Καμιά φορά, με τη Ναπολιτάνα ακόμα στο ένα χέρι και το κινητό στο άλλο, κόβεις βόλτες πάνω-κάτω στους διαδρόμους του μάρκετ, κι ακούς στην άλλη άκρη της γραμμής αυτή τη φωνή πού τόσο καλά ξέρεις, που υπάρχει πάνω από είκοσι χρόνια στη ζωή σου, να σου λέει τα δικά της εσώψυχα και καταφέρνετε κι οι δυο πια, να διηγηθείτε σε λιγότερο από είκοσι λεπτά αυτά που κάποτε θα απαιτούσαν τρίωρη κουβέντα και ανάλυση πάνω στην ανάλυση.
Καμιά φορά, μέσα σε μισή ώρα, πέρα δώθε και πάνω κάτω στους διαδρόμους, προσπερνώντας ράφια με προϊόντα, προσπερνώντας άλλους ανθρώπους που ψωνίζουν μόνοι, με παρέα, με συντρόφους και παιδιά από το χέρι, έχεις καταφέρει να πεις και να ακούσεις τα σημαντικότερα κομμάτια ενός ολόκληρου χρόνου, που τελικά δεν είναι ένας ολόκληρος χρόνος αλλά η διαδρομή μιας ολόκληρης ζωής, συμπυκνωμένη στο τώρα, σε εκείνες τις στιγμές, , και καταλαβαίνεις καλά, όπως καταλαβαίνει καλά και ο κάτοχος της φωνής στην άλλη άκρη, ότι τώρα πια μπορείτε να τα πείτε έτσι, γιατί έχετε γράψει χιλιόμετρα στα κοντέρ σας.
Καμιά φορά, -αν υποτεθεί πως οι άνθρωποι είναι ενεργειακές δίνες, δυο δίνες που κάποτε συναντήθηκαν, ενώθηκαν, στροβιλίστηκαν μαζί κι έπειτα χώρισαν και με κάποιον τρόπο ακόμη αλληλεπιδρούν, τελικά συναντιούνται ξανά και συντονίζονται κι αναγνωρίζονται και από το χάος δημιουργούν τάξη.
Καμιά φορά, καθώς οι δίνες χωρίζονται ξανά, έτσι όπως το τηλεφώνημα τελειώνει, αναγνωρίζεις με έναν μικρό πόνο, πως θα συνεχίσουν πλέον χωριστά, πως νομοτελειακά αυτό είναι το σωστό κι αυτό έπρεπε να γίνει γιατί αυτό είναι να κλείνεις το τραύμα, να συγχωρείς τον εαυτό σου, να συγχωρείς και τον άλλο, και να κρατάς την αγάπη.
Καμιά φορά, γίνεται ξεκάθαρα ορατό, πως παρότι οι δίνες θα στροβιλίζονται σε διαφορετικά μονοπάτια, δεν μπορεί να αλλάξει το ότι έχουν πάρει σωματίδια η μία από την άλλη, τα έχουν μετουσιώσει στη δική τους δομή και κάπως έτσι θα είναι ως το τέλους του χρόνου τους σε τούτη τη διάσταση.
Καμιά φορά, την ώρα που ετοιμάζεσαι να τερματίσεις την κλήση, μπορείς πια, με πλήρη συναίσθηση και ηρεμία να πεις «μη χάνεσαι έτσι, μου λείπεις, να προσέχεις τον εαυτό σου, ξέρεις τι εννοώ», και με αυτό να κλείσεις όλη την κουβέντα, γιατί αυτή είναι η αλήθεια.
Και καμιά φορά, αυτό είναι η ολότητα, η ηρεμία, η ουσία των πραγμάτων.
Κι ακουμπώντας τη σάλτσα Ναπολιτάνα πίσω στο ράφι, βγαίνεις με ένα μικρό χαμόγελο στο δρόμο και ανασαίνεις βαθιά, κρατώντας σφιχτά από το χέρι τον εαυτό σου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου