Όχι δεν μετανάστευσα ακόμα, δεν πήρα το σακίδιο στον ώμο να την κάνω για μέρη εξωτικά (πού θα μου πάει όμως!) εδώ είμαι ακόμα, άσχετα που έχω να γράψω αράδα εδώ μέσα κάμποσο καιρό.
Δεν προκάνω ρε παιδιά, τι να γίνει..
Κάτι μεταξύ τρελών ωραρίων, εξοντωτικής πίεσης και άγχους, συσσωρευμένης κούρασης και μιας επίσκεψης ενός παλιού μας φίλου (λέγε με ίλιγγο), ο οποίος φρόντισε να με τσακίσει κανονικότατα και να μ' έχει ένα μήνα τώρα τέζα η Τερέζα, δεν είχα καν την ευκαιρία να σκεφτώ πόσο μάλλον να γράψω.
Παρόλα αυτά η γη γυρίζει (ω, ναι), ο Νέλλος ο Κανέλλος συνεχίζει να βελτιώνει τις λεπτές τεχνικές της κλεψιάς κι ο Τσίκος Πιτσίκος τις ακόμη λεπτότερες τεχνικές της κλεψιάς από τον αρχικλέφτη, η Λούνα φοβερίζει τους πάντες και διεκδικεί ξανά τη χαμένη της πρωτοκαθεδρία (κάτι σαν τα πρώην μεγάλα κόμματα ένα πράγμα), εγώ απέχοντας από οτιδήποτε Ιντερνετικό, παλεύω με τις αντοχές μου, το στρες, τις καταθλίψεις και τους ιλίγγους, μέσα σ' όλα κονόμησα και καινούριο χόμπι-απασχόληση-εμμονή όπως θέτε το λέτε -περισσότερα σε άλλο ποστ δεν είναι του παρόντος, βλέπω φανατικά Game of Thrones και βρίζω που πρέπει να περιμένω μια ολόκληρη εβδομάδα για να "ανέβει" το επόμενο ρημαδοεπεισόδιο, αλλά το κυριότερο:
Σήμερα έκανα κάτι εξαιρετικό, κάτι μόνο για μένα, κάτι που το είχα ανάγκη κι έβαλα πάνω απ' όλα τον εαυτό μου.
Τι εξαιρετικά λυτρωτικό συναίσθημα :)
Θ' αρχίσω να το κάνω συχνότερα μου φαίνεται.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυτά που λέτε κύριε πρόεδρε.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυτά που λέτε κύριε πρόεδρε.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο, Μαΐου 19, 2012
Σάββατο, Οκτωβρίου 22, 2011
Η καριέρα που (δεν) διάλεξα.
Σάββατο πρωί, ηλιόλουστη η μέρα, κι η διάθεσή μου αρκετά καλή.
Λυπάμαι λοιπόν που σε μια τόσο όμορφη μέρα, θ' αναγκαστώ να πικράνω κάποιους απ' όσους μου έγραψαν προσωπικά στο email του μπλογκ μου.
Λοιπόν δυστυχώς καριέρες ο άνθρωπος διαλέγει στα νιάτα του... Σαφώς και στην πορεία της ζωής του μπορεί ν' αλλάξει γραμμή πλεύσης και κατεύθυνση, να βρεθεί από εκτιμητής τέχνης ας πούμε πωλητής ακινήτων, από ηλεκτρολόγος εστιάτορας, από λογιστής τηλεπαρουσιαστής, και δε συμμαζεύεται.
Η ζωή έχει τα δικά της γυρίσματα κι εγώ επίσης βρέθηκα μες τα χρόνια να κάνω ένα σωρό διαφορετικές κι ετερόκλητες δουλειές κι αυτό είναι καλό...
Αλλά πως να το κάνουμε, όντως κάποιες καριέρες, καλό είναι να τις ξεκινά κανείς νωρίς, για να προλαβαίνει αν μη τι άλλο να αποκτήσει εξειδίκευση.
Έτσι, λυπάμαι βρε καρντάσια, αλλά ισχύουν τα κάτωθι:
-Δεν έχω εξειδίκευση σε "σπέσιαλ υπηρεσίες" που αμείβονται με την ώρα.
-Δεν έχω εξειδίκευση σε "τρίο", ούτε σε "κουαρτέτο", ούτε στο "όσο πιο πολλοί τόσο πιο καλά".
-Ούτε εγώ, ούτε ο φίλος μου έχουμε την παραμικρή διάθεση να προσθέσουμε μια πολυθρονίτσα στην κρεβατοκάμαρα και να προσκαλέσουμε κάποιον να παρακολουθεί την όποια μεταμεσονύκτια δράση λάβει χώρα. Την πόρτα της κρεβατοκάμαράς μου την ανοίγει μονάχα ο Νέλλος, όταν θέλει να έρθει να χωθεί στα πόδια μας και να κοιμηθεί παρέα, κι είναι ο μόνος που έχει το προνόμιο, οπότε σόρι κι εδώ.
-Δεν μπορώ να ικανοποιήσω τη φαντασίωση του ευγενέστατου κυρίου που θα ήθελε να με δει "παρέα" με τέσσερις (γιατί άραγε τέσσερις; γιατί όχι τρεις ή πέντε; κοίτα που την απορία θα μείνω), Νιγηριανούς. Όπως μου έγραψε και κάποιος φίλος, οι Νιγηριανοί είναι περήφανος λαός με μεγάλη ιστορία, και παρόλο που έβγαλαν κακό όνομα στην Ευρώπη και στη γειτονιά μου αφθονούν, όχι αγαπητέ φίλε, δεν μπορώ να πάω να πιάσω τέσσερις από την πλατεία Αμερικής όπου μαζεύονται τα βράδια για να ικανοποιήσουμε τη φαντασίωσή σου, λυπάμαι.
-Δεν χρειάζομαι τραπεζάκι, υποπόδιο, οικιακό σκλάβο ή pet (δεν ξέρω καλά και τις ορολογίες και γίνομαι ρεζίλι η γυναίκα κοίτα να δεις), έχω και pets απ' τα κανονικά, τα τετράποδα, και τρεις γάτες πίστεψέ με φτάνουν μια χαρά για pets, έχω και τραπεζάκι του καφέ και τα υποπόδια δε τα χρησιμοποιώ.
-Τέλος δυστυχώς, ούτε αυταρχική αφέντρα είμαι, βλέπεις δεν τα αντέχω τα δεκαπεντάποντα τακούνια στιλέτο, έχω ένα θεματάκι με τη μέση μου, κι άμα τα φορέσω έστω και μισάωρο θα τεζάρω δυο εικοσιτετράωρα ανάσκελα, οπότε δε λέει φίλε μου, καταλαβαίνεις..
Τι να γίνει έτσι έχουν τα πράγματα φίλε gamitron@tade, sm@tade, 4urfeet@tade, soulslave@tade, amwnra@tade, και υπόλοιποι tade@tade.
Σο σόρι, κατανοώ ότι προφανώς μιλάμε για μια καριέρα επικερδή, κι ίσως και να χεζόμουν στα φράγκα έτσι και την επέλεγα, αλλά είναι η καριέρα που δεν επέλεξα.
Ας πρόσεχα θα μου πείτε, σαφώς και δίκιο ίσως να έχετε, όπως και να 'χει όμως, μη μου γράφετε πλέον.
Δε θα σας απαντήσω και βαρέθηκα να σβήνω emails.
Πέραν αυτών, υπάρχουν κάτι ωραίοι, κάτι πολύ ωραίοι άνθρωποι εκεί έξω. Κάτι ωραίοι τύποι που χαίρεσαι να τους βλέπεις κι ανοίγει η ψυχή σου να τους μιλάς.
Ντέμη, το ξέρεις δα φαντάζομαι πως είσαι ένας από αυτούς, ναι;
Σ' όλους αυτούς τους ωραίους τύπους εκεί έξω, τις καλημέρες μου και καλό σαββατοκύριακο!
Λυπάμαι λοιπόν που σε μια τόσο όμορφη μέρα, θ' αναγκαστώ να πικράνω κάποιους απ' όσους μου έγραψαν προσωπικά στο email του μπλογκ μου.
Λοιπόν δυστυχώς καριέρες ο άνθρωπος διαλέγει στα νιάτα του... Σαφώς και στην πορεία της ζωής του μπορεί ν' αλλάξει γραμμή πλεύσης και κατεύθυνση, να βρεθεί από εκτιμητής τέχνης ας πούμε πωλητής ακινήτων, από ηλεκτρολόγος εστιάτορας, από λογιστής τηλεπαρουσιαστής, και δε συμμαζεύεται.
Η ζωή έχει τα δικά της γυρίσματα κι εγώ επίσης βρέθηκα μες τα χρόνια να κάνω ένα σωρό διαφορετικές κι ετερόκλητες δουλειές κι αυτό είναι καλό...
Αλλά πως να το κάνουμε, όντως κάποιες καριέρες, καλό είναι να τις ξεκινά κανείς νωρίς, για να προλαβαίνει αν μη τι άλλο να αποκτήσει εξειδίκευση.
Έτσι, λυπάμαι βρε καρντάσια, αλλά ισχύουν τα κάτωθι:
-Δεν έχω εξειδίκευση σε "σπέσιαλ υπηρεσίες" που αμείβονται με την ώρα.
-Δεν έχω εξειδίκευση σε "τρίο", ούτε σε "κουαρτέτο", ούτε στο "όσο πιο πολλοί τόσο πιο καλά".
-Ούτε εγώ, ούτε ο φίλος μου έχουμε την παραμικρή διάθεση να προσθέσουμε μια πολυθρονίτσα στην κρεβατοκάμαρα και να προσκαλέσουμε κάποιον να παρακολουθεί την όποια μεταμεσονύκτια δράση λάβει χώρα. Την πόρτα της κρεβατοκάμαράς μου την ανοίγει μονάχα ο Νέλλος, όταν θέλει να έρθει να χωθεί στα πόδια μας και να κοιμηθεί παρέα, κι είναι ο μόνος που έχει το προνόμιο, οπότε σόρι κι εδώ.
-Δεν μπορώ να ικανοποιήσω τη φαντασίωση του ευγενέστατου κυρίου που θα ήθελε να με δει "παρέα" με τέσσερις (γιατί άραγε τέσσερις; γιατί όχι τρεις ή πέντε; κοίτα που την απορία θα μείνω), Νιγηριανούς. Όπως μου έγραψε και κάποιος φίλος, οι Νιγηριανοί είναι περήφανος λαός με μεγάλη ιστορία, και παρόλο που έβγαλαν κακό όνομα στην Ευρώπη και στη γειτονιά μου αφθονούν, όχι αγαπητέ φίλε, δεν μπορώ να πάω να πιάσω τέσσερις από την πλατεία Αμερικής όπου μαζεύονται τα βράδια για να ικανοποιήσουμε τη φαντασίωσή σου, λυπάμαι.
-Δεν χρειάζομαι τραπεζάκι, υποπόδιο, οικιακό σκλάβο ή pet (δεν ξέρω καλά και τις ορολογίες και γίνομαι ρεζίλι η γυναίκα κοίτα να δεις), έχω και pets απ' τα κανονικά, τα τετράποδα, και τρεις γάτες πίστεψέ με φτάνουν μια χαρά για pets, έχω και τραπεζάκι του καφέ και τα υποπόδια δε τα χρησιμοποιώ.
-Τέλος δυστυχώς, ούτε αυταρχική αφέντρα είμαι, βλέπεις δεν τα αντέχω τα δεκαπεντάποντα τακούνια στιλέτο, έχω ένα θεματάκι με τη μέση μου, κι άμα τα φορέσω έστω και μισάωρο θα τεζάρω δυο εικοσιτετράωρα ανάσκελα, οπότε δε λέει φίλε μου, καταλαβαίνεις..
Τι να γίνει έτσι έχουν τα πράγματα φίλε gamitron@tade, sm@tade, 4urfeet@tade, soulslave@tade, amwnra@tade, και υπόλοιποι tade@tade.
Σο σόρι, κατανοώ ότι προφανώς μιλάμε για μια καριέρα επικερδή, κι ίσως και να χεζόμουν στα φράγκα έτσι και την επέλεγα, αλλά είναι η καριέρα που δεν επέλεξα.
Ας πρόσεχα θα μου πείτε, σαφώς και δίκιο ίσως να έχετε, όπως και να 'χει όμως, μη μου γράφετε πλέον.
Δε θα σας απαντήσω και βαρέθηκα να σβήνω emails.
Πέραν αυτών, υπάρχουν κάτι ωραίοι, κάτι πολύ ωραίοι άνθρωποι εκεί έξω. Κάτι ωραίοι τύποι που χαίρεσαι να τους βλέπεις κι ανοίγει η ψυχή σου να τους μιλάς.
Ντέμη, το ξέρεις δα φαντάζομαι πως είσαι ένας από αυτούς, ναι;
Σ' όλους αυτούς τους ωραίους τύπους εκεί έξω, τις καλημέρες μου και καλό σαββατοκύριακο!
Τετάρτη, Νοεμβρίου 23, 2005
Θαύμα! Θαύμα σας λεω καλέεε....

Ναι, βρε σκασμένα. Μην κουνάτε το κεφάλι με δυσπιστία.
Σας λεω, υπάρχει Θεός.
Κι όχι μόνο υπάρχει, αλλά έτρεξε και να με σώσει. Καλά, όχι ο ίδιος ο Μεγαλοδύναμος, δεν ασχολείται με μικροπράγματα σα τα δικά μου, πάντως έστειλε κάποιον αντιπρόσωπό του.
Τι νομίζατε δηλαδή;
Δεν έχετε διαβάσει τον Μεγάλο Κουέλιο (πως λέμε Μέγας Αλέξανδρος), τι έγραψε;
Εκείνο μωρέ, για το σύμπαν που άμα θέλουμε κάτι πολύ συνωμοτεί για να το αποκτήσουμε;
Μην ακούω βλακείες τώρα πως συνήθως συνωμοτεί για να γίνει η ζωή μας κώλος.
Είναι που είστε δύσπιστοι και δεν έχετε ακόμα αντικρίσει ένα αληθινό θαύμα.
Αρχίσατε ν' ανησυχείτε για τη διανοητική μου κατάσταση;
Μα γιατί δε με πιστεύετε; Το πράγμα είναι απλό.
Έβαλα μια φωνή, είπα ώπα αδέλφια, δεν αντέχω τα χω φτύσει τα χω παίξει, βοήθεια, τρέξτε φίλοι και γειτόνοι, και ιδού!
Το θαύμα!
Σήμερα το πρωί, ανοίγοντας ένα απ' τα ημέιλια μου, να το, ολοζώντανο το θάμα μπροστά μου. Σας το λέω καλέ κι ανατριχιάζω! Είναι ολοζώντανη η θρησκεία μας, κι ο Θεός μας, ο μοναδικός Θεός δηλαδή, ξέρετε της χριστιανικής ορθοδόξου εκκλησίας μας, είναι όχι μόνο ζωντανός, αλλά πανταχού παρών και τα πάντα πληρών! Εμένα λέτε ν' άφηνε παραπονεμένη;Κι επειδή έχω χαρά μεγάλη και είμαι σίγουρη πως πλέον όλα μου τα προβλήματα θα λυθούν, θέλω να μοιραστώ και τη χαρά και το θαύμα μαζί σας.
Κι όχι μόνο το θαύμα, αλλά μή σας πω πως μαζί με μένα θα σωθεί κι άλλος κοσμάκης κοντά μου. Αμ, τι, εδώ ολόκληρο θαύμα έγινε, να μη βοηθήσω κι εγώ τους συνανθρώπους μου;
Αλλά μεγάλη η εισαγωγή και θα σας έχει φαει η αγωνία. Σας παραθέτω το μέιλι και θα δείτε και μόνοι σας γιατί έχω δίκιο και δεν τα παραλέω καθόλου:
URGENT ASISTANCE
MRS.ELIZABETH TAYLOR
EMAIL;
TEL; DATE; 23/11/2005
ATTN. SIR/MADAM
HELP NEDDED
THIS LETTER WAS BOUND OUT OF MY SINCERE DESIRE TO ESTABLISH A BUSINESS
RELATIONSHIP WITH YOU.
I GOT YOUR CONTACT THROUGH THE INTERNATIONAL TRADE COMMERCE CHAMBER (ITCC) IN KENYA. MY NAME IS MRS ELIZABETH KUNDE TAYLOR THE WIFE OF LATE BATURE KUNDE, WHO WAS THE DEPUTY MINISTER OF FINANCE UNDRE THE CIVILIAN GOVERNMENT OF PRESIDENT TIJAN KABA.
MY HUSBAND WAS KILLED AND MUTILATED BY THE MILITARY JUNTA LED BY MAJOR PAUL KOROMA WHEN HE OVERTHREW PRESIDENT TIJAN KABA LED CIVILIAN GOVERNMENT IN SIERRA LOENE.
WELL I DON'T KNOW HOW MUCH YOU KNOW ABOUT THE CIVILIAN WAR AND THE ENSUING POLITICAL CRISIS IN SEIRRA LEONE THEN AND NOW.
THIS PRESSURE OF WAR FORCED MY AND ME FAMILY INTO EXILE IN DIFFERENT COUNTRIES. AFTER THE DEATH OF MY HUSBAND, WE DISCOVERED AMONG MY HUSBAND'S DOCUMENTS, THAT HE HAS KEPT SOME FUNDS TOTALING
EIGHT MILLION UNITED STATE DOLLAR (US$8.000.000.00)
WITH A PRIVATE SECURITY COMPANY IN EUROPE. I AM NOW UNDER POLITICAL ASYLUM IN THE KENYA WITH TWO OF MY SON WHILE THE ELDEREST SON IS IN ASYLUM IN THE NETHERLANDS.
MY FAMILY AND I ARE SEEKING FOR A RELIABLE AND TRUSTED PERSON WHO CAN HELP US CLAIM AND INVEST THIS FUND.
WE HAVE PROPOSED 30% OF THE TOTAL SUM TO YOU WHILE 65% FOR MY FAMILY AND 5% WILL BE FOR ANY MISCELLENIOUS EXPENCES THAT MIGHT COME DURING THE PROCESS OF CLAIMING AND INVESTING THE FUND.
PLEASE KINDLY CONTACT MY SON IN THE NETHERLANDS AS MY POLITICAL SITUATION HERE IS NOT CONVINIENT FOR THIS TRANSACTION.
YOU MAY CALL MY SON MR. FAMOUS KUNDE TAYLOR WITH THIS TELEPHONE NUMBER; +31 61...... OR EMAIL US WITH THE EMAIL ADDRESS ABOVE.
PLEASE MAINTAIN ABSOLUTE CONFIDENTIALITY TO ENSURE SUCCESS IN THIS TRANSACTION. WE HAVE EVERY NECESSARY DOCUMENT TO RELATING TO THE DEPOSITING OF THE FUNDS TO THE SECURITY COMPANY IN EUROPE,
SIR WE ARE COUNTING ON YOU IN THIS BUSINESS RELATIONSHIP. I WILL EXPLAIN FULLY AS SOON AS YOU CONTACT US.
YOURS FAITHFULLY,
MRS. ELIZABETH TAYLOR
Λοιπόν, αδέλφια, τι λέτε τώρα;
Δεν πειστήκατε πως υπάρχει Θεός υπάρχουν και θαύματα;
Οχτώ εκατομμυριάκια είναι αυτά... το τριάντα τοις εκατό...χμμ δεν είναι κι άσχημα.
Τι λέτε ρε; Να κάνουμε μπίζνες; Είμαι σίγουρη πως αυτοί οι καλοί ανθρώποι θα ξέρουν κι άλλους καλούς ανθρώπους που θα ξέρουν άλλους καλούς ανθρώπους και που θα θέλουν να μας δώσουν το 30% διαφόρων ποσών, μη σας πω πως αν είμαστε καλά παιδάκια, έξυπνα και γατιά με πέταλα, θ' ανεβάσουμε σιγά σιγά και το κασέ...
Ορίστε λοιπόν, άπιστοι Θωμάδες.
Η λύση τόσον καιρό ήταν μπροστά στα μάτια μου... Και περίμενε τόσο καιρό ο καλός Θεούλης να έρθει η κατάλληλη στιγμή να μου την εμφανίσει.
Αμ πως!
Τώρα πια μπορώ να κοιμάμαι ήσυχη.... HALLELUIA!!!!!!
Πέμπτη, Αυγούστου 04, 2005
Τί το θελες πουλάκι μου το ντελίβερι;
Κοντεύει τρεις το μεσημέρι και στο γραφείο δεν υπάρχει ούτε έστω μια προπολεμική φρυγανιά για ροκάνισμα.
Το στομάχι μου εδώ και ώρα συνθέτει συμφωνίες κι αν πιω άλλη μια γουλιά καφέ μου φαίνεται πως θ' αρχίσει να παίζει και ταμπούρλο.
Το πρωί μου είχαν φέρει ένα φυλλάδιο κάποιου Ιταλικού εστιατορίου και ξαφνικά μου ρθε η φαϊνή ιδέα: Θα έπαιρνα φαγητό απ' έξω.
Δεν το κάνω πολύ συχνά, ιδίως άμα δεν ξέρω το εστιατόριο, έλα ντε όμως που τα δύο απ' τα οποία συνήθως παραγγέλνουμε είχαν κλείσει. Απ' την άλλη πάλι, το φυλλάδιο που λέγαμε αναφερόταν σε σχετικά γνωστό εστιατόριο της Φωκίωνος, οπότε είπα κι εγώ, τί στο διάτανο, κάτι της προκοπής θα χει.
Πήρα τον κατάλογο στα χέρια μου κι άρχισα να τον ξεφυλλίζω.
Αποφασίζω να παραγγείλω εσκαλόπ με σως μαδέρα, που μαύρη η ώρα κι η στιγμή...
Δεν είχα δοκιμάσει ξανά το συγκεκριμένο πιάτο, αλλά μου κατσε ωραία στ' αυτί (όχι δεν είμαι ξανθιά βαμμένη μελαχρινή), κι είπα να το δοκιμάσω.
Παίρνω τηλέφωνο κι αφού πέρασα πέντε λεπτά στην αναμονή, κι άλλα δέκα να προσπαθώ να συννενοηθώ με την υπεύθυνη που δεν εννοούσε να καταλάβει πως θα κάνει παράδοση σε γραφείο και ζητούσε όνομα, επίθετο, τηλέφωνο -μόνο ΑΦΜ και βεβαίωση απ' το ΙΚΑ δεν ήθελε- κάποια στιγμή τέλειωσε ο γολγοθάς κι είχα πια κατορθώσει να παραγγείλω το ρημάδι, παρά τα δώδεκα ευρουλάκια του...
Και περιμένω, και περιμένω, και περιμένω... όχι να περάσει το τρένο, αλλά να εμφανιστεί ο ντελιβεράς με το εσκαλόπ μου... Και περνούν σαρανταπέντε ολόκληρα λεπτά...
Μα τι διάτανο, τώρα το σφάζουν το ζωντανό;
Πάνω που ήμουν έτοιμη να πάρω ξανά τηλέφωνο και να αρχίσω τα καντήλια, εμφανίζεται ο ντελίβερι μποι... Λέω μέσα μου άει σιχτίρ, δώσε τόπο στην οργή... Σε λίγο το στομαχάκι σου θα σταματήσει να παίζει την 9η του Μπετόβεν...
-Δεκαπέντε ευρώ, μου λέει το αλλοδαπό.
-Μα ο κατάλογος λεει δώδεκα, του κάνω εγώ...
-Ναι, μου απαντάει, αλλά παραγγείλατε και ψωμί! (συγνώμη παιδιά, δε θα το ξανακάνω!)
Τρία ευρώ το κουβέρ!!! μουρμουρίζω μες τη τσαντίλα, αλλά αποφασίζω να το πνίξω κι αυτό... Ψάχνω για τα υπόλοιπα ψιλά, βρίσκω, του τα δίνω, φεύγει.
Ανοίγω την, ομολογουμένως προσεγμένη, συσκευασία και το ωραίον του πράγματος σταματά εκεί.
Διότι εγώ η κουτή, χαζή κι ανόητη (το ίδιο πράγμα δεν είναι όλα τούτα μπαι δε γουέι;), περίμενα να αντικρίσω κάτι, χμμμ... πάνω κάτω σαν κι αυτό:

...όμως, αντίκρισα κάτι μάλλον σαν... αυτό:
ή έστω, σχεδόν σαν κι αυτό... Μου ρθε ο θάνατος!
Βλέπω ένα πιατάκι τύπου Σάνιτας χωρισμένο σε τρία μέρη.
Στο ένα υπήρχε το υποτιθέμενο εσκαλόπ.
Στο άλλο πατάτες τηγανιτές (που δεν τις ήθελα) και στο τρίτο ολίγη από σαλάτα.
Τα εσκαλόπ ήταν τελικά κάτι κομμάτια λεπτού μεν αλλά σχεδόν άψητου κρέατος που κολυμπούσαν σε μια περίεργη, πηχτή σάλτσα, πνιγμένα σ' ένα σωρό μανιτάρια και μάλιστα κονσέρβας.
Η γεύση άθλια... Δεν τρωγόταν με τίποτα...
Κάνω μια φιλότιμη προσπάθεια, δυο, τρεις, μπα! Πού να πάει κάτω... Θα έπρεπε να το σπρώξω με το σκουπόξυλο και πάλι...
Ρίχνω ένα βλέμμα στις πατάτες... Τηγανισμένες τόσο που έμοιαζαν πια με τσιπς Τσακίρης, μαύρες και γκαργκανιασμένες... θα ΄χαν να αλλάξουν καιρό το λάδι της φριτέζας μάλλον... Το απέκλεισα κι αυτό παρόλη την πείνα μου.
Απελπισμένη πια, στράφηκα στην ας πούμε σαλάτα.
Ήταν ένα μίγμα από δύο τούφες κουνουπιδιού, τρεις κορυφές μπρόκολου, πέντε ροδέλες καρότου κι αυτό ήταν όλο.... Έτοιμη κατεψυγμένη συσκευασία κι ούτε καν του επιπέδου Μπάρμπα-Στάθης ρε παιδί μου!
Επίσης, ούτε ίχνος λαδιού, ξυδιού, σος, λεμονιού ή οποιουδήποτε σχετικού αρτύματος...
Δε βαριέσαι λέω μέσα μου, από το ολότελα, καλή κι η Παναγιώταινα...
Κόβω μια μπουκιά ψωμί και τσιμπάω μια τούφα κουνουπίδι...
Με το που το φέρνω ως το στόμα μου κόντεψα να βγάλω το στομάχι μου από τη μπόχα...
Μπόχα, ναι μπόχα...
Όχι, δεν ήταν χαλασμένη η σαλάτα... απλώς, βρώμαγε ψαρίλα...
Γιατί ψαρίλα; Θα σας γελάσω και δεν το θέλω... Λεω βρε λες να είναι η ιδέα μου;
Μπα, δυστυχώς όχι...δεν ήταν... Η σαλάτα μύριζε ψαρίλα...
Είπα να πάρω τηλέφωνο τελικά να τους ξεχέσω... Αλλά δεν το έκανα...
Δεν άντεχα αδελφάκι μου. Είχα τσακίσει απ' την πείνα, την κούραση και τη ζέστη.
Βγήκα έξω και πέταξα στον κάδο απορριμάτων όλο το πακέτο...
Κράτησα το ψωμί και το μασούλησα αργά λες κι ήταν παντεσπάνι στην Κατοχή...
Βρε πώς ακρίβυνε τελικά το ψωμάκι...
Δεκαπέντε ευρουλάκια το πλήρωσα...
-Ποτέ μην κρίνεις βιβλίο απ' το περιτύλιγμα
(ή γκόμενο, αυτοκίνητο, φαί απο τη φωτογραφία του φυλλαδίου κοκ)
-Η πείνα είναι κακός σύμβουλος
-Καλά έκανε η γιαγιά μου και νήστευε μέχρι το δεκαπενταύγουστο
Το στομάχι μου εδώ και ώρα συνθέτει συμφωνίες κι αν πιω άλλη μια γουλιά καφέ μου φαίνεται πως θ' αρχίσει να παίζει και ταμπούρλο.
Το πρωί μου είχαν φέρει ένα φυλλάδιο κάποιου Ιταλικού εστιατορίου και ξαφνικά μου ρθε η φαϊνή ιδέα: Θα έπαιρνα φαγητό απ' έξω.
Δεν το κάνω πολύ συχνά, ιδίως άμα δεν ξέρω το εστιατόριο, έλα ντε όμως που τα δύο απ' τα οποία συνήθως παραγγέλνουμε είχαν κλείσει. Απ' την άλλη πάλι, το φυλλάδιο που λέγαμε αναφερόταν σε σχετικά γνωστό εστιατόριο της Φωκίωνος, οπότε είπα κι εγώ, τί στο διάτανο, κάτι της προκοπής θα χει.
Πήρα τον κατάλογο στα χέρια μου κι άρχισα να τον ξεφυλλίζω.
Αποφασίζω να παραγγείλω εσκαλόπ με σως μαδέρα, που μαύρη η ώρα κι η στιγμή...
Δεν είχα δοκιμάσει ξανά το συγκεκριμένο πιάτο, αλλά μου κατσε ωραία στ' αυτί (όχι δεν είμαι ξανθιά βαμμένη μελαχρινή), κι είπα να το δοκιμάσω.
Παίρνω τηλέφωνο κι αφού πέρασα πέντε λεπτά στην αναμονή, κι άλλα δέκα να προσπαθώ να συννενοηθώ με την υπεύθυνη που δεν εννοούσε να καταλάβει πως θα κάνει παράδοση σε γραφείο και ζητούσε όνομα, επίθετο, τηλέφωνο -μόνο ΑΦΜ και βεβαίωση απ' το ΙΚΑ δεν ήθελε- κάποια στιγμή τέλειωσε ο γολγοθάς κι είχα πια κατορθώσει να παραγγείλω το ρημάδι, παρά τα δώδεκα ευρουλάκια του...
Και περιμένω, και περιμένω, και περιμένω... όχι να περάσει το τρένο, αλλά να εμφανιστεί ο ντελιβεράς με το εσκαλόπ μου... Και περνούν σαρανταπέντε ολόκληρα λεπτά...
Μα τι διάτανο, τώρα το σφάζουν το ζωντανό;
Πάνω που ήμουν έτοιμη να πάρω ξανά τηλέφωνο και να αρχίσω τα καντήλια, εμφανίζεται ο ντελίβερι μποι... Λέω μέσα μου άει σιχτίρ, δώσε τόπο στην οργή... Σε λίγο το στομαχάκι σου θα σταματήσει να παίζει την 9η του Μπετόβεν...
-Δεκαπέντε ευρώ, μου λέει το αλλοδαπό.
-Μα ο κατάλογος λεει δώδεκα, του κάνω εγώ...
-Ναι, μου απαντάει, αλλά παραγγείλατε και ψωμί! (συγνώμη παιδιά, δε θα το ξανακάνω!)
Τρία ευρώ το κουβέρ!!! μουρμουρίζω μες τη τσαντίλα, αλλά αποφασίζω να το πνίξω κι αυτό... Ψάχνω για τα υπόλοιπα ψιλά, βρίσκω, του τα δίνω, φεύγει.
Ανοίγω την, ομολογουμένως προσεγμένη, συσκευασία και το ωραίον του πράγματος σταματά εκεί.
Διότι εγώ η κουτή, χαζή κι ανόητη (το ίδιο πράγμα δεν είναι όλα τούτα μπαι δε γουέι;), περίμενα να αντικρίσω κάτι, χμμμ... πάνω κάτω σαν κι αυτό:

...όμως, αντίκρισα κάτι μάλλον σαν... αυτό:
ή έστω, σχεδόν σαν κι αυτό... Μου ρθε ο θάνατος!Βλέπω ένα πιατάκι τύπου Σάνιτας χωρισμένο σε τρία μέρη.
Στο ένα υπήρχε το υποτιθέμενο εσκαλόπ.
Στο άλλο πατάτες τηγανιτές (που δεν τις ήθελα) και στο τρίτο ολίγη από σαλάτα.
Τα εσκαλόπ ήταν τελικά κάτι κομμάτια λεπτού μεν αλλά σχεδόν άψητου κρέατος που κολυμπούσαν σε μια περίεργη, πηχτή σάλτσα, πνιγμένα σ' ένα σωρό μανιτάρια και μάλιστα κονσέρβας.
Η γεύση άθλια... Δεν τρωγόταν με τίποτα...
Κάνω μια φιλότιμη προσπάθεια, δυο, τρεις, μπα! Πού να πάει κάτω... Θα έπρεπε να το σπρώξω με το σκουπόξυλο και πάλι...
Ρίχνω ένα βλέμμα στις πατάτες... Τηγανισμένες τόσο που έμοιαζαν πια με τσιπς Τσακίρης, μαύρες και γκαργκανιασμένες... θα ΄χαν να αλλάξουν καιρό το λάδι της φριτέζας μάλλον... Το απέκλεισα κι αυτό παρόλη την πείνα μου.
Απελπισμένη πια, στράφηκα στην ας πούμε σαλάτα.
Ήταν ένα μίγμα από δύο τούφες κουνουπιδιού, τρεις κορυφές μπρόκολου, πέντε ροδέλες καρότου κι αυτό ήταν όλο.... Έτοιμη κατεψυγμένη συσκευασία κι ούτε καν του επιπέδου Μπάρμπα-Στάθης ρε παιδί μου!
Επίσης, ούτε ίχνος λαδιού, ξυδιού, σος, λεμονιού ή οποιουδήποτε σχετικού αρτύματος...
Δε βαριέσαι λέω μέσα μου, από το ολότελα, καλή κι η Παναγιώταινα...
Κόβω μια μπουκιά ψωμί και τσιμπάω μια τούφα κουνουπίδι...
Με το που το φέρνω ως το στόμα μου κόντεψα να βγάλω το στομάχι μου από τη μπόχα...
Μπόχα, ναι μπόχα...
Όχι, δεν ήταν χαλασμένη η σαλάτα... απλώς, βρώμαγε ψαρίλα...
Γιατί ψαρίλα; Θα σας γελάσω και δεν το θέλω... Λεω βρε λες να είναι η ιδέα μου;
Μπα, δυστυχώς όχι...δεν ήταν... Η σαλάτα μύριζε ψαρίλα...
Είπα να πάρω τηλέφωνο τελικά να τους ξεχέσω... Αλλά δεν το έκανα...
Δεν άντεχα αδελφάκι μου. Είχα τσακίσει απ' την πείνα, την κούραση και τη ζέστη.
Βγήκα έξω και πέταξα στον κάδο απορριμάτων όλο το πακέτο...
Κράτησα το ψωμί και το μασούλησα αργά λες κι ήταν παντεσπάνι στην Κατοχή...
Βρε πώς ακρίβυνε τελικά το ψωμάκι...
Δεκαπέντε ευρουλάκια το πλήρωσα...
Ηθικά διδάγματα της ιστορίας:
-Ποτέ μην κρίνεις βιβλίο απ' το περιτύλιγμα
(ή γκόμενο, αυτοκίνητο, φαί απο τη φωτογραφία του φυλλαδίου κοκ)
-Η πείνα είναι κακός σύμβουλος
-Καλά έκανε η γιαγιά μου και νήστευε μέχρι το δεκαπενταύγουστο
Δευτέρα, Ιουνίου 13, 2005
Εσάς σας εκπίπτει καμιά έκπτωση;
Εμένα πάλι όχι...
Μπα, δε λάλησα ακόμα. Όχι τόσο πολύ τουλάχιστον. Νεύρα μόνο έχω. Κάαατι νεύρα, που λεγε κι ο φίλος μου ο Γιαννάκης κάποτε.
Προχτές το βράδυ ήμουν μ' ένα φίλο και τρώγαμε κάπου στην Καλλιθέα.
Δίπλα μας καθόταν παρέα αποτελούμενη απο δυο ζευγάρια. Ως εδώ τίποτα το περίεργο θα μου πεις. Αμ δε. Το μαρτύριο άρχισε με το που καθίσαμε.
Γύρω στη μιάμιση ώρα που μείναμε στο μαγαζί, η μια γκόμενα της παρέας είχε φροντίσει να μας ενημερώσει (και μας αλλά και όλους τους υπόλοιπους θαμώνες), για τα προσωπικά της, τα οικονομικά της, τις απορίες της για τη ζωή και το οικονομικό σύστημα της κυβέρνησης, αλλά και τις ιδιαίτερες αδυναμίες της στα παγωτά.
Πώς; Απλό.
Μιλούσε λες και της είχαν πατήσει τον κάλο (του εγκεφάλου της), ή την ουρά της (αν είχε).
Παρένθεση.
Λίγα είναι τα πράγματα που σιχαίνομαι αφάνταστα στις γκόμενες.
Η τσιριχτή φωνή τύπου Μίνι Μάους.
Η φωνή πέντε οκτάβες ψηλότερα απο το κανονικό.
Τα τσιριχτά, επίσης, επιφωνήματα: "Αααα, σοβαράααα! Έλαααα! Τι λες βρε παιδί μου!! Πότεεεε;"
Η ακατάσχετη λογοδιάρροια. (Κι αυτό το λεω εγώ που το στόμα μου παει γενικώς πολυβόλο, οπότε για να πω οτι μου τη σπαει γκόμενα, φανταστείτε τι πρέπει να κάνει το δικό της στόμα).
Ο κακώς εννοούμενος τσαμπουκάς.
Το άλλο του άκρο, η αηδιαστική, δήθεν "γυναικεία" γλυκύτητα και νάζι.
Μπλιαξ.
Κλείνει η παρένθεση.
Ε, εκείνο το βράδυ ήμουν τυχερή.
Η τύπισσα ήταν τέσσερα στα έξι.
Εκτός απο το πρώτο χαρακτηριστικό, δηλ. τη λεπτή τσιριχτή φωνή και το τελευταίο, δηλ. το δήθεν νάζι, διέθετε όλα τα υπόλοιπα κι έδενε το σετάκι.
Δεν έβαλε γλώσσα μέσα, κυριολεκτικά. Οι υπόλοιποι τρεις είναι ζήτημα αν κατάφεραν ν' αρθρώσουν καμιά δεκαριά προτάσεις. Και οι τρεις μαζί εννοείται.
Φυσικά, η γκόμενα είχε γνώση, γνώμη και άποψη για όλα, μα για όλα τα ζητήματα που απασχολούσαν την ίδια, κι είχε βάλει αμέτι μουχαμέτι να πείσει την παρέα της για την ορθότητα των απόψεών της αρχικά και στη συνέχεια το σύμπαν ολάκερο.
Έτσι, για μεγάλη μου τύχη (ή μάλλον για δική της μεγάλη τύχη αφού ήμουν κάπως ντεφορμέ εκείνο το βράδυ και με άλλου είδους διάθεση κι όχι κατεβάσματος των δώδεκα ευαγγελίων), πληροφορήθηκα (είτε το ήθελα είτε όχι), τα ακόλουθα:
-Διαθέτει σπίτι δικό της. Κάπου εκεί στα χαμόσπιτα της οδού Αχαρνών. (χμμμ)
-Το σπιτάκι το δικό της, εκεί στα "χαμόσπιτα" της Τρούμπας, σόρυ, της οδού Αχαρνών ήθελα να πω, το έχει πάρει με δάνειο. Το οποίο δάνειο δεν έχει αποπληρώσει ακόμα.
Και το οποίο δάνειο που δεν έχει αποπληρώσει ακόμα, το αποπληρώνει με το ενοίκιο που παίρνει απο το "χαμόσπιτο".
-Απορεί τα μέγιστα πως είναι δυνατό να τη φορολογεί το κράτος, για σπίτι που δεν έχει ακόμα αποπληρώσει και όχι μόνο αυτό αλλά είναι και η ίδια στα νοίκια. Η αγανάκτηση της κορασίδος όπως όλοι καταλαβαίνετε ήτο δικαία:
-"Μα είναι δυνατό, γαμώ τη μου, να μη μου εκπίπτει καμιά έκπτωση φέτος απο την εφορία; Εσένα βρε Τάσο, πόσα σου παραγράφει η εφορία;"
Φυσικά η ερώτηση ήτο ρητορική, διότι ο ταλαίπωρος Τάσος ούτε που πρόλαβε ν' απαντήσει.
Η γκόμενα συνέχισε ακάθεκτη να αραδιάζει τα παράπονά της:
-"Μα σου λεω, δε μου εκπίπτει τίποτα. Ούτε μια έκπτωση. Και δε το λεω εγώ, γιατί βλέπεις ξέρω απ' αυτά, αλλά να, φέτος που τα κάνανε σκατά στις Εφορίες, αναγκάστηκα να παω να πληρώσω ΚΑΙ λογίστρια. Ναι, ναι, άσε, τι να σου λεω.
Αλλά μιλάμε, της έριξα ένα μπινελίκωμα της μαλάκως (της λογίστριας για όσους δεν ακολουθούν τον συνειρμό), έτσι για να μάθει! Δε σε πληρώνω κυρά μου; Τι σκατά λογίστρια είσαι; Να μην μπορείς να βρεις κάτι να μου παραγράψει η Εφορία να πάρω κι εγώ καμιά έκπτωση;" (Εγώ νόμιζα πως ήθελε επιστροφή χρημάτων, αλλά όχι, η γκόμενα ήταν σίγουρη πως ήθελε να "πάρει" έκπτωση. Τες πα).
-Μάθαμε επίσης πως εκείνη δεν πρόκειται να πατήσει ποτέ το πόδι της ξανά σε χωριό, διότι, ως γνωστόν, τα χωριά έχουν κολλημένα μυαλά. Ναι βέβαια, τα χωριά... Κι επειδή έχουν κολλημένα μυαλά, είναι εύκολο να παρεξηγήσουν μια τόσο έξω καρδιά κοπελιά και να της κρεμάσουν κουδούνια και να την αποκαλούν τσόκαρο και ξέκωλο. Τι δεν το ξέρατε; Αυτό το ξέρουν όλοι! Δεν είναι δα και κανένα κρυφό μυστικό! (Βρε τα καημένα τα χωριά... Τόσα χρόνια μεταρρύθμιση κι εξευρωπαϊσμός, κι αυτά να έχουν ακόμα κολλημένα μυαλά. Λεω να παω να τους τραβήξω τ' αυτί).
-Ακόμη ενημερωθήκαμρε πως της αρέσει πολύ το παγωτό καϊμάκι, που το καλύτερο, όπως της είπε μια γνωστή της που μένει προς τα εκεί, το βρίσκεις στη "ΧΑΡΑ" της Οδός Πατησίων!
-Και που πέφτει αυτό; ρωτάει ο ταλαίπωρος γκόμενός της (Α, ναι, ξέχασα να σας πω, συνοδευόταν κιόλας).
-Ποιος να ξέρει; Κάπου στα Άνω Πατήσια, στα Κάτω Πατήσια, στο Γαλάτσι κοντά, κάπου σ' αυτές τις περιοχές μωρέ λεει. Αλλά που να ξέρεις απο κει πέρα τι γίνεται; Άντε να τρέχεις τώρα να βρεις...
Σωστά... Που να την ξέρει η γκόμενα τη ΧΑΡΑ... Το ιστορικό, πια, ζαχαροπλαστείο, στο τέρμα της "οδός" Πατησίων, που μεγάλωσε γενιές και γενιές και το ήξεραν ακόμα κι όσοι έμεναν στην Καισαριανή και το ξεκίνησε η κυρία Αριστέα, εκ Σμύρνης ερχόμενη το 1929, με πρώτο και καλύτερο το περίφημο εκμέκ της Χαράς... Που να ξέρει πως στα τραπεζάκια του μαζευόντουσαν οι πολιτικές νεολαίες μετά τη δικτατορία κι ότι φιλοξενούσε όλους τους έρωτες των γύρω σχολείων: 16ο Θηλέων, 18ο Αρρένων, Λεόντιος... Και γιατί να τα ξέρει όλα τούτα θα μου πεις;
Έλα μου ντε, γιατί;
Βρε ουστ απο δω, λεω εγώ.
Πλέμπες, βλαμμένες, ηλίθιες, μαλακοβιόλες γκόμενες.
Άϊντε στο Χόντο να πάρετε καμιά μάσκαρα ακόμα και μετά στα "σπα" να χάσετε τα κιλά απο τις σουβλακερί. Τρεξτε μετά στη Μύκονο κι έπειτα στη Σαντορίνη μην τυχόν και δε δώσετε το "παρών" και θυμώσει το ηφαίστειο.
Άντε μπράβο, γιατί μας ρουφάτε το οξυγόνο κι έχει μείνει και λίγο γαμώ την αγανάκτησή μου μέσα.
Ουστ.
Μπα, δε λάλησα ακόμα. Όχι τόσο πολύ τουλάχιστον. Νεύρα μόνο έχω. Κάαατι νεύρα, που λεγε κι ο φίλος μου ο Γιαννάκης κάποτε.
Προχτές το βράδυ ήμουν μ' ένα φίλο και τρώγαμε κάπου στην Καλλιθέα.
Δίπλα μας καθόταν παρέα αποτελούμενη απο δυο ζευγάρια. Ως εδώ τίποτα το περίεργο θα μου πεις. Αμ δε. Το μαρτύριο άρχισε με το που καθίσαμε.
Γύρω στη μιάμιση ώρα που μείναμε στο μαγαζί, η μια γκόμενα της παρέας είχε φροντίσει να μας ενημερώσει (και μας αλλά και όλους τους υπόλοιπους θαμώνες), για τα προσωπικά της, τα οικονομικά της, τις απορίες της για τη ζωή και το οικονομικό σύστημα της κυβέρνησης, αλλά και τις ιδιαίτερες αδυναμίες της στα παγωτά.
Πώς; Απλό.
Μιλούσε λες και της είχαν πατήσει τον κάλο (του εγκεφάλου της), ή την ουρά της (αν είχε).
Παρένθεση.
Λίγα είναι τα πράγματα που σιχαίνομαι αφάνταστα στις γκόμενες.
Η τσιριχτή φωνή τύπου Μίνι Μάους.
Η φωνή πέντε οκτάβες ψηλότερα απο το κανονικό.
Τα τσιριχτά, επίσης, επιφωνήματα: "Αααα, σοβαράααα! Έλαααα! Τι λες βρε παιδί μου!! Πότεεεε;"
Η ακατάσχετη λογοδιάρροια. (Κι αυτό το λεω εγώ που το στόμα μου παει γενικώς πολυβόλο, οπότε για να πω οτι μου τη σπαει γκόμενα, φανταστείτε τι πρέπει να κάνει το δικό της στόμα).
Ο κακώς εννοούμενος τσαμπουκάς.
Το άλλο του άκρο, η αηδιαστική, δήθεν "γυναικεία" γλυκύτητα και νάζι.
Μπλιαξ.
Κλείνει η παρένθεση.
Ε, εκείνο το βράδυ ήμουν τυχερή.
Η τύπισσα ήταν τέσσερα στα έξι.
Εκτός απο το πρώτο χαρακτηριστικό, δηλ. τη λεπτή τσιριχτή φωνή και το τελευταίο, δηλ. το δήθεν νάζι, διέθετε όλα τα υπόλοιπα κι έδενε το σετάκι.
Δεν έβαλε γλώσσα μέσα, κυριολεκτικά. Οι υπόλοιποι τρεις είναι ζήτημα αν κατάφεραν ν' αρθρώσουν καμιά δεκαριά προτάσεις. Και οι τρεις μαζί εννοείται.
Φυσικά, η γκόμενα είχε γνώση, γνώμη και άποψη για όλα, μα για όλα τα ζητήματα που απασχολούσαν την ίδια, κι είχε βάλει αμέτι μουχαμέτι να πείσει την παρέα της για την ορθότητα των απόψεών της αρχικά και στη συνέχεια το σύμπαν ολάκερο.
Έτσι, για μεγάλη μου τύχη (ή μάλλον για δική της μεγάλη τύχη αφού ήμουν κάπως ντεφορμέ εκείνο το βράδυ και με άλλου είδους διάθεση κι όχι κατεβάσματος των δώδεκα ευαγγελίων), πληροφορήθηκα (είτε το ήθελα είτε όχι), τα ακόλουθα:
-Διαθέτει σπίτι δικό της. Κάπου εκεί στα χαμόσπιτα της οδού Αχαρνών. (χμμμ)
-Το σπιτάκι το δικό της, εκεί στα "χαμόσπιτα" της Τρούμπας, σόρυ, της οδού Αχαρνών ήθελα να πω, το έχει πάρει με δάνειο. Το οποίο δάνειο δεν έχει αποπληρώσει ακόμα.
Και το οποίο δάνειο που δεν έχει αποπληρώσει ακόμα, το αποπληρώνει με το ενοίκιο που παίρνει απο το "χαμόσπιτο".
-Απορεί τα μέγιστα πως είναι δυνατό να τη φορολογεί το κράτος, για σπίτι που δεν έχει ακόμα αποπληρώσει και όχι μόνο αυτό αλλά είναι και η ίδια στα νοίκια. Η αγανάκτηση της κορασίδος όπως όλοι καταλαβαίνετε ήτο δικαία:
-"Μα είναι δυνατό, γαμώ τη μου, να μη μου εκπίπτει καμιά έκπτωση φέτος απο την εφορία; Εσένα βρε Τάσο, πόσα σου παραγράφει η εφορία;"
Φυσικά η ερώτηση ήτο ρητορική, διότι ο ταλαίπωρος Τάσος ούτε που πρόλαβε ν' απαντήσει.
Η γκόμενα συνέχισε ακάθεκτη να αραδιάζει τα παράπονά της:
-"Μα σου λεω, δε μου εκπίπτει τίποτα. Ούτε μια έκπτωση. Και δε το λεω εγώ, γιατί βλέπεις ξέρω απ' αυτά, αλλά να, φέτος που τα κάνανε σκατά στις Εφορίες, αναγκάστηκα να παω να πληρώσω ΚΑΙ λογίστρια. Ναι, ναι, άσε, τι να σου λεω.
Αλλά μιλάμε, της έριξα ένα μπινελίκωμα της μαλάκως (της λογίστριας για όσους δεν ακολουθούν τον συνειρμό), έτσι για να μάθει! Δε σε πληρώνω κυρά μου; Τι σκατά λογίστρια είσαι; Να μην μπορείς να βρεις κάτι να μου παραγράψει η Εφορία να πάρω κι εγώ καμιά έκπτωση;" (Εγώ νόμιζα πως ήθελε επιστροφή χρημάτων, αλλά όχι, η γκόμενα ήταν σίγουρη πως ήθελε να "πάρει" έκπτωση. Τες πα).
-Μάθαμε επίσης πως εκείνη δεν πρόκειται να πατήσει ποτέ το πόδι της ξανά σε χωριό, διότι, ως γνωστόν, τα χωριά έχουν κολλημένα μυαλά. Ναι βέβαια, τα χωριά... Κι επειδή έχουν κολλημένα μυαλά, είναι εύκολο να παρεξηγήσουν μια τόσο έξω καρδιά κοπελιά και να της κρεμάσουν κουδούνια και να την αποκαλούν τσόκαρο και ξέκωλο. Τι δεν το ξέρατε; Αυτό το ξέρουν όλοι! Δεν είναι δα και κανένα κρυφό μυστικό! (Βρε τα καημένα τα χωριά... Τόσα χρόνια μεταρρύθμιση κι εξευρωπαϊσμός, κι αυτά να έχουν ακόμα κολλημένα μυαλά. Λεω να παω να τους τραβήξω τ' αυτί).
-Ακόμη ενημερωθήκαμρε πως της αρέσει πολύ το παγωτό καϊμάκι, που το καλύτερο, όπως της είπε μια γνωστή της που μένει προς τα εκεί, το βρίσκεις στη "ΧΑΡΑ" της Οδός Πατησίων!
-Και που πέφτει αυτό; ρωτάει ο ταλαίπωρος γκόμενός της (Α, ναι, ξέχασα να σας πω, συνοδευόταν κιόλας).
-Ποιος να ξέρει; Κάπου στα Άνω Πατήσια, στα Κάτω Πατήσια, στο Γαλάτσι κοντά, κάπου σ' αυτές τις περιοχές μωρέ λεει. Αλλά που να ξέρεις απο κει πέρα τι γίνεται; Άντε να τρέχεις τώρα να βρεις...
Σωστά... Που να την ξέρει η γκόμενα τη ΧΑΡΑ... Το ιστορικό, πια, ζαχαροπλαστείο, στο τέρμα της "οδός" Πατησίων, που μεγάλωσε γενιές και γενιές και το ήξεραν ακόμα κι όσοι έμεναν στην Καισαριανή και το ξεκίνησε η κυρία Αριστέα, εκ Σμύρνης ερχόμενη το 1929, με πρώτο και καλύτερο το περίφημο εκμέκ της Χαράς... Που να ξέρει πως στα τραπεζάκια του μαζευόντουσαν οι πολιτικές νεολαίες μετά τη δικτατορία κι ότι φιλοξενούσε όλους τους έρωτες των γύρω σχολείων: 16ο Θηλέων, 18ο Αρρένων, Λεόντιος... Και γιατί να τα ξέρει όλα τούτα θα μου πεις;
Έλα μου ντε, γιατί;
Βρε ουστ απο δω, λεω εγώ.
Πλέμπες, βλαμμένες, ηλίθιες, μαλακοβιόλες γκόμενες.
Άϊντε στο Χόντο να πάρετε καμιά μάσκαρα ακόμα και μετά στα "σπα" να χάσετε τα κιλά απο τις σουβλακερί. Τρεξτε μετά στη Μύκονο κι έπειτα στη Σαντορίνη μην τυχόν και δε δώσετε το "παρών" και θυμώσει το ηφαίστειο.
Άντε μπράβο, γιατί μας ρουφάτε το οξυγόνο κι έχει μείνει και λίγο γαμώ την αγανάκτησή μου μέσα.
Ουστ.
Κυριακή, Μαΐου 22, 2005
Ταρίφες, Σικάγο, γιουροβίζιον, ταρίφες
Μια βραδιά που ξεκίνησε σκατά, συνεχίστηκε υπέροχα και τέλειωσε σκατά ή σχεδόν σκατά.
Σάββατο βραδάκι. Ετοιμάζομαι για να βγω. Έχω κανονίσει με μια φίλη μου να πάμε να δούμε το μιούζικαλ Σικάγο και παρόλο που εδώ και μια εβδομάδα με ταλαιπωρεί ένας ενοχλητικός, συνεχόμενος πόνος στο διάφραγμα, δε σκοπεύω να το χάσω με τίποτα. Λατρεύω τα μιούζικαλ, ξέρω πως το συγκεκριμένο δε θα με απογοητεύσει, το περίμενα όλη τη βδομάδα πως και πως κι έτσι αγνοώ όσο μπορώ τον πόνο κι ετοιμάζομαι.
Έχουμε ραντεβού στις οχτώμιση. Από τις εφτάμιση προσπαθώ να βρω ταξί. Μετά από ατέλειωτη αναμονή και τρεις αρνητικές απαντήσεις από το τηλεφωνικό κέντρο, αποφασίζω να βγω στο δρόμο μπας και βρω κανέναν ελεύθερο. Βρίσκομαι λοιπόν στην Πατησίων κι είναι πια περασμένες οχτώ. Λεω δέκα πάτερ ημών, πέντε άβε Μαρία, καμιά εκατοστή ξόρκια κι ελπίζω να βρω γρήγορα ταξί.
Πάνω στην ώρα σταματά ένα.
-Που πάτε; με ρωτάει ο ταρίφας παρόλο που έχει σηκωμένη σημαία.
Αγνοώ την ερώτησή του, μπαίνω μέσα και θρονιάζομαι στο μπροστινό κάθισμα.
-Δε μου είπατε που πάτε, μου λεει ξανά.
-Μα τώρα μπήκα, πότε να σας το πω; απαντάω εγώ δήθεν αθώα. Στρέφομαι προς το μέρος του, και βλέπω μια φάτσα σαν το Μιχάλη Μανιάτη ξενυχτισμένο. Παρεμπιπτόντως, ο Μανιάτης δε μ’ αρέσει μία, είτε ξενυχτισμένος είτε ξεκούραστος.
Μέχρι να πω ωχ, αρχίζει να παίζει από το σιντι πλέιερ ο Σταμάτης Γονίδης. Τώρα το ωχ μου ’ρχεται από μόνο του. Ωραία αρχή κάναμε, λεω από μέσα μου.
-Στο Αθηνών Αρένα, του απαντώ, Πειραιώς 166.
-Στο ποιο; με ρωτάει σα χάνος.
Επαναλαμβάνω.
Το σκέφτεται λίγο σα να του ζήτησα να αποδείξει το θεώρημα του Πυθαγόρα με τον διακοσιοστό εξηκοστό τέταρτο τρόπο.
-Τι είναι αυτό; μου κάνει.
Τι να του εξηγώ τώρα…
-Θέατρο, του λεω, ελπίζοντας να κόψει τη συζήτηση εκεί. Στην Πειραιώς στο νούμερο 166, επαναλαμβάνω, αργά και καθαρά αυτή τη φορά.
-Όπως πάμε στ’ αριστερά μας ε;
-Όχι, στην κάθοδο της Πειραιώς είναι, του εξηγώ.
-Α, καλά λεω… στ’ αριστερά μας δηλαδή…
Μα ρε πούστη μου, είναι δυνατό να έχουν κάτι τέτοιοι τύποι επαγγελματικό δίπλωμα οδήγησης; Έλεος…
-Όχι, τον κόβω. Στην κάθοδο λέμε της Πειραιώς, δηλαδή στη δεξιά πλευρά του δρόμου.
Κουνάει το κεφάλι του πάνω κάτω, για να μου δώσει να καταλάβω πως κατάλαβε.
Ένα λεπτό αργότερα ρωτάει ξανά:
-Και τι είπαμε πως είναι εκεί;
-Θέατρο, του επαναλαμβάνω μονολεκτικά.
-Δηλαδή εσύ τώρα πας θέατρο; με ρωτάει και με κοιτάει λοξά λες και φοβάται πως σε λίγο θα πεταχτεί το Άλιεν απ’ το στομάχι μου. Εδώ που τα λέμε, έτσι όπως πήγαινε ο πόνος στο διάφραγμα δεν ήταν κι απίθανη σκέψη.
-Ναι, παω στο θέατρο, του απαντώ και στρέφω το κεφάλι μου προς το παράθυρο κοιτώντας έξω. Τίποτα ο τύπος, εκεί, ακάθεκτος.
-Και τι πας να δεις;
-Ένα μιούζικαλ.
-Ένα τι;
-Μιούζικαλ. Μια μουσική παράσταση. Το Σικάγο, του εξηγώ ελπίζοντας να κόψει την παρλαρία γρήγορα, αλλά φευ, ο ταρίφας δεν είχε τέτοιο σκοπό.
-Α! μου πετάει λες και κατάλαβε. Και δε μου λες, μόνη σου πας;
Ώρες είναι τώρα να προσφερθεί να με συνοδέψει, συλλογίζομαι και μου σηκώνεται η πέτσα.
-Ναι, γιατί, το απαγορεύει κανένας νόμος και δεν το ήξερα;
Με κοιτάει ξανά σα χάνος.
-Όχι, αλλά να πηγαίνεις μόνη σου; Γιατί; Δεν έχεις καμιά φίλη σου να πάρεις μαζί;
Ώ, ρε πούστη μου, δε θα το γλιτώσει το καντήλι αυτός, σκέφτομαι αλλά δίνω τόπο στην οργή προς ώρας.
-Εγώ γουστάρω να βλέπω μιούζικαλ μόνη μου, υπάρχει πρόβλημα;
-Μα δεν είναι δυνατό να θέλεις να βλέπεις θέατρο μόνη σου. Που ακούστηκε αυτό; Θα είναι σκέτη πλήξη.
-Ναι σωστά… Σε μια παράσταση πηγαίνεις για να πιάσεις κουβενταρία με τους φίλους σου, λες κι έπινες καφέ, κι όχι για να δεις την ίδια την παράσταση, του πετάω, αλλά δεν ιδρώνει τ’ αυτί του.
-Δεν έχεις φίλο; με ρωτάει σε λιγάκι.
Αναρωτιέμαι αν ήρθε η ώρα να αρχίσω τα καντήλια και τα δώδεκα ευαγγέλια, είχα όμως τόσο καλή διάθεση, αν εξαιρέσει κανείς τον πόνο, που είπα να το δω χαλαρά το θέμα.
-Έχω, του λεω.
-Και γιατί δεν τον πήρες μαζί;
-Τι είναι να τον πάρω μαζί, βαλίτσα;
Εκεί ο εγκέφαλός του θα πρέπει να κόλλησε για λίγο στην απύθμενη βλακεία του, γιατί για κανά δυο λεπτά με άφησε ήσυχη.
-Μα έπρεπε να τον πάρεις μαζί, μου λεει στο τέλος.
-Δεν του αρέσουν τα μιούζικαλ, λεω ελπίζοντας μ’ αυτό να κόψω την κουβέντα.
-Και τι πειράζει; Ας τον έπαιρνες εσύ κι ας μην του άρεσε. Μια σταλιά κορίτσι να πηγαίνεις να δεις μόνη σου θέατρο είναι κρίμα.
-Λέτε να έχω πρόβλημα; Μετά τα 18, ξέρετε, δε χρειάζεσαι κηδεμόνα για να κυκλοφορήσεις.
-Μα πόσο είσαι δα; Δεν είσαι και τόσο μεγάλη!
Ω, τι ευγενική ψυχή… Δόξα το Θεό, δεν είμαι και σαν την Πελοπόννησο.
-Είμαι 36, του λεω ψέματα.
-Και δεν είσαι παντρεμένη ακόμα;
-Όχι, του πετάω ενώ έχω αρχίσει να φορτώνω.
-Και γιατί; Γιατί να μην παντρευτείς; Τι πρόβλημα έχεις;
Α, μα βέβαια, πως δε το σκέφτηκα… Έτσι κι ήμουν 36, ανύπαντρη και μάλιστα πήγαινα να δω μιούζικαλ ασυνόδευτη, τότε το μόνο σίγουρο ήταν πως είχα ψυχολογικά προβλήματα. Πως δε το χα δει νωρίτερα;
-Δε μου αρέσει η ιδέα του γάμου, του απαντάω φουρκισμένη.
-Μα γιατί; να επιμένει εκείνος. Τι θα πει δε σου αρέσει η ιδέα; Όλοι πρέπει να παντρεύονται κάποια στιγμή, συνέχισε με στόμφο. Δεν ήρθε ακόμα η ώρα σου, απεφάνθη, κουνώντας το κεφάλι του με ύφος αυθεντίας.
Ευτυχώς, γιατρέ μου, κι είχα μια αγωνία. Πάλι καλά, δεν ήρθε ακόμα η ώρα μου… προφανώς λοιπόν, θα ζήσω κι άλλο.
Αποφασίζω να δώσω και πάλι τόπο στην οργή και στρέφω όλη μου την προσοχή στο δρόμο γυρίζοντάς του σχεδόν την πλάτη.
Μετά από λίγο, κι ενώ το ρεπερτόριο είχε περάσει στον Τερλέγκα, κι ενώ εγώ προσευχόμουν να δω επιτέλους το νούμερο 166 της οδού Πειραιώς, μου πετάει ξανά το αστροπελέκι:
-Πάντως κοίτα να δεις, είναι κρίμα που βγαίνεις μόνη σου. Δεν έχει πλάκα να πηγαίνεις κάπου μόνη. Γιατί δεν τηλεφωνείς σε καμιά φίλη σου τώρα να έρθει κι αυτή; Θα είναι βαρετά αλλιώς.
-Ναι σωστά, του απαντώ. Θα είναι βαρετά να πας να δεις μουσικοχορευτική παράσταση μόνος σου. Δε θα χεις κανέναν δίπλα σου να σχολιάζετε τι φοράει η διπλανή, ποιος γκόμενος τη συνοδεύει και τα ρέστα. Αλλά κοίτα που εγώ, (εδώ έκοψα τον πληθυντικό), το χω βίτσιο να πηγαίνω μόνη μου στο θέατρο, μόνη στο σινεμά, μόνη για καφέ και μόνη για ποτό. Άμα έχω άνθρωπο κοντά μου σπάζομαι, γυαλίζει το μάτι μου, κάτι με πιάνει. Κοινώς, έτσι γουστάρω, έτσι τη βρίσκω, τι να κάνουμε, του λεω μονοκοπανιά.
Φαίνεται θα είχε γυαλίσει όντως το μάτι μου, διότι ο ταρίφαμαν με κοίταξε λοξά και τρομαγμένα, αποφάσισε να βγει από τη δεξιά λωρίδα όπου είχαμε κολλήσει πίσω από τον κώλο του τρόλεϊ, να επιταχύνει κι έτσι έφτασα επιτέλους στον προορισμό μου.
Βρήκα τη φίλη μου να με περιμένει από ώρα, είπα να μη γκρινιάξω για την ιστορία με τον ταξιτζή κι αρχίσαμε να λέμε τα δικά μας και να συζητάμε για την παράσταση.
Σε λιγάκι άνοιξαν οι πόρτες και μπήκαμε μέσα. Είχαμε άλλη μισή ώρα στη διάθεσή μας μέχρι ν’ αρχίσει, οπότε προλάβαμε να πούμε τα νέα μας και να κάνω εγώ (εκείνη δεν καπνίζει) κι ένα τσιγάρο.
Επιτέλους η παράσταση αρχίζει με όλους τους περφόρμερ επί σκηνής και την «Βέλμα» (που θύμιζε εκπληκτικά την Annie Lenox στα νιάτα της) να τραγουδάει με απίστευτη φωνή το All that jazz…
Για τις επόμενες δυόμισι ώρες, κόντεψε να μου εξαρθρωθεί ο ώμος από το χειροκρότημα, και το χαμόγελο είχε κολλήσει μόνιμα στη φάτσα μου, σαν τον Τζιμ Κάρεϊ στη Μάσκα.
Ο χώρος τεράστιος, η ακουστική του εκπληκτική, το σκηνικό λιτό με την εκπληκτική ορχήστρα εγκατεστημένη στη μέση και τους περφόρμερ να παίζουν, να τραγουδούν και να χορεύουν ένα επίπεδο μπροστά χρησιμοποιώντας παράλληλα την ορχήστρα σαν μέρος του σκηνικού, οι φωτισμοί υποβλητικοί, το θέαμα απίστευτα καλό, οι χορευτές υπέροχοι κι από φωνές… φωνάρες και κορμάρες μαζί.
Για δυόμισι ώρες ξέχασα στην κυριολεξία πως βρισκόμουν στην Ελλάδα, πως βρισκόμουν στην Αθήνα, και μάλιστα στο σωτήριο έτος 2005. Για δυόμισι ώρες νόμιζα πως ήμουν στο Μπρόντγουέι, με την υπέροχη τζαζ μουσική και τις εκπληκτικές φωνές να γεμίζουν το χώρο και να με στέλνουν στη δεκαετία του είκοσι.
Κάποια στιγμή η παράσταση τελείωσε και πήραμε το δρόμο της επιστροφής, εκστασιασμένες ακόμα απ’ το υπερθέαμα. Το μόνο που μας έκανε αρνητική εντύπωση ήταν πως το θέατρο ήταν σχεδόν άδειο, ενώ όπως είχαμε ακούσει να λένε οι ταξιθέτριες, υπήρξαν πολλές ακυρώσεις της τελευταίας στιγμής. Βέβαια δεν είχαμε και καημό, ίσα ίσα, που αυτό μας βοήθησε να μετακινηθούμε κάποια στιγμή σε καλύτερες θέσεις χωρίς να μας πει κανείς το παραμικρό.
Είπαμε λοιπόν να πάμε με τη φίλη μου προς το Μοναστηράκι ή στου Ψυρρή να πιούμε κανά ποτάκι. Καταλήξαμε στο Μοναστηράκι να τσιμπολογάμε μια ποικιλία μεζέδων συνοδεία κρασιού και να σχολιάζουμε τη βραδιά.
Ξαφνικά ακούστηκε οχλοβοή. Κοιταχτήκαμε ταραγμένες.
Τι γίνεται ρε; Πόλεμος; Πραξικόπημα; Πήρε φωτιά πουθενά; Σεισμός; Ήρθαν τα Άλιεν; Έφτασε ο Αρμαγεδδών; Κατέβηκε ο λαός σε επανάσταση, απηυδισμένος πια από τα νέα μέτρα της κυβερνητικής πολιτικής, μην αντέχοντας άλλο τις περικοπές, τις συντάξεις της πείνας, την ακρίβεια, τις αρχιδιές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το γαμημένο Ευρωσύνταγμα που μας περιμένει σε λίγο, τις επόμενες κωλοσφήνες που όπου να ναι φτάνουν; Τι στο διάολο είχε συμβεί;
Πληρώσαμε το λογαριασμό και βγήκαμε στο δρόμο.
Τι να δούμε…
Ουρές ατελείωτες αυτοκινήτων να έχουν πλημμυρίσει τους δρόμους κορνάροντας ασταμάτητα ενώ απ’ όλα τα γαμάτα ηχοσυστήματα και τα πειραγμένα σαμπγούφερ ακουγόταν το άσμα της γιουροβίζιον…
Κοιταχτήκαμε με τη φίλη μου αποσβολωμένες…
-Δε το πιστεύω ρε, πήραμε την πρώτη θέση στη μαλακία της γιουρό τέτοιας με την άλλη την Παπα πως τη λένε, μου λεει η φίλη μου.
Εγώ δεν είχα λόγια να σχολιάσω… Τι να έλεγα; Από το Μπρόντγουέι είχα βρεθεί ξαφνικά στην πρωτεύουσα της Μπανανίας.
Στο μυαλό μου έπαιζε στο μπακγκράουντ ο Χάρυ Κλυν, τραγουδώντας το :Ελλάδα η χώρα του πράσινου ήλιου… Άσχετο που δεν είναι ο πράσινος ήλιος στην κυβέρνηση. Μια απ’ τα ίδια παίζει ούτως ή άλλως.
-Να δεις που γι αυτό δεν είχε κόσμο στο Σικάγο και γι αυτό είχαν τόσες ακυρώσεις, συνεχίζει. Θα μείναν μέσα τα ζωντανά να δουν το θέαμα.
-Πάμε να δούμε αν θα βρούμε πουθενά ταξί τώρα, απάντησα στη φίλη μου, που είχε αρχίσει ήδη ν’ αγχώνεται μια και μένει στο Περιστέρι.
Ταξί; Τι είναι αυτό; Οι ταρίφες αντί να ψαρεύουν πελάτες παραληρούσαν και χόρευαν στους ρυθμούς του νάμπερ ουάν… Καλά κάναν οι ανθρώποι θα μου πεις, γίναμε που γίναμε νούμερο γενικώς, τουλάχιστον να μην πανηγυρίσουμε το ότι είμαστε νούμερο ένα;
Η ώρα ήταν μιάμιση. Κατά τις τρεις, αφού πια έχουμε ανέβει στο Σύνταγμα, βρίσκουμε ταξί και το παραχωρώ στη φίλη μου φυσικά μια που έμενε πιο μακριά από μένα. Γύρω στις τέσσερις παρά τέταρτο βρίσκω κι εγώ, επιτέλους, ένα άδειο ταξί και μπαίνω μέσα.
Με το που γύρισα να πω στον ταρίφα που πάμε, ξεκινάει να μου λεει για το θρίαμβο της γιουροβίζιον… Τον κοιτάω καλά-καλά. Θα ήταν κοντά στα σαράντα. Δεν είχα αντοχές να του πω λέξη, οπότε γυρνάω και σε άπταιστα αγγλικά του πετάω: Sorry, I don’t speak Greek. I want to go to this address… Please, hurry up, it’s an emergency!
Με κοιτάει κι έχει μείνει άφωνος.
-Ok, miss, ok! μου πετάει.
Σε λίγο χτυπάει το κινητό του, ενώ είμαστε πηγμένοι στην οδό Σόλωνος.
-Έλα ρε μαλάκα, που να είμαι… πέτυχα μια ταλαίπωρη στο δρόμο να περιμένει ταξί κι είπα να την πάρω, κι αυτή είναι ξένη τελικά, δεν καταλαβαίνει γρι ελληνικά, και χαμπάρι δεν έχει για γιουροβίζιον γαμώ την ατυχία μου… Ναι, ναι… τι να σου λεω… Θα την παω σφαίρα να γυρίσω να πάρω κανά χριστιανό Έλληνα, να φχαριστηθώ τη διαδρομή, να γουστάρουμε μωρέ… Ναι, έγινε φιλάρα, θα τα πούμε μετά… κι έκλεισε το τηλέφωνο.
Δόξα το Δία, είπα μέσα μου… Θα φτάσω νωρίς στο σπιτάκι μου να ξεραθώ… Είχαν πονέσει τα πόδια μου απ’ το περπάτημα ενώ τ’ αυτιά μου βούιζαν λες κι είχα βγει για κλάμπιγκ.
Είχα δίκιο.
Μ’ έφερε στο σπίτι σφαίρα. Ήταν περασμένες τέσσερις. Τα πόδια μου δε με κρατούσαν, τα μάτια μου έκλειναν… Όμως ήταν αδύνατο να πέσω να κοιμηθώ έτσι, με τέτοια ψυχολογία.
Έβγαλα από την τσάντα μου την ψηφιακή μου κάμερα και πέρασα στο πισί το βιντεάκι που είχα τραβήξει από την έναρξη του Σικάγο.
Το έβαλα να παίζει ξανά και ξανά. Όταν βεβαιώθηκα πως είχε σβήσει απ’ το μυαλό μου το ρεφρέν του νάμπερ ουάν, και μου χε εντυπωθεί για τα καλά το All that jazz, χαμογέλασα ευτυχισμένη κι έπεσα για ύπνο…
Καληνύχτα, Ελλάδα…
P.S. Δείτε εδώ το πολύ καλό ποστ του Πιτσιρίκου… εγώ δεν αντέχω να γράψω τόσα… Μπράβο, μικρέ.
Σάββατο βραδάκι. Ετοιμάζομαι για να βγω. Έχω κανονίσει με μια φίλη μου να πάμε να δούμε το μιούζικαλ Σικάγο και παρόλο που εδώ και μια εβδομάδα με ταλαιπωρεί ένας ενοχλητικός, συνεχόμενος πόνος στο διάφραγμα, δε σκοπεύω να το χάσω με τίποτα. Λατρεύω τα μιούζικαλ, ξέρω πως το συγκεκριμένο δε θα με απογοητεύσει, το περίμενα όλη τη βδομάδα πως και πως κι έτσι αγνοώ όσο μπορώ τον πόνο κι ετοιμάζομαι.
Έχουμε ραντεβού στις οχτώμιση. Από τις εφτάμιση προσπαθώ να βρω ταξί. Μετά από ατέλειωτη αναμονή και τρεις αρνητικές απαντήσεις από το τηλεφωνικό κέντρο, αποφασίζω να βγω στο δρόμο μπας και βρω κανέναν ελεύθερο. Βρίσκομαι λοιπόν στην Πατησίων κι είναι πια περασμένες οχτώ. Λεω δέκα πάτερ ημών, πέντε άβε Μαρία, καμιά εκατοστή ξόρκια κι ελπίζω να βρω γρήγορα ταξί.
Πάνω στην ώρα σταματά ένα.
-Που πάτε; με ρωτάει ο ταρίφας παρόλο που έχει σηκωμένη σημαία.
Αγνοώ την ερώτησή του, μπαίνω μέσα και θρονιάζομαι στο μπροστινό κάθισμα.
-Δε μου είπατε που πάτε, μου λεει ξανά.
-Μα τώρα μπήκα, πότε να σας το πω; απαντάω εγώ δήθεν αθώα. Στρέφομαι προς το μέρος του, και βλέπω μια φάτσα σαν το Μιχάλη Μανιάτη ξενυχτισμένο. Παρεμπιπτόντως, ο Μανιάτης δε μ’ αρέσει μία, είτε ξενυχτισμένος είτε ξεκούραστος.
Μέχρι να πω ωχ, αρχίζει να παίζει από το σιντι πλέιερ ο Σταμάτης Γονίδης. Τώρα το ωχ μου ’ρχεται από μόνο του. Ωραία αρχή κάναμε, λεω από μέσα μου.
-Στο Αθηνών Αρένα, του απαντώ, Πειραιώς 166.
-Στο ποιο; με ρωτάει σα χάνος.
Επαναλαμβάνω.
Το σκέφτεται λίγο σα να του ζήτησα να αποδείξει το θεώρημα του Πυθαγόρα με τον διακοσιοστό εξηκοστό τέταρτο τρόπο.
-Τι είναι αυτό; μου κάνει.
Τι να του εξηγώ τώρα…
-Θέατρο, του λεω, ελπίζοντας να κόψει τη συζήτηση εκεί. Στην Πειραιώς στο νούμερο 166, επαναλαμβάνω, αργά και καθαρά αυτή τη φορά.
-Όπως πάμε στ’ αριστερά μας ε;
-Όχι, στην κάθοδο της Πειραιώς είναι, του εξηγώ.
-Α, καλά λεω… στ’ αριστερά μας δηλαδή…
Μα ρε πούστη μου, είναι δυνατό να έχουν κάτι τέτοιοι τύποι επαγγελματικό δίπλωμα οδήγησης; Έλεος…
-Όχι, τον κόβω. Στην κάθοδο λέμε της Πειραιώς, δηλαδή στη δεξιά πλευρά του δρόμου.
Κουνάει το κεφάλι του πάνω κάτω, για να μου δώσει να καταλάβω πως κατάλαβε.
Ένα λεπτό αργότερα ρωτάει ξανά:
-Και τι είπαμε πως είναι εκεί;
-Θέατρο, του επαναλαμβάνω μονολεκτικά.
-Δηλαδή εσύ τώρα πας θέατρο; με ρωτάει και με κοιτάει λοξά λες και φοβάται πως σε λίγο θα πεταχτεί το Άλιεν απ’ το στομάχι μου. Εδώ που τα λέμε, έτσι όπως πήγαινε ο πόνος στο διάφραγμα δεν ήταν κι απίθανη σκέψη.
-Ναι, παω στο θέατρο, του απαντώ και στρέφω το κεφάλι μου προς το παράθυρο κοιτώντας έξω. Τίποτα ο τύπος, εκεί, ακάθεκτος.
-Και τι πας να δεις;
-Ένα μιούζικαλ.
-Ένα τι;
-Μιούζικαλ. Μια μουσική παράσταση. Το Σικάγο, του εξηγώ ελπίζοντας να κόψει την παρλαρία γρήγορα, αλλά φευ, ο ταρίφας δεν είχε τέτοιο σκοπό.
-Α! μου πετάει λες και κατάλαβε. Και δε μου λες, μόνη σου πας;
Ώρες είναι τώρα να προσφερθεί να με συνοδέψει, συλλογίζομαι και μου σηκώνεται η πέτσα.
-Ναι, γιατί, το απαγορεύει κανένας νόμος και δεν το ήξερα;
Με κοιτάει ξανά σα χάνος.
-Όχι, αλλά να πηγαίνεις μόνη σου; Γιατί; Δεν έχεις καμιά φίλη σου να πάρεις μαζί;
Ώ, ρε πούστη μου, δε θα το γλιτώσει το καντήλι αυτός, σκέφτομαι αλλά δίνω τόπο στην οργή προς ώρας.
-Εγώ γουστάρω να βλέπω μιούζικαλ μόνη μου, υπάρχει πρόβλημα;
-Μα δεν είναι δυνατό να θέλεις να βλέπεις θέατρο μόνη σου. Που ακούστηκε αυτό; Θα είναι σκέτη πλήξη.
-Ναι σωστά… Σε μια παράσταση πηγαίνεις για να πιάσεις κουβενταρία με τους φίλους σου, λες κι έπινες καφέ, κι όχι για να δεις την ίδια την παράσταση, του πετάω, αλλά δεν ιδρώνει τ’ αυτί του.
-Δεν έχεις φίλο; με ρωτάει σε λιγάκι.
Αναρωτιέμαι αν ήρθε η ώρα να αρχίσω τα καντήλια και τα δώδεκα ευαγγέλια, είχα όμως τόσο καλή διάθεση, αν εξαιρέσει κανείς τον πόνο, που είπα να το δω χαλαρά το θέμα.
-Έχω, του λεω.
-Και γιατί δεν τον πήρες μαζί;
-Τι είναι να τον πάρω μαζί, βαλίτσα;
Εκεί ο εγκέφαλός του θα πρέπει να κόλλησε για λίγο στην απύθμενη βλακεία του, γιατί για κανά δυο λεπτά με άφησε ήσυχη.
-Μα έπρεπε να τον πάρεις μαζί, μου λεει στο τέλος.
-Δεν του αρέσουν τα μιούζικαλ, λεω ελπίζοντας μ’ αυτό να κόψω την κουβέντα.
-Και τι πειράζει; Ας τον έπαιρνες εσύ κι ας μην του άρεσε. Μια σταλιά κορίτσι να πηγαίνεις να δεις μόνη σου θέατρο είναι κρίμα.
-Λέτε να έχω πρόβλημα; Μετά τα 18, ξέρετε, δε χρειάζεσαι κηδεμόνα για να κυκλοφορήσεις.
-Μα πόσο είσαι δα; Δεν είσαι και τόσο μεγάλη!
Ω, τι ευγενική ψυχή… Δόξα το Θεό, δεν είμαι και σαν την Πελοπόννησο.
-Είμαι 36, του λεω ψέματα.
-Και δεν είσαι παντρεμένη ακόμα;
-Όχι, του πετάω ενώ έχω αρχίσει να φορτώνω.
-Και γιατί; Γιατί να μην παντρευτείς; Τι πρόβλημα έχεις;
Α, μα βέβαια, πως δε το σκέφτηκα… Έτσι κι ήμουν 36, ανύπαντρη και μάλιστα πήγαινα να δω μιούζικαλ ασυνόδευτη, τότε το μόνο σίγουρο ήταν πως είχα ψυχολογικά προβλήματα. Πως δε το χα δει νωρίτερα;
-Δε μου αρέσει η ιδέα του γάμου, του απαντάω φουρκισμένη.
-Μα γιατί; να επιμένει εκείνος. Τι θα πει δε σου αρέσει η ιδέα; Όλοι πρέπει να παντρεύονται κάποια στιγμή, συνέχισε με στόμφο. Δεν ήρθε ακόμα η ώρα σου, απεφάνθη, κουνώντας το κεφάλι του με ύφος αυθεντίας.
Ευτυχώς, γιατρέ μου, κι είχα μια αγωνία. Πάλι καλά, δεν ήρθε ακόμα η ώρα μου… προφανώς λοιπόν, θα ζήσω κι άλλο.
Αποφασίζω να δώσω και πάλι τόπο στην οργή και στρέφω όλη μου την προσοχή στο δρόμο γυρίζοντάς του σχεδόν την πλάτη.
Μετά από λίγο, κι ενώ το ρεπερτόριο είχε περάσει στον Τερλέγκα, κι ενώ εγώ προσευχόμουν να δω επιτέλους το νούμερο 166 της οδού Πειραιώς, μου πετάει ξανά το αστροπελέκι:
-Πάντως κοίτα να δεις, είναι κρίμα που βγαίνεις μόνη σου. Δεν έχει πλάκα να πηγαίνεις κάπου μόνη. Γιατί δεν τηλεφωνείς σε καμιά φίλη σου τώρα να έρθει κι αυτή; Θα είναι βαρετά αλλιώς.
-Ναι σωστά, του απαντώ. Θα είναι βαρετά να πας να δεις μουσικοχορευτική παράσταση μόνος σου. Δε θα χεις κανέναν δίπλα σου να σχολιάζετε τι φοράει η διπλανή, ποιος γκόμενος τη συνοδεύει και τα ρέστα. Αλλά κοίτα που εγώ, (εδώ έκοψα τον πληθυντικό), το χω βίτσιο να πηγαίνω μόνη μου στο θέατρο, μόνη στο σινεμά, μόνη για καφέ και μόνη για ποτό. Άμα έχω άνθρωπο κοντά μου σπάζομαι, γυαλίζει το μάτι μου, κάτι με πιάνει. Κοινώς, έτσι γουστάρω, έτσι τη βρίσκω, τι να κάνουμε, του λεω μονοκοπανιά.
Φαίνεται θα είχε γυαλίσει όντως το μάτι μου, διότι ο ταρίφαμαν με κοίταξε λοξά και τρομαγμένα, αποφάσισε να βγει από τη δεξιά λωρίδα όπου είχαμε κολλήσει πίσω από τον κώλο του τρόλεϊ, να επιταχύνει κι έτσι έφτασα επιτέλους στον προορισμό μου.
Βρήκα τη φίλη μου να με περιμένει από ώρα, είπα να μη γκρινιάξω για την ιστορία με τον ταξιτζή κι αρχίσαμε να λέμε τα δικά μας και να συζητάμε για την παράσταση.
Σε λιγάκι άνοιξαν οι πόρτες και μπήκαμε μέσα. Είχαμε άλλη μισή ώρα στη διάθεσή μας μέχρι ν’ αρχίσει, οπότε προλάβαμε να πούμε τα νέα μας και να κάνω εγώ (εκείνη δεν καπνίζει) κι ένα τσιγάρο.
Επιτέλους η παράσταση αρχίζει με όλους τους περφόρμερ επί σκηνής και την «Βέλμα» (που θύμιζε εκπληκτικά την Annie Lenox στα νιάτα της) να τραγουδάει με απίστευτη φωνή το All that jazz…
Για τις επόμενες δυόμισι ώρες, κόντεψε να μου εξαρθρωθεί ο ώμος από το χειροκρότημα, και το χαμόγελο είχε κολλήσει μόνιμα στη φάτσα μου, σαν τον Τζιμ Κάρεϊ στη Μάσκα.
Ο χώρος τεράστιος, η ακουστική του εκπληκτική, το σκηνικό λιτό με την εκπληκτική ορχήστρα εγκατεστημένη στη μέση και τους περφόρμερ να παίζουν, να τραγουδούν και να χορεύουν ένα επίπεδο μπροστά χρησιμοποιώντας παράλληλα την ορχήστρα σαν μέρος του σκηνικού, οι φωτισμοί υποβλητικοί, το θέαμα απίστευτα καλό, οι χορευτές υπέροχοι κι από φωνές… φωνάρες και κορμάρες μαζί.
Για δυόμισι ώρες ξέχασα στην κυριολεξία πως βρισκόμουν στην Ελλάδα, πως βρισκόμουν στην Αθήνα, και μάλιστα στο σωτήριο έτος 2005. Για δυόμισι ώρες νόμιζα πως ήμουν στο Μπρόντγουέι, με την υπέροχη τζαζ μουσική και τις εκπληκτικές φωνές να γεμίζουν το χώρο και να με στέλνουν στη δεκαετία του είκοσι.
Κάποια στιγμή η παράσταση τελείωσε και πήραμε το δρόμο της επιστροφής, εκστασιασμένες ακόμα απ’ το υπερθέαμα. Το μόνο που μας έκανε αρνητική εντύπωση ήταν πως το θέατρο ήταν σχεδόν άδειο, ενώ όπως είχαμε ακούσει να λένε οι ταξιθέτριες, υπήρξαν πολλές ακυρώσεις της τελευταίας στιγμής. Βέβαια δεν είχαμε και καημό, ίσα ίσα, που αυτό μας βοήθησε να μετακινηθούμε κάποια στιγμή σε καλύτερες θέσεις χωρίς να μας πει κανείς το παραμικρό.
Είπαμε λοιπόν να πάμε με τη φίλη μου προς το Μοναστηράκι ή στου Ψυρρή να πιούμε κανά ποτάκι. Καταλήξαμε στο Μοναστηράκι να τσιμπολογάμε μια ποικιλία μεζέδων συνοδεία κρασιού και να σχολιάζουμε τη βραδιά.
Ξαφνικά ακούστηκε οχλοβοή. Κοιταχτήκαμε ταραγμένες.
Τι γίνεται ρε; Πόλεμος; Πραξικόπημα; Πήρε φωτιά πουθενά; Σεισμός; Ήρθαν τα Άλιεν; Έφτασε ο Αρμαγεδδών; Κατέβηκε ο λαός σε επανάσταση, απηυδισμένος πια από τα νέα μέτρα της κυβερνητικής πολιτικής, μην αντέχοντας άλλο τις περικοπές, τις συντάξεις της πείνας, την ακρίβεια, τις αρχιδιές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το γαμημένο Ευρωσύνταγμα που μας περιμένει σε λίγο, τις επόμενες κωλοσφήνες που όπου να ναι φτάνουν; Τι στο διάολο είχε συμβεί;
Πληρώσαμε το λογαριασμό και βγήκαμε στο δρόμο.
Τι να δούμε…
Ουρές ατελείωτες αυτοκινήτων να έχουν πλημμυρίσει τους δρόμους κορνάροντας ασταμάτητα ενώ απ’ όλα τα γαμάτα ηχοσυστήματα και τα πειραγμένα σαμπγούφερ ακουγόταν το άσμα της γιουροβίζιον…
Κοιταχτήκαμε με τη φίλη μου αποσβολωμένες…
-Δε το πιστεύω ρε, πήραμε την πρώτη θέση στη μαλακία της γιουρό τέτοιας με την άλλη την Παπα πως τη λένε, μου λεει η φίλη μου.
Εγώ δεν είχα λόγια να σχολιάσω… Τι να έλεγα; Από το Μπρόντγουέι είχα βρεθεί ξαφνικά στην πρωτεύουσα της Μπανανίας.
Στο μυαλό μου έπαιζε στο μπακγκράουντ ο Χάρυ Κλυν, τραγουδώντας το :Ελλάδα η χώρα του πράσινου ήλιου… Άσχετο που δεν είναι ο πράσινος ήλιος στην κυβέρνηση. Μια απ’ τα ίδια παίζει ούτως ή άλλως.
-Να δεις που γι αυτό δεν είχε κόσμο στο Σικάγο και γι αυτό είχαν τόσες ακυρώσεις, συνεχίζει. Θα μείναν μέσα τα ζωντανά να δουν το θέαμα.
-Πάμε να δούμε αν θα βρούμε πουθενά ταξί τώρα, απάντησα στη φίλη μου, που είχε αρχίσει ήδη ν’ αγχώνεται μια και μένει στο Περιστέρι.
Ταξί; Τι είναι αυτό; Οι ταρίφες αντί να ψαρεύουν πελάτες παραληρούσαν και χόρευαν στους ρυθμούς του νάμπερ ουάν… Καλά κάναν οι ανθρώποι θα μου πεις, γίναμε που γίναμε νούμερο γενικώς, τουλάχιστον να μην πανηγυρίσουμε το ότι είμαστε νούμερο ένα;
Η ώρα ήταν μιάμιση. Κατά τις τρεις, αφού πια έχουμε ανέβει στο Σύνταγμα, βρίσκουμε ταξί και το παραχωρώ στη φίλη μου φυσικά μια που έμενε πιο μακριά από μένα. Γύρω στις τέσσερις παρά τέταρτο βρίσκω κι εγώ, επιτέλους, ένα άδειο ταξί και μπαίνω μέσα.
Με το που γύρισα να πω στον ταρίφα που πάμε, ξεκινάει να μου λεει για το θρίαμβο της γιουροβίζιον… Τον κοιτάω καλά-καλά. Θα ήταν κοντά στα σαράντα. Δεν είχα αντοχές να του πω λέξη, οπότε γυρνάω και σε άπταιστα αγγλικά του πετάω: Sorry, I don’t speak Greek. I want to go to this address… Please, hurry up, it’s an emergency!
Με κοιτάει κι έχει μείνει άφωνος.
-Ok, miss, ok! μου πετάει.
Σε λίγο χτυπάει το κινητό του, ενώ είμαστε πηγμένοι στην οδό Σόλωνος.
-Έλα ρε μαλάκα, που να είμαι… πέτυχα μια ταλαίπωρη στο δρόμο να περιμένει ταξί κι είπα να την πάρω, κι αυτή είναι ξένη τελικά, δεν καταλαβαίνει γρι ελληνικά, και χαμπάρι δεν έχει για γιουροβίζιον γαμώ την ατυχία μου… Ναι, ναι… τι να σου λεω… Θα την παω σφαίρα να γυρίσω να πάρω κανά χριστιανό Έλληνα, να φχαριστηθώ τη διαδρομή, να γουστάρουμε μωρέ… Ναι, έγινε φιλάρα, θα τα πούμε μετά… κι έκλεισε το τηλέφωνο.
Δόξα το Δία, είπα μέσα μου… Θα φτάσω νωρίς στο σπιτάκι μου να ξεραθώ… Είχαν πονέσει τα πόδια μου απ’ το περπάτημα ενώ τ’ αυτιά μου βούιζαν λες κι είχα βγει για κλάμπιγκ.
Είχα δίκιο.
Μ’ έφερε στο σπίτι σφαίρα. Ήταν περασμένες τέσσερις. Τα πόδια μου δε με κρατούσαν, τα μάτια μου έκλειναν… Όμως ήταν αδύνατο να πέσω να κοιμηθώ έτσι, με τέτοια ψυχολογία.
Έβγαλα από την τσάντα μου την ψηφιακή μου κάμερα και πέρασα στο πισί το βιντεάκι που είχα τραβήξει από την έναρξη του Σικάγο.
Το έβαλα να παίζει ξανά και ξανά. Όταν βεβαιώθηκα πως είχε σβήσει απ’ το μυαλό μου το ρεφρέν του νάμπερ ουάν, και μου χε εντυπωθεί για τα καλά το All that jazz, χαμογέλασα ευτυχισμένη κι έπεσα για ύπνο…
Καληνύχτα, Ελλάδα…
P.S. Δείτε εδώ το πολύ καλό ποστ του Πιτσιρίκου… εγώ δεν αντέχω να γράψω τόσα… Μπράβο, μικρέ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Σάλτσα Ναπολιτάνα
Καμιά φορά, βρίσκεσαι να συζητάς στο κινητό τα εσώψυχά σου, όντας μέσα σε ένα σούπερ μάρκετ, μπροστά στο ράφι με τα ζυμαρικά, κρατώντας στ...
-
UPDATE Το συγκεκριμένο θέμα έχει ανανεωθεί με καινούριο ποστ εδώ , όπου δίνω νέες πληροφορίες για τους τρόπους παρασκευής χειροποίητου σαπου...
-
Περίπου πριν τριάμιση - τέσσερα χρόνια, βρέθηκα με μια παλιά μου φίλη σε ένα σεμινάριο-επίδειξη Rejuvance (aka fingertip lift), απο την κα ...
-
Έχουν περάσει περίπου πέντε χρόνια από τότε που ανάρτησα την παρασκευή χειροποίητου, χωριάτικου σαπουνιού με αγνό ελαιόλαδο , με χρήση της Θ...
