Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συγκάτοικοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συγκάτοικοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Ιανουαρίου 27, 2012

Εξαρτάται από ποια πλευρά θα το δεις, Μέρος Πρώτο.

Λοιπόν, φίλες και φίλοι, να σας συστηθώ.Είμαι ο Βίνσετ.
Είμαι ψηλός και ρωμαλέος, γεροδεμένος και ξανθός, με μάτια μελιά. Κατά γενική ομολογία όλων, δεν έχω μονάχα κορμοστασιά ενός Βίκινγκ, αλλά και την ανάλογη τόλμη και γενναιότητα, ενίοτε και τρέλα.

Δε με τρομάζει και δεν με πτοεί σχεδόν τίποτα και κανένας.

Στον υπόλοιπο γατόκοσμο είμαι γνωστός ως Βίνσεντ, όπως ήδη σας είπα, που θα πει κατακτητής.
Οι άνθρωποί μου όμως διάλεξαν να με φωνάζουν Κανέλλο.
Νέλλο Κανέλλο για την ακρίβεια.
Φτωχό υποκατάστατο του Βίνσεντ ομολογουμένως, αλλά από την άλλη, οι άνθρωποι πάντα είχαν περιορισμένη αντιληπτικότητα και φαντασία, κι έτσι τους συγχωρούνται πολλά. Στην αρχή προσπάθησα ευγενικά να τους εξηγήσω πως δεν ήταν αυτό το όνομά μου. Με φώναζαν και αρνιόμουν να γυρίσω το κεφάλι μου.
Βέβαια, απαντούσα στο "ψι-ψι", γιατί όπως όλοι οι γάτοι ξέρουν, το "ψι-ψι" είναι μια από τις πρώτες λέξεις που ψελλίζουν οι άνθρωποι όταν συναντηθούν με κάποιον του είδους μας. Γιατί το κάνουν θα σας γελάσω, αλλά ας τους δούμε σαν μωρά. Και "γκοαρθεαφμπ" να έλεγαν, θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να ανταποκριθούμε, βραβεύοντας την προσπάθειά τους, σωστά;
Κι αφού φυσικά όλοι επίσης ξέρουμε πως στην ανθρωπίσια γλώσσα το "ψι-ψι" αντικαθιστά το "μέ-έου" που σημαίνει έλα κοντά μου, τους πλησίαζα.

Όπως και να 'χει, οι άνθρωποί μου, με το περιορισμένο τους λεξιλόγιο και την τεράστια έλλειψή τους σε ικανότητα εκμάθησης ξένων γλωσσών, επέμεναν να με αποκαλούν Κανέλλο. Και τέλος πάντων, το βρήκα στο τέλος-τέλος κάπως γλυκό αυτό το Κανέλλο, κι έτσι τους επέτρεψα να το κρατήσουν.

Είναι περίπου ένας χρόνος που τους έκανα την τιμή να μετακομίσω στο σπίτι τους, και πρέπει να ομολογήσω ότι για κάποιο διάστημα τα πράγματα πήγαιναν καλά. Είχα αποκτήσει έναν κολλητό φίλο και πιστό ακόλουθο, τον Τσίκο Πιτσίκο, (Έντουαρντ τον λένε, αλλά είπαμε για το κόλλημα των ανθρώπων), και μια φανατική εχθρό, την οποία λατρεύω να παρενοχλώ έτσι για την πλάκα του θέματος, την κυρία Λούνα. Αυτηνής ούτε που έκανα τον κόπο να μάθω το αληθινό της όνομα. Είναι απ' τις γάτες που αντιπαθώ σφόδρα.
Δουλοπρεπής, δε χαλάει ποτέ το χατήρι στους ανθρώπους με τους οποίους συγκατοικούμε, δεν έχει καμία φυσική κλίση στο κυνήγι και το κλέψιμο, σας μιλάω για σκέτη απογοήτευση.

Αλλά για τους ανθρώπους μου σας έλεγα. Λοιπόν, προσπάθησα να είμαι συγκαταβατικός μαζί τους, να μην εκνευρίζομαι όταν δεν καταλαβαίνουν απλά, γατίσια πράγματα, όπως το ότι είναι απολύτως αναμενόμενο από έναν γάτο του δικού μου διαμετρήματος να κυνηγά, να στήνει παγίδες, να πιάνει θηράματα, να εποπτεύει το σύμπαν από ψηλά, να εξερευνά κάθε νέο αντικείμενο που εμφανίζεται στο χώρο του, να προφυλάσσει την περιοχή του, να εφευρίσκει νέες κρυψώνες και κυρίως να κλέβει τροφή. Κι ούτε που σέβονται τη λαμπερή ιστορία της οικογένειάς μου: ο μακρυνότερος πρόγονός μου ήταν ο αγαπημένος γάτος της Chicago May.

Για θαυμασμό και ανταμοιβή στα τόσο κουραστικά καθημερινά μου καθήκοντα, ούτε κουβέντα. Για να μην αναφέρω ότι δεν έχω δει ούτε ένα τόσο δα δείγμα εκτίμησης στο πόσο εφευρετικός στάθηκα προκειμένου να βρω τρόπο να εξουδετερώσω ένα σωρό εμπόδια και παγίδες και ν' ανοίξω τόσα καλοφυλαγμένα σεντούκια με πολύτιμα εφόδια.

Το χειρότερο όλων; Μου 'χουν σπάσει τα νεύρα με τις φωνές τους. Και μου 'χουν χαλάσει και το όνομα. Πάνω που πήγαινα να το συμπαθήσω.
Γιατί τώρα δε με φωνάζουν γλυκά-γλυκά Κανέλλο και Κανελλάκι,όπως παλιά.

Τώρα με φωνάζουν συχνότερα Νέλλο. Κι αυτό το λένε ορθά-κοφτά, όχι γλυκά κι όμορφα...
Όσο για το Κανέλλο όλο και πιο συχνά το ακούω απ' το στόμα τους σαν τσιρίδα, με έμφαση στο "ε" και το "ο", να κάπως έτσι: "Κανέεεεεελοοο!"

Δεν ξέρω τι θ' αποκάνω μ' αυτούς τους ανθρώπους. Είναι αχάριστο είδος, κι αμόρφωτο, όπως και να το κάνεις...
Η Αυτού Μεγαλειότης

Πέμπτη, Αυγούστου 25, 2011

Τριάντα εφτά μέρες και νύχτες...

Τριάντα εφτά μέρες και νύχτες, όσες και τα χρόνια που μετράω πάνω σε τούτον τον πλανήτη, τριάντα εφτά μέρες και νύχτες γεμάτες αγωνία, δάκρυα, πόνο, κούραση, φόβο, οργή, εξουθένωση, απελπισία και απόγνωση.
Τριάντα εφτά μέρες μετά, χαλάλι και τα διαγράφω όλα και τίποτα δεν έχει πια σημασία.

Τριάντα εφτά μέρες μετά

ο Κανέλλος βρέθηκε και είναι πίσω στο σπίτι

Αδύνατος, ταλαιπωρημένος, βρώμικος, πεινασμένος, κουρασμένος, βραχνιασμένος, αλλά είναι ο Κανελλάκος μου.

Ίσα που μου 'ρχεται ν' αρχίσω να πιστεύω ότι υπάρχει Θεός.

Τώρα μπορώ να πάρω ανάσα και να κατακτήσω τον κόσμο :)


Παρασκευή, Ιουλίου 22, 2011

Πες στον Κανέλλο, ακόμα τον ψάχνω.


Είσαι φιλόζωος; Είχες ποτέ δικό σου ζωντανό; Σκυλί, γατί, ψάρι, πουλί, τρωκτικό, ερπετό, γουοτέβερ;
Κάτσε εδώ να τα πούμε.

Είσαι φιλόζωος αλλά δεν έτυχε να έχεις ποτέ δικό σου ζώο; Παρόλα αυτά έχεις χαϊδέψει το σκυλί του γείτονα, τη γάτα της κολλητής σου, το αδέσποτο στις διακοπές, τους έριξες ένα κομματάκι απ' το χάμπουργκερ που τρως, απ' την τηγανιτή μαρίδα στην ταβέρνα;
Κάτσε κι εσύ.

Είσαι φιλόζωος αλλά δε θες να έχεις δικό σου ζώο, γιατί δεν μπορείς ν' αναλάβεις τη μεγάλη ευθύνη του και τα όσα αυτή συνεπάγεται; Κάτσε στην παρέα.

Έχεις φοβία με τα ζώα, για κάποιο λόγο φοβάσαι τα τετράποδα, δίποδα, φτερωτά, λεπιδωτά, ή γουοτέβερ ζωντανά, δε τα θες κοντά σου γιατί ας πούμε σου αγγίζει τη γάμπα η ουρά της γάτας και παθαίνεις λαλά, αλλά παρόλα αυτά δε θα πείραζες, χτύπαγες, πλήγωνες, τρόμαζες, κλότσαγες ποτέ ζωντανό; Εντάξει είσαι, κάτσε κι εσύ.

* * * * *
Είσαι φιλόζωος γιαλατζί;
Από 'κείνους που κάποτε πήραν ένα κουτάβι, ένα γατί, ένα κάτι τέλος πάντων και μετά το βαρέθηκαν; Και μετά το πέταξαν στο δρόμο; Ή το πήγαν και το παράτησαν σε ένα πάρκο, ή κοντά σε μια ταβέρνα , ή στου διαόλου τη μάνα όταν η γκόμενά σου, ή ο γκόμενός σου πάτησαν πόδι, ή όταν ήθελες να φύγεις διακοπές και δεν είχες τι να το κάνεις;

Ή από 'κείνους που παράτησαν το κυνηγόσκυλό τους δεμένο σ' ένα δέντρο να ψωμολυσσάει όταν πια ήταν γέρικο για να τους ξετρυπώνει θηράματα; Εκτός βέβαια κι αν είσαι απ' αυτούς αλλά είσαι "μεγαλόψυχος" και φρόντισες να το ξεκάνεις με μια ντουφεκιά της κυνηγετικής σου καραμπίνας όσο εκείνο σε κοίταζε στα μάτια γεμάτο εμπιστοσύνη κουνώντας την ουρά του;

Είσαι από 'κείνους τους καλούς φιλόζωους που δεν στειρώνουν το ζώο που έχουν μες το σπίτι τους για να μη του "στερήσουν τη χαρά του σεξ", αλλά στ' αρχίδια τους για τη βλάβη στην υγεία του από τις απανωτές γέννες αν είναι θηλυκό και δε διστάζεις να πετάξεις τα νεογέννητά του στα σκουπίδια, στ' αρχίδια τους για τους κινδύνους που διατρέχει από καβγάδες με αντίπαλα ζώα αν είναι αρσενικό και για το πόσα άλλα αδέσποτα δημιουργεί το ζώο τους;

Είσαι ένας απ' αυτούς τους γελοίους μαλάκες που πήραν το ζώο γιατί ήταν "χαριτωμένο" αλλά μετά διαπίστωσαν ότι τους έπαιρνε πολύ χρόνο και πολύ φροντίδα, τους στερούσε απ' τους φίλους, την κοινωνική ζωή, τα γαμήσια, το ποτάκι, τις διακοπές; Κι όταν το διαπίστωσες αυτό το παράτησες δεμένο στη βεράντα αν ήταν σκύλος, στο πίσω μπαλκόνι, στην αυλή και το παράτησες στην έρμη την πουτάνα την τύχη του, και το θυμόσουν όταν σε ενοχλούσε το γάβγισμά του και το νιαούρισμά του κι έβγαινες είτε βρίζοντας για να το φοβίσεις και να χωθεί στην τρύπα του ή στο κλουβί του ή άν πάλι είχες γαμήσει καλά το προηγούμενο βράδυ, έβγαινες να του πετάξεις φαί; Μήπως πάλι όταν ήρθε η ώρα να φύγεις για διακοπές, αποφάσισες ότι η μόνη λύση ήταν να το παρατήσεις μόνο του για όλο το μήνα που εσύ ξεκουραζόσουν;

Μήπως πάλι είσαι από ένα άλλο, ξεχωριστό είδος φιλόζωου, που "αγαπάει" και "προσέχει" μόνο τη συνομοταξία ζώου που εκείνος "θεωρεί" κατάλληλο ν' "αγαπηθεί"; Ας πούμε είσαι φιλόσκυλος αλλά τις γάτες τις μισείς θανάσιμα, κι όταν βγάζεις τον γαμάουα σκύλο σου βόλτα τον μαθαίνεις να επιτίθεται και να κυνηγάει όποια αδέσποτη γάτα έχει την ατυχία να διασταυρωθεί μαζί σας; Ή ακόμα καλύτερα, όπου βρεις εσύ αδέσποτη ή και σπιτική γάτα, φροντίζεις μετά χαράς να της ρίξεις μια κλωτσιά, μια πέτρα, να την δηλητηριάσεις με φόλα, να την πατήσεις με το αμάξι;

Μπας κι είσαι από κάτι άλλους βαρεμένους με πετριά γερή στον υποτιθέμενο εγκέφαλό τους, που θεωρούν ζώα άξια για να τα έχουν κοντά τους μόνο όσα έχουν πετιγκρί, και προγόνους με καταβολές στη βασιλική οικογένεια της Αγγλίας; Και που στάζεις ένα σκασμό λεφτά για να στο φέρουν απ' τα εξωτερικά για να το 'χεις να κάνεις μετά φιγούρα; Και ταυτόχρονα θεωρείς όλα τα μη γαλαζοαίματα, μη ράτσας ζωντανά "κακά" ζώα με "κακό" χαρακτήρα, "ακατάλληλα" για συντροφιά, αφού όπως όλοι ξέρουμε μόνο τα ζώα ράτσας έχουν οοοόλα τα καλά προσόντα;

Ακόμα χειρότερα, μήπως είσαι από 'κείνη τη μεγάλη ομάδα του μικροτσούτσουνου, οικογενειάρχη υπανθρώπου, ή της αγάμητης αξιοπρεπούς καριόλας κατίνας της γειτονιάς, που θεωρεί τα ζώα σιχαμένα και βρώμικα και τα μισεί μ' όλη τη δύναμη της ψυχωτικής διάνοιάς του;

Από εκείνους που μαθαίνουν στα σιχαμένα μπάσταρδα κωλόπαιδά τους να βασανίζουν το γατί, το τζιτζίκι, το πουλί, να παίρνουν με τις πέτρες το σκύλο; Είσαι απ' αυτούς που όπου συναπαντηθούν με αδέσποτο σκούζουν και τσιρίζουν και τρέχουν να μαζέψουν το μούλικο μη τους το μαγαρίσει η επαφή;

Είσαι απ' αυτούς που σκορπάνε φόλες για να ξεβρωμίσει ο τόπος απ' τα αδέσποτα; Είσαι σαν κάτι άλλους καλόψυχους χριστιανούς που κλωτσάνε τα μπολάκια με το νερό που βρίσκουν στις γωνίες των δρόμων ώστε να "ψοφήσουν μια ώρα αρχύτερα" τα σιχαμένα αδέσποτα που τριγυρνάνε μες τη ζέστη λιώνοντας τις πατούσες τους στο τσιμέντο της Αθήνας;

* * * * *

Παρακαλώ πολύ ΤΩΡΑ, όσοι αναγνωρίζετε τον εαυτό σας στις κατηγορίες ανάμεσα στους αστερίσκους, ΠΑΡΤΕ ΤΟΝ ΜΠΟΥΛΟ.

Αν είσαι ένας απ' αυτούς ΜΗΝ μου κατσικωθείς εδώ, μη διαβάσεις περισσότερα, μη μου πεις τη γαμημένη γνώμη σου.

Εξαφανίσου, διακτινίσου, σάλτα και γαμήσου, ψόφα, και μην τολμήσεις να βρεθείς στο δρόμο μου, μην τολμήσεις ν' ανασάνεις δίπλα μου και μου βρωμίσεις τη μέρα.

Για όλους τους υπόλοιπους.

Το Σάββατο στις 18/7 τα ξημερώματα, χάθηκε ο Νέλλος ο Κανέλλος.

Πήδηξε από το μπαλκόνι μας στον 4ο στη διπλανή ταράτσα, κάτι που έχει κάνει πολλές φορές στο παρελθόν και που και τα υπόλοιπα δύο γατιά μας κάνουν συχνά. Από τις διπλανές ταράτσες έρχονται συστηματικά δυο άλλες αδέσποτες γατούλες που τις ταΐζουμε στο μπαλκόνι και γνωρίζονται με τις δικές μας. Συχνά λοιπόν, ο Νέλλος και τα υπόλοιπα γατιά μας έβγαιναν στις δίπλα ταράτσες κι έπαιζαν, κυνηγιόντουσαν με τις άλλες, ή απλώς άραζαν στον ήλιο, και σε λίγες ώρες ήταν πάντα πίσω, ή τουλάχιστον έτρεχαν πάντα όταν τους φωνάζαμε για φαγητό.
Έτσι δεν ανησύχησα καθόλου όταν το βράδυ του Σαββάτου βγήκαν όλα στις δίπλα ταράτσες κι άρχισαν τα παιχνίδια και τα τρεχαλητά.

Λίγες ώρες μετά που τα φώναξα για φαγητό, ήρθαν όλα τρέχοντας εκτός από τον Κανέλλο. Και πάλι δεν ανησύχησα, καμιά φορά εξερευνούσε κι αργούσε λίγο παραπάνω. Όμως όταν άρχισε να ξημερώνει, με ζώσαν τα μαύρα φίδια. Στις τέσσερις το πρωί ήμασταν ήδη στο δρόμο και ψάχναμε παντού.

Την επόμενη μέρα ανεβήκαμε στις δίπλα ταράτσες, ψάξαμε παντού, αποθηκάκια και κτίσματα, κατεβήκαμε με σκάλες υπηρεσίας στους φωταγωγούς και χωθήκαμε σε κάτι άθλια βρωμερά υπόγεια, αλλά Κανέλλος πουθενά!

Όλες αυτές τις μέρες έχουν λιώσει τα πόδια μας στο περπάτημα, κάθε νύχτα, και μετά πάλι κάθε ξημέρωμα πριν αρχίσουν να κυκλοφορούν τα αυτοκίνητα, τον φωνάζουμε παντού κουνώντας του το κουτάκι με την ξηρά τροφή, αλλά ως τώρα τίποτα.

Τύπωσα 30 αφίσες και έβαλα στη γειτονιά, ενημέρωσα όσους γείτονες και καταστηματάρχες μπορούσα, ανέβηκα και πάνω από την Πατησίων, έφτασα μέχρι την πλατεία Φωκίωνος και άφησα και αφίσα στον κτηνίατρο της γειτονιάς.

Έχω αρρωστήσει. Σωματικά και ψυχικά. Για πρώτη φορά από τότε που έμεινα άνεργη, λέω πάλι καλά. Γιατί αν είχα να πάω σε δουλειά, αν είχα να βγάλω οχτάωρο σε γραφείο, ή που θα με σουτάριζαν ή που θα έφευγα μόνη μου. Να την έβγαζα καθαρή χλομό το κόβω πάντως.

Τώρα σιγά-σιγά με πλημμυρίζει η οργή. Και το χειρότερο, δεν έχω με ποιον να οργιστώ. Τέτοιες ώρες τσατίζομαι που δεν πιστεύω σε θεούς, θα ήταν παρήγορο να έχω κάποιον να βρίζω ή να προσεύχομαι. Αλλά τέτοια βερσιόν δεν έχει.
Εύχομαι μονάχα να μην είναι κανείς από τους εντός αστερίσκων τυχερός και βρεθεί κάποια απ' αυτές τις μέρες στο δρόμο μου. Θα με δείτε στα κανάλια, μόνο αυτό σας λέω.

Κανέλλο, όπου κι αν είσαι γύρνα. Εγώ σε ψάχνω ακόμα. Και θα σε ψάχνω όσο πάρει. Γύρνα σκασμένο γατί και σου υπόσχομαι να σ' αφήνω ν' ανοίγεις το ψυγείο, ν' ανοίγεις όλα τα ντουλάπια και να μασουλάς ότι θες. Και τα κουλουράκια της Γιάννας. Γύρνα μονάχα.

Παρασκευή, Ιουνίου 10, 2011

Οι μέσα και οι έξω

Τι σου είναι η ζωή.. ο ένας μέσα και να θέλει να βγει έξω, κι ο άλλος έξω και να θέλει(;) να μπει μέσα..
Για να ακριβολογώ, η από μέσα λυσσάει να βγει έξω για να πλακώσει τον "εισβολέα", κι ο "εισβολέας", είναι σκέτο αγρίμι ικανό να σου κατεβάσει το χέρι απ' τη μασχάλη την ώρα που τον ταΐζεις.
Δεν ξέρω αν ο απ' έξω θα ήθελε να μπει μέσα, αλλά κάθεται ανελλιπώς μπροστά στο παράθυρο και παρακολουθεί τα πάντα στο εσωτερικό του σπιτιού.
Ίσως είμαστε η τηλεόρασή του κατά κάποιον τρόπο, αν και νομίζω πως μάλλον το μόνο που σκέφτεται είναι πότε θ' ανοίξει η μαγική πόρτα απ' την οποία κάτι δίποδα του δίνουν φαΐ.
Μ' αυτό το σκεπτικό, ο μόνος λόγος που θα ήθελε να βρεθεί μέσα θα ήταν προφανώς κι άλλο φαΐ, και λίγο φαΐ ακόμη. Κι αν έλειπε η "στρίγγλα" ακόμη καλύτερα.



Κι ένα update στις φάτσες που μεγάλωσαν.

Ο... "έξω", δεν έχει όνομα. Είναι αδελφάκι του Τσίκου Πιτσίκου, αλλά άργησε να έρθει στο μπαλκόνι κι έτσι έμεινε στην απέξω. Κυριολεκτικά.

Η Λούνα είναι μία και δεν χρειάζεται συστάσεις.

Ο Νέλλος Κανέλλος.

Και φυσικά ο Τσίκος Πιτσίκος.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 08, 2010

Εναλλακτική Ψυχοθεραπεία

Κάπου στο σύμπαν ακούστηκε πως η αφεντιά μου εδώ κι ένα τετράμηνο γκρινιάζει...
Γκρινιάζει μια για το ένα και μια για το άλλο... μια για πόνους, μια για έναν παγωμένο ώμο, την άλλη που δεν κουνιέται το χέρι και έχει μπει σε αχρηστία, κι ύστερα για το βαλάντιο που συρρικνώθηκε τόσο που κοντεύει να εξανεμιστεί και να το ψάχνουμε..

Είπε λοιπόν (το σύμπαν λέμε), να μου πετάξει στην κεφάλα όχι παντόφλα, αλλά εναλλακτική ψυχοθεραπεία.

Έτσι μια ωραία πρωία άνοιξε την πόρτα του μαγαζιού που δουλεύω παρτ-τάιμ τα απογεύματα, και μπήκε μέσα ένας αδέσποτος γατούλης. Γουργούρισε, τρίφτηκε στα πόδια των αφεντικών και των παρατρεχάμενων, τους έκανε ματάκια και πατουσίτσες, τον τάισαν καλά-καλά, κι ύστερα διάλεξε μια κούτα κι άραξε και με περίμενε να πάω. Είχε έρθει με αποστολή βλέπεις.
Το μπος, ανίδεο στις κρυφές αποστολές του σύμπαντος και του γατακίου επίσης, κάποια στιγμή άνοιξε και πάλι την πόρτα κι "ευγενικά" τον έστειλε από εκεί που ήρθε. Φιλόζωος-φιλόζωος σου λέει, αλλά μη μας γίνει και ταγάρι το αδέσποτο!

Το απόγευμα που εγώ, ανυποψίαστη για ό,τι με περίμενε, μπήκα στο μαγαζί βρίζοντας νοερά -από χαρά για άλλο ένα δημιουργικό τετράωρο που με περίμενε, δεν είδα πουθενά κανένα γατάκι. Όμως το μπος με ενημέρωσε για τα πρωινά συμβάντα.
Δεν έδωσα σημασία. Ξέροντας το... πόσο φιλόζωο είναι το μπος, ήξερα πως η "αγάπη" του και η "συγκίνηση" για το αδεσποτάκι είχαν ήδη ξεθυμάνει.

Όμως εκείνο το ρημάδι το σύμπαν είχε άλλα σχέδια (και πού να συμπαθούσα και τον Κοέλιο δηλαδή!)
Λίγη ώρα αργότερα ένα ασπροπορτοκαλί γατί στεκόταν μπροστά στην γυάλινη πόρτα του μαγαζιού, περιμένοντας να του ανοίξουν, με φυσικότητα ανθρώπου που επέστρεφε στο σπίτι του.
Το μπος είπε πως ναι, ήταν το ίδιο γατί το πρωινό, και μ' άφησε να του ανοίξω την πόρτα.
Εκείνο μπήκε μέσα, χώθηκε στην αγκαλιά μου, ρουθούνισε δυνατότερα από κατσαρόλα που βράζει, έκανε πατουσίτσες, χαϊδεύτηκε πάνω μου, και μετά διάλεξε ένα κουτί δίπλα στο γραφείο και κοιμήθηκε μέχρι την ώρα που σχόλαγα και κλείναμε το μαγαζί.

Πες-πες, έπεισα το μπος που το είχε χτυπήσει δεύτερη κρίση φιλοζωίας για εκείνη την ημέρα, ν' αφήσει τον μικρό να μείνει ένα βράδυ να κοιμηθεί στο μαγαζί.
Την επόμενη μέρα που πήγα ο γατούλης ήταν ξανά εκεί, αλλά όπως ήταν αναμενόμενο, η κρίση φιλοζωίας του μπος είχε περάσει ανεπιστρεπτί.

"Άμα θες πάρτον σπίτι σου να κοιμηθεί απόψε, ή αλλιώς να τον αφήνουμε εδώ τη μέρα και το βράδυ να τον βγάζουμε έξω να κοιμάται".

Κάτι μου ήρθε... Να το αφήσουμε πάλι έξω στο δρόμο; Γιατί βρε τσιφούτη άνθρωπε, θα σου φάει το κωλομάγαζό σου άμα κοιμηθεί τη νύχτα πάνω στα κουτιά σου; Κι άρχισα να σκέφτομαι την πιθανότητα να το πάρω στο σπίτι για το βράδυ.
Την ίδια στιγμή, ο λογικός μου εαυτός άρχισε την αντιπαράθεση: "Όχι, μαντάμ, ούτε να το φανταστείς, ΔΕΝ θέλεις άλλο γατί στο σπίτι, δεν αντέχεις άλλο γατί, φτάνει η Λούνα και περισσεύει, και φτάνει που έχουμε να ταίζουμε και τον Ρωμαίο που τρώει με δέκα μασέλες και θέλει κι αυτός φαρμακάκια κι εμβόλια, άσε που το ειδικό φαγητό της Λού κοστίζει παραπάνω απ' όσο το δικό σου, και μη σου μπαίνουν ιδέες".

Παρόλα τα ατράνταχτα επιχειρήματα του λογικού μου εαυτού, είπα να πάρω τον γατούλη για μια νύχτα μόνο, δοκιμαστικά, ίσα-ίσα για να μην κοιμηθεί πάλι στους δρόμους.

Η Λούνα, σαν γνήσια γάτα οικοδέσποινα, τον υποδέχτηκε με άπειρα γρυλίσματα, μουγκρίσματα και σφαλιάρες πρώτης ποιότητας.
Αφού είδα κι έπαθα να τους χωρίσω, και να ξεκολλήσω τον μπόμπιρα από την αγκαλιά μου, αποφασίσαμε να τον βάλουμε στην κρεβατοκάμαρά μας για το βράδυ.
Ο νεαρός αφού σνόμπαρε επιδεικτικά το καλαθάκι που του ετοιμάσαμε, αποφάσισε πως δεν υπήρχε καλύτερο μέρος από την αφράτη, μαλακή κουβέρτα μας, και κοιμήθηκε εναλλάξ μια στα πόδια του Δ. και μια σκαρφαλωμένος στο μαξιλάρι μου πάνω από το κεφάλι μου γουργουρίζοντας σαν τρελαμένος.

Την επόμενη μέρα τον κατέβασα στο μαγαζί, και τον άφησα όλη μέρα εκεί. Το βράδυ όμως;
Για μαντέψτε!
Τον ξαναπήρα σπίτι. Αυτή τη φορά πέρασε τη νύχτα στο σαλόνι τρομάζοντας τη μάνα μου η οποία φιλοξενείται στον καναπέ μας, κάθε φορά που αρπαζόταν με τη Λου και τις έτρωγε.
Το άλλο πρωί ο Δ. τον κατέβασε νωρίς στο μαγαζί, για να μην καλομαθαίνει συνεχώς στο σπίτι μας.

Κοίτα όμως που όταν ξύπνησα εγώ αργότερα και δεν τον βρήκα εκεί, πώς να το πω ρε παιδιά.. μου κακοφάνηκε πολύ. Κι ας ήμουν εγώ αυτή που είχα ζητήσει από τον Δ. να το κάνει αυτό.

Ε, αυτό ήταν.

Άργησα λίγο να το πιάσω (έτσι είναι τα δίποδα, δεν κόβει η γκλάβα τους με τη μία φίλτατε γατούλη), αλλά στο τέλος αντελαβού..

Ο γατούλης είχε έρθει για να μείνει... Σπίτι μου that is.

Άντε λοιπόν κυρία Ιφιγένεια τώρα να σου περισέψει χρόνος να παραπονεθείς ότι πονάς ή ότι δεν κουνιέται το χέρι σου, ή ότι μαγκώνει κάθε φορά που κάνεις λάθος κίνηση και χρειάζεσαι βοήθεια για να το ισιώσεις...
Όσο κι αν ισχύουν όλα κι ακόμη περισσότερα, τις τελευταίες μέρες έχω γελάσει όσο δεν γέλασα τους τέσσερις μήνες που τραβιέμαι μες τον πόνο.

Κι αυτό γιατρέ μου, αυτό να δείτε τι ψυχοθεραπεία είναι!

Υ.Γ. Το γατάκι δεν έχει ακόμη όνομα.. δεν κατάφερα να σκεφτώ κάτι της προκοπής. Όσοι θέλετε κάντε προτάσεις, είμαστε ανοιχτοί σε όλα.
Υ.Γ.2 Εμένα ο γατούλης μου φαίνεται ασχημούλης. Οι δικοί μου (ο Δ. κι η μάνα μου), μου λένε πως είμαι χαζή και να κοιτάξω τα μάτια μου. Εγώ επιμένω πως είναι ασχημόφατσα (είχα πάντα κι ένα θέμα με τα πορτοκαλί γατιά), αλλά όπως και να 'χει ήδη το αγαπώ.


Παρασκευή, Φεβρουαρίου 26, 2010

Τη φούντα σου τινάζεις...


Χτες, που λες κυρία μου -όπως λέει κι ο Λαζόπουλος-, επιτέλους πήρα μια ανάσα.
Αναθάρρησα λίγο.
Είπα, ούφ, αυτό ήταν, τον περάσαμε τον σκόπελο, έφυγαν τα δύσκολα.

Είχα τηλεφωνήσει στο Άνιμα και μίλησα με τα παιδιά εκεί. Ο Λάκης μου πήγαινε καλύτερα.
Του έκανε πολύ καλό, μου 'πε το παιδί, η προχτεσινή επίσκεψή μας εκεί. Ένιωσε ασφάλεια κοντά στα γνώριμά του πρόσωπα, πήρε λίγο τα πάνω του.
Γιατί οι δεκαοχτούρες είναι άγρια πουλιά, δεν είναι όπως τα περιστέρια, κυρία μου.
Όμως τον Λάκι τον είχαμε μεγαλώσει στα χέρια, στα χάδια και στις αγκαλιές. Ήταν ημιήμερος όπως είπε χαριτολογώντας το παλικάρι.

Κι είχε δίκιο, έτσι ήταν. Το είχα δει κι εγώ όσο ήμουν εκεί και τον κράταγα στην αγκαλιά μου.
Είχε κουρνιάσει για ώρα κι είχε ακουμπήσει το κεφαλάκι του κάτω απ' το σαγόνι μου όσο τον χάϊδευα και του μιλούσα. Κι ενώ μέχρι τότε δεν είχε φάει, ούτε είχε πιει μόνος του, από τα χέρια μου ήπιε νερό, από τα χέρια μου έφαγε. Τίναξε και τα φτεράκια του, σκαρφάλωσε στο χέρι μου όπως το συνήθιζε, ανέβηκε ως τον ώμο μου κι άραξε εκεί όπως έκανε πάντα.

Χτες λοιπόν που τηλεφώνησα ξανά στα παιδιά, μου είπαν "πάμε καλύτερα". Είχε αρχίσει ο μικρός κι έτρωγε ξανά μόνος του, έπινε νεράκι, κι όλα έδειχναν καλά. Το πρήξιμο στο κεφαλάκι του είχε υποχωρήσει λιγάκι, την αντιβίωση του τη σταμάτησαν, και μάλιστα ο άνθρωπος που τον φρόντιζε μου είπε ότι τον έβγαλε απ' το κλουβάκι και τον κράτησε στο χέρι όπως είδε να κάνω κι εγώ, κι ο Λάκις έτρωγε επίσης από τη χούφτα του.
Έτσι λοιπόν που λες κυρία μου, συμπέραναν πως ήταν καλύτερο να πάμε να τον πάρουμε.
Θα μπορούσε να αναρρώσει καλύτερα σε οικείο περιβάλλον, εκεί όπου είχε μάθει κι είχε μεγαλώσει, με το να μας ακούει και να μας βλέπει, να τον φροντίζουμε και να τον ταΐζουμε έτσι όπως ήταν μαθημένος.

Χάρηκα.
Πήρα ανάσα.
Είπα ουφ, επιτέλους. Θα τον φέρω στο σπίτι, θα τον νιώθω ξανά κοντά μου. Κι άρχισα να ψάχνω στο δίκτυο για κλουβάκι. Για κάτι μεγάλο. Ίσως σαν κι αυτά που βάζουμε τους παπαγάλους. Ή τα άλλα, όπου βάζουν τα λαγουδάκια. Κάτι να είναι άνετο, να έχει χώρο, να έχει το φαγάκι και το νεράκι του κοντά. Αν και στο χέρι θα τον τάιζα πάλι, αλλά δεν έχει σημασία.
Το σημαντικό ήταν να τον έχουμε πάλι σπίτι. Για να μπορώ να κοιμηθώ ήσυχα τις νύχτες. Για να μπορώ να κοιμηθώ ξανά στην κρεβατοκάμαρά μου, εκεί όπου είχαμε το κουτάκι του τόσο καιρό, κι όχι στο σαλόνι όπου κοιμόμουν τις τελευταίες μέρες. Γιατί ξέρεις, κυρία μου, τι είναι να έχεις μάθει πριν κοιμηθείς να λες "καληνύχτα, Λάκι" και ν' ακούς τον Λάκι να σου απαντάει με πέντε-έξι "δεκαοχτώ";
Ή να τον παίρνεις αγκαλιά και να του κουβεντιάζεις κι εκείνος να κάνει "κουου, κουου", μια φωνούλα διαφορετική από τη συνηθισμένη λαλιά των δεκαοχτούρων, που την κρατούσε μόνο για μας, μόνο για όταν τον είχα στην αγκαλιά μου και κούρνιαζε εκεί;

Κι έτσι συμφωνήσαμε να πάω σήμερα από 'κει το μεσημέρι να περάσω πάλι λίγη ώρα μαζί του αφού του έκανε τόσο καλό, και την Τρίτη που θα γύριζα από τα σαράντα του πατέρα μου, να πήγαινα να τον πάρω πίσω.

Κι ανάσανα.

Αλλά ο θεούλης έχει μερακλωθεί με τα τσάμικα τελευταία.
Και την τίναξε και πάλι τη φούντα του. Δεν την τίναξε απλώς, την ξεσκόνισε κανονικά.

Κι έτσι, που λες κυρία μου, σήμερα μπήκα όλο χαρά στο Κέντρο, κι ο άνθρωπος που ήταν εκεί με είδε και πάγωσε.
Καλημέρα παιδιά, λέω, ευτυχώς σας πρόλαβα.
Πήρατε τηλέφωνο πριν έρθετε; με ρωτά μουδιασμένος.
Όχι, γιατί να πάρω, αφού μιλήσαμε χτες.
... Ξέρετε, το πουλάκι δεν τα κατάφερε. Ήρθα σήμερα το πρωί και το βρήκα νεκρό. Σας έπαιρνα τηλέφωνο αλλά δεν σας έβρισκα.
Έκανα δυο βήματα πίσω. Αμάν, τι λέει, σκέφτηκα. Πώς γίνεται;

Τις υπόλοιπες κουβέντες δεν τις πολυθυμάμαι. Κάτι είπε εκείνος πως δεν το περίμεναν, πως τους έκανε κι εκείνους έκπληξη, πως αφού έδειχνε τόσο καλύτερα, αλλά πως μάλλον ο όγκος προχώρησε εσωτερικά στο μυαλουδάκι του ή ίσως αιμορράγησε εσωτερικά, κάτι θα είπα κι εγώ φυσικά αν και δε θυμάμαι τι είπα, κι ύστερα έμεινα εκεί να τους κοιτάζω και δεν ήξερα τι άλλο να πω.
Θέλετε να τον πάρετε; με ρώτησε ο άνθρωπος.
Να τον πάρω; επανέλαβα σαν ηλίθια.
Γιατί αν δεν θέλετε, δεν υπάρχει πρόβλημα, εμείς τα νεκρά ζώα τα στέλνουμε στο πανεπιστήμιο της Κρήτης, όπου γίνονται διάφορα τεστ dna και...
Όχι, όχι φυσικά και θα τον πάρω.

Μου τον έδωσαν στα χέρια, τυλιγμένο σε χαρτί μέσα σε μια σακουλίτσα. Τον πήρα, το κορμάκι του ήταν ακόμη ζεστό στις παλάμες μου.
Ευχαριστώ, είπα στα παιδιά, για ό,τι κάνατε, για τις προσπάθειές σας, για τη φροντίδα και τον κόπο σας, θα 'πα κι άλλα, δε θυμάμαι, έκλαιγα κιόλας, γύρισα άνοιξα την πόρτα, έφυγα.

Ο Λάκις στα χέρια μου, ένα βάρος διακοσίων γραμμαρίων, κι ένα βάρος εκατό μεγατόνων στην ψυχή και το μυαλό μου.
Πήρα τον Δ. τηλέφωνο. Πήρα, ξαναπήρα, ξαναπήρα, δεν απαντούσε. Θα το 'χει ξεχάσει σπίτι σκέφτηκα. Βρήκε τη μέρα...
Πήρα τη Γιάννα στο καπάκι. Είπα, είπα έκλαψα. Κάθισα στα σκαλιά μιας πολυκατοικίας, σηκώθηκα, προχώρησα, κάθισα σ' ένα παγκάκι μπροστά σε μια εκκλησία, είπα κι άλλα, έκλαψα κι άλλο, έκλεισα το τηλέφωνο. Κι ο Λάκις εκεί, διακόσια γραμμάρια βάρος στα χέρια μου μέσα.

Βγήκα στο δρόμο. Περνούσαν τα ταξί και δε σταματούσα κανένα. Κενό το μυαλό μου για κάποια ώρα, που λες κυρία μου.
Κάποια στιγμή σταμάτησα κάποιο, μπήκα, μου λέει ο ταρίφας, "κυρία μου, θα κάνουμε κάμποσο κύκλο, προηγείται η κυρία που έχω", κούνησα το κεφάλι, τι μ' ένοιαζε πόσο κύκλο θα 'κανε, ας με πήγαινε κι από Κρήτη, λίγο μ' ένοιαζε.

Κι ήρθα πίσω και κάθισα κι έκλαψα με την ησυχία μου, κυρία μου.
Και θα μου πεις τώρα εσύ καλή μου κυρία, μα βρε παιδάκι μου, κάνεις έτσι για το πουλί;
Για ένα αγριοπούλι, για μια δεκαοχτούρα; Εδώ πάει κόσμος, εδώ πάνε άνθρωποι, εδώ ο πατέρας σου δεν πάνε σαράντα μέρες που έφυγε, κι εσύ κάνεις έτσι για ένα πουλί;

Ναι λοιπόν κυρία μου, εγώ κάνω έτσι για ένα πουλί. Ο πόνος που λες κυρία μου, είναι πόνος. Και δεν πάει με το κιλό. Τρία κιλά πόνος όταν πέθανε ο πατέρας μου, δέκα κιλά πόνος όταν έφυγε ο Χρήστος, οχτώ κιλά πόνος όταν έχασα φίλους, μισό κιλό για κάθε γάτα που έφυγε απ' τα χέρια μου άλλοτε δηλητηριασμένη, άλλοτε χτυπημένη, άλλοτε πατημένη από αυτοκίνητο, κι άντε κι άλλο ενάμισι κιλό για τα δυο σκυλιά μου, οπότε ας αφήσουμε και μερικά γραμμάρια για το πουλί.
Όχι, λοιπόν κυρία μου, ο πόνος δεν είναι φέτα του μπακάλη να την κόψεις σε κομμάτια και να τη φας με ψωμί κι ελιά.
Ο πόνος είναι πόνος, κι ό,τι κι αν χάσεις πονάς. Ειδικά αν αυτό το κάτι το αγάπησες που λες κυρία μου. Κι ειδικά όταν αυτό το κάτι ήταν μια αθώα ψυχούλα που σου 'δωσε με τον δικό της τρόπο πίσω την αγάπη που της χάρισες στο δεκαπλάσιο.

Γιατί κυρία μου εσύ, κι εσύ κύριέ μου, που θα σκεφτείς πόσο ηλίθια μπορεί να είναι μια γυναίκα 36 χρόνων για να κλαίει για ένα αγριοπούλι, από δαύτα που βρωμάει ο τόπος, και που σας κουτσουλάνε τα ωραία σας μπαλκόνια και σας χαλούν τη μόστρα, απ' αυτά που δεν έχουν όμορφα χρώματα κι ούτε ωραίο κελάηδημα και δεν είναι μιας καλής ράτσας βρε αδερφέ να τα κλείσετε σ' ένα ωραίο κλουβί να τα κάνετε χάζι, εσείς κυρίες και κύριοι, δεν έχετε ποτέ σας ακούσει δίπλα στ' αυτί σας την ανάσα και το λαχάνιασμα που κάνει ένα μικρό πουλάκι τις πρώτες φορές που ανοίγει τα φτερά του και πετάει ένα γύρο.
Κι είστε πιο λίγοι, κι είστε πολύ πιο φτωχοί και πολύ πιο κακομοίρηδες και σας λυπάμαι όλους εσάς που ποτέ δεν μεγαλώσατε ένα ζώο, γιατί ναι, είστε λιγότεροι άνθρωποι.
Εγώ όμως, κυρία μου, εγώ κύριέ μου, το άκουσα αυτό και το έζησα και το άκουγα κάθε μέρα.
Γιατί όταν έβγαζα τον Λάκι απ' το κουτί του και τον κράταγα ψηλά πάνω στο χέρι μου, εκείνος άπλωνε τα όμορφα φτερά του και πέταγε κι έκανε δυο, τρεις κύκλους γύρω στο δωμάτιο κι ύστερα ερχόταν στο απλωμένο μου χέρι κι όπως τον έφερνα κοντά στ' αυτί μου, άκουγα την αναπνοή του και το μικρό του λαχάνιασμα όσο τον χάιδευα μέχρι να βρει πάλι την ανάσα του. Κι ύστερα, κυρία μου, του έδινα φρέσκο νεράκι στη δική του, την πορσελάνινη κούπα, κι αφού έπινε, βουτούσε άλλη μια και δροσιζόταν κι έγερνε το κεφαλάκι του και με κοίταζε λοξά. Έτσι όπως κοιτάζουν τα πουλάκια.
Έτσι όπως εσύ, κυρία μου, κι εσύ κύριέ μου, δεν πρόκειται να τα δεις, να τ' ακούσεις και να τα ζήσεις ποτέ.

Και που λες, κυρία μου, πήγα κι εγώ σήμερα και πήρα μια μεγάλη γλάστρα και μπόλικο χώμα, και δυο όμορφα γεράνια, και σε λίγο θα πάρω τον μικρό μου τον Λάκι και θα τον θάψω εκεί.
Κι αυτή τη γλάστρα θα τη βγάλω στο πίσω μπαλκόνι του σπιτιού μου, κυρία μου, δίπλα στην κρεβατοκάμαρά μου, εκεί όπου δεν θα τον ενοχλήσει ποτέ ξανά κανείς και τίποτα, εκεί όπου θα έρχονται οι υπόλοιπες φιλενάδες του, οι άλλες δεκαοχτούρες της γειτονιάς και θα φωνάζουν τα πρωινά "δεκαοχτώ", όπως έκαναν κάθε μέρα.

Κι ας μην μπόρεσα να τον ελευθερώσω τον Λάκι μου όπως ήθελα να κάνω. Κι ας μην μπόρεσα ούτε να τον κρατήσω και να τον φροντίσω κι άλλο όπως ήθελα να κάνω.
Δεν πειράζει, ο Λάκις μου ελευθερώθηκε πια ούτως ή άλλως μόνος του.

Και να σου πω και κάτι άλλο, κυρία μου και κύριέ μου;

Δεν πειράζει ούτε και για τους θεούς ούτε και για τα φεγγαράκια. Γιατί τώρα έχω δικό μου μέσο εκεί ψηλά. Τόσο δικό μου που περισσότερο δε γίνεται.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 23, 2010

Σε παρακαλώ, παππού Θεέ...


Χρόνια, χρόνια πίσω, τότε που ήμουν πιτσιρίκι στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, και πίστευα ακόμη ακράδαντα στην παρουσία του θεού, προσευχόμουν αποκαλώντας τον "παππού Θεέ", όπως τον έλεγε κι ο Μέλιος, στο Συννεφιάζει του Λουντέμη όταν προσευχόταν για τον μικρό Σουκρή...

Επιπλέον, τον δικό μου τον παππού τον είχα χάσει όταν ήμουν δεν ήμουν τεσσάρων και ίσα που τον θυμόμουν. Αλλά φανταζόμουν ότι κάτι τέτοιο ήταν κι ο Θεός βρε παιδί μου. Κάπως σαν τον παππού μου θα 'ταν, αφού έτσι τον έλεγε κι ο Μέλιος... Κι έτσι έκανα κι εγώ λοιπόν.. Καθόμουν στο κρεβάτι μου τις νύχτες κι άρχιζα: <Σε παρακαλώ, παππού Θεέ...>, παρακαλώντας μια για το ένα και μια για το άλλο.

Επίσης, τότε χρόνια πίσω, το φεγγαράκι τις νύχτες για μένα, ήταν συνδυασμένο με το παιδικό τραγουδάκι "φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ, να πηγαίνω στο σχολειό, να μαθαίνω γράμματα, γράμματα σπουδάγματα, του Θεού τα πράγματα".
Το κοίταζα τα βράδυα απ' την ταράτσα του πατρικού σπιτιού μου όπου ήμουν συνήθως σκαρφαλωμένη και καθισμένη στα... κεραμίδια, σαν τις κεραμιδόγατες που μάζευα, και του 'κλεινα το μάτι, και του 'λεγα το τραγουδάκι του... Έτσι το 'βλεπα, ότι το φεγγαράκι θα χαίρεται που του 'λεγα το ωραίο τραγουδάκι που είχαν γράψει για λογαριασμό του και ότι επίσης θα με προσέχει κι αυτό όπως κι ο "παππούς Θεός" από εκεί πάνω.

Τώρα, χρόνια μετά, ο 'παππούς Θεός' έχει αλλάξει όνομα και μορφή αλλά και ιδιότητα.
Τώρα τον έχω ντύσει περισσότερο στο μυαλό μου με τους στίχους του Ορφέα Περίδη στο Μεταφυσικό του:
... Πονηρέ θεούλη, πατάς εκεί που μας πονάει,
και τ' άλλο πόδι σηκωμένο σ' ένα τσάμικο,
τη φούντα σου τινάζεις
και στην αιώνια ζωή μας κατεβάζεις...

Κι όσο για το φεγγαράκι, ο Περίδης με καλύπτει μια χαρά με τη συνέχεια των στίχων του:
...Φεγγάρι φέγγε μου να περπατώ στη νύχτα
ούτε και 'συ έχεις θεό μήτε πατρίδα
μόνο φωτίζεις
στην ακρόπολη τα παραμιλητά μου προσδιορίζεις...

Γι' αυτό σήμερα θα ζητήσω βοήθεια από εσάς τους υπολοίπους, που ίσως δε σας τέλειωσαν στην πορεία των χρόνων οι θεοί και τα φεγγαράκια.

Ο Λάκις μου, έχει χτυπήσει άσχημα στο κεφαλάκι του. Έπαθε σοβαρό αιμάτωμα με συνέπεια να χάσει το ένα του ματάκι και τώρα να παλεύει για τη ζωούλα του.
Κι όλα αυτά ένα μόλις μήνα πριν έρθει η ώρα να τον επιστρέψω στη μαμά φύση για να βρει το δρόμο του παρέα με τα υπόλοιπα πουλάκια εκεί έξω, κι αφού για έξι μήνες πάλεψα να τον αναστήσω να τον βοηθήσω να ζήσει και να μεγαλώσει, να γίνει ενήλικο γερό και δυνατό για να μπορεί να ζήσει μόνο του ελεύθερο.

Για την ώρα τον φιλοξενούν στο σύλλογο Προστασίας και Περίθαλψης Άγριας Ζωής, τον Άνιμα, στην Καλλιθέα, και κάνουν ό,τι μπορούν για να τον φροντίσουν.

Όσο κι αν στεναχωριέμαι, όσο κι αν δένεται το στομάχι μου κόμπος, όσο κι αν σκάζω και κλαίω, δε με νοιάζει πια που έχασε το ένα του ματάκι. Ούτε και που δε θα μπορέσω να τον αφήσω τελικά ελεύθερο, κι ας το ήθελα τόσο. Ο Λάκις δε θα μπορέσει να ζήσει πια στη φύση. Αν ήταν γατούλα, ή σκυλάκος ή κάποιο άλλο ζωντανό θα τα κατάφερνε, αλλά ως πουλί δε θα τα καταφέρει. Το ξέρω λοιπόν ότι θα αναλάβω τη φροντίδα του στο σπίτι για όλη την υπόλοιπη ζωούλα του και θα βρεθούμε ξανά στο μηδέν για να μάθει, να προσαρμοστεί στη νέα του πραγματικότητα και θα τον ταίζω πάλι στο χέρι και θα πρέπει να μείνει σε κλουβάκι κι όλα αυτά, αλλά δε με νοιάζει πια.
Το μόνο που θέλω είναι να τα καταφέρει και να ζήσει.

Σήμερα πήγα να τον δω και πέρασα μια ώρα στο Κέντρο, κρατώντας τον αγκαλιά, μιλώντας του και χαϊδεύοντάς τον, δίνοντάς του νεράκι κάθε τόσο και προσπαθώντας να τον κάνω να φάει λίγα σποράκια... Αρκετή ώρα μετά τσιμπολόγησε λίγα, αναθάρρησε λιγάκι, τίναξε τα φτεράκια του, σκαρφάλωσε στο χέρι μου, ανέβηκε στον ώμο μου, κι ύστερα γύρισε στην αγκαλιά μου και κούρνιασε εκεί για ώρα.

Έχω μαζέψει και βοηθήσει ένα σωρό αδέσποτα ζωντανά στη ζωή μου, γατιά και σκυλιά, αλλά με τον Λάκι σπαράζει η ψυχή μου και δεν αντέχω άλλο.
Δεν αντέχω, γι' αυτό ξαναλέω, σήμερα θα ζητήσω βοήθεια από όλους εσάς εδώ, που ακόμη δε χάσατε θεούς και φεγγαράκια.

Κάντε μια ευχή, κάντε μια μικρή προσευχή να τα καταφέρει ο μικρός Λάκις, να ζήσει κι ας είναι με ένα ματάκι.
Εγώ απλά δεν έχω άλλα δάκρυα να χύσω, δεν έχω άλλες ευχές να σκορπίσω στ' αυτιά του σύμπαντος, δεν έχω ούτε άλλες προσευχές, ούτε άλλη ψυχραιμία και δεν αντέχω άλλη μια απώλεια τώρα.
Όχι τώρα..

Δευτέρα, Αυγούστου 31, 2009

Η εκδίκηση της μάνας ή μικρό θεατρικό σε δύο πράξεις

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Σκηνή πρώτη
Τρία Σάββατα πριν, απογευματάκι

Έχω φιλοξενούμενο στο σπίτι πράγμα που είναι καλό, γιατί πάντα σπάει τη ρουτίνα να έχεις φιλοξενούμενους στο σπίτι
-κι όποιος δεν καταλαβαίνει περί τίνος πράγματος μιλάμε, ας ρίξει μια ματιά εδώ
Έχω δουλειά με deadline, πράγμα που είναι κακό.

Έχω τσακωθεί ή έστω λογοφέρει (πάλι), με το έτερον ήμισυ, πράγμα που είναι κακό επίσης, αλλά παίρνω βαθιές ανάσες και λέω να το αφήσω να το πάρει το ποτάμι.

Έχω αποφασίσει να κάνω ειρήνη και να καπνίσω (ένα τσιγάρο όχι την αντίστοιχη πίπα της ειρήνης), καθώς θα πίνω και το καφεδάκι μου, πράγμα που είναι επίσης καλό.

Κι αφού είναι Σάββατο, έχω επίσης αποφασίσει να χαλαρώσω, να ηρεμήσω και να απολαύσω το διήμερο, πράγμα κι αυτό καλό.

Έχω ξεχάσει όμως ότι όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο μεγαλοδύναμος κοπανιέται κάτω απ' τα γέλια, πράγμα που είναι κάκιστο, αλλά επειδή όπως όλοι ξέρουμε ο μεγαλοδύναμος έχει μια διεστραμμένη αίσθηση του χιούμορ, θα φροντίσει να μου το θυμίσει πάραυτα.



Σκηνή δεύτερη


Με το που πάω ν' ανάψω ένα τσιγάρο και να πιω μια γουλιά καφέ, το μάτι μου πιάνει μια αμυδρή κίνηση μέσα σε μια γλάστρα που έχω κρεμασμένη στα κάγκελα του μπαλκονιού.
Μέχρι να προλάβω να πω "μα τι στο...", αντιλαμβάνομαι πως μέσα στη γλάστρα μου έχει φυτρώσει ένα πουλάκι.
Ναι βρε παιδί μου, πουλάκι, πως το λένε, νεοσσός.
Πάω κοντά βήμα-βήμα, κοιτάζω, ναι όντως είναι ένα μικρό περιστεράκι, ή δεκαοχτούρα, κι όταν λέμε μικρό εννοούμε μωρό, βρέφος, με τα πούπουλα ακόμη.


Σκηνή τρίτη

ΠΑΝΙΚΟΣ

Ακολουθούν ήρεμες και σοβαρές και ώριμες κουβέντες με το έτερον ήμισυ, με εμένα να συμβάλλω τα μάλλα στο πνεύμα ηρεμίας, σοβαρότητας και ωριμότητας ως εξής:
-Μα τι λες τώρααααα; Τι θα το κάνουμε το πουλάκι; Δεν μπορούμε να το κρατήσουμε εδώ, εγώ δεν ξέρω τίποτα από πουλιά, εγώ γάτες σκύλους μόνο, θα πεθάαανεειιιι (κλάμα εδώ και πάλι κλάμα και λίγο ακόμη)
-Μα βρε πουλάκι μου, εεχμ, βρε παιδί μου, γιατί να πεθάνει, μια χαρά δείχνει, θα το ταΐσουμε θα...
-Όχι, εγώ δεν ξέρω, δε θέλω άλλη μια ευθύνη τώρα πάνω στο κεφάλι μου, αφού ξέρεις τα νεύρα μου είναι κρόσσια, τι θα το ταΐσουμε, πόσο θα το ταΐσουμε, με ΤΙ θα το ταίσω, εεεε;
-Μα ηρέμησε, να δες το τι ήσυχο που κάθεται στο χέρι μου! Έλα, να στο δώσω λίγο και σε σένα;
-ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ, δε θέλω λέμε να το πιάσω στο χέρι μου, είναι τόσο μικρό, θα του σπάσω κανένα φτερό, κανένα πόδι, γιατί δεν κουνιέται, μήπως έχει χτυπήσει, μήπως είναι άρρωστο, θα πεθάνει τώρα, θα μου πεθάνει στα χέριααααα; (εκ νέου κλάμα, εδώ συν αναφιλητά).
-Δεν πεθαίνει βρε, χαζό είσαι, να δεις που θα πεινάει..

Σκηνή τέταρτη
Για ταΐστε το να δούμε τι ψάρια πιάνετε!

Έχουμε εντοπίσει τη φωλιά από την οποία έπεσε ο πουλάκης. Η φωλιά του είναι στα κλαδιά ενός δέντρου που υπάρχει στο πάνω μπαλκόνι από το δικό μου, το οποίον είναι της κυρίας διαχειρίστριας, η οποία κατά τις δικές της δηλώσεις είναι τόσο φιλόζωη με τα περιστέρια ιδίως, που έχει συγγράψει το πόνημα "Πενήντα τρόποι να δολοφονήσετε, εξολοθρεύσετε, στείλετε στον έξω αποδώ, τα περιστέρια που μπορεί να κάνουν το λάθος να βρεθούν στο μπαλκόνι σας"
Με αυτό το δεδομένο κατά νου, αλλά και με την έλλειψη τρίμετρης σκάλας που χρειάζεται για να ανεβάσουμε ξανά πίσω το πουλάκι στη φωλιά του, αποφασίστηκε (οκ, εγώ το αποφάσισα), να το κρατήσουμε και να προσπαθήσουμε να το κρατήσουμε ζωντανό.
Τώρα το πώς θα γίνει αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Το πρώτο που σκέφτηκα είναι ότι σίγουρα πεινάει, τώρα το τι σκατά τρώει τόσο μωρό είναι άλλη ιστορία. Εντάξει, ας αρχίσουμε από το πιο απλό. Ψωμάκι ψίχες βουτηγμένο σε νεράκι.
Και πώς του το δίνουν τώρα αυτό; Το ρημάδι δεν ανοίγει το στόμα του.
Ο Δ. το κρατάει στα χέρια του για να μένει ακίνητο, και παλεύει να του ανοίξει το στόμα. Εγώ περιμένω έχοντας στην άκρη ενός λεπτού κλαδιού καρφωμένο ένα τόσο δα ψιχουλάκι, μήπως και προλάβω να του το χώσω στο στόμα και καταφέρουμε να το καταπιεί.
Μερικές προσπάθειες μετά, ο μικρός τρώει κάμποσο και λέω, άντε φτάνει.
Νερό τώρα..
Με το σταγονόμετρο, τι άλλο να κάνουμε. Σιγά-σιγά και με υπομονή.
Εντάξει, ας πούμε ήπιε και νερό.
Και πού θα τον βάλουμε να κοιμηθεί;
Εν ριπή οφθαλμού βρίσκω καλαθάκι ψάθινο κι αρχίζω να το γεμίζω ξερά φύλλα, βαμβάκια, φρέσκα φύλλα από τα λουλούδια μου, το στολίζω καλά-καλά σαν λατέρνα, κι ακουμπάω το πουλάκι μέσα.
Εκείνο, είτε πολύ ταλαιπωρημένο, είτε πολύ φοβισμένο ακόμη, κουρνιάζει και κοιμάται.

Ακούγεται ένα τεράστιο ΟΥΥΥΥΦ!

ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ Η ΑΥΛΑΙΑ


ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Σκηνή πρώτη
Τρία Σάββατα μετά.
Φλας μπακ στα όσα έγιναν μέσα σε δύο εβδομάδες.

Τρία Σάββατα, άπειρες ώρες διαβάσματος σε σχετικές σελίδες στο ίντερνετ, ένα κάρο βίντεο, κάμποσα ποστ με ερωτήσεις και απαντήσεις μετά, η αφεντιά μου έχει γίνει εξπέρ στο πώς και τι θέλουν οι δεκαοχτούρες (Collared Doves για όσους δεν το ήξεραν όπως κι εγώ πριν λίγες μέρες), αλλά και τα περιστέρια για να μεγαλώσουν και να τραφούν.

Τα χρυσά μου λοιπόν, θέλουν ειδική μωροτροφή για μωροπουλιά την οποία πας στου διαόλου τη μάνα για να τη βρεις γιατί τα πετ σοπ της γειτονιάς σε κοιτάνε σαν ούφο όταν τους τη ζητάς, σκας δέκα ευρουλάκια και αγοράζεις ένα κουτί, μετά αγοράζεις σύριγγες ταΐσματος, μετά μαθαίνεις ότι πρέπει να αποστειρώνεις όλα τα σκεύη που θα χρησιμοποιήσεις βράζοντάς τα για δέκα λεπτά, και κυρίως, μαθαίνεις ότι τα χρυσά μου, θέλουν τάισμα ανά δύο με τρεις ώρες.

Σκηνή δεύτερη

Μόλις συνέλθεις από την τελευταία πληροφορία, παίρνεις βαθιά ανάσα και κάθεσαι και βράζεις τα σκεύη με το χρονόμετρο (τα χρυσά μου λέμε!), και δεν βαρυγκομάς, και μετά μαθαίνεις σε τι αναλογίες φτιάχνουμε τη γαμοκρέμα (τα ψυχούλια μου!), γιατί άμα είναι πολύ νερουλή θα τα πιάσει τσιρλιό και δεν κάνει, κι άμα είναι πολύ πηχτή θα τους κάτσει βαριά και δεν κάνει, και μετά μετράς πόσα ρημαδομιλιγκράμ πρέπει να φάει ο πουλάκης, (το γλυκό μου λέμε!) σύμφωνα με το βάρος του, αφού έχεις καταφέρει να τον ζυγίσεις στη ζυγαριά της κουζίνας.

Αφού τα 'χεις κάνει όλα αυτά, έχεις ξεπεράσει και το φόβο σου να το πιάσεις στο χέρι σου διότι πώς αλλιώς να γίνει, και τώρα ξέρεις και πώς θα του ανοίξεις το στόμα (ανάθεμα γκρρ), κι επίσης ότι ΠΡΕΠΕΙ απαραίτητα να το ταΐζεις βάζοντας τη σύριγγα στην αριστερή πλευρά του ράμφους του, διότι άμα το κάνεις αλλιώς θα του στείλεις το φαί στον πνεύμονα και πάπαλα ο πουλάκης και θα φταίς μονάχα εσύ που ήσουν ηλίθια και δεν το ήξερες, κι αφού γίνει κι αυτό, κι αφού έχεις κάνει εκατό προσπάθειες, έχεις αρχίσει πια να το ταΐζεις με επιτυχία, κι επίσης ξυπνάς μες τη νύχτα να το ταΐσεις, κι ύστερα πάλι στις τέσσερις το πρωί λέμε (το γλυκό μου!), κι ενώ κοιμάσαι όρθια και πρέπει να πας στη δουλειά εσύ εκεί, να μετράς δεκάλεπτα βρασίματος κι ύστερα την κρέμα κι ύστερα το τάισμα, που για να φάει εφτά γαμημένα μιλιγκράμ σου παίρνει σαράντα λεπτά, (το μαναράκι μου!).

Κι αναρωτιέσαι ενώ τα κάνεις όλα αυτά "Μα τι διάολο, εγώ είμαι που σηκώνομαι μες τη νύχτα να ταΐσω το ρημοδοπούλι", και μόλις εκείνο κάνει 'τσιπ-τσιπ' και κουνήσει τα φτεράκια του, σπεύδεις και λες κάτι μαλακίες του τύπου "Μα τι γλυκό πουλάκι που είναι ο Λάκης μου, ναιιι, ναιιι είσαι το πιο γλυκό πουλάκι απ' όλα (παρόλο που βλέπεις πως ειναι κακάσχημο ακόμη), και πω, πω τι μεγάλο στόοοομααα έλα γλυκό μου, έλα μανάρι μου, άνοιξε άλλη μια φορά, ναιιιι μπράβοοοο"

Σκηνή τρίτη

Κι αφού συνειδητοποιήσεις πόσο ρόμπα έχεις γίνει, το παίρνεις απόφαση πως είσαι μια χαζοπουλομαμά, κι είσαι περήφανη που το μικρό σου έκανε την τάδε τσαχπινιά, και τι ωραία που έχεσε πάνω στο σεντόνι, βρε το χρυσό μου, δεν πειράζει, άρα τρώει κανονικά, και μαζεύεις τα σκατά χαμογελώντας, κι όταν σε κατουράει και σε κουτσουλάει μαζί πάνω στο ωραίο, μεταξωτό νυχτικό σου πάλι γελάς ως ηλίθια και καμαρώνεις, κι επίσης το 'χεις βγάλει διακόσιες μόνο φωτογραφίες ως τώρα, και μόνο πέντε βίντεο, κι έχεις ποστάρει φυσικά και βίντεο στο γιουτιούμπι, διότι τώρα που ΕΣΥ ΞΕΡΕΙΣ, πρέπει να ξεστραβωθούν κι άλλοι και να μάθουν, κι επίσης πώς αλλιώς θα θαυμάσει όλος ο κόσμος τον Λάκη σου, και έτσι κοτσάρεις τις φωτογραφίες του στο δίκτυο και καμαρώνεις σαν γύφτικο σκεπάρνι.

Και τέλος, κάποια στιγμή που μιλάς με τη μάνα σου στο τηλέφωνο και σε ρωτάει τι κάνει το πουλάκι και της λες "Άσε ρε μάνα, στις τέσσερις το πρωί τον τάιζα τον αχόρταγο τον λαίμαργο, πάλι πεινούσε, άσε που προχτές φτερούγισε και πέταξε (ναι το γλυκό μου, τώρα έχει και φτεράκια και ψιλοπετάει κιόλας), και άσε μου 'κοψε πέντε χρόνια ζωής που φοβήθηκα μην φύγει από τη δίπλα ταράτσα και τρέχαμε σαν μαλάκες να τον προλάβουμε και που λες.."

Εκεί λοιπόν, εκεί ρε παιδιά, έρχεται η εκδίκηση της μάνας.
Και την ακούς στο τηλέφωνο: "Χο, χο, χο, μα τι νόμιζες, έτσι εύκολο είναι να είσαι μάνα; Κι εσύ τα ίδια έκανες, ήθελες τάισμα κάθε δυο ώρες, και τρέχαμε να σου βρούμε την ειδική κρέμα και το ειδικό γάλα γιατί τα άλλα δεν τα ήθελες, χο, χο, χο!"

Κι εκεί σου 'ρχεται η κεραμίδα στο κεφάλι και κάνεις μόκο.
Μόκο λέμεεεεεεε

ΤΕΛΟΣ ΕΡΓΟΥ

Πρωταγωνιστές
Τύπος Νυχτερινός
Δ.
Πουλάκης
Η ΜΑΝΑ (χο, χο, χο)

Πληροφορίες για τον νεαρό πρωταγωνιστή, προηγούμενες εμφανίσεις του στο δίκτυο και φωτογραφίες του ακολουθούν.

Ο νεαρός Πουλάκης ή Λάκης επί το καλλιτεχνικότερον, στην πρώτη του εμφάνιση.


Εδώ ο Λάκης σε σκηνή από το παρόν θεατρικό


Προηγούμενες παρουσίες του Λάκη στο διαδίκτυο


Δευτέρα, Δεκεμβρίου 18, 2006

Έκτορας


Κάποιο πρωί ανεβαίνοντας με τα πόδια για το γραφείο, σε βρήκα στα φανάρια της Αχαρνών, τρομαγμένο απ' τα αυτοκίνητα και τους ανθρώπους, να προσπαθείς να διασχίσεις το δρόμο, κάνοντας ένα βήμα εμπρός και τρία πίσω.
Σταμάτησα στο φανάρι και σε κοίταξα. Στύλωσες τις καστανές, παραπονεμένες ματάρες σου στις δικές μου και με πλησίασες διστακτικά χαμηλώνοντας το κεφάλι.
Σου έδωσα το χέρι μου να το μυρίσεις και σε λίγο σου χάιδευα τη μουσούδα.

Ήσουν ταλαιπωρημένος, τρομαγμένος, πολύ αδύνατος και αδύναμος. Φορούσες λουράκι στο λαιμό. Έσκυψα και το κοίταξα, είχες μια μικρή ταυτότητα με το όνομά σου κι ένα μισοσβησμένο τηλεφωνικό αριθμό.

Σε φώναξα να έρθεις κοντά μου κι εσύ μ' ακολούθησες όλο εμπιστοσύνη μέχρι την Πλ. Αμερικής. Ήταν Σάββατο πρωί.
Πίστεψα πως θα βρούμε γρήγορα τους ιδιοκτήτες σου για να σε επιστρέψουμε σε 'κείνους. Το τελευταίο νούμερο του τηλεφώνου ήταν σβησμένο, οπότε άρχισα να κάνω τηλεφωνήματα με μαντεψιές. Ξεκινήσα απ' το μηδέν, μετά το ένα, μετά το δύο... κάποια στιγμή το πέτυχα.

-Καλημέρα σας. Μήπως χάσατε ένα λυκόσκυλο, περίπου έξι μηνών;
-......
-Ναι, με ακούτε; Επειδή φοράει λουράκι με τηλεφωνικό αριθμό και το νούμερο μπορεί να είναι το δικό σας... δε φαίνεται και πολύ καλά ο τελευταίος αριθμός. Το όνομά του είναι Έκτορας.
-Δεν τον χάσαμε κυρά μου, κι άμα τον βρήκες χάρισμά σου. Εμείς δεν τον θέλουμε άλλο. Και να μην ενοχλείτε πρωί - πρωί στα ξένα σπίτια.

Έμεινα σα μαλάκας να κοιτάζω την τηλεφωνική συσκευή. Είχαν ακούσει καλά τ' αυτιά μου; Τι μου έλεγε αυτό το υποκείμενο δηλαδή στο τηλέφωνο; Δεν τον είχαν χάσει; Δηλαδή...
...δηλαδή αυτό σήμαινε τον είχαν παρατήσει στο δρόμο;
Σκέφτηκα να πάρω ξανά και να του κατεβάσω όλα τα εξαπτέρυγα, αλλά τότε εσύ μου γάβγισες σιγανά λες και μου 'λεγες "άστο, δεν αξίζει τον κόπο".

Σε κοίταξα, με κοίταξες, και συννενοηθήκαμε. Εσύ μόλις είχες βρει καινούριο αφεντικό κι εγώ μόλις είχα αποκτήσει σκύλο.

Περάσαμε όλη τη μέρα στο γραφείο παρέα. Κατά το μεσημεράκι, αφού σε είχαμε ταίσει και ποτίσει, σε πήρα να σε πάω στον κτηνίατρο.

-Είναι πολύ ταλαιπωρημένος, Ιφιγένεια, μου είπε ο Απόστολος, ο κτηνίατρος. Είναι κανένα μήνα στο δρόμο, υποφέρει από ασιτία και αφυδάτωση, έχει τρομερή έλλειψη ασβεστίου κι είναι ακόμα μικρός. Είναι περίπου έξι μηνών. Έχουν πειραχτεί τα νεύρα του αυτιού του από την πείνα και πιθανόν δε θα σηκώσει ποτέ κανονικά τ' αυτιά του. Έχουν πειραχτεί και τα οστά στα πόδια του και η πατούσα του πατάει όλη κάτω. Χρειάζεται καιρό θεραπεία και ασβέστιο και ειδική διατροφή...

Φυσικά μου τα 'λεγε όλα αυτά ξέροντας εκ των προτέρων πως θα σε κρατούσα. Τα 'λεγε έτσι απλά λόγω επαγγελματικής συνήθειας. Εγώ ούτε που τον άκουγα. Σκεφτόμουν μονάχα αν θα καταφέρω να σε κάνω καλά.

Σε πήρα στο σπίτι. Τότε έμενα με τον πρώην μου, σ' ένα δυαράκι, δώμα, στον τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας. Στην πολυκατοικία δεν υπήρχε ασανσέρ. Εσύ δεν μπορούσες με τίποτα να ανέβεις τα σκαλιά. Τα πόδια σου δε σε στηρίζανε. Φώναξα τον Γ. και σε ανεβάζαμε αγκαλιά για τρεις ορόφους.
Άρχισε ο αγώνας να γίνεις καλά, να συνέλθεις.

Ειδική διατροφή, μετρημένη μέχρι γραμμάριο μέχρι να επανέλθει ο οργανισμός σου στα φυσιολογικά. Ασβέστιο σε απίστευτες δόσεις καθημερινά. Χρειάστηκε ένας μήνας να μπορέσεις να πατήσεις γερά στα πόδια σου και άλλος ένας ν' αρχίσει το βάρος σου να αυξάνει και λίγο μετά, έτρεχες σα σίφουνας στην ταράτσα κι ανεβοκατέβαινες τα σκαλιά πριν από μένα.

Ο τότε γάτος μου, ο Μπιτιγιού, σου είχε πάρει τον αέρα κανονικά. Σου έτρωγε το φαί, κοιμόταν στο σπιτάκι σου κι όταν τον έπιανε η μούρλα έδινε μια, πήδαγε στην πλάτη σου και καθισμένος σαν το μαχαραγιά στην ράχη του ελέφαντα, αφηνόταν να τον πηγαίνεις βόλτες πέρα δώθε στην ταράτσα.
Τα μεσημέρια κοιμόσασταν και τα δυο στο κιόσκι, στη σκιά, και τις νύχτες κουλουριασμένοι αγκαλιά στο χαλάκι της εξώπορτας.

Μεγάλωνες μέρα με τη μέρα, δυνάμωνες μέρα με τη μέρα.
Ένα πρωί είδες μια περίεργη κίνηση στην απέναντι ταράτσα, έναν νεαρό που προσπαθούσε να στερεώσει μια κεραία.
Θεώρησες ύποπτες τις κινήσεις του ή δε σου άρεσε η φάτσα του, δεν το ξέρω. Όμως εκεί που ήμουν μέσα και μαγείρευα, άκουσα για πρώτη φορά το γαύγισμά σου. Όχι αυτό που έκανες σε εμάς, όλο χαρά και νάζι. Ούτε το άλλο που είχες για τον Μπιτιγιού όταν παίζατε παρέα. Ένα γαύγισμα που βγήκε απ' το στέρνο σου, κι ακούστηκε λες και το είχαμε βάλει στα μεγάφωνα. Γαύγισμα που σήμαινε "εδώ είναι το σπίτι μου, μη μου κουνιέσαι μαλάκα, θα σε κάνω κιμά". Τα 'παιξα. Βγήκα να δώ ποιο σκυλί γαύγισε έτσι. Κι ήσουν εσύ, ανεβασμένος με τα μπροστινά πόδια στο τοιχάκι της ταράτσας, να πουλάς τσαμπουκά στον απέναντι.
Έσκασα στα γέλια, γιατί ήταν η πρώτη φορά που σε έβλεπα να υψώνεις το ανάστημά σου, φυλώντας την "ιδιοκτησία" των αφεντικών σου, αλλά και γιατί ο ταλαίπωρος νεαρός που κόντεψε να τα παίξει, δεν μπορούσε να δει πως όσο εσύ αγρίευες, ο Μπιτιγιού έπαιζε με την ουρά σου κι είχε κρεμαστεί ολόκληρος πάνω σου...

Τις Κυριακές ήσουν η ψυχοθεραπεία μου. Σ' έπαιρνα και φεύγαμε μεγάλες βόλτες μαζί. Σε πήγαινα σε μια τεράστια αλάνα κοντά στα σχολεία και σ' άφηνα να τρέξεις όσο τραβούσε η ψυχή σου. Τρέχαμε μαζί, σου πέταγα τις μπάλες σου και ένα κομμάτι ξύλο κι εσύ μου τα έφερνες πίσω. Με κυνηγούσες και μόλις έκανα πως έπεφτα κάτω ερχόσουν όλο αγωνία να μου γλείψεις τα μούτρα, και τότε πεταγόμουν ξανά πάνω και το παιχνίδι άρχιζε απ' την αρχή.

Τα καλοκαιρινά βράδυα, όταν οι καυγάδες με τον Γ. έδιναν κι έπαιρναν κι εκείνος έφευγε κοπανώντας πίσω του την πόρτα, εσύ έτρεχες πάντα πίσω του φωνάζοντάς τον στη σκυλίσια γλώσσα σου. Άπλωνες το πόδι σου κι έξυνες την πόρτα. Παραπονιόσουν και κλαψούριζες. Του είχες αδυναμία.
Κι ύστερα γύρναγες το κεφάλι και με κοίταγες κι ερχόσουν αμέσως να τριφτείς στα πόδια μου. Όταν έκλαιγα ακουμπούσες τη μουσούδα σου στα γόνατά μου και μου έγλειφες τα χέρια. Μια νύχτα κοιμηθήκαμε αγκαλιά, έξω, εγώ πάνω σε μια πολυθρόνα, κι εσύ κουλουριασμένος στα πόδια μου. Ήμουν χάλια εκείνη τη νύχτα, κι εσύ δε μ' άφησες λεπτό.
Το πρωί με ξύπνησες με γλυψίματα και γαυγίσματα. Ήθελες βόλτα και παιχνίδι. Δεν είχα κουράγιο.
Μου φερες το μπαλάκι σου. Δεν είδες αντίδραση. Το άφησες κάτω κι άρχισες να φέρνεις ένα ένα όλα σου τα παιχνίδια. Στο τέλος έφερες το λουρί σου. Αυτό ήταν το μεγάλο επιχείρημα, το μεγάλο σου όπλο. Όταν είδες ότι δεν κουνιόμουν απ' την πολυθρόνα, σταύρωσες τα πόδια σου, ακούμπησες την κεφάλα σου πάνω τους και αναστέναξες.
Κι εκείνος ο αναστεναγμός σου με ξεκούνησε, μ' έκανε να πάρω ξανά μπροστά, να σηκωθώ, ν' αφήσω στην άκρη την κατάθλιψη και τα προβλήματά μου, και να χαμογελάσω στη φάτσα που με κοίταγε όλο προσμονή.

Ένα χρόνο και ήσουν κοντά μου. Ένα χρόνο και, μοιραστήκαμε μέρες, νύχτες, παιχνίδια, γέλια, μαλώματα, και αγάπη, πολύ αγάπη.
Αγάπη που μου την πρόσφερες απλόχερα, όση αγάπη είχε το σκυλίσιο μυαλό και η καρδιά σου.

Κάποια στιγμή ο Γ. αποφάσισε να φύγει από το σπίτι. Ο χωρισμός μας δεν ήταν εύκολος ούτε ανώδυνος. Ήξερα όμως πως θα πήγαινε να ζήσει στην επαρχία, σ' ένα σπίτι με τεράστιο κήπο... κι έπρεπε να αποφασίσω αν θα σε αφήσω να πας μαζί του. Ήσουν το σκυλί μου, αλλά ήσουν και δικό του σκυλί. Η απόφαση όμως ήταν δική μου. Εγώ έπρεπε να πώ το ναι ή το όχι.

Πάλεψα δέκα μέρες να αποφασίσω. Δεν ήθελα να σε δώσω, αλλά ξέροντας πως θα είχες την ευκαιρία να ζήσεις στη φύση, σ' ένα μεγάλο κτήμα όπου θα μπορούσες ν' αλωνίζεις και να κάνεις ό,τι θέλεις, δε μου πήγαινε η ψυχή να σε κρατήσω στην Αθήνα, στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας...

Απ' την άλλη, φοβόμουν μήν τυχόν και δε σε προσέξει ο Γ. όσο θα ήθελα. Είχα ένα κακό δείγμα συμπεριφοράς του απέναντι σε ζώο στο παρελθόν, όμως με σένα τα πήγαινε καλά. Σε αγαπούσε, σε είχε φροντίσει μαζί μου, είχε κοπιάσει, του είχες αδυναμία, σε ήθελε...

Έσκασα για δέκα μέρες. Στο τέλος αποφάσισα να σε δώσω. Πίστεψα πως έτσι ήταν το καλύτερο για σένα. Έπιασα τον Γ. και του εξηγήθηκα: Θα τον πάρεις τον Έκτορα, αλλά έχε το νου σου κακομοίρη μου. Εμείς μπορεί να τελειώσαμε, αλλά το ζώο ήταν και θα είναι δικό μου. Θα κατεβαίνω να το βλέπω, είτε θες να με δεις είτε όχι. Αν σε οποιαδήποτε στιγμή το δω αφρόντιστο ή κακοποιημένο βρες τρύπα να κρυφτείς. Αν πάθει κάτι και φταις εσύ μαύρη σου η ώρα. Κι αν τυχόν, σε οποιαδήποτε στιγμή αποφασίσεις πως δεν μπορείς να συνεχίσεις τη φροντίδα του, πως δεν τον θέλεις για οποιοδήποτε λόγο, θα με πάρεις τηλέφωνο και θα κατέβω να τον πάρω. Είμαστε σύμφωνοι;

...Μου έδωσε το λόγο του.
Σε ξεγέλασα για να μπεις στο αυτοκίνητο, τάχα πως θα σε πηγαίναμε βόλτα. Χαιρόσουν. Όταν είδες πως δεν έμπαινα κι εγώ άρχισες να κλαψουρίζεις παραπονεμένα. Έτρεξα να φύγω γρήγορα, να μη βλέπω τη μουσούδα σου κολλημένη στο τζάμι και τις πατούσες σου να ξύνουν την πόρτα.

Στα επόμενα χρόνια κατέβαινα όσο πιο συχνά μπορούσα στον Γ. Σε έβλεπα φορά τη φορά να μεγαλώνεις, να γίνεσαι σωστό θηρίο. Έφτασες τα 70 κιλά. Ήσουν ο αρχηγός του κτήματος και ο φύλακας της γειτονιάς.
Καθώς το αυτοκίνητο κατηφόριζε το στενό κι ερχόμασταν προς το σπίτι, έχωνες τη μουσούδα σου στα κάγκελα και μόλις άνοιγα την πόρτα και μ' έβλεπες άρχιζες να κάνεις σαν τρελό.
Χοροπήδαγες δυο μέτρα πάνω μέχρι που μια μέρα έδωσες ένα σάλτο και πήδηξες έξω από τα κάγκελα. Μου κόπηκε η ψυχή, φοβήθηκα μην τσακιστείς, εσύ όμως έτρεξες στην αγκαλιά μου και μ' έριξες κάτω. Ούτε να σε μαλώσω δεν μπορούσα.
Όσο βρισκόμουν εκεί, εγώ ήμουν το αφεντικό σου. Άκουγες ότι κι αν σου έλεγα, ακολουθούσες μονάχα εμένα. Κάναμε βόλτες στο κτήμα κι ήσουν η σκιά μου, κι εγώ χαιρόμουν που έστω και για λίγο ήμασταν ξανά μαζί.

Είχα πάνω από χρόνο να κατέβω να σε δω. Με τον Γ. αραιώσαμε τα πολλά-πολλά, η ζωή με πήρε κουτρουβάλα, δεν είχα χρόνο. Τον ρωτούσα κάθε φορά στο τηλέφωνο:
-Τι κάνει ο Έκτορας;
-Μια χαρά είναι, θηρίο, όπως τον ξέρεις, μην ανησυχείς.
-Το νου σου στο σκυλί.
-Μην ανησυχείς, βρε, είναι μια χαρά σου λεω.

Κι εγώ ήμουν ήσυχη.

Πριν λίγο καιρό χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Γ.
-Έχω να σου πω κάτι που θα σε στεναχωρήσει κάπως, αλλά πρέπει να το μάθεις.
-Λέγε...
-Κοίτα Εφάκο, ο Εκτοράκος δεν είναι πολύ καλά... Δεν είναι καθόλου καλά για την ακρίβεια. Έχει πάθει Καλαζάρ και δεν είναι σίγουρο αν θα καταφέρει να τη βγάλει καθαρή. Λυπάμαι, αλλά έπρεπε να το ξέρεις.

Το πόσο ξέσπασα και τα πόσα του έσυρα δεν έχουν πια καμία σημασία.
Το αν ένιωσα κι αν νιώθω ακόμα ένοχη, αν με πνίγουν οι τύψεις που σε εμπιστεύτηκα στα χέρια του δεν έχει καμία σημασία.
Το αν ο Γ. φταιει, το αν δε σε φρόντισε σωστά, το αν σε παράτησε, το αν δε σε πήγε έγκαιρα στο γιατρό, το αν ευθύνεται για την πορεία της ασθένειάς σου ή όχι, δεν έχει πια καμιά σημασία.
Το ότι μετανιώνω που δεν κατέβηκα τόσο καιρό να δω αν είσαι καλά, δεν έχει πια καμιά σημασία.

Τίποτα πια δεν έχει σημασία.

Σήμερα χτύπησε πάλι το τηλέφωνο. Ήταν ο Γ.

-Εφούλα...
-Τι έπαθε ο Έκτορας; Τελείωσε...; τον ρώτησα κι η ψυχή μου πήγαινε να σπάσει.
-Όχι, αλλά... να, ξέρεις. Μου είχες πει πως αν η πορεία του δεν είναι καλή, αν φτάσει σε άσχημο σημείο, να...
-....
Δεν είχα μιλιά. Ήξερα τι ήθελε να πει. Ναι, εγώ του το είχα ζητήσει. Αν δεν γινόταν τίποτα άλλο πια για σένα καρδούλα μου, να κάποια στιγμή πονούσες πολύ, αν γινόσουν χάλια, δεν ήθελα να παρατείνουμε το μαρτύριό σου και την αρρώστεια σου.
-Εφούλα, μ' ακούς;
-Σε ακούω.
-Αύριο το πρωί θα τον πάω για ευθανασία. Τον πήραν τα κλάματα.
Δεν μ' ένοιαζε που έκλαιγε. Δεν μ' ένοιαζε. Η ψυχή μου μάτωνε. Η ψυχή μου ματώνει ακόμα.
-Κάνε ό,τι χρειάζεται. Δώσε μου το λόγο του ότι θα μείνεις κοντά του ως τέλος. Πάρτον μαζί σου απόψε, κάνε ότι μπορείς, κράτα τον αγκαλιά όλη νύχτα. Δε θέλω να σου μιλήσω άλλο. Δεν μπορώ. Υποσχέσου μου μονάχα πως θα τον κρατήσεις αγκαλιά...απο μένα.

Έκλεισα το τηλέφωνο.

Έκτορα σ' αγάπησα πολύ. Σ' αγαπώ πάντα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αγάπη που μου έδωσες, τη χαρά που έζησα κοντά σου. Δε θα ξεχάσω τον τρόπο που ανέβαζες που και που το ένα ή το άλλο σου αφτί. Δεν μπορούσες να τα κρατήσεις όρθια και τα δυο, κι εγώ σε λάτρευα έτσι, με τα αυτάκια σου πεσμένα.
Συγχώρα με Εκτοράκο μου που δεν μπόρεσα να σε προστατέψω περισσότερο.
Σε έσωσα από τους δρόμους, και τότε έκανα αυτό που νόμιζα πως θα ήταν καλύτερο για σένα. Μου λείπεις. Μου έλειψες όλα αυτά τα χρόνια. Κι απο δω και πέρα θα μου λείπεις για πάντα, αλλά δε θα μπορώ πλέον να κατέβω να σε δώ.
Η ψυχή μου απόψε ματώνει.
Και θα ματώνει για καιρό.

Καλό ταξίδι, φιλαράκι μου. Καλό ταξίδι Εκτοράκο.



Τρίτη, Μαΐου 23, 2006

Και μια που μιλάμε για τα ζώα,

ρίξτε μια ματιά στο ποστ του Αρτ Ατάκ,
εδώ, μήπως και μπορέσετε να προτείνετε κάτι για το πρόβλημα που αντιμετωπίζει με το ζώο που βρήκε (ένα γατάκι).

Ακόμα καλύτερα θα ήταν να βρισκόταν κανείς που να μπορούσε να το υιοθετήσει.
Δείτε το.

Οι φίλοι μας τα ζώα

Image Hosted by ImageShack.us

Με αφορμή απ' τη μια το ποστ του Κυκλάμινου και ένα φυλλάδιο του Ελληνικού Ταμείου Μέριμνας Ζώων που έπεσε στα χέρια μου απ' την άλλη, ξεκίνησα να γράφω το ποστ αυτό.

Τους προβληματισμούς μου για την υπόθεση του Ουντέζε, του σκυλιού της Κυκλάμινο τις παραθέτω στο μπλογκ της. Τους προβληματισμούς μου όμως σχετικά με το τι σημαίνει υπεύθυνος ιδιοκτήτης ζώου, τους γράφω εδώ.

Αντιγράφω απο το φυλλάδιο που προανέφερα: (η σειρά αναφοράς είναι δική μου)

Ο υπεύθυνος ιδιοκτήτης:

Ποτέ δε θα σκεφτόταν να εγκαταλείψει το κατοικίδιό του και κατανοεί οτι ένα κατοικίδιο αποτελεί δέσμευση για ολόκληρη τη ζωή του.

Αφιερώνει χρόνο στο κατοικίδιό του. Τα κατοικίδια είναι οικόσιτα ζώα και έχουν ανάγκη την ανθρώπινη συντροφιά.

Αντιμετωπίζει και συμπεριφέρεται στο ζώο του σαν να είναι μέλος της οικογένειάς του. Το αφήνει να ζει μέσα στο σπίτι.

Καταλαβαίνει οτι όλα τα ζώα είναι πλάσματα που αισθάνονται, και συμπεριφέρεται στο κατοικίδιό του με την εμπιστοσύνη και το σεβασμό που του αξίζει.

Μαθαίνει στα παιδιά του να σέβονται και να αγαπάνε τα ζώα καθώς και το πώς πρέπει να τους συμπεριφέρονται. Τα κατοικίδια είναι πολύ καλοί δάσκαλοι για τα παιδιά.

Φροντίζει ιδιαίτερα το κατοικίδιό του όταν αυτό γεράσει. Τα ηλικιωμένα ζώα όπως ακριβώς και οι άνθρωποι, μπορούν να έχουν σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως προβλήματα με την καρδιά, το συκώτι, τα νεφρά τους, και καταρράκτη, αρθριτικά, διαβήτη και καρκίνο.

Κατανανοεί οτι το να φροντίζει κανείς ένα κατοικίδιο, σημαίνει πολύ περισσότερα απο το να του παρέχει απλά επαρκές φαγητό, νερό και καταφύγιο. Τα οικιακά ζώα εξαρτώνται πλήρως απο τους ιδιοκτήτες τους για την ευημερία τους.

Εκπαιδεύει τον σκύλο του να γίνει ένας "καλός πολίτης". Τα προβλήματα στη συμπεριφορά του ζώου είναι λάθος του ιδιοκτήτη κι όχι του κατοικίδιου.

Και τα αυτονόητα:

Προσφέφει στο κατοικίδιό του ισορροπημένη διατροφή και του παρέχει πάντοτε φρέσκο, πόσιμο νερό.

Παρέχει στο κατοικίδιό του ένα κρεβάτι.

Παρέχει παιχνίδια στο κατοικίδιό του για να είναι απασχολημένο κι ευτυχισμένο.

Πηγαίνει το κατοικίδιό του στον κτηνίατρο συχνά.

Παίρνει τις απαραίτητες προφυλάξεις για την πρόληψη ασθένειας του σκύλου του απο Λεϊσμανίωση (καλαζάρ), Σκουλήκια της Καρδιάς και Ερλιχίωση -όλες θανατηφόρες ασθένειες.

Φροντίζει να κανονίζει απο νωρίς το θέμα του ζώου του όταν φεύγει για διακοπές.

Στη συνέχεια το φυλλάδιο θέτει κάποιες ερωτήσεις και θέματα για προβληματισμό στους
υποψήφιους ιδιοκτήτες ζώων.
Κάποια απο αυτά είναι:

Όλα τα σκυλιά έχουν ανάγκη να βγαίνουν βόλτα καθημερινά, ακόμη κι αν έχετε κήπο.

Τα σκυλιά που δε βγαίνουν ποτέ βόλτα, αισθάνονται ανία, γαβγίζουν κι ενοχλούν τους γείτονες.

Ένα μπαλκόνι ή μια ταράτσα δεν είναι το κατάλληλο μέρος για να έχετε ένα σκύλο.

Τα σκυλιά δεν πρέπει ποτέ να ζουν δεμένα. Νιώθουν ανία και υποφέρουν απο ψυχολογικά προβλήματα.

Όλα τα κατοικίδια έχουν ανάγκη απο την ανθρώπινη συντροφιά και ποιοτικό χρόνο με την οικογένειά τους καθημερινά.

Αν απουσιάζεται στη δουλειά σας όλη μέρα, ένας σκύλος δεν είναι το κατάλληλο κατοικίδιο για σας.

Ένα κατοικίδιο πρέπει να θεωρείται μέλος της οικογένειας, με το οποίο θα περάσετε τα επόμενα 10-18 χρόνια.

Μπορείτε να πληρώνετε τη διατροφή ενός κατοικίδιου;

Μπορείτε να πληρώνετε εμβόλια, αντιπαρασιτικά χάπια, αμπούλες, σπρέι, κολάρα κλπ που είναι απαραίτητα;

Μπορείτε να πληρώσετε για τη στείρωση του κατοικίδίου σας;

Αν το ζώο σας αρρωστήσει ή τραυματιστεί, μπορείτε να πληρώσετε την ακριβή κτηνιατρική θεραπεία;

Πώς θα διευθετήσετε το θέμα των διακοπών σας σε σχέση με το κατοικίδιό σας;


Καθώς διάβαζα τα πιο πάνω, ήταν αδύνατο να μην αναρωτηθώ κατά πόσο υπήρξα υπεύθυνη και συνειδητοποιημένη ιδιοκτήτρια ζώου.
Η απάντηση είναι "όχι όσο θα έπρεπε".

Τα ζώα μου, και ειδικά τα σκυλιά μου δεν υπήρξαν δυστυχισμένα, ούτε παραμελημένα, αλλά σίγουρα θα μπορούσα να τους έχω φερθεί και καλύτερα. Το να πω οτι "δεν ήξερα", δεν αποτελεί φυσικά δικαιολογία.

Και το σίγουρο είναι πως αν είχε πέσει πριν μερικά χρόνια αυτό το φυλλάδιο στα χέρια μου, δε θα αποφάσιζα ποτέ να πάρω σκύλο, όπως και δε σκοπεύω να πάρω ξανά σκύλο στο μέλλον, εκτός κι αν αλλάξουν κατά πολύ οι σημερινές συνθήκες της ζωής μου.

Σάλτσα Ναπολιτάνα

Καμιά φορά, βρίσκεσαι να συζητάς στο κινητό τα εσώψυχά σου, όντας μέσα σε ένα σούπερ μάρκετ, μπροστά στο ράφι με τα ζυμαρικά, κρατώντας στ...