Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έτσι κι αλλιώς όλα είναι προσωπικές οπτασίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έτσι κι αλλιώς όλα είναι προσωπικές οπτασίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Νοεμβρίου 28, 2011

Θεσσαλονίκη-Αναχωρήσεις

Painting: Yannis Stavrou


Η Θεσσαλονίκη υπήρξε ένας απ' τους τόπους που σημάδεψαν τα πρώτα μου βήματα στην ενήλικη ζωή.
Η πρώτη φυγή από το πατρικό σπίτι, η πρώτη βουτιά στην πολυπόθητη -και ακριβοπληρωμένη- ανεξαρτησία, η πρώτη "μεγάλη" πόλη, το πρώτο δικό μου κλειδί στο χέρι... αγαπημένη απ' την πρώτη στιγμή, αγαπημένη ως τα σήμερα.
Πατώντας το πόδι μου εκεί, ένιωσα μια εξαίσια σύνδεση με το μέρος, μια ιδιαίτερη άνεση, σαν να βρισκόμουν σε σπίτι φιλικό που θα με υποδεχόταν και θα μ' αγκάλιαζε. Τέτοιο δέσιμο με τόπο έμελλε να βιώσω μονάχα πολλά, πολλά χρόνια αργότερα, σε μια άλλη ήπειρο, σε μια μικρή, παραθαλάσσια πόλη, γνωστή στο τοπικό ιδίωμα ως Πόλη των Ανέμων.

Η Θεσσαλονίκη έφερε την πρώτη μεγάλη, σταθερή παρέα φίλων. Στα δύο χρόνια που έμεινα 'πάνω', η ομάδα μας ήταν αδιαχώριστη. Δεν κακιώσαμε ποτέ, δεν μαλώσαμε, δεν ψυχραθήκαμε. Γελάσαμε πολύ, κλάψαμε άλλο τόσο, περάσαμε τρελές μέρες, θεότρελες νύχτες, δουλέψαμε, ταξιδέψαμε παρέα, περάσαμε πείνες και αφραγκίες που τότε, με το προνόμιο της ηλικίας και με μια διάθεση λούμπεν, τις βλέπαμε ως περιπέτειες και μάλιστα ρομαντικές.
Διασχίζαμε τους δρόμους της Άνω Πόλης σαν μικρή ομάδα ποδοσφαίρου, με τσιγάρα που περνούσαν από χέρι σε χέρι, με μακριά κασκόλ ν' ανεμίζουν στον τσουχτερό Βαρδάρη και χωρίς δραχμή στην τσέπη.
Μαζευόμασταν στα ταβερνάκια και τα μεζεδοπωλεία και τρώγαμε ρεφενέ, όποιος είχε περισσότερα πλήρωνε παραπάνω. Στα στέκια, οι μαγαζάτορες μας περίμεναν εξάπαντος κάθε Παρασκευή, κι όταν ο Αλέξης δε δούλευε κι ερχόταν με το μπουζούκι στο χέρι, είχαμε εξασφαλισμένο τζάμπα φαγητό και κρασί για όλους.
Τσακωνόμασταν για τα πολιτικά, για την ιστορία, για τις ομάδες, για τη φιλοσοφία, για τις θεωρίες. Φιλιώναμε, αγαπιόμασταν, τσατιζόμασταν, βρίζαμε, γελούσαμε, ερωτευόμασταν, χωρίζαμε.

Στα δυο χρόνια που έμεινα επάνω, κάμποσα νέα πρόσωπα προστέθηκαν στο σύνολο της παρέας, κάποια αποχώρησαν και κάποια έμειναν σταθερά.
Απ' τους σταθερούς, ο Αλέξης, ο Μιχάλης, ο Στάσης, η Δέσποινα, η Σοφία, η Ντίνα, η Έλσα και φυσικά είχαμε και τους δύο Πέτρους, στους οποίους είχαμε κολλήσει διάφορα παρατσούκλια και καλά για να τους ξεχωρίζουμε:
Ο Πέτρος ο Αθηναίος κι ο Πέτρος ο Θεσσαλονικιός (λόγω καταγωγής).
Ή ο Πέτρος ο Μικρός κι ο Πέτρος ο Μέγας (λόγω ηλικίας).
Ή οι Πετροπουλαίοι.
Ή οι Π.Ε. & Σία.
Ή Π.Ε.ΠΕ.
Τα δυο τελευταία παρατσούκλια ήταν inside joke της παρέας, αφού και οι δυο Πετρήδες είχαν φιλενάδες που τα ονόματά τους άρχιζαν από Ε. Τους είχαμε κι άλλα διάφορα προσωνύμια, ανάλογα την ώρα, τα κέφια, και το πόση καζούρα θέλαμε να τους κάνουμε, αλλά αυτά επικρατούσαν κυρίως.

Στα υπόλοιπα χρόνια, όπως γίνεται συνήθως, ακόμα κι ο 'σταθερός πυρήνας' της παρέας σκόρπισε. Ο Μιχάλης πίσω στην Κρήτη, ο Αλέξης ανάμεσα σε δουλειές μέρας και νύχτας, ο Στάσης έμεινε λίγο περισσότερο, η Δέσποινα είναι ακόμη σταθερή αξία, η Ντίνα πίσω στη Πάτρα, η Σοφία καμμένη απ' το αλκοόλ. Οι Π.Ε. & Σία, έμειναν σε επαφή όλα αυτά τα χρόνια. Ο ένας εκ των δύο στη Θεσσαλονίκη με τη δική του Ε. και ο δεύτερος στην Αθήνα με τη δική του Ε.

Στα δέκα τελευταία χρόνια, η Θεσσαλονίκη δεν έπαψε να είναι αγαπημένη (πώς θα μπορούσε και να μην είναι δηλαδή), και καταφύγιο για μένα.
Αλλά συνδέθηκε και με άλλες ιστορίες, και με άλλες καταστάσεις πέραν της παρέας των πρώτων φοιτητικών χρόνων.

Δυο ταξίδια πάνω μέσα σ' αυτή τη δεκαετία, δεν είχαν να κάνουν ούτε με βόλτα, ούτε με παλιούς κι αγαπημένους φίλους, αλλά με νοσοκομεία, εντατικές, αναμονές έξω από χειρουργεία. Κι απανωτά τσιγάρα περιμένοντας. Τη μια για να τελειώσει ένα πεντάωρο χειρουργείο, μετά για να περάσει το 48ωρο, μετά για να περάσουν οι μέρες της εντατικής... και την άλλη, για ένα άλλο χειρουργείο, για μια άλλη μαγνητική, για καρκινικούς δείκτες.
Τα ονόματα των πρωταγωνιστών στα δυο αυτά ταξίδια, τα ίδια. Κώστας ο ένας, Κωστής ο άλλος. Τους χώριζαν δυο γενιές, τους ένωνε κοινό αίμα.
Ο Κώστας ο μεγάλος τα κατάφερε τότε, και ξεπέρασε το προσδόκιμο ζωής που είχαν δώσει οι γιατροί.
Ο Κώστας ο μικρός, δε θα μπορούσε να μην τα καταφέρει, να μην το παλέψει, να μη βγει νικητής. Δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς.

Αλλά τους τελευταίους οκτώ μήνες, η Θεσσαλονίκη έφερε και δυο αναχωρήσεις.
Οι δυο Ε. των δύο Πέτρων έφυγαν νωρίς και άδικα.
Κάποτε κάναμε πλάκα με τα αρχικά των ονομάτων τους. Τώρα δεν υπάρχει πλάκα.
Τώρα έμειναν δύο αρχικά Π χωρίς τα Ε. Και δεν υπάρχει αστείο, δεν υπάρχει λογοπαίγνιο, δεν υπάρχει καζούρα, δεν υπάρχει η παρέα να χαϊδέψει μέσα από το πείραγμα.

Υπάρχει μόνο το 'βάζουμε το ένα πόδι μπροστά απ' το άλλο και κάνουμε ένα βήμα'.
Σήμερα. Τώρα.
Κι αύριο βλέπουμε.

Ένα βήμα τη φορά. Το ένα πόδι μπροστά από το άλλο. Αυτό είναι αρκετό. Ή μάλλον στην παρούσα, δεν είναι αρκετό απλώς, είναι τιτάνιο.

Πετροπουλαίοι καμάρια μου, ένα βήμα και σήμερα. Ένα βήμα τη φορά. Ένα βήμα μονάχα.






Σάββατο, Νοεμβρίου 12, 2011

Ο φαύλος κύκλος του αγώνα για δύναμη

Πριν χρόνια είχε πέσει στα χέρια μου ένα μυθιστόρημα, το The Celestine Prophecy.
Το είχα διαβάσει στα αγγλικά και μου είχε φανεί εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Ο συγγραφέας του, ο James Redfield υφαίνει με μαεστρία μια φανταστική περιπέτεια, συνδυάζοντας στοιχεία από ψυχολογία, θρησκείες, πνευματικές διδασκαλίες διαφόρων λαών και εποχών.

Ένα κομμάτι αυτών είναι τα λεγόμενα "Θέατρα Ελέγχου". Για κάποιους λόγους, τον τελευταίο χρόνο και ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες, βρίσκομαι να τα σκέφτομαι όλο και πιο συχνά και κυρίως σε συνάρτηση με ανθρώπους που συναντώ, αλλά και μένα την ίδια.

Αντιγράφω μερικά αποσπάσματα.

Οι άνθρωποι ανταγωνιζόμαστε μεταξύ μας με σκοπό να εξασφαλίσουμε ενέργεια. Αυτό το κάνουμε ασυνείδητα σε κάθε συνάντηση. Παρατηρώντας τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, τόσο εκείνες που συμμετέχουμε οι ίδιοι , όσο και αυτές που συμβαίνουν μεταξύ άλλων, μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε αυτό τον ανταγωνισμό και να αρχίσουμε να κατανοούμε την ουσιαστική φύση των ανθρώπινων συγκρούσεων.

Καθένας από τους τρόπους ελέγχου της ενέργειας, έχει τις ρίζες του στον αρχικό φόβο ότι, αν χάσει κανείς τη σύνδεση με το γονιό του, δε θα μπορέσει να επιζήσει. Έτσι, η τάση να ελέγχουμε τους γύρω μας για να εξασφαλίζουμε ενέργεια είναι μια κατάσταση που αρχίζει από την παιδική ηλικία. Όταν είμαστε παιδιά, η επιβίωσή μας εξαρτάται από τους ενήλικες που μας φροντίζουν, και για αυτό αναπτύσσουμε πολύ συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους παίρνουμε ενέργεια από το οικογενειακό μας σύστημα. Η εξασφάλιση αρκετής αγάπης ώστε να νιώθουμε ασφαλείς και αρκετής αναγνώρισης ώστε να μπορέσουμε να δομήσουμε μια ταυτότητα, είναι κρίσιμα στοιχεία της ανάπτυξής μας.

Οι άνθρωποι λοιπόν, ανταγωνιζόμαστε μεταξύ μας για την εξασφάλιση ενέργειας. Αυτό το κάνουμε για να αισθανθούμε μια ψυχολογική αναπτέρωση. Πιστεύουμε ότι πρέπει αποσπάσουμε προσοχή, αγάπη, αναγνώριση, ενίσχυση, επιδοκιμασία από τους άλλους. Όλα αυτά δεν είναι παρά διαφορετικές μορφές ενέργειας. Έτσι μέσα από τις διάφορες μορφές επαφών και συνδιαλλαγών που είχαμε με τους γονείς μας όταν ήμαστε παιδιά, υιοθετούμε ένα τρόπο για να τραβάμε την ενέργεια προς το μέρος μας.

Στα πρώτα χρόνια της ζωής μας προσαρμόσαμε ασυνείδητα τον εαυτό μας στο περιβάλλον μας. Ο τρόπος που μας φέρονταν οι γονείς-μεγάλα αδέρφια, και το πώς νιώθαμε κοντά τους, ήταν για μας το «πεδίο εξάσκησης» στο οποίο μάθαμε να ελέγχουμε τη ροή της ενέργειας και να τη στρέφουμε προς το μέρος μας.
Θα περιγραφούν παρακάτω τέσσερις τύποι χειρισμού της ενέργειας. Μερικοί χρησιμοποιούν διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικές συνθήκες, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν ένα κυρίαρχο θέατρο ελέγχου που τείνουν να το επαναλαμβάνουν. Το ποιο είναι αυτό το θέατρο εξαρτάται από ποια μέθοδος ήταν πιο αποτελεσματική με τα μέλη της οικογένειάς μας.

Τρομοκράτης
Οι τρομοκράτες καταφέρνουν τους πάντες να τους προσέξουν με τη θορυβώδη συμπεριφορά τους, τη σωματική τους δύναμη, τις απειλές, τα απρόσμενα ξεσπάσματα. Κρατούν τους πάντες σε επιφυλακή γιατί οι άλλοι φοβούνται ότι ο Τρομοκράτης θα κάνει κάποιο σχόλιο που θα τους ντροπιάσει ή θα θυμώσει μαζί τους. Οι τρομοκράτες είναι πάντα στο επίκεντρο της προσοχής. Προκαλούν στους άλλους την αίσθηση του φόβου ή άγχους.

Είναι κατά βάση εγωκεντρικά άτομα και η συμπεριφορά τους μπορεί να κυμαίνεται από το να δίνουν συνεχώς διαταγές, να μιλούν ασταμάτητα, να φέρονται αυταρχικά, να είναι άκαμπτοι και σαρκαστικοί, μέχρι τη σωματική βία. Αρχικά δεσμεύουν τους άλλους δημιουργώντας μια αύρα δύναμης.

Καθένα από τα τέσσερα θέατρα ελέγχου δημιουργεί μια συγκεκριμένη ενεργειακή δυναμική που ονομάζεται αντίστοιχο θέατρο. Για παράδειγμα το αντίστοιχο θέατρο που δημιουργείται από ένα τρομοκράτη είναι το «εγώ ο καημένος», το θέατρο του «θύματος».

Ανακριτής
Οι Ανακριτές δεν είναι τόσο απειλητικοί από την άποψη σωματικής βίας, αλλά τσακίζουν το ηθικό και τη θέληση του άλλου αμφισβητώντας νοητικά όλες τις δραστηριότητες και τα κίνητρά του. Είναι εχθρικοί επικριτές που προσπαθούν συνεχώς να φέρουν έτσι τα πράγματα, ώστε να φανεί ότι οι άλλοι φταίνε σε κάτι ή κάνουν λάθος.

Όσο περισσότερο ασχολούνται με τα ελαττώματα και τα λάθη σας, τόσο περισσότερο τους παρακολουθείτε και αντιδράτε σε κάθε τους κίνηση. Καθώς αγωνίζεστε για να αποδείξετε την αξία σας, ή να απαντήσετε στις επικρίσεις τους, τόσο περισσότερη ενέργεια τους στέλνετε. Κάθε τι που λέτε θα χρησιμοποιηθεί εναντίον σας κάποια στιγμή. Νιώθετε σαν να βρίσκεστε συνεχώς υπό παρακολούθηση.

Οι Ανακριτές είναι άτομα που βρίσκονται συνεχώς σε επαγρύπνηση. Εμφανίζονται κυνικοί, σκεπτικιστές, σαρκαστικοί, εκνευριστικοί, τελειομανείς ή υποκριτικά ενάρετοι και μπορεί να φτάσουν στο σημείο να γίνουν ύπουλοι και αδίστακτοι στους τρόπους που χρησιμοποιούν για να ελέγξουν τους άλλους. Δεσμεύουν αρχικά τους άλλους με το πνεύμα τους, την αλάνθαστη λογική τους, τα αντικειμενικά γεγονότα που παραθέτουν, και τη διανόησή τους.

Ως γονείς, δημιουργούν Απόμακρα παιδιά και μερικές φορές Θύματα. Και στις δύο περιπτώσεις, το παιδί προσπαθεί να ξεφύγει από την ανάκριση. Οι Απόμακροι προσπαθούν να ξεφύγουν από την υποχρέωση να απαντούν στη συνεχή παρακολούθηση και τα εκνευριστικά σχόλια του Ανακριτή( οπότε θα αποστραγγιστούν από την ενέργειά τους).

Απόμακρος
Τα Απόμακρα άτομα είναι χαμένα σε ένα δικό τους εσωτερικό κόσμο από ανεπίλυτες συγκρούσεις, φόβους και αυτοαμβιβολίες. Πιστεύουν ασυνείδητα ότι αν υποκρίνονται τον μυστηριώδη ή τον αδιάφορο, κάποιος θα έρθει να τους τραβήξει έξω. Συχνά νιώθουν μοναξιά, και κρατούν απόσταση από φόβο ότι οι άλλοι θα τους επιβάλλουν τη θέλησή τους ή θα αμφισβητήσουν τις αποφάσεις τους ( όπως έκαναν οι Ανακριτές γονείς τους).

Πιστεύουν ότι πρέπει να τα κάνουν όλα μόνοι τους, και γι΄αυτό δεν ζητούν βοήθεια. Χρειάζονται ελεύθερο χώρο γύρω τους και συχνά αποφεύγουν τις δεσμεύσεις. Όταν ήταν παιδιά, οι γονείς τους δεν τους επέτρεπαν να ικανοποιήσουν την ανάγκη τους για ανεξαρτησία ή δεν τους αναγνώριζαν για τη δική τους προσωπικότητα.

Έχουν την τάση να κινούνται προς την πλευρά του Θύματος, πάνω στο φάσμα των θεάτρων, και δε συνειδητοποιούν ότι η ίδια η απόμακρη συμπεριφορά τους μπορεί να ευθύνεται για το γεγονός ότι δεν έχουν αυτό που θέλουν (π.χ. χρήματα, αγάπη, αυτοεκτίμηση ), ή για την αίσθηση της αποτελμάτωσης ή της σύγχυσης που νιώθουν. Συχνά πιστεύουν ότι το κύριο πρόβλημά τους είναι η έλλειψη κάποιου πράγματος (χρημάτων, φίλων, κοινωνικών επαφών, μόρφωσης).

Εμφανίζονται από αδιάφοροι εώς απρόσιτοι και μη συνεργάσιμοι, μέχρι συγκαταβατικοί, αποδοκιμαστικοί, αντιδραστικοί και ύπουλοι.
Χρησιμοποιούν επιδέξια την απομάκρυνση ως άμυνα, και συνήθως αποκόβονται από την ίδια τους την ενέργεια με φράσεις όπως «εγώ διαφέρω από τους άλλους», «κανείς δεν καταλαβαίνει τι προσπαθώ να κάνω», «είμαι μπερδεμένος», «δεν θέλω να παίξω το παιχνίδι τους», «όλα θα ήταν διαφορετικά αν είχα…». Χάνουν τις ευκαιρίες τη μία μετά την άλλη, ενώ υπεραναλύουν τα πάντα. Με την παραμικρή ένδειξη σύγκρουσης ή αντιπαράθεσης, ο Απόμακρος γίνεται ασαφής και μπορεί να φτάσει στο σημείο να εξαφανιστεί (με το να μην απαντά σε τηλεφωνήματα ή να μην εμφανίζεται σε ραντεβού). Αρχικά δεσμεύουν τους άλλους μέσα από τη μυστηριώδη και αδιάφορη βιτρίνα που εμφανίζουν.

Οι Απόμακροι συνήθως δημιουργούν Ανακριτές, αλλά μπορεί επίσης να εμπλακούν σε θέατρα με Τρομοκράτες ή Θύματα επειδή βρίσκονται στο κέντρο του φάσματος.

Εγώ ο καημένος ή Θύμα
Τα Θύματα δεν νιώθουν ποτέ ότι έχουν αρκετή δύναμη για να αντιμετωπίσουν ενεργητικά τον κόσμο, γι αυτό προσπαθούν να προκαλέσουν συμπάθεια, προσελκύοντας την ενέργεια προς το μέρος τους. Όταν χρησιμοποιούν τη σιωπηλή συμπεριφορά, μπορεί να ολισθήσουν προς το θέατρο του Απόμακρου, αλλά ως Θύματα που είναι, φροντίζουν να μην περάσει απαρατήρητη η σιωπή τους.

Τα θύματα είναι πάντα απαισιόδοξα άτομα και τραβούν την προσοχή των άλλων παίρνοντας ανήσυχο ύφος, αναστενάζοντας, τρέμοντας, κλαίγοντας, κοιτάζοντας με απλανές βλέμμα μπροστά τους, απαντώντας αργά σε ερωτήσεις και αφηγούμενοι ξανά και ξανά μεγάλα δράματα και κρίσεις.
Τους αρέσει να μένουν τελευταίοι στην ουρά και υποτάσσονται στους άλλους. Η αγαπημένη τους φράση είναι «ναι, αλλά…».

Τα Θύματα αρχικά δελεάζουν τους άλλους με την αδυναμία και την ανάγκη τους για βοήθεια. Ωστόσο, δεν θέλουν πραγματικά να δοθεί λύση στην κατάσταση γιατί τότε θα χάσουν την πηγή της ενέργειάς τους.
Μπορεί επίσης να δείχνουν υπερβολικά υποχωρητική συμπεριφορά , πράγμα που τους κάνει τελικά να νιώθουν ότι οι άλλοι τους εκμεταλλεύονται. Ως υποχωρητικά άτομα, δεν έχουν την ικανότητα να θέτουν όρια στις σχέσεις τους, και η συμπεριφορά τους κυμαίνεται από το να προσπαθούν να πείσουν τους άλλους, να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και να προβάλλουν δικαιολογίες, μέχρι το να προσπαθούν να λύνουν ξένα προβλήματα.

Επιτρέπουν στους άλλους να τους φέρονται σαν «αντικείμενα», ίσως μέσα από την ομορφιά τους ή την παραχώρηση της σεξουαλικής τους εύνοιας και μετά ενοχλούνται επειδή οι άλλοι δεν τους υπολογίζουν.
Τα Θύματα συντηρούν την θέση τους προσελκύοντας άτομα που τους τρομοκρατούν. Στους ακραίους κύκλους οικογενειακής βίας Τρομοκράτες και Θύματα παίζουν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Ο Τρομοκράτης εμπλέκει το Θύμα σε όλο και πιο βίαια επεισόδια κακομεταχείρισης, μέχρι που η διαδικασία αυτή φτάνει σε μια κορύφωση έντασης.
Μετά την κορύφωση, ο Τρομοκράτης υποχωρεί και ζητά συγγνώμη και με αυτό τον τρόπο στέλνει ενέργεια η οποία δελεάζει το Θύμα και το επαναφέρει στο φαύλο κύκλο.

* * *

Αν διαβάσατε ως εδώ, ίσως να σας κακοφάνηκαν τα όσα διαβάσατε, ίσως να αναγνωρίσατε αγαπημένα πρόσωπα να "παίζουν" τους πιο πάνω ρόλους, ίσως και τους εαυτούς σας. Αν τα όσα διαβάσατε σας οδήγησαν να σκεφτείτε πως είτε εσείς, είτε οι γύρω σας είστε "κακοί" άνθρωποι, τότε μάλλον σας ξέφυγε ένα βασικό κομμάτι.
Γι' αυτό το επαναλαμβάνω:
Τα θέατρα ελέγχου, βασίζονται στο ΦΟΒΟ.
Ας πιάσουμε λοιπόν ξανά τα θέατρα ελέγχου, ειδωμένα μέσα από το φόβο που τα γεννά:

Αντιγράφω και πάλι:

ΕΠΙΘΕΤΙΚΑ ΘΕΑΤΡΑ
Τρομοκράτης

Εξωτερική συμπεριφορά--------------------- Εσωτερική πάλη

Εξωτερική συμπεριφορά: Άρνηση, δεν ακούει τους άλλους
Εσωτερική πάλη: Φόβος ότι θα τον θέσουν υπό έλεγχο

Εξωτερική συμπεριφορά: Θυμός
Εσωτερική πάλη: Φόβος ότι αυτά που έχει ή κάνει δεν αρκούν

Εξωτερική συμπεριφορά: Θα το πάρω με όποιον τρόπο μπορώ
Εσωτερική πάλη: Κάποιος άλλος θα το πάρει πρώτος 

Εξωτερική συμπεριφορά: Αλαζονεία
Εσωτερική πάλη: Κανείς δε με προσέχει

Εξωτερική συμπεριφορά: Πρώτα ο εαυτός μου
Εσωτερική πάλη: Κανείς δε νοιάζεται

Εξωτερική συμπεριφορά: Έλεγχος
Εσωτερική πάλη: Πρέπει να το κάνω μόνος μου

Μανία
Εσωτερική πάλη: Κανείς δε νοιάστηκε ποτέ για μένα

Εξωτερική συμπεριφορά: Βία
Εσωτερική πάλη: Είμαι (νιώθω) νεκρός 


Κάνει τους άλλους να νιώθουν: ------------ Αντίστοιχο Θέατρο:

Κάνει τους άλλους να νιώθουν: Φόβο
Αντίστοιχο Θέατρο: Θύμα: "Μη μου κάνεις κακό, δεν σε απειλώ" 
Κάνει τους άλλους να νιώθουν: Θυμό
Αντίστοιχο Θέατρο: Τρομοκράτης: "Δεν μπορείς να μου κάνεις κακό,θα σε πολεμήσω" 
Κάνει τους άλλους να νιώθουν: Εκδίκηση.
Αντίστοιχο Θέατρο: Ανακριτής: "Δεν είσαι τόσο δυνατός όσο δείχνεις. Ποιο είναι το αδύνατο σημείο σου;" 
Κάνει τους άλλους να νιώθουν: Ανύπαρκτοι
Αντίστοιχο Θέατρο: Απόμακρος:"Δε θα έρθω σε σύγκρουση μαζί σου"

Ανακριτής

Εξωτερική συμπεριφορά -------------------- Εσωτερική πάλη 



Εξωτερική συμπεριφορά: Ποιος νομίζεις ότι είσαι;
Εσωτερική πάλη: Έλλειψη αναγνώρισης κατά τα παιδικά χρόνια

Εξωτερική συμπεριφορά: Πού πας;
Εσωτερική πάλη: Με αφήνουν μόνο και φοβάμαι

Εξωτερική συμπεριφορά: Γιατί δεν έκανες αυτό ή εκείνο;
Εσωτερική πάλη: Θέλω αποδείξεις της αγάπης σου

Εξωτερική συμπεριφορά: Γιατί δεν κάνεις αυτό ή εκείνο;
Εσωτερική πάλη: Θα με εγκαταλείψεις

Εξωτερική συμπεριφορά: Σου το είχα πει εγώ
Εσωτερική πάλη: Με χρειάζεσαι. Σε χρειάζομαι

Εξωτερική συμπεριφορά: Έλεγχος
Εσωτερική πάλη: Πρέπει να το κάνω μόνος μου

Κάνει τους άλλους να νιώθουν: -----------------Αντίστοιχο Θέατρο:
 

Κάνει τους άλλους να νιώθουν:Ανύπαρκτοι
Αντίστοιχο Θέατρο:Απόμακρος: "Δεν ξέρεις τι σκέφτομαι" 
Κάνει τους άλλους να νιώθουν:Λάθος
Αντίστοιχο Θέατρο:Απόμακρος: "Είσαι πιο δυνατός από μένα,μετράς πιο πολύ από μένα" 

ΠΑΘΗΤΙΚΑ ΘΕΑΤΡΑ
Απόμακρος

Εξωτερική συμπεριφορά-----------------Εσωτερική πάλη


Εξωτερική συμπεριφορά: Είμαι έτοιμος να...
Εσωτερική πάλη: Δεν είμαι σίγουρος αν μπορώ να επιβιώσω

Εξωτερική συμπεριφορά: Χρειάζομαι περισσότερα (χρήματα,μόρφωση, χρόνο, ευκαιρίες κλπ)
Εσωτερική πάλη: Δεν έχω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, φοβάμαι
 
Εξωτερική συμπεριφορά: Δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρος, μπορεί
Εσωτερική πάλη: Θα παγιδευτώ και δεν θα τα καταφέρω

Εξωτερική συμπεριφορά: Θα σου πω
Εσωτερική πάλη: Δεν ξέρω τι νιώθω


Κάνει τους άλλους να νιώθουν:--------Αντίστοιχο Θέατρο:
 

Κάνει τους άλλους να νιώθουν:Αβέβαιοι
Αντίστοιχο Θέατρο:Ανακριτής: "Έχεις θυμώσει μαζί μου;"  
Κάνει τους άλλους να νιώθουν:Καχύποπτοι  
Αντίστοιχο Θέατρο: Ανακριτής: "Τι λάθος έκανα;"


Θύμα

Εξωτερική συμπεριφορά -------- Εσωτερική πάλη


Εξωτερική συμπεριφορά: Είμαι κουρασμένος
Εσωτερική πάλη: Κάνω τόσα πολλά και κανείς δε με βλέπει

 Εξωτερική συμπεριφορά: Τι να κάνω, έτσι είμαι
Εσωτερική πάλη: Δεν ξέρω άλλο τρόπο για να πάρω ενέργεια

Εξωτερική συμπεριφορά: Κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ
 Εσωτερική πάλη: Αν αλλάξω δε θα μ' αγαπάς

Εξωτερική συμπεριφορά: Είμαι μια χαρά
Εσωτερική πάλη: Δε νοιάζεσαι πραγματικά για μένα

Εξωτερική συμπεριφορά: Άσε να το κάνω εγώ
Εσωτερική πάλη: Με χρειάζεσαι. Σε χρειάζομαι

Εξωτερική συμπεριφορά: Μην ανησυχείς για μένα
 Εσωτερική πάλη: Χρειάζομαι αναγνώριση

Κάνει τους άλλους να νιώθουν:----------Αντίστοιχο Θέατρο:
 

Κάνει τους άλλους να νιώθουν:Ένοχοι
Αντίστοιχο Θέατρο: Τρομοκράτης: "Θέλεις να με ελέγξεις"


Ποτέ δεν είναι αργά να σπάσουμε τις αλυσίδες του φόβου και το φαύλο κύκλο του αγώνα για έλεγχο και δύναμη.
Δεν είναι εύκολο.
Τουλάχιστον, αναγνωρίζοντας τα βασικά θέατρα, κάνουμε ένα βήμα.


Δευτέρα, Νοεμβρίου 07, 2011

Thoughts of the day, quote of the day

Thoughts of the day

-Όσο περνά ο καιρός, τόσο πείθομαι για δύο πράγματα.
Υπάρχει (μεγάλη) πιθανότητα, να μπορέσεις να κατεβάσεις κάποιον χαμηλότερα από εκεί που ήταν.
Δεν υπάρχει (σχεδόν καμία) πιθανότητα να ανεβάσεις κάποιον παραπάνω από εκεί που βρίσκεται -εκτός κι αν πραγματικά το θέλει ο ίδιος. Αν και το να δηλώνει πως το θέλει, δεν είναι πάντα η πραγματικότητα.

-Υπάρχει λουκέτο για ψυγεία, ασφάλεια για ντουλάπια; Ο Κανέλλος δε θ' αφήσει τίποτα όρθιο έτσι όπως πάει.

-Πώς γίνεται όταν πέφτεις και τσακίζεις το γόνατό σου/πιάνεις το χέρι σου στην πόρτα/σου πέφτει ένα αντικείμενο και προσγειώνεται στο πόδι σου/σου γυρίζει το τακούνι, να είναι πάντα το γόνατο που έχεις μηνίσκο, το χέρι που έχει πρόβλημα, το πόδι που είχες χτυπήσει, ο αστράγαλος που έχεις σπάσει;

-Έλυσε ποτέ κανείς το μυστήριο με τις χαμένες κάλτσες; Είμαι σίγουρη, πάντα δυο είναι όταν τις αγοράζω. Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω πως καταλήγουν αζευγάρωτες.

-Όταν σου χαλάσει η κλειδαριά εσωτερικής πόρτας, ποιον καλείς; Κλειδαρά ή μαραγκό; Γιατί όταν πήγα να ρωτήσω αμφότερους, με έστειλε ο ένας στον άλλο και τελικά κανείς δεν ήταν αρμόδιος (κάτι σε ελληνικό δημόσιο μου φέρνει).


Quote of the day

-What do you hear, Starbuck?
Nothing but the rain, Sir.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 03, 2010

Ο Μίλτος και η Στέλλα...



Από διάφορες συζητήσεις κατά καιρούς με φίλους, έχω μείνει με την εντύπωση πως ο Φούντας ήταν από τους ηθοποιούς που είτε δεν τον άντεχες, σου την έσπαγε το ύφος του, η φωνή του, η άρθρωσή του, το παίξιμό του και γενικώς δεν τον πήγαινες καθόλου, είτε τον λάτρευες κι όταν έπαιζε κάθε λέξη που ξεστόμιζε σε διαπερνούσε και σε καθήλωνε.

Εγώ ανήκω στη δεύτερη κατηγορία.

Τον Φούντα τον λάτρευα. Από τόσο δα πιτσιρίκι.
Δεν υπήρξε ταινία του που να μην έχω δει ξανά και ξανά.
Για τη Στέλλα δε το συζητώ. Ξέρω όλους τους διαλόγους, όλων των ρόλων, απ' έξω.

Και τον Κούρκουλο τον πήγαινα με τα χίλια, και σ' αυτόν αγαπούσα πολλά απ' όσα αγαπούσα στον Φούντα, αλλά ο Φούντας είχε όλα αυτά και "κάτι" παραπάνω...
Λάτρευα το βλέμμα του, τον τρόπο που μίλαγε, τη χροιά της φωνής του, το λεβέντικο παράστημά του, το περπάτημά του, το πώς στεκόταν, το πώς κρεμόταν το τσιγάρο στα χείλη του, το "βαρύ κι ασήκωτό του"...

Λιτός, δωρικός, ό,τι κοντινότερο στον ορισμό του "άντρα" που 'χα στο μυαλό μου κι ο τέλειος ενσαρκωτής του ελληνικού νεορεαλισμού.

Πριν λίγες μέρες ο Μίλτος πήγε να βρει ξανά τη Στέλλα.. Κι αυτός στη συνοικία των αγγέλων πια..

Γεια σου Μίλτο, γεια σου παλικάρι...

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 02, 2007

Είναι σπουδαίο πράγμα


να ξέρεις κάποιες φορές

ότι ο άλλος καταλαβαίνει πώς νιώθεις

γιατί πολύ απλά, νιώθει κι εκείνος το ίδιο.

Είναι σπουδαίο πράγμα, και όμορφο. Και σου φτιάχνει τη διάθεση.

Εξίσου όμορφο και σπουδαίο είναι να ξέρεις πως οι φίλοι σου

ακόμα κι ενώ είναι πηγμένοι στα δικά τους προβλήματα

βρίσκουν χρόνο να σ' ακούσουν και να σε ρωτήσουν πως νιώθεις.

Όμορφα ξεκίνησε ο μήνας....

Keziah Jones - Rhythm Is Love


Photo by DeviantArt

Κυριακή, Ιανουαρίου 28, 2007

Θεία κι ανιψιά και ευχές στ' αστέρια


Για τη Βίκη έχω γράψει και παλιότερα.

Έχουμε εφτά χρόνια διαφορά, είναι το πρώτο μου ανίψι, κι έχουμε μεγαλώσει σχεδόν σαν αδελφάκια.
Αφού "χαθήκαμε" κάμποσα χρονάκια, εγώ με τις σπουδές κι εκείνη με την εφηβεία της, βρεθήκαμε ξανά.

"Γνωριστήκαμε" ξανά θα έλεγα. Κι ως αποτέλεσμα, πέρα από το ότι την αγαπάω έτσι κι αλλιώς, αφού είναι το ανιψούδι μου, μπορώ να τη δώ και ως φίλη και γυναίκα...

Σαββάτο βράδυ.

Έχω βγει έξω.
Η διάθεσή μου γλυκόπικρη. Γλυκιά γιατί ήμουν δίπλα στον άνθρωπο που ήθελα, και πικρή γιατί το επόμενο πρωί εκείνος θα έφευγε.


Γράφω ένα σμς στο ανιψούδι:
"Βικάκο... κάνε μια ευχή για μένα απόψε, να διασταλλεί ο χρόνος και να κρατήσει αυτή η νύχτα όσο εκατό νύχτες. Φεύγει αύριο το πρωί..."

Τρία λεπτά αργότερα αναβοσβήνει η οθόνη του κινητού μου, ενώ παίζει το Sweet Dreams των Eurythmics. Σμς από τη Βίκη:
"Σε αγαπώ πολύ Εφάκι μου. Εύχομαι σήμερα το φεγγάρι να φωτίζει ειδικά για σας, την κάθε σας στιγμή και να την κάνει να διαρκεί όσο χίλιες".

Τις προάλλες μια ψυχή μου έγραφε λέγοντάς μου "όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ, όλο το σύμπαν συνομωτεί για να το αποκτήσεις".

Δεν ξέρω αν είναι έτσι, όμως η ευχή της θείας και της ανιψιάς έπιασε.

Κυριακή απόγευμα.

Εκείνος έχει φύγει από νωρίς το πρωί. Αν και είχα κοιμηθεί ελάχιστα, δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι.
Δεν πήγα μαζί του στο σταθμό. Δεν το ήθελε...
"Θέλω να φύγω λες και φεύγω από το σπίτι μου, όχι πως αποχαιρετιόμαστε. Θέλω να νιώθω ότι θα ξαναγυρίσω", μου είπε. Κι έτσι ήθελα να νιώθω κι εγώ.
Τον ένιωσα να με ξυπνάει κάποια στιγμή το πρωί.
"Καρδούλα μου, πρέπει να φύγω". Ο ύπνος εξαφανίστηκε απ' τα μάτια και το μυαλό μου μέχρι να πεις τρία.
Ρίχνω κάτι πάνω μου και λίγο νερό στο πρόσωπό μου, στεκόμαστε στην πόρτα.
Αγκαλιά, φιλί, ξανά αγκαλιά. Ένα βήμα προς την πόρτα κι ύστερα ο σάκος στο πάτωμα, το μπάσο παρατημένο και φιλιά ξανά αγκαλιά...
θα μου λείψεις, μου λείπεις κιόλας, θα σε σκέφτομαι πολύ, να προσέχεις ναι;, θα τα πούμε ξανά ματάκια μου, κράτα με λίγο ακόμα στην αγκαλιά σου, κοριτσάκι μου να προσέχεις ναι, μου το υποσχέθηκες, θα σου τηλεφωνήσω, σε σκέφτομαι, φιλί, μια τελευταία αγκαλιά.

Ανοίγει την πόρτα. Πρέπει να φύγει.

Στέκομαι στο κατώφλι προσπαθώντας να χαμογελάσω, γιατί είμαι ευτυχισμένη.
Θέλω να του πώ να προσέχεις, αλλά εκεί δεν τα καταφέρνω, εκεί σπάει η φωνή μου. Μου στέλνει ένα φιλί στον αέρα πριν ανοίξει την πόρτα του ασανσέρ και κάνω κι εγώ το ίδιο.

Έχει φύγει.

Βάζω να παίζει το σιντί της Ayo που μου έχει φέρει. Πετάω τη μπλούζα μου και φοράω το μαύρο τισερτ που μου άφησε δίπλα στο κρεβάτι μου.
"Για να σ' αγκαλιάζει όπως σ' αγκάλιαζα κι εγώ".
Παίρνω τον λούτρινο Tom που μου χάρισε και τον βάζω δίπλα μου στο γραφείο.
Φτιάχνω καφέ και στρίβω τσιγάρο.

Έρχεται το πρώτο μήνυμα απο 'κείνον. Έχει ξεκινήσει το ταξίδι.

Λίγες ώρες αργότερα του τηλεφωνώ εγώ. Ταξιδεύει ακόμη. "Μου λείπεις πολύ, ψυχούλα μου", μου λεει κι απαντάω σχεδόν ταυτόχρονα το ίδιο.

Κάποιες ώρες μετά μου τηλεφωνεί ξανά. Έχει τρεισίμισι ώρες ταξίδι ακόμη μπροστά του.
"Σε σκέφτομαι πολύ, καμάρι μου", του λεω.
"Θα σε πάρω μόλις φτάσω σπίτι". Η γραμμή κάνει κενά. Κλείνουμε.

Κοιτάζω το ρολόι μου. Έχει άλλες δυόμισι ώρες δρόμου. Μου λείπει κιόλας, είναι αλήθεια.
Όμως πέρασα τόσο, μα τόσο όμορφα αυτές τις μέρες, που η γλυκιά ζεστασιά που απλώνεται μέσα μου κάθε φορά που τον σκέφτομαι, κάθε φορά που θυμάμαι στιγμές, γέλια, και αγκαλιές, είναι πολύ πιο δυνατή και έντονη από την απουσία του.

Τα σκέφτομαι όλα αυτά και χαμογελάω μόνη μου. Θέλω κάπου να πω αυτά που νιώθω. Παίρνω το κινητό.
Μήνυμα στο ανιψούδι:
"Βικάκι, η ευχή σου έπιασε. Χτες η νύχτα μου φάνηκε ότι κράτησε όσο δέκα, και η κάθε στιγμή όσο χίλιες. Ήταν από τις πιο όμορφες νύχτες της ζωής μου. Μου λείπει, αλλά νιώθω πολύ όμορφα και πολύ καλά μέσα μου".

Στέλνω το μήνυμα και στρίβω άλλο ένα τσιγάρο.

Καθώς τραβώ την πρώτη ρουφηξιά, έρχεται η αναφορά.
Καθώς διαγράφω το μήνυμα, χαμογελάω στην οθόνη του κινητού.

Θεία και ανιψιά...

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 18, 2006

Έκτορας


Κάποιο πρωί ανεβαίνοντας με τα πόδια για το γραφείο, σε βρήκα στα φανάρια της Αχαρνών, τρομαγμένο απ' τα αυτοκίνητα και τους ανθρώπους, να προσπαθείς να διασχίσεις το δρόμο, κάνοντας ένα βήμα εμπρός και τρία πίσω.
Σταμάτησα στο φανάρι και σε κοίταξα. Στύλωσες τις καστανές, παραπονεμένες ματάρες σου στις δικές μου και με πλησίασες διστακτικά χαμηλώνοντας το κεφάλι.
Σου έδωσα το χέρι μου να το μυρίσεις και σε λίγο σου χάιδευα τη μουσούδα.

Ήσουν ταλαιπωρημένος, τρομαγμένος, πολύ αδύνατος και αδύναμος. Φορούσες λουράκι στο λαιμό. Έσκυψα και το κοίταξα, είχες μια μικρή ταυτότητα με το όνομά σου κι ένα μισοσβησμένο τηλεφωνικό αριθμό.

Σε φώναξα να έρθεις κοντά μου κι εσύ μ' ακολούθησες όλο εμπιστοσύνη μέχρι την Πλ. Αμερικής. Ήταν Σάββατο πρωί.
Πίστεψα πως θα βρούμε γρήγορα τους ιδιοκτήτες σου για να σε επιστρέψουμε σε 'κείνους. Το τελευταίο νούμερο του τηλεφώνου ήταν σβησμένο, οπότε άρχισα να κάνω τηλεφωνήματα με μαντεψιές. Ξεκινήσα απ' το μηδέν, μετά το ένα, μετά το δύο... κάποια στιγμή το πέτυχα.

-Καλημέρα σας. Μήπως χάσατε ένα λυκόσκυλο, περίπου έξι μηνών;
-......
-Ναι, με ακούτε; Επειδή φοράει λουράκι με τηλεφωνικό αριθμό και το νούμερο μπορεί να είναι το δικό σας... δε φαίνεται και πολύ καλά ο τελευταίος αριθμός. Το όνομά του είναι Έκτορας.
-Δεν τον χάσαμε κυρά μου, κι άμα τον βρήκες χάρισμά σου. Εμείς δεν τον θέλουμε άλλο. Και να μην ενοχλείτε πρωί - πρωί στα ξένα σπίτια.

Έμεινα σα μαλάκας να κοιτάζω την τηλεφωνική συσκευή. Είχαν ακούσει καλά τ' αυτιά μου; Τι μου έλεγε αυτό το υποκείμενο δηλαδή στο τηλέφωνο; Δεν τον είχαν χάσει; Δηλαδή...
...δηλαδή αυτό σήμαινε τον είχαν παρατήσει στο δρόμο;
Σκέφτηκα να πάρω ξανά και να του κατεβάσω όλα τα εξαπτέρυγα, αλλά τότε εσύ μου γάβγισες σιγανά λες και μου 'λεγες "άστο, δεν αξίζει τον κόπο".

Σε κοίταξα, με κοίταξες, και συννενοηθήκαμε. Εσύ μόλις είχες βρει καινούριο αφεντικό κι εγώ μόλις είχα αποκτήσει σκύλο.

Περάσαμε όλη τη μέρα στο γραφείο παρέα. Κατά το μεσημεράκι, αφού σε είχαμε ταίσει και ποτίσει, σε πήρα να σε πάω στον κτηνίατρο.

-Είναι πολύ ταλαιπωρημένος, Ιφιγένεια, μου είπε ο Απόστολος, ο κτηνίατρος. Είναι κανένα μήνα στο δρόμο, υποφέρει από ασιτία και αφυδάτωση, έχει τρομερή έλλειψη ασβεστίου κι είναι ακόμα μικρός. Είναι περίπου έξι μηνών. Έχουν πειραχτεί τα νεύρα του αυτιού του από την πείνα και πιθανόν δε θα σηκώσει ποτέ κανονικά τ' αυτιά του. Έχουν πειραχτεί και τα οστά στα πόδια του και η πατούσα του πατάει όλη κάτω. Χρειάζεται καιρό θεραπεία και ασβέστιο και ειδική διατροφή...

Φυσικά μου τα 'λεγε όλα αυτά ξέροντας εκ των προτέρων πως θα σε κρατούσα. Τα 'λεγε έτσι απλά λόγω επαγγελματικής συνήθειας. Εγώ ούτε που τον άκουγα. Σκεφτόμουν μονάχα αν θα καταφέρω να σε κάνω καλά.

Σε πήρα στο σπίτι. Τότε έμενα με τον πρώην μου, σ' ένα δυαράκι, δώμα, στον τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας. Στην πολυκατοικία δεν υπήρχε ασανσέρ. Εσύ δεν μπορούσες με τίποτα να ανέβεις τα σκαλιά. Τα πόδια σου δε σε στηρίζανε. Φώναξα τον Γ. και σε ανεβάζαμε αγκαλιά για τρεις ορόφους.
Άρχισε ο αγώνας να γίνεις καλά, να συνέλθεις.

Ειδική διατροφή, μετρημένη μέχρι γραμμάριο μέχρι να επανέλθει ο οργανισμός σου στα φυσιολογικά. Ασβέστιο σε απίστευτες δόσεις καθημερινά. Χρειάστηκε ένας μήνας να μπορέσεις να πατήσεις γερά στα πόδια σου και άλλος ένας ν' αρχίσει το βάρος σου να αυξάνει και λίγο μετά, έτρεχες σα σίφουνας στην ταράτσα κι ανεβοκατέβαινες τα σκαλιά πριν από μένα.

Ο τότε γάτος μου, ο Μπιτιγιού, σου είχε πάρει τον αέρα κανονικά. Σου έτρωγε το φαί, κοιμόταν στο σπιτάκι σου κι όταν τον έπιανε η μούρλα έδινε μια, πήδαγε στην πλάτη σου και καθισμένος σαν το μαχαραγιά στην ράχη του ελέφαντα, αφηνόταν να τον πηγαίνεις βόλτες πέρα δώθε στην ταράτσα.
Τα μεσημέρια κοιμόσασταν και τα δυο στο κιόσκι, στη σκιά, και τις νύχτες κουλουριασμένοι αγκαλιά στο χαλάκι της εξώπορτας.

Μεγάλωνες μέρα με τη μέρα, δυνάμωνες μέρα με τη μέρα.
Ένα πρωί είδες μια περίεργη κίνηση στην απέναντι ταράτσα, έναν νεαρό που προσπαθούσε να στερεώσει μια κεραία.
Θεώρησες ύποπτες τις κινήσεις του ή δε σου άρεσε η φάτσα του, δεν το ξέρω. Όμως εκεί που ήμουν μέσα και μαγείρευα, άκουσα για πρώτη φορά το γαύγισμά σου. Όχι αυτό που έκανες σε εμάς, όλο χαρά και νάζι. Ούτε το άλλο που είχες για τον Μπιτιγιού όταν παίζατε παρέα. Ένα γαύγισμα που βγήκε απ' το στέρνο σου, κι ακούστηκε λες και το είχαμε βάλει στα μεγάφωνα. Γαύγισμα που σήμαινε "εδώ είναι το σπίτι μου, μη μου κουνιέσαι μαλάκα, θα σε κάνω κιμά". Τα 'παιξα. Βγήκα να δώ ποιο σκυλί γαύγισε έτσι. Κι ήσουν εσύ, ανεβασμένος με τα μπροστινά πόδια στο τοιχάκι της ταράτσας, να πουλάς τσαμπουκά στον απέναντι.
Έσκασα στα γέλια, γιατί ήταν η πρώτη φορά που σε έβλεπα να υψώνεις το ανάστημά σου, φυλώντας την "ιδιοκτησία" των αφεντικών σου, αλλά και γιατί ο ταλαίπωρος νεαρός που κόντεψε να τα παίξει, δεν μπορούσε να δει πως όσο εσύ αγρίευες, ο Μπιτιγιού έπαιζε με την ουρά σου κι είχε κρεμαστεί ολόκληρος πάνω σου...

Τις Κυριακές ήσουν η ψυχοθεραπεία μου. Σ' έπαιρνα και φεύγαμε μεγάλες βόλτες μαζί. Σε πήγαινα σε μια τεράστια αλάνα κοντά στα σχολεία και σ' άφηνα να τρέξεις όσο τραβούσε η ψυχή σου. Τρέχαμε μαζί, σου πέταγα τις μπάλες σου και ένα κομμάτι ξύλο κι εσύ μου τα έφερνες πίσω. Με κυνηγούσες και μόλις έκανα πως έπεφτα κάτω ερχόσουν όλο αγωνία να μου γλείψεις τα μούτρα, και τότε πεταγόμουν ξανά πάνω και το παιχνίδι άρχιζε απ' την αρχή.

Τα καλοκαιρινά βράδυα, όταν οι καυγάδες με τον Γ. έδιναν κι έπαιρναν κι εκείνος έφευγε κοπανώντας πίσω του την πόρτα, εσύ έτρεχες πάντα πίσω του φωνάζοντάς τον στη σκυλίσια γλώσσα σου. Άπλωνες το πόδι σου κι έξυνες την πόρτα. Παραπονιόσουν και κλαψούριζες. Του είχες αδυναμία.
Κι ύστερα γύρναγες το κεφάλι και με κοίταγες κι ερχόσουν αμέσως να τριφτείς στα πόδια μου. Όταν έκλαιγα ακουμπούσες τη μουσούδα σου στα γόνατά μου και μου έγλειφες τα χέρια. Μια νύχτα κοιμηθήκαμε αγκαλιά, έξω, εγώ πάνω σε μια πολυθρόνα, κι εσύ κουλουριασμένος στα πόδια μου. Ήμουν χάλια εκείνη τη νύχτα, κι εσύ δε μ' άφησες λεπτό.
Το πρωί με ξύπνησες με γλυψίματα και γαυγίσματα. Ήθελες βόλτα και παιχνίδι. Δεν είχα κουράγιο.
Μου φερες το μπαλάκι σου. Δεν είδες αντίδραση. Το άφησες κάτω κι άρχισες να φέρνεις ένα ένα όλα σου τα παιχνίδια. Στο τέλος έφερες το λουρί σου. Αυτό ήταν το μεγάλο επιχείρημα, το μεγάλο σου όπλο. Όταν είδες ότι δεν κουνιόμουν απ' την πολυθρόνα, σταύρωσες τα πόδια σου, ακούμπησες την κεφάλα σου πάνω τους και αναστέναξες.
Κι εκείνος ο αναστεναγμός σου με ξεκούνησε, μ' έκανε να πάρω ξανά μπροστά, να σηκωθώ, ν' αφήσω στην άκρη την κατάθλιψη και τα προβλήματά μου, και να χαμογελάσω στη φάτσα που με κοίταγε όλο προσμονή.

Ένα χρόνο και ήσουν κοντά μου. Ένα χρόνο και, μοιραστήκαμε μέρες, νύχτες, παιχνίδια, γέλια, μαλώματα, και αγάπη, πολύ αγάπη.
Αγάπη που μου την πρόσφερες απλόχερα, όση αγάπη είχε το σκυλίσιο μυαλό και η καρδιά σου.

Κάποια στιγμή ο Γ. αποφάσισε να φύγει από το σπίτι. Ο χωρισμός μας δεν ήταν εύκολος ούτε ανώδυνος. Ήξερα όμως πως θα πήγαινε να ζήσει στην επαρχία, σ' ένα σπίτι με τεράστιο κήπο... κι έπρεπε να αποφασίσω αν θα σε αφήσω να πας μαζί του. Ήσουν το σκυλί μου, αλλά ήσουν και δικό του σκυλί. Η απόφαση όμως ήταν δική μου. Εγώ έπρεπε να πώ το ναι ή το όχι.

Πάλεψα δέκα μέρες να αποφασίσω. Δεν ήθελα να σε δώσω, αλλά ξέροντας πως θα είχες την ευκαιρία να ζήσεις στη φύση, σ' ένα μεγάλο κτήμα όπου θα μπορούσες ν' αλωνίζεις και να κάνεις ό,τι θέλεις, δε μου πήγαινε η ψυχή να σε κρατήσω στην Αθήνα, στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας...

Απ' την άλλη, φοβόμουν μήν τυχόν και δε σε προσέξει ο Γ. όσο θα ήθελα. Είχα ένα κακό δείγμα συμπεριφοράς του απέναντι σε ζώο στο παρελθόν, όμως με σένα τα πήγαινε καλά. Σε αγαπούσε, σε είχε φροντίσει μαζί μου, είχε κοπιάσει, του είχες αδυναμία, σε ήθελε...

Έσκασα για δέκα μέρες. Στο τέλος αποφάσισα να σε δώσω. Πίστεψα πως έτσι ήταν το καλύτερο για σένα. Έπιασα τον Γ. και του εξηγήθηκα: Θα τον πάρεις τον Έκτορα, αλλά έχε το νου σου κακομοίρη μου. Εμείς μπορεί να τελειώσαμε, αλλά το ζώο ήταν και θα είναι δικό μου. Θα κατεβαίνω να το βλέπω, είτε θες να με δεις είτε όχι. Αν σε οποιαδήποτε στιγμή το δω αφρόντιστο ή κακοποιημένο βρες τρύπα να κρυφτείς. Αν πάθει κάτι και φταις εσύ μαύρη σου η ώρα. Κι αν τυχόν, σε οποιαδήποτε στιγμή αποφασίσεις πως δεν μπορείς να συνεχίσεις τη φροντίδα του, πως δεν τον θέλεις για οποιοδήποτε λόγο, θα με πάρεις τηλέφωνο και θα κατέβω να τον πάρω. Είμαστε σύμφωνοι;

...Μου έδωσε το λόγο του.
Σε ξεγέλασα για να μπεις στο αυτοκίνητο, τάχα πως θα σε πηγαίναμε βόλτα. Χαιρόσουν. Όταν είδες πως δεν έμπαινα κι εγώ άρχισες να κλαψουρίζεις παραπονεμένα. Έτρεξα να φύγω γρήγορα, να μη βλέπω τη μουσούδα σου κολλημένη στο τζάμι και τις πατούσες σου να ξύνουν την πόρτα.

Στα επόμενα χρόνια κατέβαινα όσο πιο συχνά μπορούσα στον Γ. Σε έβλεπα φορά τη φορά να μεγαλώνεις, να γίνεσαι σωστό θηρίο. Έφτασες τα 70 κιλά. Ήσουν ο αρχηγός του κτήματος και ο φύλακας της γειτονιάς.
Καθώς το αυτοκίνητο κατηφόριζε το στενό κι ερχόμασταν προς το σπίτι, έχωνες τη μουσούδα σου στα κάγκελα και μόλις άνοιγα την πόρτα και μ' έβλεπες άρχιζες να κάνεις σαν τρελό.
Χοροπήδαγες δυο μέτρα πάνω μέχρι που μια μέρα έδωσες ένα σάλτο και πήδηξες έξω από τα κάγκελα. Μου κόπηκε η ψυχή, φοβήθηκα μην τσακιστείς, εσύ όμως έτρεξες στην αγκαλιά μου και μ' έριξες κάτω. Ούτε να σε μαλώσω δεν μπορούσα.
Όσο βρισκόμουν εκεί, εγώ ήμουν το αφεντικό σου. Άκουγες ότι κι αν σου έλεγα, ακολουθούσες μονάχα εμένα. Κάναμε βόλτες στο κτήμα κι ήσουν η σκιά μου, κι εγώ χαιρόμουν που έστω και για λίγο ήμασταν ξανά μαζί.

Είχα πάνω από χρόνο να κατέβω να σε δω. Με τον Γ. αραιώσαμε τα πολλά-πολλά, η ζωή με πήρε κουτρουβάλα, δεν είχα χρόνο. Τον ρωτούσα κάθε φορά στο τηλέφωνο:
-Τι κάνει ο Έκτορας;
-Μια χαρά είναι, θηρίο, όπως τον ξέρεις, μην ανησυχείς.
-Το νου σου στο σκυλί.
-Μην ανησυχείς, βρε, είναι μια χαρά σου λεω.

Κι εγώ ήμουν ήσυχη.

Πριν λίγο καιρό χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Γ.
-Έχω να σου πω κάτι που θα σε στεναχωρήσει κάπως, αλλά πρέπει να το μάθεις.
-Λέγε...
-Κοίτα Εφάκο, ο Εκτοράκος δεν είναι πολύ καλά... Δεν είναι καθόλου καλά για την ακρίβεια. Έχει πάθει Καλαζάρ και δεν είναι σίγουρο αν θα καταφέρει να τη βγάλει καθαρή. Λυπάμαι, αλλά έπρεπε να το ξέρεις.

Το πόσο ξέσπασα και τα πόσα του έσυρα δεν έχουν πια καμία σημασία.
Το αν ένιωσα κι αν νιώθω ακόμα ένοχη, αν με πνίγουν οι τύψεις που σε εμπιστεύτηκα στα χέρια του δεν έχει καμία σημασία.
Το αν ο Γ. φταιει, το αν δε σε φρόντισε σωστά, το αν σε παράτησε, το αν δε σε πήγε έγκαιρα στο γιατρό, το αν ευθύνεται για την πορεία της ασθένειάς σου ή όχι, δεν έχει πια καμιά σημασία.
Το ότι μετανιώνω που δεν κατέβηκα τόσο καιρό να δω αν είσαι καλά, δεν έχει πια καμιά σημασία.

Τίποτα πια δεν έχει σημασία.

Σήμερα χτύπησε πάλι το τηλέφωνο. Ήταν ο Γ.

-Εφούλα...
-Τι έπαθε ο Έκτορας; Τελείωσε...; τον ρώτησα κι η ψυχή μου πήγαινε να σπάσει.
-Όχι, αλλά... να, ξέρεις. Μου είχες πει πως αν η πορεία του δεν είναι καλή, αν φτάσει σε άσχημο σημείο, να...
-....
Δεν είχα μιλιά. Ήξερα τι ήθελε να πει. Ναι, εγώ του το είχα ζητήσει. Αν δεν γινόταν τίποτα άλλο πια για σένα καρδούλα μου, να κάποια στιγμή πονούσες πολύ, αν γινόσουν χάλια, δεν ήθελα να παρατείνουμε το μαρτύριό σου και την αρρώστεια σου.
-Εφούλα, μ' ακούς;
-Σε ακούω.
-Αύριο το πρωί θα τον πάω για ευθανασία. Τον πήραν τα κλάματα.
Δεν μ' ένοιαζε που έκλαιγε. Δεν μ' ένοιαζε. Η ψυχή μου μάτωνε. Η ψυχή μου ματώνει ακόμα.
-Κάνε ό,τι χρειάζεται. Δώσε μου το λόγο του ότι θα μείνεις κοντά του ως τέλος. Πάρτον μαζί σου απόψε, κάνε ότι μπορείς, κράτα τον αγκαλιά όλη νύχτα. Δε θέλω να σου μιλήσω άλλο. Δεν μπορώ. Υποσχέσου μου μονάχα πως θα τον κρατήσεις αγκαλιά...απο μένα.

Έκλεισα το τηλέφωνο.

Έκτορα σ' αγάπησα πολύ. Σ' αγαπώ πάντα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αγάπη που μου έδωσες, τη χαρά που έζησα κοντά σου. Δε θα ξεχάσω τον τρόπο που ανέβαζες που και που το ένα ή το άλλο σου αφτί. Δεν μπορούσες να τα κρατήσεις όρθια και τα δυο, κι εγώ σε λάτρευα έτσι, με τα αυτάκια σου πεσμένα.
Συγχώρα με Εκτοράκο μου που δεν μπόρεσα να σε προστατέψω περισσότερο.
Σε έσωσα από τους δρόμους, και τότε έκανα αυτό που νόμιζα πως θα ήταν καλύτερο για σένα. Μου λείπεις. Μου έλειψες όλα αυτά τα χρόνια. Κι απο δω και πέρα θα μου λείπεις για πάντα, αλλά δε θα μπορώ πλέον να κατέβω να σε δώ.
Η ψυχή μου απόψε ματώνει.
Και θα ματώνει για καιρό.

Καλό ταξίδι, φιλαράκι μου. Καλό ταξίδι Εκτοράκο.



Δευτέρα, Νοεμβρίου 20, 2006

Άλλη μία και σήμερα

Deviantart

Καμιά φορά νιώθεις λες και το ρούχο που φοράς σε στενεύει και σε πνίγει στο λαιμό.
Καμιά φορά το μόνο που μπορείς να ευχηθείς είναι να τσουλήσει ο καιρός.
Λες κι άμα κυλήσουν οι μέρες, άμα αλλάξει το ημερολόγιο, όσα σκατά ξεφύτρωσαν γύρω σου θα χαθούν, θα ξορκιστούν κι εκείνα.

Καμιά φορά το μόνο που θες να περιμένεις, είναι ν' αλλάξει η εβδομάδα, ν' αλλάξει ο μήνας, να πάρεις μια ανάσα και να σπρώξεις παρακάτω τη ζωή σου.

Καμιά φορά.


Και ρωτάω:


Θέλει πολύ ακόμα να περάσει αυτός ο γαμημένος μήνας;

Θέλει πολύ;

Τετάρτη, Οκτωβρίου 18, 2006

Πρωινό ξύπνημα



Το πρωινό ξύπνημα, σου γίνεται όλο και πιο δύσκολο.
Όχι τόσο γιατί είσαι νυχτερινός τύπος, όσο γιατί η κάθε μέρα που ξημερώνει σου φαίνεται ίδια κι απαράλλαχτη με την προηγούμενη.

Το ηλεκτρονικό ξυπνητήρι ξεκινά συντονισμένο σε κάποιον ραδιοφωνικό σταθμό κι εσύ δεν το ακούς, ή δεν θέλεις να το ακούσεις.
Μισή ώρα αργότερα σηκώνεσαι απ' το κρεβάτι.
Αν έχεις θυμηθεί να βγάλεις ρούχα απ' την ντουλάπα το προηγούμενο βράδυ τα φοράς. Αν όχι, φοράς ό,τι βρεις μπροστά σου.
Άλλωστε δε σε νοιάζει, δεν έχει πια καμιά σημασία το τι ή το πώς το φοράς.

Ανοίγεις το παράθυρο, μπαίνει ο κρύος πρωινός αέρας.
Ξυπνάει το κορμί σου, το μυαλό σου ακόμα κοιμάται.
Ρίχνεις νερό στο πρόσωπό σου. Όσο πιο κρύο τόσο το καλύτερο.
Η καφετιέρα του εσπρέσο ετοιμάζει μυρωδάτο καφέ κι εσύ σκέφτεσαι μονάχα σε πόση ώρα θα καταφέρεις να είσαι στη δουλειά σου.

Βγαίνεις στο μπαλκόνι να ρίξεις μια ματιά στον ουρανό. Τώρα τελευταία είναι όλο και πιο συχνά συννεφιασμένος, γεμάτος συμπαγή θαρρείς, άσπρα σύννεφα. Ούτε κι αυτό όμως έχει σημασία αλήθεια. Το μόνο που σου θυμίζει είναι να ρίξεις ένα μπουφάν στους ώμους σου πριν βγεις.

Στρίβεις τσιγάρο με κινήσεις μηχανικές, ούτε που χρειάζεται πια να κοιτάξεις για να το κάνεις. Τα δάχτυλά σου ξεχωρίζουν το χαρτάκι, μετρούν μεμιάς την ποσότητα του καπνού που χρειάζεται, βάζουν το λεπτό φίλτρο και ρολάρουν από μόνα τους σχεδόν.
Ψάχνεις αναπτήρα. Πάντα βρίσκεις κάπου καταχωνιασμένο έναν. Το μόνο που δεν λείπει απ' αυτό το σπίτι είναι οι αναπτήρες.
Τότε μόνο κλείνεις για λίγο τα μάτια.
Τα κλείνεις και τραβάς μια ρουφηξιά. Την κρατάς στα πνευμόνια σου όσο περισσότερο μπορείς, λες κι είναι το οξυγόνο που χρειάζεται το μυαλό σου για ν' αρχίσει να λειτουργεί. Εκπνέεις αργά, κι εξίσου αργά ανοίγεις τα μάτια σου και πάλι παρατηρώντας πρώτα τον καπνό ν' ανεβαίνει κι ύστερα ρίχνεις μια βιαστική ματιά γύρω σου.
Τίποτα δεν έχει αλλάξει, όλα είναι ίδια.
Άλλη μια ρουφηξιά.

Πρέπει να φύγεις.
Κοντοστέκεσαι λιγάκι στην πόρτα με τα κλειδιά στο χέρι.
Αν πίστευες στο Θεό ίσως έκανες μια προσευχή να παει η μέρα σου καλά. Ούτως ή άλλως όμως ξέρεις τους νόμους των πιθανοτήτων.
Κι αν η μέρα σου κυλήσει σχετικά ανώδυνα είναι μάλλον μια καλή μέρα.
Παίρνεις μια βαθιά ανάσα, κλειδώνεις την πόρτα και βγαίνεις.
Συχνά ξεχνάς το κινητό σου στο σπίτι. Δε σε νοιάζει και πολύ, εκτός κι αν χρειαστεί να στείλεις κάπου ένα μήνυμα ή να καλέσεις κινητό, κάτι που δεν μπορείς να κάνεις απ' τη δουλειά σου.
Κόσμος μπαίνει και βγαίνει στο γραφείο, τηλέφωνα χτυπούν ασταμάτητα. Μιλάς, εξυπηρετείς, διευθετείς, λες ψέματα, καλύπτεις καταστάσεις, ανέχεσαι πρόσωπα που δεν συμπαθείς και που αν ήταν στο χέρι σου δε θα τους έλεγες ούτε καλημέρα, γελάς, αστειεύεσαι, και ξαφνικά ρίχνεις μια ματιά στο ρολόι και αντιλαμβάνεσαι πως η μέρα έχει κυλήσει και δεν το έχεις πάρει χαμπάρι.

Σ' ένα απ' όλα τα τηλεφωνήματα είναι κάποιος δικός σου άνθρωπος που σε παίρνει καθημερινά να σε ρωτήσει τι κάνεις, αν είσαι καλά, αν έχεις λεφτά, αν η δουλειά σου προχωράει, αν, αν, αν…
Και βέβαια είσαι καλά, ναι σίγουρα, όλα μια χαρά, μα φυσικά και έχεις λεφτά, εννοείται το ψυγείο σου είναι μονίμως γεμάτο, η δουλειά κανένα πρόβλημα, είσαι εντός προθεσμίας. Πότε, προχτές δε σ' έβρισκε στο τηλέφωνο; Α, ναι, ήταν τότε που είχες βγει με κάτι φίλους για καφέ, για φαγητό, για ποτό, στο σινεμά, ή είχες παει για ψώνια, ή στην οδοντίατρό σου.
Λες κι ήταν ποτέ δυνατό να μην ήταν αλήθεια όλα αυτά, λες και μπορεί να ήσουν απλώς στο σπίτι και να μην ήθελες, να μην είχες κουράγιο να απαντήσεις καν στο τηλέφωνο.
Κι ανάμεσα σ' όλα αυτά, ατέλειωτα τσιγάρα και καφές.

Κάποια στιγμή παίρνεις το δρόμο της επιστροφής. Σταμάτημα στα pits για λίγη ώρα -περνάς από την κολλητή σου δηλαδή να πείτε δυο κουβέντες- κι ύστερα ανεβαίνεις σπίτι σου.
Η καφετιέρα του εσπρέσο πιάνει ξανά δουλειά, το τσιγάρο ανάβει και πάλι, κλείνεις και πάλι για λίγο τα μάτια.
Σε επαναφέρει το νιαούρισμα της γάτας σου αν έχεις ξεχάσει να την ταίσεις ή το τρίψιμό της στα πόδια σου αν είναι ταισμένη και για κάποιο άγνωστο λόγο, ευτυχισμένη μες το γατίσιο μυαλό της.

Ρίχνεις ξανά μια ματιά γύρω. Όλα είναι όπως το πρωί, όπως τα άφησες.

Ανοίγεις το ραδιόφωνο, παλιές και καινούριες αγαπημένες μελωδίες ξεχύνονται στο χώρο.
Πίνεις τον καφέ σου, καμιά φορά ανοίγεις την τηλεόραση με τον ήχο σβηστό, συνήθως όμως σ' εκνευρίζει μετά από λίγα λεπτά και μένεις με τις μουσικές και τις μελωδίες.

Το δανεικό λάπτοπ σε περιμένει πάνω στο γραφείο. Ένα γιγάντιο ρολόι στο μυαλό σου κάνει τικ-τακ μετρώντας το χρόνο που σου απομένει μέχρι να παραδώσεις τη δουλειά σου. Έχεις αργήσει.
Έχεις αργήσει πολύ. Τόσο που σχεδόν δε σώζεται. Σηκώνεσαι βαριά και κάθεσαι μπροστά στην οθόνη. Ξεκινάς δουλειά.
Τα δάχτυλά σου κυλούν μηχανικά πάνω στα πλήκτρα, μεταφράζεις σχεδόν χωρίς να σκέφτεσαι. Δίπλα σου ο καφές στην κούπα κρυώνει, τα τσιγάρα σβήνουν κι ανάβουν.
Συνήθως η βραδυά έχει άλλη μια στάση στα pits -ξανά η κολλητή, για κουβέντα ή για την επιχείρηση 'πώς φτιάχνουμε φαγητό με αέρα κοπανιστό aka μέθοδος Χουντίνι', και μετά βρίσκεσαι ξανά μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μέχρι που τσούζουν τα μάτια σου κι η μέση σου χρειάζεται τα υποστυλώματα του Παρθενώνα για να σε κρατήσει σε όρθια θέση.

Άλλο ένα τσιγάρο προτού πας για ύπνο;
Βέβαια, άλλο ένα. Το τελευταίο, σκέφτεσαι, κι ανάβεις ένα καθώς σώζεις τη δουλειά, κλείνεις τον υπολογιστή, σβήνεις τα φώτα, και τελευταίο το ραδιόφωνο.

Η γάτα σου κοιμάται από ώρα κουλουριασμένη στην καρέκλα της.
Η κολλητή σου είτε κοιμάται, είτε παλεύει στον δικό της υπολογιστή, είτε χαζεύει στην τηλεόραση για να βάλει φρένο στις σκέψεις που τρέχουν στο κεφάλι της χωρίς να κάνουν ποτέ στάση στα pits.
Οι δικοί σου άνθρωποι είναι χιλιόμετρα μακριά, κοιμούνται από ώρα. Όσο κι αν δεν πιστεύεις στο Θεό, εύχεσαι έτσι στον αέρα, να είναι καλά, να τους ακούσεις και την επόμενη μέρα στο τηλέφωνο κι ας χρειαστεί να τους πεις ξανά το ίδιο παραμύθι: ναι, μα και βέβαια είμαι καλά, είναι όλα μια χαρά, μην ανησυχείς.
Παλιοί φίλοι έχουν χαθεί στα δικά τους, κάπου τους είχες πετύχει μια βραδυά, κάπου ανάμεσα σε Ζωγράφου και Καισαριανή, παλιοί αγαπημένοι έχουν από χρόνια βγει απ' τη ζωή σου -ή μήπως τους έβγαλες εσύ;- κι άλλοι έχουν σβήσει εντελώς απ' την οθόνη του μυαλού σου, έτσι στα ξαφνικά, σαν να έγιναν σκόνη, σαν να μην ήταν μόλις προχτές που ακόμα ένιωθες κάτι για 'κείνους, που τους σκεφτόσουν κι απαντούσες στις κλήσεις τους στο κινητό.

Πριν σβήσεις το φως στο κομοδίνο σου, σκέφτεσαι εκείνους που μέχρι χτες σήμαιναν κάτι για σένα, και ξαφνικά σήμερα όλα τα χρόνια, όλες οι αναμνήσεις έχουν διαλυθεί, έχουν γίνει μικρά, ξεφτισμένα κουρελάκια. Προσπαθείς να φέρεις την εικόνα τους στο μυαλό σου, να ξαναβρείς έστω ένα απ' τα τρυφερά συναισθήματα που είχες για 'κείνους, αλλά δεν υπάρχει πια τίποτα.
Και σε πονάει αυτό.
Όχι γιατί σβήστηκαν εκείνοι απ' το νου σου, αλλά γιατί μαζί μ' αυτούς σβήστηκαν κι όλες οι δικές σου στιγμές μαζί τους, σβήστηκαν οι δικές σου αναμνήσεις, τα δικά σου όμορφα συναισθήματα, η δική σου αγάπη, τα δικά σου χαμόγελα, σβήστηκαν κι ούτε που θες να τα θυμηθείς ξανά, κι είναι λίγο σαν να 'χεις πάθει μια μικρή αμνησία, είναι λίγο λες και κάμποσα χρόνια της ζωής σου έχουν μείνει κενά.

Όμως δε σε παίρνει ν' αφήσεις το μυαλό σου να ξεστρατίσει τώρα σε τέτοια μονοπάτια.
Δε σε παίρνει γιατί οι κόκκινοι δείκτες του ηλεκτρονικού ρολογιού απέναντί σου δείχνουν τέσσερις, δείχνουν πεντέμισι, σε λίγο θα δείξουν έξι το πρωί.
Κι εσύ πρέπει, πρέπει να κοιμηθείς.
Πρέπει, γιατί σε λίγες ώρες σε περιμένει άλλο ένα πρωινό ξύπνημα.

Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006

Καταλήψεως συνέχεια

...με σκέψεις, αναμνήσεις και απορίες.

Χτες βράδυ, με αφορμή το πρωινό περιστατικό, αλλά διάθεση εντελώς διαφορετική, σκεφτόμουν τα γεγονότα "της εποχής εκείνης".

Και βρέθηκα να θυμάμαι -κακό σύμπτωμα αυτό, αν μή τι άλλο δείχνει πως ίσως να 'χαν δίκιο τα "μικρά" που με κοίταζαν λες κι έβλεπαν δεινόσαυρο εν ζωή...-

Η Γιαννάκου σήμερα μιλάει για "ανύπαρκτα αιτήματα" και για "υποκινητές". Το έργο αυτό μου φαίνεται πως το 'χω ξαναδεί, που λεει κι ο στίχος.

Τα ίδια απ' ό,τι θυμάμαι έλεγε κι ο Κοντογιαννόπουλος επί της... εποχής μου. Και είχε έρθει να εκσυχρονίσει την Παιδεία, να ξεκαθαρίσει το τοπίο, να απαλλάξει τον τομέα από τα χρονίζοντα προβλήματά του. Με το τότε πολυνομοσχέδιο.

Το οποίο ουσιαστικά καταργούσε τα δωρέαν συγγράματα, τη στέγαση και τη σίτιση, καταργούσε το πανεπιστημιακό άσυλο και την επετηρίδα και φυσικά δεν άφηνε παραπονεμένους και τους μαθητές: καταργούσε τις γενικές συνελεύσεις, αποδυνάμωνε τα δεκαπενταμελή, μείωνε τον αριθμό των εισακτέων στα ΤΕΙ και στα ΑΕΙ, περιόριζε τις αδικαιολόγητες απουσίες και έφερνε κι ένα νέο φρούτο, το πόιντ σύστεμ (σύστημα ποινής) για τους μαθητές...κάτι σαν τ' αυτοκίνητα δηλαδή...

Κι έτσι τον Νοέμβριο του '90 ξεκίνησαν οι καταλήψεις που ξεδιπλώθηκαν σαν παλιρροϊκό κύμα σ' ολόκληρη την Ελλάδα και κλιμακώθηκαν πριν και μετά τις γιορτές.
Την ίδια στιγμή η τότε κυβέρνηση έστελνε φρεγάτες στον Περσικό, στηρίζοντας τον Μπους στο Ιράκ. Θυμάμαι ακόμα ένα απ' τα συνθήματα που ήταν "δώστε λεφτά για την παιδεία κι όχι φρεγάτες στην Αραβία".

Το 1ο ΤΕΛ Βόλου, όπου φοιτούσα τότε, τελούσε υπό κατάληψη τρεις ολόκληρους μήνες.
Κατάληψη που δεν σταμάτησε ούτε την περίοδο των εορτών (κάτι που περίμενε η κυβέρνηση θεωρώντας πως έτσι θα εκτονωνόταν η κρίση και θα ξεθύμαινε το πράγμα).

Τα θυμάμαι όλα.
Το κρύο, τη βροχή και το χιόνι που υπομέναμε όντας καταληψίες.
Τον αγώνα που κάναμε για να μας αφήσουν ανοιχτή μια γραμμή τηλεφώνου ώστε να μπορούμε να καλέσουμε νοσοκομεία ή αστυνομία αν παρουσιαζόταν έκτακτη ανάγκη.
Τις φωτιές μέσα στα βαρέλια που έκαιγαν στην αυλή για τα παιδιά που χτυπούσαν βάρδιες και "γερμανικά νούμερα" στις ομάδες περιφρούρησης.
Τα στρώματα και τα σλίπινγκ-μπαγκ στρωμένα στη σειρά μέσα στο χώρο του γυμναστηρίου.
Τις ομάδες σίτισης που προσπαθούσαν να μαζέψουν τα απαραίτητα χρήματα για το φαγητό μας πουλώντας εφημερίδες, μοιράζοντας φυλλάδια, χτυπώντας πόρτες και ζητώντας ενίσχυση, αλλά και τους ανθρώπους που ερχόντουσαν και μας μοίραζαν φαγητό και είδη πρώτης ανάγκης, και μιλάω για απλό κόσμο, πολλές φορές άσχετο με το μαθητικό χώρο και τα προβλήματά του.
Το πρώτο πανελλαδικό συλλαλητήριο το Δεκέμβρη και τη διαδήλωση με την τεράστια συμμετοχή από τα Προπύλαια στο Υπουργείο Παιδείας, διαδήλωση στην οποία συμμετείχα κι εγώ ως μέλος εκπροσώπησης του σχολείου μου, όπως συμμετείχαν και πολλές ομάδες εκπροσώπησης από ένα σωρό σχολεία της επαρχίας.

Κι ύστερα, μετά τις γιορτές θυμάμαι τα πράγματα να ζορίζουν και τον κλοιό γύρω μας να σφίγγει.
Να θέλουν ν' ανοίξουν τα σχολεία με κάθε τρόπο.
Και να ξεφυτρώνουν ξαφνικά σαν τα μανιτάρια οι "αγανακτισμένοι πολίτες" και οι αγανακτισμένοι "γονείς", που ερχόντουσαν κάθε βράδυ να μας "σπάσουν τον τσαμπουκά" με βρισιές και απειλές, οπλισμένοι με σιδηρολοστούς και κόφτες για να σπάσουν τα λουκέτα και τις αλυσσίδες, ώστε να μπουν και να κάνουν ανακατάληψη στο χώρο.
Να κάνουν φασαρίες έξω απ' το χώρο του σχολείου για να προκαλέσουν την εντύπωση πως οι καταληψίες ήταν ένα σωρό τσογλανάκια που βρίσκονταν εκεί για να σπάσουν πλάκα.
Να πετάνε μες τα άγρια μεσάνυχτα γυάλινα μπουκάλια μπύρας και άδειες φιάλες ουισκιού ώστε να βγαίνουν την επόμενη μέρα στον Τύπο και να καταγγέλουν πως η κατάληψη είχε γίνει "μπαράκι και άντρο ακολασίας"...
(άραγε θυμάται κανείς τις ομάδες κρούσης της ΟΝΝΕΔ τους λεγόμενους "Κένταυρους";)
Τον Λυκειάρχη έξαλλο να απειλεί θεούς και δαιμόνους, να τηλεφωνεί στους γονείς μας, να παίρνει απουσίες στο πεζοδρόμιο και να ωρύεται: "Θα πατάξουμε τα αναρχικο-εξτρεμιστικο-κομουνιστικά στοιχεία, θα φτύσετε της μάνας σας το γάλα κωλόπαιδα, κανείς σας δε θα αποφοιτήσει, κανείς δε θα περάσει σε σχολή, θα αποβληθείτε δια παντός απ' όλα τα Λύκεια της χώρας..."

Θυμάμαι κι εκείνο το βράδυ που τελικά οι "αγανακτισμένοι πολίτες και γονείς" κατάφεραν με κόφτες και λοστούς να ξεθεμελιώσουν τη μεγάλη καγκελόπορτα του προαυλίου κι εγώ, που ήμουν σκαρφαλωμένη πάνω στα κάγκελα να βρίσκομαι ξαφνικά σωριασμένη κάτω με σπασμένο αστράγαλο. Θυμάμαι το ξύλο που έπεσε και τον αγώνα των συμμαθητών μου να τους απωθήσουν και να ασφαλίσουν ξανά την πόρτα με πρόχειρα οδοφράγματα.
Τους φοιτητές που έτρεξαν σχεδόν αμέσως να συμπαρασταθούν και ξανά συμπλοκή και ξανά ξύλο.
Την αστυνομία που δεν ερχόταν παρόλο που τους τηλεφωνούσαμε κάθε τρία λεπτά ζητώντας βοήθεια.
Την οδό Κασσαβέτη κλειστή από τα παραταγμένα αυτοκίνητα των "αγανακτισμένων" για να μην μπορεί να περάσει το νοσοκομειακό και να παραλάβει τους χτυπημένους μαθητές...

Θυμάμαι και τον Νίκο Τεμπονέρα. Θυμάμαι και την ημερομηνία. Οχτώ Γενάρη ήταν. Η νύχτα με το πιο διαβολεμένο ψοφόκρυο που μπορώ να θυμηθώ, με το χιόνι στο Βόλο πάνω από μισό μέτρο. Τα τηλέφωνα να πέρνουν φωτιά:
"Χτύπησαν καθηγητή στην Πάτρα. Είναι σοβαρά".
"Τον χτύπησαν με λοστό στο κεφάλι. Μπορεί και να μη ζήσει".
"Φυλαχτείτε. Βάλτε κι άλλες ομάδες περιφρούρησης. Αν δείτε οποιαδήποτε ύποπτη κίνηση, φωνάξτε βοήθεια, φωνάξτε τους μπάτσους ή εγκαταλείψτε το κτίριο".
Δεν ξέραμε ακόμα ότι ο Τεμπονέρας ήταν κλινικά νεκρός. Αργότερα ακούσαμε και το όνομα Καλαμπόκας. Μαζεύαμε σκόρπια τα νέα, το τηλέφωνο χτυπούσε συνεχώς.
Γονείς που μάθαιναν τα νέα απ' την τηλεόραση έτρεχαν πανικόβλητοι και μας παρακαλούσαν να φύγουμε, να εγκαταλείψουμε την κατάληψη.
Έκτακτες συνελεύσεις μες τα άγρια μεσάνυχτα.
Φόβος που πάγωνε το μυαλό μας χειρότερα απ' το ψοφόκρυο που πάγωνε τα κορμιά μας.
Φόβος στην αρχή, οργή, λύσσα στη συνέχεια.

Θυμάμαι κι έναν καθηγητή μας που πέρασε εκείνο το βράδι απο 'κει.
Ερχόταν και μας έφερνε τσιγάρα και φαγητό συχνά πυκνά. Ήταν ο καθηγητής της Λογιστικής. Ο Σπύρος Σ. που έμπαινε στην τάξη φορώντας μαύρα γυαλιά κι έμοιαζε ίδιος ο Μπρους Σπρίγκστιν, με την περιβόητη ατάκα στα χείλη: "Η Λογιστική είναι απλή λογική. Έχεις λογική; Θα μάθεις και λογιστική".
Έψαξα την ιστοσελίδα του λυκείου μου, που τώρα πια έχει μετονομαστεί σε ΤΕΕ. Απ' όλους τους παλιούς μου καθηγητές μόνο ο Σπύρος έχει μείνει. Να 'σαι καλά, Σπύρο, να 'σαι καλά.
Τον θυμάμαι εκείνο το βράδι να μας λεει: "Τούτη την ώρα κωλόπαιδα, γράφεται η ιστορία. Βάλτε το καλά στο μυαλό σας, ανοίξτε τα μάτια σας, ανοίξτε τα αφτιά σας, ίσως εσείς έχετε μια ελπίδα".

Τα θυμάμαι όλα.
Και την κηδεία του Νίκου Τεμπονέρα, και τις κινητοποιήσεις που ακολούθησαν, τα συλλαλητήρια τις τρεις ερχόμενες μέρες μετά την κηδεία, το ξύλο στο Πολυτεχνείο, την Ομόνοια, τα δακρυγόνα και τα χημικά που έπεσαν στο Κ.Μαρούσης, το θάνατο τεσσάρων ανθρώπων.

Την παραίτηση του Κοντογιαννόπουλου, την απόσυρση του πολυνομοσχεδίου, τον Σουφλιά στο ΥΠΕΘ να λεει "θα αρχίσουμε το διάλογο σε μηδενική βάση".

Και ενώ η παλιά ιστοσελίδα των Ελληνικών Γραμμών με "ενημερώνει" μεταξύ άλλων πως ο Νίκος Τεμπονέρας ως αρχηγός των ομάδων κρούσης του Εργατικού Αντι-ιμπεριαλιστικού Μετώπου (ΕΑΜ) είχε επιβάλλει στην Πάτρα "καθεστώς βίας και τρομοκρατίας", πως οι λιγοστοί "συναγωνιστές" του Καλαμπόκα" πολιορκήθηκαν" από ένα "έξαλλο πλήθος ακροαριστερών τραμπούκων" καιπως δέχθηκαν τις επιθέσεις του "αριστερού παρακράτους", εγώ ρίχνω φάσκελα στην οθόνη.
Γιατί ξέρω την αλήθεια. Γιατί τα έζησα. Γιατί έφαγα ξύλο.

Αλλά και γιατί φοβάμαι κι εξοργίζομαι όταν βλέπω τον κωλο-εθνικισμό τους να φουντώνει, όταν διαβάζω άρθρα σαν κι αυτό , αυτό, και αυτό.
Εξοργίζομαι γιατί τέτοιοι άνθρωποι έχουν παιδιά, επηρεάζουν παιδιά, γαλουχούν παιδιά, μεγαλώνουν παιδιά μ' αυτά τα σκατά.
Εξοργίζομαι γιατί η μισαλλοδοξία κι ο Μεσαίωνας κρατούν καλά σε τούτο τον τόπο.

Και φοβάμαι πως οι αγώνες, οι πορείες κι οι διαδηλώσεις, όσοι χάθηκαν κι όσοι θα χαθούν στο μέλλον, έχουν παει στα χαμένα.
Φοβάμαι πως όταν ο Σπύρος μας έλεγε "ανοίξτε μάτια κι αφτιά κωλόπαιδα, τώρα γράφεται η ιστορία", δεν είχαμε καταλάβει καλά το νόημα, δεν είχαμε πάρει πρέφα τι συνέβαινε γύρω μας.
Γιατί αν είχαμε καταλάβει, αν είχαμε "δει" και "ακούσει" ίσως να ήταν αλλιώς κάποια πράγματα σήμερα.
Φοβάμαι γιατί νιώθω κουρασμένη κι όσο κι αν θα ήθελα να παω να πω δυο κουβέντες στα πιτσιρίκια που με παρακαλούσαν δε θα το έκανα. Γιατί φοβάμαι πως δε θα ήξερα πραγματικά τι σκατά να τους πω. Κι οργίζομαι γι' αυτό.
Ίσως το μόνο που θα μπορούσα να τους πω είναι να έχουν αυτά το νου, τα μάτια και τ' αφτιά τους ανοιχτά.
Η ιστορία γράφεται κάθε μέρα.

Όσο για μένα, να σας ευχηθώ καλό απόγευμα κυρίες και κύριοι. Η βουτιά στο παρελθόν ετελείωσε. Μην καταντήσω και γραφική.
Το λεει κι ο Κ. Τριπολίτης: "...και επιτέλους, σκασμός οι ρήτορες, πολύ μιλήσαμε..."

Οπότε, για πείτε μου αλήθεια, έχει κανένα Ντριμ Σόου απόψε να χαζέψουμε στην τιβί;

Δευτέρα, Οκτωβρίου 09, 2006

Η κατάληψη


Δευτέρα πρωί, πηγαίνω σ' ένα τυροπιτάδικο της Πλατείας Αμερικής να πάρω τυρόπιτες και καφέδες.

Στο δρόμο με σταματάει μια παρέα από τέσσερα πέντε πιτσιρίκια κοντά στα δεκατέσσερα. Γυμνασιόπαιδα.
Μου δίνουν ένα φυλλάδιο με τίτλο "Με συνελεύσεις, πορείες, καταλήψεις, οι μαθητές ξανά στον αγώνα!", κι αρχίζουν να με ενημερώνουν για την κατάληψή τους και τα αιτήματά τους.

Κοντοστέκομαι να τους ακούσω, και ρίχνω μια ματιά στο ομολογουμένως καλοφτιαγμένο φυλλάδιάκι τους.
Διαβάζω στις πρώτες γραμμές:
"Εμείς, οι μαθητές με τους αγώνες μας τα προηγούμενα χρόνια δυσκολέψαμε τα σχέδιά τους.
Το '98 τους καθυστερήσαμε!
Τώρα που έρχονται αποφασισμένοι να περάσουν όλα όσα ετοίμαζαν για τα σχολεία μας, να
μας πείσουν να εγκαταλείπουμε νωρίς το σχολείο, να μας σπρώξουν στην ψευτοκατάρτιση,
ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΜΕ
Μαζί με τους φοιτητές, τους εκπαιδευτικούς και όλο το λαό!
Θα τους σταματήσουμε!"


Χαμογελάω ασυναίσθητα, και τους ρωτάω:
-Ώστε σοβαρά θα προχωρήσετε σε καταλήψεις;
-Τι σοβαρά; Ξεκινάμε την ερχόμενη εβδομάδα, λεει ένας νεαρός της παρέας.
-Στις 3 Νοέμβρη μάλιστα έχουμε μεγάλο μαθητικό συλλαλητήριο σε όλη την Ελλάδα, συμπληρώνει μια ξανθιά κοπελιά όλο ενθουσιασμό.
-Έχετε οργανώσει επιτροπή συντονισμού; Ομάδα σύνταξης και διανομής φυλλαδίων; Έχουν γίνει Γενικές Συνελεύσεις; Έχετε ορίσει κάποιους εκπροσώπους αν χρειαστεί να μιλήσει κάποιος από σας στον Τύπο; τους ρωτάω.

Ξαφνικά πέφτει σιγή στην ομήγυρη. Μουτράκια συνοφρυώνονται για λίγο κι έπειτα με κοιτάζουν καλά-καλά.
-Από κανένα ΤΕΙ θα είναι, ακούω να ψιθυρίζουν ο ψηλός νεαρός με το σκουλαρίκι στο φρύδι και η ξανθιά κοπέλα, κι έπειτα στρέφονται ξανά προς το μέρος μου με ανανεωμένο ενδιαφέρον.
-Εσύ από ποιά κατάληψη είσαι; με ρωτούν ταυτόχρονα.
-Από του '91! τους απαντάω γελώντας.
Σιγή.
Κι ύστερα κραυγές ενθουσιασμού και δέους απ' όλους μαζί:
-Ποιού '91; Του 1991 δηλαδή;
-Σοβαρά μιλάς; Ήσουν στις καταλήψεις του '91;
-Ήσουν στις συντονιστικές επιτροπές;
-Πώς ήταν τότε; Τους τσακίσατε εσείς!
-Μπορείς να μας πείς μερικά πράγματα από εκείνη την εποχή;
-Θέλεις να έρθεις ως το σχολείο μας να κάνεις μια ομιλία;
-Να βγάλουμε και μερικές φωτογραφίες με την ψηφιακή;

Ώπα, ώπα ρε παιδιά...μπάστα! Βραχυκύκλωσα! Τι λένε τούτα;

"Από εκείνη την εποχή;"
"Τους τσακίσαμε εμείς τότε;"
"Να βγάλω ομιλία;"
"Να βγάλουμε φωτογραφίες;"

Μα δεν ήμουν δα και στην κατάληψη του Πολυτεχνείου! ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΜΟΥΣΕΙΑΚΟ ΕΙΔΟΣ, μου 'ρθε να τους βροντοφωνάξω...
Σκιάχτηκα.
Μου φάνηκε πως με κοιτάζανε κάπως λες και βλέπανε τον Άρη Βελουχιώτη και τον Τσε Γκεβάρα μαζί και ήθελαν οπωσδήποτε αναμνηστικές φωτογραφίες, σουβενίρ και αυτόγραφα.
Μ' έπιασε "πιασμός" που λεει κι η μάνα μου. Ανατρίχιασα.
Και συγχρόνως μου 'ρθε να βάλω και τα γέλια.
Ότι θα έφτανα να νιώσω "θρύλος της επανάστασης" δεν το περίμενα...
Ώρα να του δίνω, σκέφτηκα.

Μουρμούρισα μια δικαιολογία ότι τάχα μου έπρεπε να γυρίσω στη δουλειά μου και πως θα προσπαθούσα να περάσω απ' το σχολείο τους να τους δω, κι έστριψα στη γωνία του δρόμου.

Πηγαίνοντας στο τυροπιτάδικο είχα μια διάθεση ανάμεσα στο "μπρρρ!" και στο "έ, ρε γέλια!".
-Καλημέρα. Τι έχεις εσύ; με ρωτάει η κοπέλα που δουλεύει στο μαγαζί.
-Άσε, τι να σου εξηγώ, της απάντησα. Μόλις προ ολίγου με πέρασαν για τον...Τσε Γκεβάρα...

Παρασκευή, Αυγούστου 04, 2006

Τα δώρα του Μορφέα


Είχε χιονίσει πολύ. Τα πάντα ήταν λευκά.
Εκείνη την ώρα όμως δε χιόνιζε. Ήταν αργά το απόγευμα, έξω σκοτείνιαζε σιγά - σιγά, κόντευε να βραδιάσει.
Δεν ξέρω αν ήμουν μέσα στο ξύλινο καταφύγιο κι έπειτα ήρθες εσύ, ή αν ήμουν έξω κι όταν μπήκα σε βρήκα εκεί.
Δε το θυμάμαι.
Όμως ήμουν εκεί, σ' εκείνο το καταφύγιο και ήσουν κι εσύ εκεί, μπροστά μου.

Σε είδα ξαφνικά, σε είδα και το μυαλό μου σταμάτησε για λίγο να λειτουργεί, η καρδιά μου έχασε έναν, δυο, τρεις χτύπους κι έπειτα χτύπησε ξανά δυνατά, άκουσα το αίμα να σφυροκοπάει στα μηνίγγια μου, τ' αφτιά μου βούιζαν.
Έκλεισα τα μάτια μου, σίγουρη πως έβλεπα φαντάσματα. Τα κράτησα κλειστά και πήρα μια βαθιά ανάσα. Όταν τα ξανάνοιξα ήσουν ακόμα εκεί, φορούσες ένα χοντρό, χρωματιστό πουλόβερ και τζην, στεκόσουν μπροστά στην πόρτα, μιλούσες δυνατά με κάποιον, και γελούσες. Άκουσα το γέλιο σου, δυνατό και καθάριο και ήσουν εσύ.
Δεν τολμούσα να κουνηθώ απ' τη θέση μου, δεν τολμούσα να σου μιλήσω, δεν τολμούσα καν ν' ανασάνω.

Ένα κομμάτι του μυαλού μου έκανε κβαντικά άλματα ανάμεσα στη λογική και το παράλογο.
Αν είσαι εσύ εδώ, εγώ τότε πού βρίσκομαι;
Είμαι σε κάποιο παράλληλο σύμπαν, άνοιξα την πόρτα της Ζώνης του Λυκόφωτος, καταλύθηκαν τα όρια του τόπου και του χρόνου, είμαι πέρα απο θεούς και δαίμονες;
Μήπως αν γυρίσω την πλάτη μου, αν αρθρώσω μια λέξη, αν απλώσω το χέρι μου να σ' αγγίξω θα χαθείς ξανά, θα σβήσουν όλα γύρω, θα χαθεί το χιόνι, θα εξαφανιστεί το καταφύγιο και θα βρεθώ ξανά πίσω, στην καθημερινή μου ζωή;

Ή μήπως αυτό που τόσα χρόνια νόμιζα πραγματικό, ήταν ένα όνειρο, ένα κακό όνειρο, ένας φριχτός εφιάλτης κι εσύ υπήρχες πάντα εκεί; Μήπως δεν είχε συμβεί τίποτα, τίποτα δεν είχε αλλάξει, μήπως ποτέ δε χάθηκες, μήπως ποτέ δε σ' έχασα;

Μα το ήξερα πως σε είχα χάσει. Το ήξερα. Ήξερα πως η εικόνα σου μπροστά μου ήταν πέρα απο τη λογική, ήξερα, όμως εσύ ήσουν εκεί, σε έβλεπα.
Και τότε στράφηκες προς το μέρος μου. Είδα την έκπληξη, τη χαρά στα μάτια σου.
Σ' άκουσα να φωνάζεις το όνομά μου.
Έφη! με φώναξες όπως τότε που κανείς δε με έλεγε Ιφιγένεια.
Έφη! Εσύ εδώ;

Δεν ξέρω πώς, αλλά την επόμενη στιγμή ήμουν δίπλα σου, σε απόσταση αναπνοής, έτρεμα ν' απλώσω το χέρι μου να σ' αγγίξω, δεν πρόλαβα όμως να σκεφτώ λεπτό παραπάνω, οι λογικές σκέψεις έσβησαν γιατί άπλωσες εσύ τα χέρια σου, τ' άνοιξες διάπλατα και μ' έκλεισες στην αγκαλιά σου.
Μ' έσφιγγες δυνατά και μου μιλούσες, εγώ κρατιόμουν πάνω σου, ανέπνεα τη μυρωδιά του κορμιού σου, σε κράταγα στην αγκαλιά μου, δεν ξέρω τι σου έλεγα, δεν άκουγα τι έλεγες, άκουγα μονάχα τον ήχο της φωνής σου, σ' ένιωθα μονάχα κοντά μου και δε μ' ένοιαζε τίποτα άλλο.
Αποτραβήχτηκα λιγάκι, ήθελα να σε κοιτάξω, ήθελα να δω το πρόσωπό σου.
Σε κοίταζα, δε χόρταινα να σε κοιτάζω. Τα μάτια σου, το γέλιο σου, τα μαύρα σου μαλλιά.
Με πήρες απ' τα χέρια, καθίσαμε σ' ένα τραπεζάκι, γύρω μας κόσμος πήγαινε κι ερχόταν, παρέες μιλούσαν και γελούσαν κι εμεί κλεισμένοι λες σ' ένα μικρόκοσμο μακριά απ' τους υπόλοιπους, με κράταγες απ' τα χέρια, κι εγώ πάλευα να καταλάβω, αναρωτιόμουν πώς γινόταν να είσαι εκεί, πώς γινόταν και πόσο θα κρατούσε και την ίδια στιγμή διέταζα το μυαλό μου να σταματήσει, να το βουλώσει, να πάψει να σκέφτεται ήθελα μονάχα να ρουφήξω τις στιγμές, ήθελα τα μάτια μου να γεμίσουν μονάχα με σένα, με την εικόνα σου, τ' αφτιά μου να γεμίσουν με τον ήχο της φωνής σου, με το γέλιο σου.

Πίσω μας έκαιγε στο τζάκι μια μεγάλη, δυνατή φωτιά, στο καταφύγιο έκανε ζέστη κι έξω είχε απλωθεί η νύχτα.
Έβγαλες το πουλόβερ σου, έμεινες μ' ένα κοντομάνικο μπλουζάκι, πίναμε κόκκινο κρασί, γελούσες, χαιρετούσες κόσμο κι εγώ μαγεμένη, πάλευα ν' αφεθώ, πάλευα να πιστέψω χωρίς να αιτιολογώ την παρουσία σου.
Σηκώθηκες, έφερες κι άλλο κρασί, με κράταγες απ' το χέρι, πες μου, πες μου τα νέα σου, πες μου τι κάνεις, έχω τόσο καιρό να σε δώ, πες μου, δεν το πιστεύω ότι σε βρήκα εδώ, μου έλεγες κι εγώ δε σε ρωτούσα, δε ρωτούσα τίποτα, σου μίλαγα λες και ήσουν πάντα εκεί, λες και τίποτα δεν είχε συμβεί, άπλωνα το χέρι και άγγιζα το πρόσωπό σου, χάϊδευα τα μαλλιά σου, σου γελούσα κι εγώ, σ' έβλεπα να σηκώνεσαι, σε κοίταζα να περπατάς, δε χόρταινα να κοιτάζω το σπαθάτο κορμί σου, τις δυνατές πλάτες, κάθε φορά που απομακρυνόσουν ανυπομονούσα να γυρίσεις κοντά μου.

Σε κάποια στιγμή με φώναξαν και μου είπαν πως με ζητούσαν στο τηλέφωνο. Σηκώθηκα διστακτικά, δεν ήθελα να κάνω βήμα, δεν ήθελα αλλά ήξερα πως έπρεπε να απαντήσω.
Μη φύγεις, θα γυρίσω αμέσως, σου είπα.
Δεν πρόκειται να παω πουθενά, μικρό, εδώ θα είμαι. Άντε, τράβα μου 'πες και μου 'δωσες γελώντας ένα φιλί στα μαλλιά.

Στο τηλέφωνο ήταν η μάνα μου. Ήθελε να μάθει πώς περνάω, αν είμαι καλά. Την έκοψα βιαστικά.
Μάνα, άκουσέ με. Ξέρεις ποιον βρήκα εδώ; Μη με πεις τρελή, μάνα είναι εδώ ο Χρήστος.
Μα, παιδάκι μου, τι είναι αυτά που λες; άρχισε η μάνα μου.
Ξέρω ξέρω, μάνα, ξέρω. Μη μου λες, μη μου πεις τίποτα, μη μου πεις λέξη. Όμως είναι εδώ, στ΄ορκίζομαι, της είπα κι έστρεψα το βλέμμα μου. Τον είδα όρθιο κοντά στο παράθυρο.
Τον βλέπω αυτή τη στιγμή, μάνα. Είμαστε εδώ και ώρες εδώ, μη με ρωτάς, μη ρωτάς τίποτα. Είμαι καλά, μη με ρωτάς τίποτα άλλο.

Έκλεισα το τηλέφωνο κι όπως γύρισα ξανά, εσύ δεν ήσουν πια στο παράθυρο, δεν ήσουν κοντά στην πόρτα, δεν ήσουν ούτε στο τραπεζάκι μας. Ήταν εκεί όμως τα πράγματά σου, ήταν εκεί το πουλόβερ και το μπουφάν σου. Πετάχτηκα σαν τρελή έξω και στεκόσουν εκεί, στην ξύλινη βεράντα, με το βλέμμα στον ουρανό, την πλάτη σου στραμμένη προς το μέρος μου.
Όλα γύρω χιονισμένα, όμως δεν έκανε κρύο, ή τουλάχιστον δεν το ένιωθα, ένιωθα να καίγομαι. Ήθελα να σε φωνάξω, αλλά εσύ ένιωσες την παρουσία μου και στράφηκες προς το μέρος μου.
Χρήστο... ψέλισσα. Τρόμαξα τόσο που δε σε βρήκα μέσα.
Μα γιατί τρόμαξες; Βγήκα μονάχα για να πάρω λίγο αέρα. Είχε πολύ ζέστη μέσα, μου απάντησες, εμένα όμως μ' είχε πιάσει μια αγωνία, το λογικό κομμάτι του μυαλού απειλούσε να ξαναπάρει τον έλεγχο.
Βιάστηκα να μπώ στην αγκαλιά σου, να πιστέψω, να σ' αγγίξω, ζήτησα τα χείλη σου κι όταν με φίλησες επιτέλους, τότε πια ελευθερώθηκα, τότε δε μ' ένοιαζε τίποτα άλλο.
Αφέθηκα στο όνειρο, αφέθηκα στο παράλογο, στην ευτυχία να είσαι ξανά κοντά μου, να σ' αγγίζω να σου μιλώ, να σε φιλώ, να σου γελάω...

Το γέλιο μου αντηχούσε το ίδιο δυνατά με το δικό σου όταν μπήκαμε ξανά στο καταφύγιο.
Δεν μ' ένοιαζε πια ούτε το πώς ούτε το γιατί. Ήμασταν μαζί, ήσουν εκεί κι αυτό μου έφτανε.
Δεν ήθελα να μάθω, δεν ήθελα να ξέρω, κι αν είχα ξεφύγει απ' τα όρια της λογικής και του κόσμου δεν ήθελα να το ξέρω, δεν ήθελα να γυρίσω ξανά πίσω.

Ένας μακρινός βόμβος έφτασε στ' αυτιά μου.
Ένας ενοχλητικός βόμβος, ένας θόρυβος μουντός, συνεχόμενος, πάλευα να τον αγνοήσω, πάλευα γιατί ήξερα.
Ήταν όπως τότε, στο ατύχημά μου, που είχα πέσει σε κώμα κι ήταν όλα τόσο υπέροχα και γαλήνια, κι ένας βόμβος, ένας ενοχλητικός θόρυβος κουρέλιαζε βίαια το βελούδινο σκοτάδι του μυαλού μου και με τραβούσε με το ζόρι προς ένα φως, σε μια πραγματικότητα στην οποία δεν ήθελα να ξαναγυρίσω.
Ήξερα... Αν έδινα σημασία σ' εκείνο τον ενοχλητικό βόμβο όλα θα χάνονταν γύρω μου, ο θόρυβος θα με τραβούσε σ' ένα μέρος που δεν ήθελα να γυρίσω, θα έσβηνε το χιόνι, θα έσβηνε το καταφύγιο, θα έσβηνε κι εσένα.

Αντιστάθηκα, όσο όμως προσπαθούσα να τον αγνοήσω τόσο εκείνος δυνάμωνε, κι όσο δυνάμωνε τόσο διαλυόταν ο κόσμος στον οποίο βρισκόμουν. Άνοιξα ζαλισμένη τα μάτια.
Ο βόμβος ευδιάκριτος πια, καταλάβαινα πως ήταν το ηλεκτρονικό ξυπνητήρι δίπλα μου στο κομοδίνο. Έκλεισα ξανά σφιχτά τα μάτια, όχι, δεν ήθελα να ξυπνήσω, όχι δεν ήθελα να το πιστέψω, ήθελα να βρεθώ ξανά για λίγο κοντά σου.
Το κατάφερα. Για λίγο όμως, για τόσο λίγο.
Το ξυπνητήρι συνέχιζε τη δουλειά του.

Ανακάθισα στο κρεβάτι. Σηκώθηκα με κόπο. Ένιωθα λες κι είχα περπατήσει χιλιόμετρα, τα πόδια μου δε με κρατούσαν, τα χέρια μου τα ένιωθα βαριά κι ασήκωτα.
Το φως του ήλιου μου πλήγωνε τα μάτια. Τα κράτησα μισόκλειστα, άνοιξα την ντουλάπα να πάρω τα ρούχα μου, κι εκεί, χωρίς να το καταλάβω, το αχ έγινε λυγμός, ο λυγμός κλάμα.
Νόμιζα πως είχα ξεχάσει.
Νόμιζα πως είχα ξεχάσει τις λεπτομέρειες, νόμιζα πως δε θυμόμουν πια ξεκάθαρα πώς είναι το πρόσωπό σου, νόμιζα πως είχα ξεχάσει τον ήχο της φωνής σου, νόμιζα πως είχα ξεχάσει την αφή των δαχτύλων σου, το άρωμα του κορμιού σου, το φιλί σου, νόμιζα πως είχα ξεχάσει ακόμα και το γέλιο σου.
Κάπου όμως μέσα στο μυαλό μου, κάπου όλα τούτα υπάρχουν ακόμα, τόσο ξεκάθαρα που μπόρεσαν να σε ζωγραφίζουν, μπόρεσαν να σε ζωντανέψουν με τόση ακρίβεια και λεπτομέρεια... κι εγώ που νόμιζα πως είχα ξεχάσει...

Σύρθηκα ως τη δουλειά. Δέκα βήματα είναι απ' το σπίτι μου, και περπάτησα τέσσερα τετράγωνα μέχρι να μπορέσω να ηρεμήσω, μέχρι ν' αντέξω την πραγματικότητα, κι όλη την ώρα ευχόμουν να γίνεται πανικός στο γραφείο, να πέσουν όλα μαζί, να πνίγομαι στη δουλειά.
Κι η ευχή μου έπιασε.
Κάποια στιγμή όμως η δουλειά μοιραία, κόπασε. Και τότε το βραδυνό όνειρο γύρισε ξανά ολοζώντανο μπροστά στα μάτια μου.
Και δεν ήξερα αν μπορούσα να χαρώ που έστω και για όσο κρατάει ένα όνειρο, σε είδα, ή αν θα προτιμούσα να πιστεύω πως σε είχα πια ξεχάσει, πως είχα χάσει πια τις λεπτομέρειες της ύπαρξής σου, της μορφής σου μέσα στη λήθη του χρόνου.
Έστριψα ένα τσιγάρο, ήπια μια γουλιά πικρό καφέ κι έκλεισα για λίγο τα μάτια μου.
Τότε, άκουσα ξανά στο μυαλό μου το γέλιο σου, άκουσα ξανά τη φωνή σου, ένιωσα ξανά την παρουσία σου, τη ζεστή αγκαλιά σου.

Κι είπα πως ο Μορφέας μου 'φερε τα δώρα του το περασμένο βράδυ.
Και τον ευχαρίστησα σιωπηλά. Κι ας πονούσαν τα δώρα του όλη τη μέρα σαν παλιά πληγή.
Κι ας με πονάνε ακόμα.

Τα όνειρά μου είναι πάντα ελεύθερα για σένα. Κι ο Μορφέας όταν σε φέρνει παρέα του είναι πάντα καλοδεχούμενος. Πάντα.
Photos by DeviantART

Δευτέρα, Μαΐου 15, 2006

Το φραντζολάκι

Έχω έναν αδελφό, μεγαλύτερο.
Πολύ μεγαλύτερο. Για την ακρίβεια, δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια.
Δε με είχαν στο πρόγραμμα βλέπεις οι δικοί μου, η μάνα μου δεν περίμενε πως θα έκανε άλλο παιδί, να όμως που… τους προέκυψα.

Τέλος πάντων, για τον αδελφό μου έλεγα.

Όταν ήμουν δεν ήμουν καλά καλά δυο χρονών, εκείνος έφυγε για να υπηρετήσει τη μαμά πατρίδα κι έμεινε κοντά δυο χρόνια. Λίγα πράγματα θυμάμαι από τότε, κάτι σκόρπιες εικόνες περισσότερο. Θυμάμαι όμως καλύτερα το γάμο του, όπου ήμουν παρανυφάκι κι ακόμα καλύτερα θυμάμαι το πρώτο του παιδί.

Το πρώτο μου ανίψι.

Ένα φρατζολάκι, τυλιγμένο με πάνες. Έτσι μου ‘χε φανεί η ανιψιά μου όταν την πρωτοείδα. Σαν μεγαλούτσικη φρατζολίτσα ψωμιού, τυλιγμένη σε λευκές πάνες και ροζ κουβερτούλες.
Μου φαινόταν πολύ παράξενο που είχαμε ένα μωρό στην οικογένεια. Και μάλιστα το μωρό του αδελφού μου.
Το κοίταζα στην κούνια, και το ‘παιρνα όλο καμάρι αγκαλιά –όταν μου το έδιναν δηλαδή– και καθώς το κράταγα προσπαθούσα να χωρέσω στο εφτάχρονο μυαλό μου πως αυτό το πλασματάκι ήταν ανίψι μου και πως εγώ ήμουν θεία!

Ε, δε τα πολυκατάφερνα για να πω την αλήθεια.
Για μένα το μωρό στην αρχή ήταν κάτι σαν παιχνίδι, και λίγο καιρό αργότερα, έγινε η αφορμή να νιώσω για πρώτη φορά στην παιδική μου ζωή ζήλια.
Ζήλια, ναι. Γιατί βλέπεις ξαφνικά, και απ’ το πουθενά, έχασα τον τίτλο της ‘μικρής’ του σογιού.
Από ‘κει που όλοι ασχολούταν μαζί μου, με το τι είπα, τι έκανα, τι φόραγα και ούτω καθ’ εξής, από ‘κει που έκανα τα ναζάκια μου και μου έκαναν όλα τα χατίρια, ξαφνικά λοιπόν, βρέθηκε το ‘μωρό’ και μου έκλεψε τη δόξα.

Τώρα πια όλοι μίλαγαν για κείνο, για το τι κάνει, αν τρωει, αν πίνει, αν κοιμάται καλά, αν γελάει, αν μπουσουλάει, ποιες είναι οι πρώτες του συλλαβές κι αν έσκασε το πρώτο του δοντάκι….
Άσε πια που οι μεγάλοι είχαν αρχίσει να μου παίζουν ένα περίεργο βιολάκι και μου έλεγαν συνεχώς: «Κοίτα, εσύ τώρα είσαι μεγάλη! Έγινες θεία! Κάτσε εδώ λοιπόν να προσέχεις το μωρό!»
Ορίστε; Μα εγώ δεν ήθελα να προσέχω το μωρό, εγώ ήθελα να παίζω, να τρέχω, να γελάω και να προσέχουν οι άλλοι εμένα…

Οπότε, να τα καβουράκια της ζήλιας… Μιας ζήλιας όμως που δεν έμελλε να κρατήσει πολύ.
Εκείνη την περίοδο ο αδελφός μου κι οι γυναίκα του δούλευαν κι οι δυο απ’ το πρωί ως το βράδυ για να τα φέρουν βόλτα, κι έτσι το ‘μωρό’, που πλέον είχε όνομα βέβαια, το όνομα της μάνας μου, έτσι λοιπόν η Βίκυ η νεότερη, ήρθε να εγκατασταθεί σπίτι μας.
Την κρατούσαμε εμείς όλη τη βδομάδα και τα σαββατοκύριακα την έπαιρναν ο αδελφός μου με τη γυναίκα του στο σπίτι τους.

Έτσι, θέλοντας και μη, άρχιζα να συνηθίζω στο μικρό ‘εισβολέα’ και να τη βλέπω περισσότερο σαν το μικρό αδελφάκι μου, παρά σαν ανίψι.
Κι εκεί σταμάτησε κι η ζήλια.
Ας τόλμαγε κανείς να πειράξει το Βικάκι και τα λέγαμε. Την κουβαλούσα μαζί μου από ‘δω κι από ‘κει, την έτρεχα στις κούνιες, την έβγαζα βόλτα με το καρότσι της και καμάρωνα σα γύφτικο σκεπάρνι.
Καταλάβαινα τα πρώτα της λογάκια και το ‘παιζα ειδήμων στους «μεγάλους»: «Μα δεν καταλαβαίνεις, ρε μαμά; Νερό ζητάει όχι πιπίλα.
Μπουντού σου λεει, όχι νόμι!»

Τώρα που τα θυμάμαι σκαω στα γέλια. Και σκέφτομαι και τη μάνα μου εκείνες τις εποχές… είχε εμένα οχτώ, εννιά χρόνων, εργαζόταν, είχε ηλικιωμένο άτομο σπίτι (την πεθερά της), κι ένα μωρό μαζί... Χαράς στο κουράγιο της, εγώ στην ηλικία της, -βλέπεις κόντευε τα πενήντα πια- δεν ξέρω αν θα τα ‘φερνα βόλτα.

Το Βικάκι πάντως ήταν ένα γλυκύτατο, όμορφο μωρό και το ίδιο όμορφο νήπιο. Στρουμπουλό, με λευκό δέρμα και μαύρα μαλλιά όλο μπούκλες και δαχτυλίδια, κατακόκκινα χειλάκια και δυο ματάρες αμυγδαλωτές που σε κοίταζαν και σ’ έκαναν λιώμα…Θυμάμαι ακόμα ένα καλοκαίρι στο Μικρό του Πλατανιά, όπου με τη βοήθεια της άμμου στην παραλία (για να στηρίζεται γερά στα ποδαράκια της) έκανε τα πρώτα της βήματα.

Τέλος πάντων, η μικρή μεγάλωνε και μαζί μεγάλωνα κι εγώ. Ήμουν στο Γυμνάσιο κοντά στα δεκαπέντε κι η Βίκη ήταν ένα οχτάχρονο, όμορφο, αλλά παχουλό πιτσιρίκι. Με αρκετά κιλά πάνω απ’ το κανονικό. Πώς κάνεις δίαιτα όμως σ’ ένα μικρό παιδάκι, και μάλιστα λιχούδικο και φαγανό;
Δεν ξέρω αν υπάρχει εύκολη λύση, βλέπεις τότε δεν «έπαιζαν» και οι παιδοψυχολόγοι.
Θυμάμαι ένα σωρό φορές σε οικογενειακά τραπέζια στο σπίτι του αδελφού μου όπου όλοι –ή σχεδόν όλοι– οι μεγάλοι της έκαναν παρατηρήσεις και σχόλια για να μην τρωει. Κάθε φορά η δική μου η καρδιά γινόταν κομμάτια. Κάθε φορά που άκουγα να της λένε «όχι, δε θα το φας αυτό, έχεις γίνει σαν κεφτεδάκι με πόδια», εμένα μου διπλωνόταν το στομάχι στα δυο και πονούσα γιατί ήξερα πόσο πονούσε η μικρή, πώς πονάει γενικά ένα παιδί όταν το περιπαίζεις για ένα «κουσούρι» του, ακόμα κι αν αυτό είναι «για το καλό του».

Λυπάμαι πολύ που δεν είχα αποκτήσει στα δεκαπέντε μου το «βρωμόστομα» που διαθέτω σήμερα να στόλιζα μερικούς συγγενείς και φίλους τότε…
Και μάλιστα ανθρώπους που κι οι ίδιοι ήταν υπέρβαροι όταν σχολίαζαν με τόση άνεση τα περιττά κιλά ενός μικρού παιδιού και μπροστά σε όλους τους άλλους.
Δεν μίλαγα τότε όμως…Καλώς ή κακώς το βούλωνα και κατέβαζα τα μούτρα στο τραπέζι με αποτέλεσμα να με λοξοκοιτάζει η κυρία Βικτωρία και να μου κάνει νοήματα.

Η Βίκη πάντως στα επόμενα χρόνια εξελίχθηκε σε κούκλα. Κάμποσα χρόνια στην κολύμβηση και μερικά μετάλλια αργότερα, το μικρό, στρουμπουλό κοριτσάκι είχε δώσει τη θέση του σε μια λυγερόκορμη κοπέλα με μακριά μαύρα μαλλιά και τα χαρακτηριστικά μάτια του Δερβενιωτέϊκου.

Είχα πια φύγει για σπουδές κι η Βίκη αν θυμάμαι καλά τέλειωνε το Γυμνάσιο. Ένα καλοκαίρι λοιπόν, που ‘χα γυρίσει για διακοπές στο Βόλο, μου εκμυστηρεύτηκε πως είχε αγόρι.
Τώρα να την πω τη μαλακία μου; Θα την πω.
Ε, μου ‘ρθε κάπως. Σοκαρίστηκα λιγάκι. Θυμάμαι γύρισα και την κοίταξα και στα μάτια μου, μου φαινόταν ακόμα παιδί. Φρόντισα να συνέλθω γρήγορα.
Κούνα το κεφάλι σου, βλαμμένη, είπα στον εαυτό μου. Τι παιδί; Είναι δεκαπέντε χρόνων, τι έκανες εσύ στα δεκαπέντε σου; Τα ίδια δεν έκανες;
Προσπάθησα να τη δω ως «μεγάλη», κι όμως δυσκολευόμουν. Να, που είχα φτάσει κι εγώ να βλέπω τους άλλους όπως μ’ έβλεπαν εμένα χρόνια οι δικοί μου…

Βλέπεις, για μένα η Βίκη, ήταν πάντα το φραντζολάκι μου, το μικρό… άσχετο που ήδη είχε γεννηθεί το δεύτερο παιδί του αδελφού μου, ο γιος του, κι είχε πάρει τον τίτλο του «μικρότερου της οικογένειας». Άσχετα που κι εκεινού του είχα και του έχω μεγάλη αδυναμία…
Το θέμα ήταν πως το Βικάκι μου μεγάλωνε κι εγώ δυσκολευόμουν να το αποδεχτώ. Κι όχι πως με πείραζε που είχε αγόρι. Απλώς σκεφτόμουν πόσο εύκολα θα μπορούσε να την πληγώσει το κάθε «τσογλάνι» (να και τα τσιτάτα που αραδιάζουν όλοι οι γονείς σε κάποιες φάσεις, χα χα χα), και δεν ήξερα τι να της πω και πώς να τη συμβουλέψω.

Θα μου πεις τώρα, νέο κορίτσι εσύ, εικοσιδυό μόλις, δεν είχες τι να πεις σ’ ένα δεκαπεντάχρονο;
Έλα μου ντε; Πώς λέμε χαζομαμά, χαζομπαμπάς, ε, έτσι παει και το χαζοθεία…

Φυσικά ήταν μονάχα η πρώτη …φλασιά του ξαφνικού. Μου πέρασε το εγκεφαλικό κόλλημα γρήγορα.

Στα επόμενα χρόνια, την έβλεπα σποραδικά κι από μακριά να μεγαλώνει. Πριν δυο χρόνια μάλιστα τη φιλοξένησα για λίγο καιρό, κανά μήνα περίπου, στο σπίτι μου κι έτσι την «είδα» και την «έζησα» και λίγο καλύτερα.

Θα ‘θελα να της πω τόσα πράγματα που δεν της έχω πει.
Θα ‘θελα να της πω πόσο χάρηκα που την έβλεπα να μεγαλώνει και να γίνεται γυναίκα. Μια όμορφη γυναίκα που θα ζήσει κι αυτή τη ζωή της, θα περάσει τους έρωτές της, τη χαρά τους, τον πόνο τους, τους χωρισμούς, θα κάνει τους κύκλους της, θα γίνεται κάθε μέρα όλο και πιο γυναίκα και πως αυτό είναι όμορφο.
Θα ‘θελα να της πω να μη φοβάται να ζει, να γεύεται να μαθαίνει, να μη φοβάται ούτε τη χαρά ούτε τον πόνο, γιατί όλα θα είναι κομμάτια δικά της.
Θα ‘θελα να της πω να ‘ναι περήφανη για τον εαυτό της, θα ‘θελα να γνωρίζει πόσο όμορφη είναι χωρίς να γίνεται ψώνιο, θα ‘θελα να αγαπάει τον εαυτό της και το σώμα της.
Θα ‘θελα για κείνη τα καλύτερα, θα ‘θελα να τη βλέπω πάνω απ’ όλα να ζει την κάθε της στιγμή.
Θα ‘θελα να της πω να μη σκορπίζει το χρόνο της, να ενημερώνεται, να διαβάζει, να κινείται, να βγαίνει, να μην τελματώνει στη ρουτίνα και τη βαρεμάρα που έχουν πέσει τα περισσότερα παιδιά της ηλικίας της και ειδικά στην επαρχία.
Δε θα ‘θελα όμως να την προστατέψω απ’ τον πόνο και τα λούκια της καθημερινότητας και της ζωής, γιατί είμαι σίγουρη πώς όπως κάναμε όλοι μας, θα κάνει κι εκείνη τις δικές της επιλογές και τα δικά της λάθη και πώς όλα είναι εντάξει μ’ αυτό.
Χαίρομαι όταν ζητάει τη γνώμη μου για κάτι που την απασχολεί κι ας μου παίρνει εκατό ώρες να βρω τα λόγια να της απαντήσω γιατί αν μη τι άλλο, νιώθω πως για το ανιψούδι μου πρέπει να μετράω εκατό φορές και να κόβω μία.
Χαίρομαι κι όταν ανεβαίνω στο Βόλο και «με βγάζει έξω», γιατί έτσι γίνεται πια, οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί. Κάποτε την «έβγαζα» εγώ έξω, τώρα με ξεναγεί εκείνη.

Και θα ‘θελα ακόμα να της πω πόσο βαθύ είναι το συναίσθημα που νιώθω κάθε φορά που την κοιτάζω και στα μάτια της, αυτά τα μάτια που τα κληρονόμησαν όλες οι γυναίκες της οικογένειάς μας, βλέπω κάτι απ’ τη μάνα μου, κάτι απ’ τη γιαγιά την Ιφιγένεια, και κάτι ακόμα κι από ‘μένα.
Και πόσο χαίρομαι όταν βλέπουν τις φωτογραφίες της στο σπίτι μου και με ρωτάνε: Εσύ είσαι εδώ μικρότερη; κι εγώ τους απαντώ: Όχι, η ανιψιά μου είναι, κι όλοι σχολιάζουν το πόσο μοιάζουμε…

Τα παιδιά είναι μια συνέχεια, μια αλυσίδα ανάμεσα στο χτες και το σήμερα… Δεν ξέρω αν ποτέ θ’ αποκτήσω δικό μου παιδί, και στην παρούσα δε μ’ ενδιαφέρει κιόλας, αλλά ξέρω πώς μέσα απ’ τα μάτια της ανιψιάς μου κάτι απ’ όλους μας συνεχίζει.

Όσο για σένα, ανιψούδι, αν διαβάζεις, έχε υπόψη σου πως ακόμα σε περιμένω να κατέβεις στην Αθήνα...

Σάλτσα Ναπολιτάνα

Καμιά φορά, βρίσκεσαι να συζητάς στο κινητό τα εσώψυχά σου, όντας μέσα σε ένα σούπερ μάρκετ, μπροστά στο ράφι με τα ζυμαρικά, κρατώντας στ...