστρατείες. Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης που ξαστόχησε, λέει ο ποιητής.

Τέτοιας λογής αποτέλεσμα θα μας δώσει η στατιστική έρευνα στον πληθυσμό της χώρας αναφορικά με την απόδραση του Ελληνικού, και την επίδραση του Εβραίικου. Στην επιφάνεια και στον τύπο και στο όνομα είμαστε Έλληνες. Στο βυθό όμως και στην ουσία και στην ύλη είμαστε Εβραίοι. Και μη μας παραπλανά το απλοϊκό δικηγοριλίκι, που κανοναρχούν ιεροκήρυκες και ιερολόγοι, ότι τάχατες άλλο Εβραίοι κι άλλο χριστιανοί. Άλλο ορθόδοξοι κι άλλο ρωμαιοκαθολικοί. Ο ισχυρισμός αυτός είναι δόλιο σόφισμα, και αφέλεια ξεχειλωμένη. Όσοι λένε τούτη την παλαβομάρα, είναι σα να λένε: Άλλο εταίρα κι άλλο πουτάνα. Μα σε σεμνεία δουλεύουνε και οι δύο. Άλλο δρομέας κι άλλο δισκοβόλος. Μα αθλητές είναι και οι δύο. Άλλο λέμφωμα, άλλο λευχαιμία, κι άλλο νεοπλασία του λάρυγγα. Μα καρκίνοι είναι όλοι τους. Και κακά σπυριά, που σκοτώσανε Καβάφη και Φρόυντ.

Οι Νεοέλληνες εκρατήσαμε το σχήμα μόνο από τους Έλληνες. Η μάζα όμως, το πι που λένε οι φυσικοί, είναι καθαρά εβραίικη. Και ο χώρος, το βραύνιπι ή β που λένε οι φυσικοί, μέσα στον οποίο συντελέστηκε η αφελλήνιση των Ελλήνων είναι το χριστιανικό Βυζάντιο. Και ο χρόνος, ο Ιειτιριιβ ή το ΐ που λένε οι φυσικοί, που στη διάρκεια του συντελέστηκε ο εξεβραϊσμός των Ελλήνων είναι από τον καιρό του Θεοδόσιου μέχρι σήμερα. Ο Θεοδόσιος εγκρέμισε τους ναούς, έσπασε τα αγάλματα, έκλεισε τα στάδια, τα θέατρα, τα ελληνικά σχολεία.
Όλες τις πηγές που ποτίζανε την ελληνική αντίληψη ζωής. Γι’ αυτό τον εβαφτίσανε Μέγας. Όπως εβαφτίσανε Μέγας και τον προαγωγό του, με τη διπλή σημασία η λέξη, τον Κωνσταντίνο. Τον καίσαρα που έσφαξε τη γυναίκα του και το γιό του. Και τους εβάφτισαν Μέγας, εκείνοι που εβάφτισαν Μέγας και τους Αθανάσιους, τους Βασίλειους, και όσους τέτοιους. Όλοι τους γκρεμιστάδες, παραχαράκτες, αλάριχοι, βάνδαλοι της ελληνικής ιδέας.

Η άλλη φωνή, που λέει ότι τίποτα δεν εσήμαιναν ετούτες οι φρικαλεότητες των χριστιανών κατά των Ελλήνων, για όσους δεν εξεφτίσανε σε Εβραιοέλληνες αλλά έμειναν Ελληνοέλληνες, έρχεται από πολύ μακρυά και την ακούνε λίγοι:
«Γιατί τα σπάσαμε τ’ αγάλματα των, γιατί τους διώξαμεν
απ’ τους ναούς των, διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι θεοί».

Καβάφης ειν’ αυτός, αναγνώστη μου, δεν είναι σαράφης. Ούτε Βούδας και Κούδας. Και το ποίημα λέγεται Ιωνικόν. Δε λέγεται Χερουβικόν.
Ο κακουργημός και η εξόντωση του κλασικού Έλληνα από τον εβραιόφρονα χριστιανό εκράτησε από το Θεοδόσιο ως την αυγούστα Ευδοξία. Ως το 843 που έγινε η επίσημη αναστύλωση των εικόνων. Η γιορτή της Ορθοδοξίας που γιορτάζεται κάθε χρόνο από τότε, στο έμπα της άνοιξης, πολύ λαμπρά και με την παρουσία όλης της επιφάνειας του κράτους, ως και οι ξένοι πρεσβευτάδες!, στο θετικό της συμβολίζει το θρίαμβο των χριστιανών. Στο αρνητικό της όμως δηλώνει την τελική κατακρεούργηση κάθε Ελληνικού. Είναι η ταφόπετρα της ελληνικής ιδέας.

Η τελευταία αντίσταση του μετρημένου «Έλληνα» στο ασιατικό τέρας ήταν ο Λέων Γ’ ο Ίσαυρος. Έξυπνησε ο άνθρωπος ένα πρωί, και είδε το μισό πληθυσμό της χώρας τουρλωτούς παπάδες και παχυμουλαράτους καλόγερους. Τότε, σαν το Χριστό με το φραγγέλιο, σήκωσε αυτό που το λένε Εικονομαχία. Και ετελείωσε με το χαμό του φωτός και το σωσμό του σκότους. Με την Κυριακή της Ορθοδοξίας, ή την ταυτότητα του Νεοέλληνα.

Έλληνες λοιπόν στο δέρμα. Και Εβραίοι στα κόκαλα και στο αίμα, στην καρδιά, στα άντερα και στη χολή. Ιδού το κλειδί, η αιτία, ο λόγος της εθνικής σχιζοφρένειας.
Πίσω από τα Σκόπια, από το Αιγαίο, τις Ολυμπιάδες, την Κύπρο, πίσω από τους κατσιβελισμούς, τα δάνεια και τις ψωροκώσταινες• πίσω από Εξαρχόπουλους, Μεταξάδες και Παπαδοπουλέους• πίσω από Μαρίκες και Μιμίκες και κατσίκες, και Κοσκωτάδες και σκατάδες• πίσω από Κορυδαλλούς και κοριούς και καθάρσεις και λοιμοκαθαρτήρια• πίσω από ρουσφέτια και βιλαέτια και κασαβέτια, βρίσκεται η εθνική μας σχιζοφρένεια. Αυτή απεργάστηκε την εθνική πόλωση, και την εθνική αταυτότητα.

Στο χωριό των χιλίων κατοίκων του πλανήτη μας σήμερα οι δύο Έλληνες πηδοκοπούν κατά μπροστά, κι έχουν βιδωμένο το κεφάλι να βλέπει κατά πίσω. Τους κοιτάνε οι ξένοι, ανοίγουν διάπλατα τα μάτια, και τους προγκάνε.
- Στραβομάρα και πάλαβρα. Βρε ούστ!
Στους χρόνους της Άλωσης οι στρατιώτες του Παλαιολόγου που υπεράσπισαν τα τείχη ήσαν οχτώ χιλιάδες. Την ίδια ώρα που στα μοναστήρια του κράτους βρίσκουνταν τριακόσιες χιλιάδες καλόγεροι στην άλκιμη ηλικία του μάχιμου άντρα. Να τρώνε και να πέρδονται και να τρέφουνε πρωκτό. Και ο αρχηγός του κράτους την Κυριακή έψελνε πατριάρχης στην αγια-Σοφιά, και τη Δευτέρα γονάτιζε τσανακογλείφτης στο σαράι.

Έτσι, μιλώντας για πατριάρχη και για σουλτάνο, φτάνουμε στους πρώτους κύκλους της Κόλασης του Δάντη. Κάποτε πρέπει να ξεκλειδώσουμε το κατώγι της ιστορίας μας. Και να φέρουμε στο φως «τους όφεις και τα φίδια» που είναι μέσα κλεισμένα. Να ειπούμε, δηλαδή, ότι το πρώτο μέλημα του πορθητή της Πόλης ήτανε να θρονιάσει στο στασίδι των σκλάβων τουρκόφρονα πατριάρχη. Όχι για να προστατέψει τα νιτερέσα του δούλου γένους, όπως μας λένε αιώνες τώρα οι δάσκαλοι και τα βιβλία. Αλλά για να τον έχει δόλιο και χθόνιο συνεργάτη στο αρειμάνιο οθωμανιλίκι του. Στο να μη σηκώσουνε, δηλαδή, ποτές κεφάλι οι ραγιάδες.

- Εσύ από τη μεριά σου, παπά, είπε ο Πορθητής στον πατριάρχη Γεννάδιο, αυτόν που διάταξε να κάψουν τα βιβλία του Πλήθωνα για τον Πλάτωνα, θά’ σαι το δικό μου μούτρο με τη μουστακοφόρα και τη ραγιάδικη προβοσκίδα. Ο κρυφός πολυχρονεμένος πατισάχ. Θα τους λες, μαζί με την κυρα-Δέσποινα, υπομονή και κουράγιο, και «πάλε με χρόνους με καιρούς…». Και θα τους κρατάς καλά στους χαλκάδες και τις άλυσες. Με τον καιρό θα μάθεις. Και η συμπεριφορά σου θα γενεί πολιτική σκεπαστή, και υψηλή διπλωματία. Με τους δραγομάνους και τους οσποδάρους που θα σου φτιάξω, και δίπλα στους ιδικούς μου τζοχανταραίους, τον πασά και το μουφτή, τον κατή και το βοΐβοντα, θα οργανώσουμε ένα τέλειο σύστημα διοίκησης. Τη συντήρηση, δηλαδή, και το διαιωνισμό της σκλαβιάς. Και τού ‘κλεισε το μάτι.
Εγώ από τη μεριά μου, υποσχέθηκε, θα σ’ έχω στα χρυσά και στην πορφύρα, Θα τρως, και θα πίνεις, και θα παχαίνεις. Όπως το λέει και το τραγούδι:
«Καρδιά μου, τι ξαλάφρωμα,
τι πρήξιμο, κοιλιά μου».

Και τα «οθωμανικά» τερτίπια μου, αν το βαστά η καρδούλα σου, και κείνα δικά σου. Παπαδάκια και γιουσουφάκια. Μόνε πρόσεχε! Στο κρυφό και στο σκεπασμένο. Θά ‘χεις τις εκκλησιές σου, τις πισκοπές και τα μοναστήρια σου. Δίσκους, κεριά, λιβάνια, τάματα, διαθήκες, άσπρα και γρόσια, βακούφια και χτήματα μοναστηριακά, ούλα αφορολόγητα. Θα τα γιομίζεις με διάκους, και με καλόγερους τίγκα. Κι αμάν αμάν. Αλλά τη συμφωνία μας και τα μάτια σου. Γιατί θα σε κρεμάσω με τ’ άντερα σου.

Έχεις ακουστά, τίμιε αναγνώστη, για τα μοναστηρίσια γεύματα και τα μοναστηρίσια τραπέζια; Ακόμη αποκρατά ο απόηχος. Ο Ανώνυμος της Ελληνικής Νομαρχίας διηγάται πως ο δεσπότης Ιωαννίνων είχε μια κοιλιά σαν εξάμετρο βαγένι. Και πως σαν εστρωνότανε για πρόγευμα, έτρωγε δύο οκάδες γιαούρτι σακούλας, και μισή οκά σαρδέλλα παστωμένη με το χουλιάρι την καθησιά.

Έτσι, λοιπόν, από τούτη τη συμφωνία του πατριάρχη με το σουλτάνο, πέρα από τους τέσσερες αιώνες της φοβέρας και της σκλαβιάς, τι βγήκε; Βγήκε η περίφημη ρασοφόρα διπλωματία του ραγιά και του καγιά. Σήμερα τη λέμε φανάρι και φαναριωτισμό. Είναι οι Φαναριώτες. Οι αόρατοι τουρκολάτρες. Οι πρίντζιπες και οι ηγεμόνες της Βλαχομπογδανίας που λέει ο Ρήγας. Οι Καρατζάδες, οι Μουρούζηδες, οι Σούτσοι, οι Ραγκαβήδες, οι Μαυροκορδάτοι, και οι πανάθλιοι Κωλέττηδες. Αυτή η λύμη και η συφορά. Το θρεφτάρι του πατριάρχη και του σουλτάνου. Το θρεφτάρι του ελληνοεβραίικου φυράματος, δηλαδή, στην καινούργια του μετάλλαξη, που όταν θα ‘ρθεί η ώρα του μεγάλου Σηκωμού, θα παίξει τον ολέθριο ρόλο του. Θα δημιουργήσει τη μοιραία αντιπαράθεση ανάμεσα στους γνήσιους Έλληνες, τους Ελληνοέλληνες αλλιώτικα, και στους μούλους Έλληνες, τους Ελληνοεβραίους αλλιώτικα. Ανάμεσα, δηλαδή, «στα συνήθια της Ιλιάδας» που αποκρατούν ακόμη, όπως έγραφε ο Σολωμός, την ουσία, και στη δουλόφρονα και μουλωχτή πολιτική του κλήρου, τον τύπο.

Το σχήμα Ελληνοέλληνες και Ελληνοεβραίοι στο μεγάλο Σηκωμό θα λάβει τη διπλή διάταξη. Από δω οι αγωνιστές και οι αγράμματοι, από κει οι πολιτικοί και οι κοντυλοφόροι Φαναριώτες. Φιλικοί και Ρήγας και Υψηλάντες• Μαρκομπότσαρης και Κολοκοτρωναίοι• Αντρούτσος, Παπαφλέσσας, Νικηταράς και Μακρυγιάννης• ο Αθανάσης Διάκος, ο Κανάρης, ο μεγάλος Καραϊσκάκης, ο Καποδίστριας• οι Σουλιώτες και οι Μανιάτες. Αυτή είναι η κρυστάλλινη πηγή του Ελληνοέλληνα, που δεν κατεβαίνει από τα συναξάρια και το Οκτωήχι της εκκλησίας. (Μη σε ξεγελά, που ο Κολοκοτρώνης γραφή και ανάγνωση έμαθε από το Οκτωήχι). Αλλά ροβολάει από τον Όλυμπο και τον Αλφειό και την Κασταλία βρύση. Από τον Κιθαιρώνα, το Βριλησσό και τον Ευρώτα. Είναι η αρχαία αρετή και η νέα λεβεντιά. Είναι η εμορφάδα και το φιλότιμο, η μπέσα, και ο λόγος σπαθί. Το καθαρό μάτι, και το τίμιο χέρι.

Όταν η Διοίκηση, το φαναριωτιλίκι δηλαδή, μας λέει ο Σολωμός, για να διασπάσει τους οπλαρχηγούς του Βάλτου, έστειλε είκοσι διπλώματα στρατηγών, εκεί που ήταν μόνο ο Μαρκομπότσαρης, ο Μάρκος τους εκάλεσε, έσκιασε μπροστά στα μάτια τους το δίπλωμα του, και είπε:
- Ο Σκόντρα πασάς τα δίνει τα διπλώματα. Κι όποιος είναι παλικάρι, ταχιά το παίρνει από τα χέρια του.
Είπε και τράβηξε κατά το Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου. Εσκοτώθηκαν Τούρκοι έως οχτακόσιοι. Από τους δικούς του δεκατρείς. Και τριάντα λαβωμένοι. Τον έφεραν από το Καρπενήσι στο Μεσολόγγι στον ώμο. Και τον ταφιάσανε με μοιρολόγια και κλάηματα. Όπως παλαιά οι Αχαιοί τον Πάτροκλο.

Κι από την άλλη στο σχήμα το κηφηναριό του πατριάρχη. Οι πρίντζιπες, οι καλαμαράδες, οι σπουδαγμένοι στην Ευρώπη με τα ψαλιδοκέρια και τις βελάδες. Οι Φαναριώτες που προσφωνάζουνταν Εξοχότατε και Γενναιότατε! Κι όσες φορές πέτυχαν να ηγηθούν στις μάχες, έσπειραν στους Έλληνες το θρήνο και τη συφορά. Μαυροκορδάτος, Νέγρης, ο άθλιος Κωλέττης, κι όλη η συναφής κουλουμωτή μύγα.
Θα κατεβούν στη σηκωμένη χώρα σα θολωμένα ρέματα και λασπουριά. Θα κοιταχτούν πονηρά με τα δύο και τα τέσσερα στραβά τους. Θα συναγροικηθούν αστραπιαία στις γωνίες και στα σκοτεινά. Και θ’ αμολήσουν στον τόπο τις όχεντρες. Δεκαπέντε μήνους επολέμησαν οι Έλληνες τον τύραννο. Κι αν ήθελαν βαστάξει μονιασμένοι ως το τέλος, θα τον εφτάνανε στην Κόκκινη Μηλιά. Αλλά τους άλλους πεντέμισυ χρόνους σφαξόντανε μεταξύ τους. Και το σπαθί να βυθίζεται στη λαβή. Αυτό ήταν το έργο των Φαναριωτών, των δεσποτάδων, και της ελληνοεβραίικης ανομίας.

-Τι κοιτάς, Κολοκοτρώνη μου, με το μάτι σου στυλωμένο τόση ώρα εκεί, κατά τα βουνά;
-Α! βλέπω πίσω από τα βουνά. Εκεί στην πόρτα τ’ Αναπλιού. Και τους καλαμαράδες να πλέκουν ένα γαϊτανάκι. Μα ένα γαϊτανάκι!
Κι άλλη φορά σε μια σύναξη γυρίζει άγρια ο Γέρος κατά το δεσπότη της Άρτας:
-Μη μου βροντάς, παπά, το πασουμάκι στο τραπέζι, γιατί βροντώ το σπαθί, και σου κόβω το κεφάλι.
Πήρε φόρα το ράσο του δεσπότη, κι ακόμη λακάει. Από το Μοριά στην Άρτα με τα πόδια. Και με τα πασουμάκια.

Ποιος είναι ο Γρηγόριος ο Ε’;
Είναι εκείνος που σύνταξε το κείμενο του αφορισμού στα 1799. Και η εκκλησία το βρόντηξε αργότερα στην ανθρωπιά του Καΐρη, όπως η κατάρα τον κεραυνό στο μέτωπο του Κάιν. Του φωτισμένου σοφού, και του ήρωα στους ιερούς αγώνες Καΐρη. Γιατί άρχισε να ξεμπροστιάζει τους παπάδες, και να φωτίζει τον κοσμάκη.
Ποιος είναι ο Γρηγόριος ο Ε’;
Είναι ο ίδιος που αφόρισε τον Υψηλάντη και τους Φιλικούς. Το μεγαλείο και το μυστήριο της Εταιρείας.
Θα μου ειπείς πως τον εκρέμασε ο σουλτάνος. Θα σου ειπώ, μα πώς αλλιώς λοιπόν; Επρόδωσε την καταχθόνια συμφωνία τους. Εκοιμήθηκε. Και χωρίς να το νιώσει άφηκε να ξεσφίξει η θηλειά στο λαιμό του ραγιά. Εφούσκωσε στο σκαφίδι το προζύμι του εθνικού άρτου, και πια δεν ημπορούσε να το κρατήσει με τίποτα.
Ποιος είναι ο Γρηγόριος ο Ε’;
Είναι αυτός που στα 1819 με πατριαρχικό φιρμάνι απαγόρεψε στους παπάδες να βαφτίζουν τα παιδιά μας με ονόματα ελληνικά. Καταλαβαίνεις τι σου λέω, τίμιε αναγνώστη;
Ποιος είναι ο Γρηγόριος ο Ε’;
Είναι ο πατριάρχης που έσκασε από το κακό του, γιατί τον εμπόδισαν και δεν επρόφταξε να αφορίσει το Ρήγα. Το μεγαλομάρτυρα Ρήγα.
Ποιος είναι ο Γρηγόριος ο Ε’;
Είναι ο πατριάρχης που βλέπουμε τον ανδριάντα του μπροστά στο εθνικό πανεπιστήμιο. Δίπλα στο Ρήγα. Πού ξανακούστηκε τέτοιο κυλώνειο άγος! Ο Λεωνίδας κι ο Εφιάλτης αγκαλιά. Η ελληνική σχιζοφρένεια αγαλματοποιημένη μπροστά στα πόδια της ελληνικής παιδείας. Μπροστά στο αγνό βάθρο του μέλλοντος των παιδιών μας. Αυτή η συμβολική στιγμή και εικόνα, ο Γρηγόριος Ε’ δίπλα στο Ρήγα μπροστά στο πανεπιστήμιο, είναι το σύμβολο παλλάδιο της μουλαροσποράς μας.

Ο καημένος ο Κολοκοτρώνης. Είπε κάποτε πως μια μέρα το πανεπιστήμιο θα γκρεμίσει το παλάτι. Λάθος, σοφέ μου γέρο. Γιατί αφόντας εστήσανε μπροστά στο πανεπιστήμιο τον πατριάρχη, η νεότερη Ελλάδα είχε παίξει πια τη ζαριά της στο Ρουβίκωνα. Είχε πάρει το δρόμο της. Τη στράτα του κακού και της ανεμοζάλης. Η Ελλαδοελλάδα αποσύρθηκε, άκρα πικραμένη και περήφανη. Και άφηκε την Εβραιοελλάδα να ξερογλείφεται σα μαϊμού απάνου στη σκηνή του καραγκιόζη:
«Γειά σου, μάνα μου Ελλάς, είμαι κλεφτοφουκαράς».
Η σμαρδή και φαναριώτικη πολιτική στον Αγώνα, με Μαυροκορδάτο και Κωλέττη και παπάδες, θα περάσει ύστερα, και θα δώσει το ρυθμό και τον τόνο της στην πολιτική ιστορία της «νεότερης Ελλάς». Φατρίες, κομματισμός, αρριβισμός, βουλευτοτσιφλικάδικα. Εθνική αφασία, ξενοκίνητα νήματα της μαριονέττας, το αγγλόφιλο, το γαλλόφιλο, το ρωσόφιλο. Πολιτική του ρουσφετιού και της ασυδοσίας, δουλοφροσύνη, λεονταρισμοί, απαξία, ιδιοτέλεια. Ό,τι ανθίζει πια, κι ό,τι καρπίζει σήμερα στη χώρα. Νούλες και κουλούρηδες, χάχηδες και σάκηδες, ντόρες και ντορήδες.

Περάστε κόσμε.

Έξω από τα λίγα αργά φωτεινά διαλείμματα. Το αγγελικό και μαύρο φως του ποιητή. Που ο ένας θα περάσει μια Κυριακή πρωί μπροστά στον αη-Σπυρίδωνα. Που ο άλλος θα ειπεί κατάδακρυς: «Ώστε λοιπόν, ανθ’ ημών Γουλιμής!». Και ο τρίτος θα σημειώσει σιωπηλά στο καλεντάρι του: 1 Νοεμβρίου 1920.

Η τελευταία πράξη της τραγωδίας, η ταφόπλακα δηλαδή που σκέπασε το φονικό, ανάλογη με την ταφόπλακα του 843 που έθαψε την αρχαία Ελλάδα, ήταν το διάταγμα του ελληνικού κράτους να ονομάσει το Υπουργείο για τη μόρφωση των παιδιών μας Υπουργείο των Εκκλησιαστικών. Και λίγο αργότερα Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Και τούτο το άνομο όνομα και νόημα τέρας το φέρνει μέχρι σήμερα. Η εθνική σχιζοφρένεια υπογράφτηκε και σφραγίστηκε με τη μεγάλη του Κράτους σφραγίδα.
Ακούσατε πουθενά σε Ευρώπη ή σε Αμερική, σε Σαχαλίνη, Ταγκανίκα ή Εσκιμώους, η παιδεία ενός έθνους, η μεγάλη ελπίδα και το μυστήριο των μυστηρίων του, να μπερδεύεται με το αντερί και το ράσο; Οι Ελληνοεβραίοι πολλοί θωρούν ακίνητοι τον πατριάρχη μπροστά στο πανεπιστήμιο, και φουσκώνουν σά διάνοι. Οι Ελληνοέλληνες λίγοι μιλούν για την εθνική σχιζοφρένεια, και ψιθυρίζουν σαν το μεγάλο Σολωμό: «Αλλίμονον, η δάφνη κατεμαράνθη!». Και κλαίνε.

Αλλά πέστε να πάψουν επάνω οι φωνές των γυναικών. Και σταματήστε τα δάκρυα για τον Ορέστη. Γιατί κάπου βαθιά στον καθένα μας υπάρχουν κρυμμένοι οι Έλληνες. Και περιμένουν. Τό ‘δειξε ο Θοδωράκης και ο Σολωμός. Τό ‘δειξε ο Καποδίστριας και η Λιογέννητη. Τό ‘δειξε το ‘12-’13 και ο Τρικούπης. Τό ‘δειξε ο Γοργοπόταμος, ο Καβάφης, και το ύψωμα 731 κοντά στο Βεράτι.

Έλληνες θα ειπεί δύο και δύο τέσσερα στη γη. Όχι δύο και δύο είκοσι δύο στον ουρανό.
Έλληνες θα ειπεί να τελείς στους νεκρούς τις χοές της Ηλέκτρας. Όχι κεριά στους νεκρόλακκους, και δηνάρια στο σακούλι του τουρκόπαπα.
Έλληνες θα ειπεί να προσκυνάς τακτικά στους Δελφούς το γνώθι σαντόν. Όχι να κάνεις την εξομολόγηση στους αγράμματους πνευματικούς και στους μαύρους ψυχοσώστες.
Έλληνες θα ειπεί να σταθείς μπροστά στη στήλη του Κεραμεικού και να διαβάσεις το επιτύμβιο: ΣΤΑΘΙ ΚΑΙ ΟΙΚΤΙΡΟΝ. Σταμάτα, και δάκρυσε• γιατί δε ζω πιά. Κι όχι να σκαλίζεις πάνω σε σταυρούς κορακίστικα λόγια και νοήματα: προσδοκώ ανάσταση νεκρών.
Έλληνες θα ειπεί το πρωί να γελάς σαν παιδί. Το μεσημέρι να κουβεντιάζεις φρόνιμα. Και το δείλι να δακρύζεις περήφανα. Κι όχι το πρωί να κάνεις μετάνοιες στα τούβλα. Το μεσημέρι να γίνεσαι φοροφυγάς στο κράτος και επίτροπος στην ενορία σου. Και το βράδυ να κρύβεσαι στην κώχη του φόβου σου, και να ολολύζεις σα βερέμης. Ακόμη κι ο Ελύτης, καθώς εγέρασε, τό ‘ριξε στους αγγέλους και στα σουδάρια. Τι απογοήτεψη…
Έλληνες θα ειπεί όσο ζεις, να δοξάζεις με τους γείτονες τον ήλιο και τον άνθρωπο. Και να παλεύεις με τους συντρόφους τη γη και τη θάλασσα. Και σαν πεθάνεις, να μαζεύουνται οι φίλοι γύρω από τη μνήμη σου, να πίνουνε παλιό κρασί, και να σε τραγουδάνε:
«Τρεις αντρειωμένοι εβούλησαν να βγουν από τον Άδη.
Ένας το Μάη θέλει να βγει κι άλλος τον Αλωνάρη.
Κι ο Δήμος τ’ αγια-Δημητριού ν’ ανοίξει γιοματάρι.
Μια λυγερή τους άκουσε, γυρεύει να την πάρουν.
Κόρη, βροντούν τ’ ασήμια σου, το φελλοκάλιγό σου,
και τα χρυσά γιορντάνια σου, θα μας ακούσει ο Χάρος».

Πηγή: Αποσπάσματα από το βιβλίο «Γκέμμα» του Δημήτρη Λιαντίνη (κεφάλαιο «Ο Ελληνοέλληνας»)

Τρίτη, Μαΐου 04, 2010

Του Έλληνα ο τράχηλος ζυγό δεν υποφέρει!

Αμ πως!
Μία είναι η Ελλάδα και ποτέ δεν πεθαίνει...
εμείς δεν φταίγαμε....
όταν εμείς δίναμε τα φώτα του πολιτισμού...
οι ξένοι συνωμοτούν εναντίον μας...
οι τράπεζες που έδιναν αβέρτα κουβέρτα δάνεια και πιστωτικές μας παγίδεψαν...
μας μισούν γιατί κανείς απ' αυτούς τους ξένους δεν ξέρει να ζήσει όπως ο Έλληνας...

Ναι, κι εγώ προχτές διασχίζοντας την Πατησίων, είδα πέντε-έξι Βριλ να πίνουν φραπέ αραγμένα στη στάση του λεωφορείου.

Τρίτη, Απριλίου 13, 2010

Αντίο ρε Μάνο...


Πόσοι ακόμη θα μετακομίσετε ρίχνοντας ένα φάσκελο εδώ πίσω, αφήνοντας την έρμη μουσική λιγότερη, φτωχότερη, ασχημότερη;
Θα μας λείψεις, θα σε θυμάμαι πάντα στη συναυλία του Λυκαβηττού το 2004...




Καλό Ταξίδι Μάνο

Πέμπτη, Απριλίου 01, 2010

Οι γονείς μου ήταν αχτύπητοι!


Πώς ήταν οι γονείς σας, πριν γίνουν οι... γονείς σας;
Πριν γίνουν "η μαμά" και "ο μπαμπάς";

Πόσο συχνά σκεφτόμαστε ότι υπήρξαν κι εκείνοι νέοι, έφηβοι, ερωτευμένοι, αστείοι, μοντέρνοι, κούκλοι;
Ότι είχαν κάποτε μια ζωή συναρπαστική, ότι είχαν υπάρξει κι εκείνοι "άγρια νιάτα", ότι είχαν κάνει τρέλες και είχαν διασκεδάσει μέχρι τελικής πτώσεως;

Εγώ πάντως ελάχιστες.

Μόνο πού και πού όταν πέφτει καμιά παλιά φωτογραφία στα χέρια μου συλλογίζομαι "πω, πω, κούκλα ήταν η μάνα μου εδώ", ή "καλά αυτό το βλέμμα του πατέρα μου όλα τα λεφτά", κι ύστερα το ξεχνάω πάλι και πάμε παρακάτω.

Ε, λοιπόν, ο Eliot Glazer σκέφτηκε ακριβώς αυτό, κι έφτιαξε το My Parents Were Awesome. Πάτε να το χαζέψετε.
Θα σας βοηθήσει να θυμηθείτε πως οι γονείς σας δεν ήταν πάντα "γονείς" κι ούτε γεννήθηκαν μ' αυτό το ταμπελάκι κολλημένο στο κούτελο.
Και θα σας κάνει να γελάσετε σε πολλές στιγμές, αλλά και να συγκινηθείτε.

Κι αν θέλετε, στείλτε καμιά φωτογραφία απ' τα νιάτα των γονιών ή των παππούδων σας. Θα ήταν όμορφη σκέψη κι ίσως να συγκινούσε κι εκείνους, τους "γονείς" σας.

Καλό Πάσχα σε όλους.

Σάλτσα Ναπολιτάνα

Καμιά φορά, βρίσκεσαι να συζητάς στο κινητό τα εσώψυχά σου, όντας μέσα σε ένα σούπερ μάρκετ, μπροστά στο ράφι με τα ζυμαρικά, κρατώντας στ...