Πέμπτη, Φεβρουαρίου 26, 2026
Σάλτσα Ναπολιτάνα
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 23, 2020
People I know
Ο Νίκος. Εξαιρετική κιθάρα. Κάμποσα χρόνια σε ωδείο στην κλασσική, μετά ηλεκτρική, είχε ταλέντο, ήταν νέος, είχε εμφάνιση. Δούλεψε πολύ, δούλεψε νύχτα, σε μεγάλες σκηνές, σε συναυλίες, σε περιοδείες. Έκανε όνομα, γνώρισε κόσμο, γνώρισε καλλιτέχνες που πιτσιρικάς τους έβλεπε στην τηλεόραση και τώρα συνεργαζόταν μαζί τους. Ροκ καταστάσεις, κάποτε έβγαζε χρήμα με ουρά, δεν έκανε καταχρήσεις, η νύχτα του 'χε φερθεί καλά, κόντευε τα σαράντα κι είχε εμφάνιση εικοσιοχτάρη, οι γυναίκες δεν έλειψαν ποτέ απ' την περιφέρεια της ζωής του αν και καμιά δεν μπόρεσε να μπει στον κύκλο της. Σιγά σιγά όμως η ζωή της νύχτας, που όσοι την πρωτογεύονται νομίζουν πως είναι όλο φώτα, και κέφι, και γέλια, και κορμιά που λικνίζονται και φωνές που τραγουδούν, άρχισε να φθίνει. Οι δουλειές να μειώνονται. Η κρίση είχε εγκατασταθεί για τα καλά, τα τηλέφωνα άρχισαν να μη χτυπάνε και τόσο συχνά, αναρωτιόταν πόσο πιο σκατένια θα μπορούσε να πάνε όλα.
Η απάντηση ήρθε πριν από καμιά δεκαριά μήνες. Τόσο καιρό έχει να δουλέψει. Είχε λεφτά στην άκρη αλλά θα σωθούν. Πάνω απ' όλα του λείπει η ένταση της σκηνής, τα φώτα, ο κόσμος, το κέφι. Μένει μόνος. Τα βράδια που ύπνος δεν τον πιάνει, παίρνει την παλιά του κιθάρα, την ακουστική και σκαρώνει μελωδίες. Ακόμα αντιστέκεται.
Ο Άρης. Αυτοδημιούργητος, αφεντικό του εαυτού του, οικογενειάρχης. Δικό του μαγαζί. Ανθοπωλείο, ξεκίνησε μ' ένα χώρο δύο επί τρία, μετά άνοιξε και δεύτερο μαγαζί, μετά και τρίτο κεντρικότατο, ψηλά τα νοίκια αλλά το άντεχε. Οι δυο γιοί του είχαν στραφεί σε άλλα επαγγέλματα, ο ένας μουσικός, ο άλλος δε γύρισε στην Ελλάδα μετά τις σπουδές στα οικονομικά, παντρεύτηκε μια Αγγλίδα, δε βαριέσαι ας είναι καλά το παιδί μ' ό,τι διάλεξε, η μικρή κόρη όμως, το λαμπρό του αστέρι, σπούδασε κι έπειτα γύρισε πίσω, "Μαζί θα το προχωρήσουμε το μαγαζί, μπαμπά, θα κάνουμε δυο βήματα παραπέρα, θα δεις" και με τις φρέσκιες ιδέες της άνοιξε μια ακόμη επιχείρηση που όπως πήγαινε θα απορροφούσε αυτές του πατέρα της, με διοργανώσεις γάμων και βαπτίσεων, από την πρώτη ως την τελευταία λεπτομέρεια, από το νυφικό και το κτήμα της δεξίωσης ως τις μπομπονιέρες και τα προσκλητήρια, από τη νυφική σουίτα μέχρι το κλείσιμο του ταξιδιού του μήνα του μέλιτος. Οι ανθοστολισμοί βεβαίως από την οικογενειακή επιχείρηση. Με σημαντικά καλύτερες τιμές. Που έβγαζαν εξαιρετικά προνομιακές τιμές στα πακέτα. Θριάμβευε η κόρη, καμάρωνε ο Άρης.
Στο πρώτο κλείσιμο δεν ίδρωσε τ' αφτί του και τόσο. Έκανε πως δεν άκουγε το γιο στην Αγγλία που σαν άλλη Κασσάνδρα του έλεγε ότι θα έρθουν χρόνοι δύσκολοι και να κάνει το κουμάντο του όσο είναι καιρός. Σήμερα πια έχει κλείσει το τρίτο μαγαζί. Δεν έβγαιναν τα έξοδα. Προβλέπει πως αν τραβήξει κι άλλο αυτό, θ' αναγκαστεί να κλείσει και το δεύτερο και να μείνει με το πρώτο, εκείνο απ' όπου ξεκίνησε. Κι αυτός εντάξει, θα το καταπιεί και θα σφίξει τα δόντια. Αλλά δεν αντέχει να βλέπει την κόρη του, αφημένη, παρατημένη, με τις φόρμες, κολλημένη όλη μέρα στον υπολογιστή. Ώρες ώρες νιώθει ένα πόνο στο κέντρο του στέρνου, ένα βαθύ σφίξιμο που του κόβει την ανάσα. Αλλά σφίγγει τα δόντια. Βγαίνει και περπατάει χιλιόμετρα κάθε μέρα.
Η Ζορνίτσα. Ήρθε στην Ελλάδα το 2001. Δεκαεννιά ολόκληρα χρόνια. Ήταν τριάντα ενός. Στη χώρα της είχε δουλέψει σκληρά σε κρατικές δουλειές. Ο άντρας της ήταν μέθυσος, την ξυλοφόρτωνε τακτικά. Είχε όμως ένα γιο που μεγάλωνε κι η ίδια έβλεπε ότι άλλο δεν τραβάει αυτή η βαλίτσα. Πήρε διαζύγιο. Η μάνα της ήταν μόλις σαράντα εφτά, είχε αντοχές. Της άφησε το γιο να τον μεγαλώνει, τα μούτζωσε όλα κι ήρθε στην Αθήνα. Δεν ήξερε γρι ελληνικά όταν έφτασε. Αλλά ήταν αποφασισμένη να δουλέψει σκληρά. Ήταν κάτι που ήξερε να το κάνει καλά. Το όνομά της στη γλώσσα της είναι όμορφο, σημαίνει Αυγή. Αλλά δεν άρεσε στους Έλληνες. Ζωή τη φώναζαν εδώ. Της άρεσε το Ζωή, ήταν αισιόδοξο, το κράτησε. Στην αρχή καθάριζε σπίτια, καθάριζε σκάλες. Λεφτά δεν έβγαιναν, της είπε μια πατριώτισσά της "μην είσαι κουτή, δε θα κάνεις προκοπή, βρες να κοιτάξεις γέρους". Δεκαπέντε χρόνια η Ζωή, γηροκομούσε γέρους, τους ξεσκάτιζε, τους έπλενε, τους τάιζε, τους φρόντιζε, τους μαγείρευε, τους έδινε τα φάρμακά τους, έμαθε να τους κάνει ενέσεις, ξενυχτούσε δίπλα τους στα νοσοκομεία, σε κάποιους τους έκλεισε μέχρι και τα μάτια. Έκανε οικονομίες αιματηρές αλλά τα λεφτά ήταν καλά. Βλέπεις οι ενοχές των απογόνων αλλά και η ανακούφισή τους που δεν χρειαζόταν να επωμιστούν οι ίδιοι τα γερόντια κόστιζαν, κι εκείνοι πλήρωναν καλά. Τόσο καλά που να ζει χωρίς στερήσεις ο μοναχογιός, που τώρα ξεκινούσε τις σπουδές στο Πανεπιστήμιο.
Παρασκευή, Ιανουαρίου 10, 2020
Θέλω να σου στείλω....
γιατί είσαι ο μόνος που μπορεί
τη σιωπή μου να διαβάζει.
Τι πρέπει να 'χει συμβεί στ' αθέατα για ανθρώπινα μάτια μονοπάτια, ώστε δυο άνθρωποι να μπορούν να βρίσκονται στην άκρη ενός ακουστικού, να μη λένε λέξη, ν' ακούν μονάχα ο ένας τις ανάσες του άλλου μέχρι που σιγά-σιγά να σβήνουν οι φρίκες, να λύνονται οι κόμποι που φράζουν το λαιμό, ν' αδειάζει το μυαλό, να γαληνεύει η φουρτούνα, να λιγοστεύει ο πόνος, να ξορκίζεται ο φόβος ως τη στιγμή που ο ένας εκ των δύο ξεστομίζει "είμαι καλά, τώρα... είμαι καλά... σ' αγαπώ, καληνύχτα";
Ό,τι κι αν ήταν αυτό που συνέβαινε, εμείς το 'χαμε ζήσει, το ξέρεις.
Αλλά σήμερα δεν ήθελα να σ' έχω στην άλλη άκρη της γραμμής για ν' ακούς μονάχα τη σιωπή μου διαβάζοντάς με.
Σήμερα ήθελα να σε πάρω στο τηλέφωνο και να σου μιλήσω. Να σου μιλήσω, να σου πω, Θεέ μου πόσα έχω να σου πω, να σου εξιστορήσω τα όσα έγιναν στους αιώνες που λείπεις, να φυσήξω τη σκόνη που άφησε το πέρασμά τους στον καθρέφτη της ψυχής μου, να σου μιλήσω και να 'σαι εκεί, όπως πάντα, όπως τότε που το πάντα σήμαινε για πάντα.
Από που ν' αρχίσω;
Τρίτη, Απριλίου 21, 2015
It's all lies, darling
Τρίτη, Μαρτίου 03, 2015
Ο Άγγελος και το Έντελβαϊς
Ένας μουσικός του δρόμου παίζει κιθάρα.
Η μελωδία είναι όμορφη, το παλικάρι παίζει προσηλωμένο, χωρίς να ανασηκώνει το βλέμμα.
Κοντοστέκομαι.
"Θα μπορούσε να είναι ο James" της λέω, ανοίγω το πορτοφόλι, ψαρεύω τα ψιλά μου, τον πλησιάζω.
Τα χρώματά του με κάνουν να σκεφτώ ότι είναι ίσως ξένος, του λέω "Thank you".
Τα χάνει, με κοιτάζει, "You are welcome" και στο καπάκι "Ευχαριστώ", του απαντώ κι εγώ ελληνικά "Να 'σαι καλά" και συνεχίζουμε.
Σύντομα αντιλαμβάνομαι ότι τραβάμε προς λάθος κατεύθυνση και επιστρέφουμε ξανά προς τα πίσω, πλησιάζοντας πάλι στον busker με την κιθάρα του.
Τώρα παίζει Χατζιδάκι.
Ο κόσμος προσπερνά και δεν σταματά, ούτε για να τον ακούσει, ούτε για να του αφήσει κανένα ψιλό.
Σταματάμε λίγο πιο πέρα, αποφασίζω ότι θέλω να πάω να του πω ένα γεια, να τον κεράσω ένα τσιγάρο, να πούμε δυό κουβέντες μαζί του. Η Μαρίνα συμφωνεί και ακολουθεί.
Πλησιάζουμε, τον χαιρετάμε, του λέμε ότι αν δεν ενοχλούμε θέλουμε να του κάνουμε λίγη παρέα.
Δεν πιστεύει στα αυτιά και τα μάτια του. Μας κοιτάζει έκπληκτος, το βλέμμα του πάει από την μία στην άλλη.
Νομίζω πως αν του λέγαμε <Θέλουμε να σου χαρίσουμε δυο χιλιάδες ευρώ> θα ένιωθε λιγότερη κατάπληξη.
"Σε μένα θέλετε να κάνετε παρέα; Εδώ στο δρόμο;" ψελλίζει σαν χαμένος. "Καθίστε", βιάζεται να συμπληρώσει, λες και φοβάται μήπως του κάναμε πλάκα, μήπως αλλάξουμε γνώμη και φύγουμε.
Καθόμαστε παρέα στο πεζούλι.
Τον ρωτάμε τι άλλο ξέρει από Χατζιδάκι. Αρχίζει να παίζει τη Βροχή. Η Μαρίνα σιγοντάρει φωνητικά τη μελωδία. Περνάμε στο Μην τον ρωτάς τον ουρανό, η Μαρίνα τραγουδά, εγώ κρατάω δεύτερες, στο ρεφρέν περνάμε στην αγγλική βερσιόν και τραγουδάμε κι οι τρεις.
Ο κόσμος σταματάει, χαζεύει, χαμογελά, ελάχιστοι ρίχνουν κανά ψιλό στη θήκη της κιθάρας.
Σκέφτομαι την αδιαφορία, αλλά δεν σκοτίζομαι, η στιγμή είναι απείρως πιο ωραία, κι έτσι συνεχίζουμε.
Προχωράμε για Το φεγγάρι είναι κόκκινο αλλά δεν του βγαίνουν οι συγχορδίες, κάνουμε ένα διάλειμμα, συστηνόμαστε: "Ιφιγένεια", του λέω, και του δίνω το χέρι. "Άγγελος" μου απαντά και μου χαμογελά.
Ανάβουμε όλοι τσιγάρο. Μας διηγείται πού σπούδασε κιθάρα και κοντά σε ποιους δασκάλους, από πού είναι, τι του προσφέρει η μαγεία της μουσικής, πώς τον συντροφεύει.
Είναι φανερό όσο μιλάει πως παίζει κάποιου είδους μικρή εξάρτηση, είτε ουσιών είτε αλκοόλ, αλλά ο Άγγελος επικοινωνεί κανονικά, ξέρει τι λέει, έχει χιούμορ, γελάει και αστειεύεται, μας λέει ιστορίες από τα ταξίδια του στη Γερμανία, κι αυτοσαρκάζεται για το "καλλιτέχνης του δρόμου".
Μας λέει ότι στις 17 Απρίλη, θα παίξει κιθάρα στο Βρυσάκι, κι αν θέλουμε να πάμε να τον ακούσουμε. Υποσχόμαστε ότι θα πάμε να τον δούμε.
Πιάνει ξανά την κιθάρα, ρωτά τι θέλουμε να πούμε. Τον ρωτάω αν έχει κάτι από Καββαδία και Μικρούτσικο, μου χαμογελά ζεστά, κλείνει τα μάτια κι ακούω τις πρώτες νότες του αγαπημένου μου Federico Garcia Lorca.
Η Μαρίνα σιωπά, εγώ τον συνοδεύω: "Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό..."
Τελειώνουμε το τραγούδι, δεν δίνουμε δεκάρα πλέον αν ο κόσμος σταματά ή αν ακούν, χειροκροτούμε μόνοι μας, γελάμε, σφίγγουμε τα χέρια.
Ο Άγγελος γελά, μας ευχαριστεί, για την παρέα, για το τραγούδι, για το μοιρασμένο τσιγάρο, για όλα.
Έχει κυλήσει κοντά ένα εικοσάλεπτο. Σηκωνόμαστε να τον αποχαιρετήσουμε.
Μας ευχαριστεί και πάλι, τα μάτια του λάμπουν, μιλάει ξανά για τους "μουσικούς του δρόμου" λες και θέλει να δικαιολογηθεί, να μας πείσει ότι δεν είναι χαμένος ή looser, του λέω: "Μην εξηγείς σε μας, ειδικά σε μένα, έχω μια ιδιαίτερη συμπάθεια στους busker..."
Η Μαρίνα του εξηγεί για το βιβλίο που μετάφρασα.
Όσο του στρίβω ένα τελευταίο τσιγάρο για να του αφήσω, ζητά να μάθει περισσότερα για την ιστορία του James Bowen, του busker του Λονδίνου και του γάτου του, του Bob.
Του τα λέω περιληπτικά, τον αγκαλιάζω και τον χαιρετώ. Κάνουμε να φύγουμε.
Με σταματάει, με κρατάει από το χέρι :"Ιφιγένεια", μου λέει, "περίμενε, θέλω να σου κάνω ένα δώρο. Θέλω να σου χαρίσω ένα έντελβαϊς".
Κοιταζόμαστε απορημένες με την Μαρίνα, όσο ο Άγγελος ψάχνει σε μια ταμπακιέρα. Με τα πολλά, ανακαλύπτει αυτό που έψαχνε, και μου το βάζει στην παλάμη.
"Το έχω πολλά χρόνια, είναι το φυλαχτό μου", μου λέει. "Τώρα θέλω να το έχεις εσύ, να σε προσέχει".
Κοιτάζω την παλάμη μου. Μέσα της βρίσκεται ένα τόσο δα, μικροσκοπικό γραμματόσημο, που απεικονίζει ένα έντελβαϊς των Άλπεων.
"Πρόσεξε μην το χάσεις", μου λέει καθώς μου κρατά ακόμα το χέρι.
"Δεν πρόκειται" του λέω, και το βάζω στο πορτοφόλι μου, εκεί όπου κρατάω φωτογραφίες αγαπημένων ανθρώπων.
Τον αγκαλιάζω άλλη μια φορά, μου ψιθυρίζει στο αυτί κάτι που θα το κρατήσω μόνο για μένα.
"Θα έρθουμε να σε δούμε στο Βρυσάκι", του λέει η Μαρίνα καθώς φεύγουμε.
"Δεν έχει σημασία πια, αν δεν ξαναβρεθούμε", απαντά ο Άγγελος. "Το σημαντικό, το υπέροχο, είναι ότι από απόψε θα ξέρω ότι στους δρόμους αυτής της πόλης, περπατά μια Ιφιγένεια και μια Μαρίνα, και θα ξέρετε κι εσείς ότι κάπου εδώ, σε αυτούς τους δρόμους, υπάρχει και περπατά ένας Άγγελος. Δεν είναι μαγεία αυτό;"
Απομακρυνόμαστε, κι εκείνος συνεχίζει να παίζει.
Ναι, Άγγελε. Αυτό είναι μαγεία.
Πέμπτη, Οκτωβρίου 30, 2014
Παρασκευή, Οκτωβρίου 10, 2014
Έκκληση για βοήθεια
Παιδιά, υπάρχει έκτακτη ανάγκη για τρεις αμμολεκάνες (μεγάλου μεγέθους) και κάμποσα σακιά με άμμο για γάτες (όσα μπορούν να βρεθούν).
Χρειαζόμαστε ακόμη ξηρά τροφή για στειρωμένα γατιά (όση μπορεί να βρεθεί), έξι (6) αντιπαρασιτικά δισκία μάρκας Milbemax ή Drontal, και ένα σωληνάριο βιταμίνες για γατιά μάρκας Nurish UM CAT ή συναφές.
Πρόκειται για τη φροντίδα 6 γατιών των οποίων η γατο-μαμά βρίσκεται στο νοσοκομείο αυτή τη στιγμή εκτάκτως με σοβαρό θέμα υγείας και υπάρχει οικονομικό πρόβλημα.
Τονίζω ότι επείγει κυρίως η άμμος τους και οι λεκάνες και η ξηρή τροφή.
Όσοι μπορείτε βοηθήστε. Επίσης όσοι μπορείτε αναδημοσιεύστε κρατώντας το το όνομα του μπλογκ στην ανάρτηση ώστε να επικοινωνήσουν μαζί μου όσοι θελήσουν για περαιτέρω πληροφορίες και συνεννόηση.
Κυριακή, Αυγούστου 31, 2014
Ανθρωπιά και συλλογική σκέψη, έννοιες ξεχασμένες ή όχι;
Πολύ τρέξιμο, πολλές εκκρεμότητες, πολλοί λογαριασμοί που περίμεναν να πληρωθούν, πολλές στραβές φάσεις και να κυλούν οι μήνες ενώ αυτοί που σου χρωστάνε τα δεδουλευμένα σου κάνουν τον κουφό και σε αντιμετωπίζουν με θράσος και απαξίωση.
Δε θέλει και πολύ να σαλτάρει ο άνθρωπος, παιδιά.
Ούτε και θέλει πολύ να σου βγει κάνα θέμα υγείας μετά από συνεχόμενο άγχος.
Κάπως έτσι βρέθηκα, εν μέσω ολιγοήμερων διακοπών, αντί να ηρεμώ, να τρέχω στο νοσοκομείο με καρδιακή αρρυθμία.
Στην αναμονή λοιπόν, περιμένοντας να λειτουργήσει το σύστημα, για να μου γράψει ο καρδιολόγος μια εξέταση, λίγο παραδίπλα ένας νέος άντρας τηλεφωνεί στον εργοδότη του παρακαλώντας για μια προκαταβολή μισθού.
Ζητάει διακόσια ευρώ από τα τριακόσια εξήντα. Το αφεντικό αρνείται. Κλαίγοντας ο άνθρωπος παρακαλεί έστω για ένα πενηντάρι. Το δεκαέξι μηνών αγοράκι του χρειάζεται κάποιο φάρμακο που κοστίζει 26 ευρώ αλλιώς κινδυνεύει από λοίμωξη. Το αφεντικό αρνείται ξανά.
"Δεν είναι προσωπικό το θέμα", του εξηγεί, "αλλά αν δώσει σ΄ εκείνον μια προκαταβολή ίσως ζητήσουν κι άλλοι, καταλαβαίνει, ναι;"
Ο νεαρός πατέρας αφήνει τα δάκρυά του να κυλήσουν, όσο απολογείται στον εργοδότη του. Ναι, καταλαβαίνει, βεβαίως, είναι θέμα πολιτικής της εταιρείας, καταλαβαίνει και λυπάται που ενόχλησε, και ζητά συγγνώμη για το θάρρος.
Κλείνει το τηλέφωνο, παίρνει δυο βαθιές ανάσες και τηλεφωνεί σε κάποιο φίλο του. Λένε δυο κουβέντες, του εξηγεί τα ίδια, και του ζητά 25 ευρώ. Ο φίλος λυπάται, αλλά είναι απλήρωτος απ τη δουλειά του, του λέει. Ο άνθρωπος κλείνει ξανά το τηλέφωνο, ανεβάζει τα γυαλιά ηλίου στα μάτια του, σκύβει το κεφάλι στα χέρια του και κλαίει σιωπηλά.
Σηκώνομαι να πάω κοντά του.
Με προλαβαίνει ένας κύριος που καθόταν δίπλα του. Του βάζει στο χέρι ένα πενηντάρι.
Ο άνθρωπος τα χάνει. Δεν πιστεύει στα μάτια του. "Μα πώς; γιατί;", ψελλίζει, "δεν με ξέρετε, σας είμαι ξένος, δεν έχω να σας τα γυρίσω..."
Κάνει να σκύψει να φιλήσει το χέρι του κυρίου: "Πείτε μου το όνομά σας", του λέει, "να πάω σε μια εκκλησία να ανάψω ένα κερί για σας."
Ο κύριος έρχεται σε δύσκολη θέση, του λέει πως δε χρειάζεται, ας γίνει καλά το μωρό του.
Εκείνη την ώρα τον χτυπάω στον ώμο, ο άνθρωπος στρέφεται προς εμένα, και του βάζω στο χέρι το τελευταίο μου εικοσάρικο.
Κοιτάζει μια την παλάμη του, μια εμένα, μια τον κύριο. Έχει χάσει τα λόγια του.
"Τι είναι αυτό που μου κάνατε βρε παιδιά", λέει και κλαίει ασταμάτητα.
"Φύγε, πήγαινε στο παιδί σου και περαστικά", του λέω.
Μας κοιτάζει μια φορά ακόμα, πάει να πει κάτι, τον παίρνουν πάλι τα δάκρυα.
Φεύγει σαν κυνηγημένος, κλαίει.
Η καρδιά μου καλμάρει τους χτύπους της.
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 07, 2014
Για τη γιαγιά Ιφιγένεια
Στη φωτογραφία είναι παιδούλα η συνονόματη γιαγιά μου, από την πλευρά της μητέρας μου, η Ιφιγένεια.
Οχτώ χρονώ την έστειλαν οι δικοί της υπηρέτρια σε κάποια πλούσια οικογένεια. Η οικονόμος του πλουσιόσπιτου της έβαλε ένα σκαμνάκι για να φτάνει να πλένει τα πιάτα, ο νεροχύτης ήταν πολύ ψηλός και δεν έφτανε αλλιώς.
Το κοριτσάκι του σπιτιού, είχε λίγα και λεπτά μαλλιά. Όταν οι δικοί του αποφάσισαν να του τα κόψουν για να δυναμώσουν, το κοριτσάκι απαίτησε να κοπούν κι οι πλούσιες μαύρες μπούκλες της Ιφιγένειας. Ή μάλλον όχι απλώς να κοπούν, αλλά να κουρευτούν γουλί.
Κι έτσι έγινε.
Σύντομα η οικονόμος αποχώρησε λόγω ηλικίας, και η γιαγιά μου, γύρω στα δέκα πια, ανέλαβε τη θέση της, καθώς και τη θέση της γκουβερνάντας για το κοριτσάκι της οικογένειας, το οποίο ήταν συνομήλικό της.
Κάποιο καιρό αργότερα, η οικογένεια μετακόμισε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Η γιαγιά μου φυσικά, ακολούθησε. Εκεί έκανε και μια μικρή επανάσταση, η οποία και πέτυχε.
Η κυρία του σπιτιού είχε αποφασίσει πως οι υπηρέτριες δεν μπορούσαν να τρώνε λευκό ψωμί, αυτό ήταν για την οικογένεια. Οι υπηρέτες θα έτρωγαν κρίθινο.
Η γιαγιά μου μάζεψε τις ξερές κρίθινες φέτες που τους έδιναν και τις κρέμασε από μια κλωστή στην κουζίνα. Όταν ο κύριος του σπιτιού τις αντιλήφθηκε, την ρώτησε τι κάνουν κρεμασμένα εκεί τα ξεροκόματα για τους σκύλους. Η γιαγιά μου του απάντησε πως ήταν το δικό της ψωμί, αυτό που αποφάσισε η κυρία να τρώνε, κι όχι των σκυλιών. Ο κύριος του σπιτού, αναγνωρίζοντας την πονηριά της αλλά και την αδικία, φρόντισε να μοιράζεται λευκό ψωμί σε όλους, οικογένεια και υπηρέτες.
Δυό χρόνια άντεξε εκεί.
Την πείραξε άσχημα το κλίμα, και κινδύνεψε να πεθάνει. Η οικογένεια αναγκάστηκε να φέρει γιατρό να τη δει. Μπροστά στο φόβο για τα χειρότερα και προκειμένου να γλιτώσουν την ευθύνη, την έστειλαν πακέτο πίσω στους δικούς της.
Δεκατριών χρονών, η γιαγιά Ιφιγένεια επέστρεψε.
Στη φωτογραφία δεν πρέπει να 'ναι πάνω από δέκα χρόνων.
Ουσκουντάρ, ή Σκούταρι, είναι η αρχαία Χρυσόπολις όπου ζούσαν χιλιάδες Έλληνες, και για το οποίο γράφτηκε το περίφημο τραγούδι, που το συναντάμε μέχρι και την Αίγυπτο, και θεωρείται από τα πιο γνωστά της Σεφαραδείτικης παράδοσης της ανατολικής Μεσογείου.
Στην Τουρκία είναι γνωστό ως Üsküdar, στην Αίγυπτο το συναντάμε ως Ya Banat Iskandaria, και Ισκεντερία είναι η Αλεξάνδρεια.
Στην Ελλάδα το συναντάμε σε διάφορα σημεία κι η μελωδία τραγουδιέται ως "Από ξένο τόπο κι απ' αλαργινό".
Μεταξύ άλλων, έχει περάσει απ' τα χέρια του Βαμβακάρη με ερμηνεύτρια την Καίτη Γκρέι, γύρω στο '50 το τραγούδησε η Έρθα Κιτ, έκανε το πέρασμά του στις μελωδίες της τζαζ με την εκτέλεση του Χέρμπι Μαν του φλαουτίστα, και στην Άπω Ανατολή το ταξίδεψε ο κιθαρίστας Τακέτσι Τεραούτσι.
Η μουσική, ευτυχώς, δεν έχει σύνορα. Καμιά φορά ούτε κι ο έρωτας. Σίγουρα ποτέ ο πόνος.
Για τα υπόλοιπα, το ανθρώπινο είδος έχει ακόμα μέλλον.
Πέμπτη, Ιανουαρίου 23, 2014
Φαρμακονήσι φαρμακωμένο...
-Τι κάνεις έτσι ρε παιδί μου; Τι σπας το στομάχι σου και σκας και κλαις;
Εγώ απαντώ τα δικά μου... Τα αυτονόητά μου. Για το ότι όλοι σήμερα θα έπρεπε να σπάμε τα στομάχια μας, να ξεφυσάμε, να οργιζόμαστε, να κλαίμε, να ντρεπόματε. Λέω κι άλλα, κι άλλα. Για τη φρίκη που ζούμε, για τη χώρα που ζούμε. Για τη ντροπή τούτης της χώρας. Για τους ανθρώπους που χάσαν τους δικούς τους στα νερά του Αιγαίου. Για τη ντροπή, τη φρίκη. Για τα τέρατα που διαμένουν σ' αυτή τη χώρα και που με κάνουν να νιώθω πως ζω μονίμως σε άλλο, παράλληλο σύμπαν.
-Δεν το καταλαβαίνεις; καταλήγω. Σε όλα υπάρχει ένα όριο. Κι αυτό το όριο σήμερα ξεπεράστηκε. -Αυτό είναι το πρόβλημά σου, μου απαντά ο Δ. Που πίστευες ότι υπάρχει ένα όριο. Δεν υπάρχει. Έχει ξεπεραστεί εδώ και καιρό.
Δεν είχα τίποτα να του απαντήσω. Έχει δίκιο.
Εγώ όμως, ακόμα ντρέπομαι.
Κι ακόμα, βλακωδώς, ανοήτως, ρομαντικώς και αφελώς οργίζομαι, θυμώνω αλλά θυμάμαι τον ποιητή, θυμάμαι τα λόγια και λέω δεν μπορεί... δεν μπορεί... κάπου υπάρχει όριο, κάπου υπάρχει ψυχή, κάπου ανθρωπιά, κάπου δικαιοσύνη, κάπου όνειρο, κάπου φως, κάπου μέσα στα βαθιά σκοτάδια.
Όπως και να 'χει, ακόμα ντρέπομαι. Από ποιον να ζητήσω συγγνώμη;
Πέμπτη, Απριλίου 18, 2013
Ένας Γάτος που τον έλεγαν Μπομπ
Όσα έχω γράψει στον Τύπο Νυχτερινό μέσα στα χρόνια, ήταν στην πλειοψηφία τους κείμενα γραμμένα χωρίς προετοιμασία, χωρίς σκελετό και προσχέδιο, χωρίς "πρόλογο, κυρίως θέμα κι επίλογο", που έλεγαν παλιά στο σχολείο. Ακόμη και τα πιο προσωπικά μου κομμάτια, γράφτηκαν με μια ανάσα, γιατί αυτός είναι ο τρόπος που γράφω.
Δεν χρειάστηκε σχεδόν ποτέ να σπάσω το κεφάλι μου για το πώς θ' αρχίσω να γράφω κάτι. Η διαδικασία της γραφής συχνά είναι ανάγκη, και κάποτε πάνω από σένα. Πολλές φορές γράφω γιατί πρέπει να γράψω, με τις λέξεις να τρέχουν από τις άκρες των δαχτύλων μου πάνω στο πληκτρολόγιο, χωρίς να χρειαστεί να φιλτράρω, να επεξεργαστώ, να διορθώσω.
Να που τώρα όμως, βρίσκομαι για πρώτη φορά στα χρονικά να γράφω και να σβήνω. Να αγχώνομαι για το πώς θα χωρέσω σε λέξεις τα νέα που θέλω να μοιραστώ μαζί σας, τα νέα που θέλω να μοιραστώ με όλον τον κόσμο, τη χαρά και την περηφάνια μου.
Ο μόνος τρόπος που μου έρχεται στο μυαλό, είναι να πάρω τα πράγματα από την αρχή. Πάμε λοιπόν...
Κάπου έξι μήνες πίσω, καθώς τριγύριζα στα ιντερνετικά μονοπάτια, βρέθηκα στο Amazon να χαζεύω τα best seller του 2012. Την προσοχή μου τράβηξε ένα βιβλίο με τίτλο A street cat named Bob, του James Bowen. Το λογοπαίγνιο του τίτλου θα ήταν ήδη αρκετό για να το προσέξω, αλλά ο πορτοκαλής γάτος που κοσμούσε το εξώφυλλο, με τα πράσινα αμυγδαλωτά του μάτια και το ασορτί πρασινωπό φουλάρι στο λαιμό, έκλεβε ούτως ή άλλως την παράσταση.
Διάβασα στο κάτω μέρος του εξωφύλλου: How one man and his cat found hope on the streets.
Το βιβλίο ήταν σκαρφαλωμένο σταθερά στο νούμερο ένα των best seller του London Times, και είχε ήδη μεταφραστεί σε πέντε γλώσσες στους λίγους μήνες που μετρούσε από την κυκλοφορία του.
Το παράγγειλα και μέχρι να φτάσει στα χέρια μου έψαξα τα χνάρια του James Bowen και του Bob στο διαδίκτυο. Το πρώτο βιντεάκι που ανακάλυψα στο YouTube έδειχνε τον James με τον Bob σκαρφαλωμένο στους ώμους του σαν τον παπαγάλο του πειρατή, να μπαίνουν στο λεωφορείο, να τριγυρνούν στους δρόμους του Covent Garden και όσο ο James ετοίμαζε την κιθάρα του, ο Bob να κάθεται στο πλευρό του σαν πιστό σκυλί, με το κασκόλ του στο λαιμό, και να παρατηρεί τους περαστικούς. Και στις ώρες που ο James, προσπαθούσε να κερδίσει το καθημερινό τους φαγητό ως πλανόδιος μουσικός και τραγουδιστής, ο Bob στεκόταν δίπλα του, απτόητος από το τσουχτερό κρύο του Λονδίνου, το ψιλόβροχο, τα πλήθη των περαστικών και κάθε είδους αντιπερισπασμό.
Η ιστορία του James και του Bob έχει κάτι από αμερικάνικο όνειρο και χολιγουντιανό μελό, χωρίς ευτυχώς να είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είναι η αληθινή, απίστευτη ιστορία ενός ανθρώπου που κάποια στιγμή ξεστράτισε κι έχασε το δρόμο του, μέχρι που βρέθηκε στο τελευταίο σκαλοπάτι. Ένας προβληματικός έφηβος που δεν άργησε να μπλέξει με χρήση ουσιών, να βρεθεί εξαρτημένος από την ηρωίνη και τέλος να καταλήξει άστεγος στους δρόμους του Λονδίνου. Άστεγος και εξαρτημένος, χαμένος και αποκομμένος από οικογένεια και φίλους, για δέκα ολόκληρα χρόνια.
Κάπου στο τέλος αυτής της δεκαετίας ο James κατάφερε να περάσει από την ηρωίνη στο πρόγραμμα απεξάρτησης με μεθαδόνη, και έχοντας ήδη μπει στη λίστα αναμονής για στέγη ευπαθών κοινωνικών ομάδων, να βρεθεί σ' ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα μέσω της κοινωνικής πρόνοιας, κάπου στο Τότεναμ.
Τότε όμως το σύμπαν αποφάσισε να του στείλει έναν φύλακα άγγελο. Όχι από εκείνους με τα φτερά και τα φωτοστέφανα. Ο φύλακας άγγελος του James ήταν ένας πορτοκαλής αδέσποτος γατούλης, τον οποίο συνάντησε ένα συννεφιασμένο Μαρτιάτικο απόγευμα, στις σκάλες του κλιμακοστασίου της πολυκατοικίας όπου έμενε. Ο γατούλης είχε τα χάλια του: φανερά υποσιτισμένος και ταλαιπωρημένος, άρρωστος και τραυματισμένος. Ο James αφού βεβαιώθηκε πως δεν ανήκε σε κανέναν ένοικο του κτιρίου, αποφάσισε να τον βοηθήσει να γιατρευτεί. Με τα μοναδικά χρήματα που είχε, κουβαλώντας τον σ' ένα χαρτόκουτο ανακύκλωσης, περπάτησε δύο ώρες για να τον πάει στο γιατρό και να του πάρει φάρμακα. Τον κράτησε για δυο βδομάδες μέχρι να τελειώσει η θεραπεία του, φρόντισε να τον στειρώσει, κι έπειτα αποφάσισε να τον αφήσει ξανά ελεύθερο στους δρόμους από όπου είχε έρθει, πιστεύοντας πως κι ο Bob αυτό θα ήθελε. Ήταν ένας αδέσποτος γατούλης που δεν είχε μάθει να ζει κλεισμένος σε διαμέρισμα. Κι έτσι τον άφησε να φύγει. Μόνο που ο Bob και το σύμπαν είχαν προφανώς άλλα σχέδια.
Αυτό που δεν ήξερε τότε ο James ήταν πως ενώ νόμιζε πως εκείνος βοηθούσε και γιάτρευε τον Bob, συνέβαινε μάλλον το αντίθετο.Ο πανέξυπνος κεραμιδόγατος έγινε ο πιο πιστός φίλος και σύντροφος του James. Στάθηκε πλάι του για να του δείξει ξανά το δρόμο για την αγάπη, για την εμπιστοσύνη, για την αυτοεκτίμηση. Για χάρη του, ο James κατάφερε να ξεκόψει και τη μεθαδόνη, να παλέψει σκληρά να σταθεί στα πόδια του, να γίνει πωλητής του Big Issue παρατώντας την κιθάρα στο πλάι, να εμπιστευτεί ξανά τους ανθρώπους, να πιστέψει ξανά στην καλοσύνη τους, αλλά πάνω απ' όλα, να πιστέψει ξανά στον εαυτό του.
Ο James κατάφερε να βάλει τις ανάγκες ενός άλλου πλάσματος πάνω από τις δικές του. Πάνω από την ανάγκη που του γεννούσε η εξάρτηση, πάνω από το φόβο, πάνω από τις άσχημες εμπειρίες, πάνω απ' όλα. Οι περιπέτειες που μοιράστηκαν, το βαθύ τους δέσιμο, η άνευ όρων αγάπη και συντροφικότητα που του χάρισε απλόχερα ο Bob τον βοήθησαν να γιατρέψει πληγές του παρελθόντος. Να επικοινωνήσει με τους δικούς του, να αποκαταστήσει τις σχέσεις με τη μητέρα του, και να ταξιδέψει ως την Αυστραλία για να τη δει ξανά μετά από χρόνια.
Ο James και ο Bob είχαν γίνει πλέον ένα χαρακτηριστικό δίδυμο στους δρόμους του Covent Garden, με τον James να πουλά το περιοδικό δρόμου The Big Issue, και τον Bob πιστό σύντροφο πλάι του να κερδίζει τις καρδιές των Λονδρέζων. Κάποια στιγμή, μια Αμερικανίδα εκδότρια βιβλίων τους πλησίασε και ρώτησε τον James αν θα ήθελε να κάνει την ιστορία τους βιβλίο. Κανείς δε θα μπορούσε να προβλέψει τη συνέχεια, σίγουρα όχι ο ίδιος ο James (για τον Bob πάλι διατηρώ τις επιφυλάξεις μου).
Το βιβλίο σε λιγότερο από ένα χρόνο γινόταν best seller, ακολουθούσε μια δεύτερη έκδοση ειδικά προσαρμοσμένη για παιδιά, και πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε η συνέχειά του με τίτλο The world according to Bob. Στο μεταξύ, έχει γίνει ήδη πρόταση για τη μεταφορά της ιστορίας τους στη μεγάλη οθόνη. Δεν ξέρω ποιος θα παίξει τον James, αλλά νομίζω πως ο μόνος που μπορεί να ενσαρκώσει τον Bob στο σινεμά, είναι ο ίδιος ο Bob!
Ο δε Bob έχει γίνει πλέον διασημότητα. Η λατρεία που του έχει ο κόσμος είναι απίστευτη, κι ο ίδιος την απολαμβάνει κάθε στιγμή.
Κι εδώ έρχεται η δική μου ιστορία. Διαβάζοντας το βιβλίο, έψαξα να βρω τον James και αφού επικοινώνησα μαζί του, τον ρώτησα αν υπήρχε κάποια πρόβλεψη έκδοσης του βιβλίου στην Ελλάδα. Στη γείτονα χώρα Τουρκία, το βιβλίο έσπαζε ήδη ρεκόρ πωλήσεων και οι φιγούρες του James και του Bob κοσμούσαν δισέλιδα αφιερώματα μεγάλων εφημερίδων.
Ο James, απλός, ζεστός και τρομερά ευγενικός, με ενημέρωσε ότι δεν υπήρχε κάποια συμφωνία ακόμη. Του είπα ότι θα έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να έρθει η ιστορία τους και στην Ελλάδα. Μου ευχήθηκε καλή τύχη στις διαπραγματεύσεις και μου είπε πως θα χαιρόταν πολύ αν κατάφερνα να μεταφράσω εγώ την ιστορία τους.
Κι έτσι, ξεκίνησα τον αγώνα δρόμου προς τους εκδοτικούς οίκους. Στάθηκα τυχερή. Ενδιαφέρθηκαν οι άνθρωποι του Άνουβι, με τους οποίους συνεργάζομαι τον τελευταίο χρόνο. Βέβαια πρέπει να ομολογήσω ότι τους έγινα μάλλον... τσιμπούρι. Email και κόντρα email, προσωπικά τηλεφωνήματα, και εμένα να βρίσκομαι στα γραφεία τους προκειμένου να τους μεταφέρω από κοντά τη χαρά και τον ενθουσιασμό μου και κυρίως τη μεγάλη μου πίστη σ' αυτή την ιστορία. Στο τέλος έφτασα μέχρι και να προτείνω να μεταφράσω δωρεάν το βιβλίο, αρκεί να καταφέρναμε να το φέρουμε στην Ελλάδα.
Η ιστορία του James και του Bob έπρεπε να ειπωθεί.
Μετά από ένα διάστημα διαπραγματεύσεων, έκλεισαν τα πνευματικά δικαιώματα και βρέθηκα να μεταφράζω το βιβλίο μ' ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη. Είμαι σίγουρη πως ποτέ ως τότε στη μεταφραστική μου καριέρα δεν έκανα δουλειά με τέτοια διάθεση.
Πρέπει να πω όμως ότι διαφορετική εμπειρία αποκόμισα ως αναγνώστρια και εντελώς διαφορετική ως μεταφράστρια. Στην πρώτη ανάγνωση, η ιστορία του James και του Bob με έκανε να χαμογελάσω, να ανησυχήσω, να γελάσω δυνατά, να λυπηθώ, να αγχωθώ, και στο τέλος να μείνω με μια έντονη αίσθηση αισιοδοξίας και κουράγιου. Όμως όταν άρχισα να μεταφράζω, όλα τα αρχικά συναισθήματα τα βίωσα στο δεκαπλάσιο. Δεν γίνεται κι αλλιώς.
Όταν μεταφράζει κανείς, ειδικά αν αγαπά τη δουλειά του κι αν έχει και κάποιο προσωπικό δέσιμο με την ιστορία, όπως έγινε στη δική μου περίπτωση, θέλοντας και μή, μπαίνει μέσα στην ίδια την ιστορία. Γίνεται ένα με τα πρόσωπα που τη διαδραματίζουν. Κι έτσι πρέπει. Πρέπει να μπει στο πετσί σου όλο αυτό, να νιώσεις τα συναισθήματα, να ταυτιστείς, να τα περάσεις κι εσύ μαζί με τους ήρωές σου, για να μπορέσεις να τα μετουσιώσεις και να τους δώσεις φωνή στη δική σου γλώσσα.
Κι αυτό κάποια στιγμή έγινε ένα μικρό μαρτύριο. Ήταν σαν να βρέθηκα δίπλα τους, μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα. Μοιράστηκα τη χαρά, τις αστείες στιγμές, τις ώρες της οργής, της αμφιβολίας, του πόνου, τις ώρες της λύπης, αλλά και του κουράγιου, και της δύναμης. Πέρα από το ότι έμαθα πράγματα για τα οποία δεν είχα την παραμικρή ιδέα, όπως το τι αντιμετωπίζει καθημερινά ένας "άνθρωπος του δρόμου", είτε είναι άστεγος, είτε πλανόδιος πωλητής, είτε πλανόδιος καλλιτέχνης, είτε απλά εξαρτημένος, υπήρξαν κι άλλα πράγματα στην ιστορία του James που με έκαναν να προβληματιστώ πολύ και να κοιτάξω κι εγώ βαθιά μέσα μου.
Αναγκάστηκα να σκεφτώ πάνω στο πώς αντιμετωπίζουμε όλοι, και εγώ μαζί, τον άστεγο, τον άνθρωπο που παλεύει να αποτοξινωθεί από χρήση ουσιών, ή εκείνον που είναι ακόμη εξαρτημένος, τον άνθρωπο που παίζει κιθάρα ή τραγουδά στις γωνιές των δρόμων στις τουριστικές περιοχές. Και ταυτίστηκα απόλυτα με κάτι που λέει ο James στο βιβλίο του:
"Όταν είσαι άστεγος, το χειρότερο απ' όλα είναι πως γίνεσαι αόρατος. Καλώς ή κακώς, όλοι εισπράττουμε την εικόνα του εαυτού μας μέσα από το βλέμμα των άλλων. Όταν έχεις φτάσει στο τελευταίο σκαλί, πέρα από όλα όσα χάνεις, το κυριότερο που στερείσαι είναι η ταυτότητά σου. Κανείς δε θέλει να σε ξέρει, κανενός το βλέμμα δεν σταματά πάνω σου. Είσαι μια εικόνα που ενοχλεί. Για τον κόσμο απλώς δεν υπάρχεις. Και κάποια στιγμή φτάνεις να ξεχνάς κι εσύ ο ίδιος πως υπάρχεις."
Και καλό θα ήταν ο κόσμος να τα διαβάσει όλα αυτά. Να σκεφτεί, να δει και ν' ακούσει και την άλλη πλευρά. Κυρίως όμως να χαμογελάσει και να ελπίσει. Όσο σκληρό ή πικρό κι αν γίνεται κάποιες στιγμές το βιβλίο, ο James δεν εξωραϊζει αλλά ούτε και απαλύνει καταστάσεις. Δεν γίνεται ποτέ μελό, αλλά ούτε και αποποιείται τις όποιες ευθύνες του για το πώς κατρακύλησε η ζωή του τόσο χαμηλά. Σε κάνει όμως να σκεφτείς πως θα μπορούσε αυτό να συμβεί στον καθένα.
Αλλά το κύριο μήνυμα που αφήνει αυτή η ιστορία, είναι η ελπίδα. Το χαμόγελο. Η πίστη.
Ότι ακόμα και στην πιο σκοτεινή νύχτα, μπορεί να υπάρξει φως.
Να υπάρξει αγάπη, υποστήριξη, ανθρωπιά.
Κυρίως αγάπη.
Ο James έχει κερδίσει το θαυμασμό και τη φιλία μου, κι όσο για τον Bob ίσως την πιο πιστή και αφοσιωμένη θαυμάστρια. Τους θεωρώ λίγο δικούς μου πια, λίγο οικογένεια. Μαθαίνω κάθε τόσο τα νέα τους από τις σελίδες τους στο Facebook και το Twitter και καμαρώνω κι εγώ για το ρόλο που έπαιξα στο να έρθει η ιστορία τους στην Ελλάδα. Εύχομαι σύντομα να έχω τη χαρά να σφίξω το πατουσάκι του Bob και το χέρι του James από κοντά.
Το βιβλίο κυκλοφορεί ήδη στα περισσότερα κεντρικά βιβλιοπωλεία αλλά μπορείτε να το προμηθευτείτε και στο ηλεκτρονικό κατάστημα των εκδόσεων Άνουβι. Κάντε μια χάρη στον εαυτό σας και αγκαλιάστε αυτή την ιστορία.
Διαβάστε το, χαρείτε το, κάντε το δώρο σε ανθρώπους που αγαπάτε. Διαδώστε το. Γνωρίστε κι εσείς τον James και τον Bob κι αφήστε την ιστορία τους να σας ζεστάνει την ψυχή, και να σας φέρει χαμόγελο και αισιοδοξία. Τα έχουμε και τα δυο όλοι μας μεγάλη ανάγκη.
Από εδώ θα ήθελα να ευχαριστήσω προσωπικά τον James που μοιράστηκε την ιστορία του με τον κόσμο και που είχα την τιμή και τη χαρά να τη δουλέψω για την ελληνική γλώσσα. Να τον ευχαριστήσω που με έκανε καλύτερο άνθρωπο και που μου φώτισε δύσκολες και σκοτεινές στιγμές της ζωής μου. Βεβαίως, να ευχαριστήσω και τον Bob γιατί χωρίς αυτό το πανέξυπνο μούτρο τίποτε δεν θα είχε συμβεί.
Και φυσικά τους εκδότες και συνεργάτες μου στον Άνουβι που εμπιστεύτηκαν την κρίση μου και αγκάλιασαν την προσπάθειά μου.
Τέλος όλους εσάς με τους οποίους θέλω να μοιραστώ τη μεγάλη μου χαρά. Ξέρω ότι θα στηρίξετε αυτή την ιστορία και εύχομαι να την αγαπήσετε και να την απολαύσετε καθώς θα την διαβάζετε, όσο την αγάπησα και την απόλαυσα κι εγώ.
Κυριακή, Φεβρουαρίου 10, 2013
Don't...
Χτες το πρωί, χρειάστηκε να πάρω ταξί για να πάω κάπου.
Σταμάτησα ένα διερχόμενο και με το που μπήκα αντίκρισα έναν λαϊκό τύπο, με δερμάτινο μπουφάν και λιγδιασμένο τζιν, ακόμη πιο λιγδιασμένα, αραιά μαλλιά και τα μισά δόντια φευγάτα, να τρώει σουβλάκια.
Μου δικαιολογήθηκε λέγοντας ότι είχε ελάχιστη δουλειά κι είχε πεθάνει της πείνας, και μήπως με πείραζε που θα έτρωγε το σουβλάκι του; Του ευχήθηκα καλή όρεξη και του είπα ότι δεν πείραζε καθόλου, άλλωστε η διαδρομή ήταν μικρή, μόνο που βιαζόμουν.
Με καθησύχασε ότι θα φτάναμε στο πιτς φυτίλι. Η διαδρομή που κανονικά θα κρατούσε λιγότερο από πέντε λεπτά, κόντεψε να φτάσει τα είκοσι, γιατί ο τύπος αποδείχθηκε το highlight της μέρας μου.
Στο ραδιόφωνό του έπαιζε μια γλυκανάλατη μπαλάντα της Σελίν Ντιόν, κι ενώ σκεφτόμουν "μπλιαχ, πάλι η βλαμμένη", ο τύπος γυρνά και μου λέει: "Δεν φαντάζεστε πόσο βαριέμαι αυτές τις φωνές κι αυτού του είδους τη μουσική". Κούνησα το κεφάλι συμφωνώντας, ενώ περίμενα να μου αναλύσει την αξία κάποιου αοιδού διαμετρήματος Καρρά ας πούμε.
Η συνέχεια με άφησε με το στόμα παντόφλα νούμερο σαρανταδύο. Ο τυπάς συνέχισε λέγοντας "Εγώ αγαπώ πολύ τη μουσική του αμερικάνικου νότου, πέρα απ' τη ροκ βέβαια. Μια από τις σταθερές προτιμήσεις μου στο χρόνο είναι ο Μπρους Σπρίνγκστιν".
Κι άρχισε να μου αναλύει τον πιο πρόσφατο δίσκο του Μπος (με επιχειρηματολογία, όχι αστεία), ενώ σύντομα περάσαμε στον Τζόνι Κας, κι από εκεί στον Ίγκι Ποπ, πιάσαμε για λίγο τους Πολίς στα νιάτα τους για να ελαφρύνουμε την κουβέντα και μ' ένα άλμα βρεθήκαμε στον Λέοναρντ Κοέν κι έπειτα στον Νιλ Γιανγκ, ενώ δεν παρέλειψε να μου αιτιολογήσει γιατί δεν του άρεσαν οι Στόουνς.
Βρέθηκα ν' ακούω τα νεανικά του κατορθώματα στο Μόναχο, κι ύστερα τις διάφορες συναυλίες στη Δρέσδη και πώς κατόρθωνε να χώνεται μέσα όταν δεν είχε φράγκο για εισιτήριο.
Αν δεν βιαζόμουν τόσο, θα τον άφηνα να με κάνει το γύρο της μισής Αθήνας κρατώντας σημείωσεις. Ρισπέκτ!
Ηθικόν δίδαγμα αναγνώστα: #don't judge a book by its cover
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 07, 2013
Ψυχής Αγωγή - Πλάτες μέσα στα σκουπίδια
Είναι η καθημερινότητα που έχει τσακίσει πνεύμα, σώμα και αντοχές.
Μια καθημερινότητα που με κάνει να σφίγγω τα δόντια, να σφίγγω τα χείλη, να σφίγγω τις γροθιές.
Που με κάνει να οργίζομαι, να ξεχνάω στιγμές τη βαθύτερή μου ουσία, αυτή του ανθρώπου.
Είναι το άγχος το συνεχόμενο, η καταπίεση, οι στιγμές που αναγκάζομαι να υποστώ την αδικία, την παράνοια και τον παραλογισμό,η ανίσχυρη λύσσα θυμού κι απελπισίας που με γεμίζει τις στιγμές που τα γεγονότα με ξεπερνούν, τις στιγμές που νιώθω αδύναμη ή λίγη να βοηθήσω τον εαυτό μου, τους δικούς μου ανθρώπους ή έναν συνάνθρωπό μου.
Είναι οι στιγμές που βλέπω μια ακόμη πράξη μίσους και βίας, ρατσισμού και ξενοφοβισμού, οι στιγμές που αντικρίζω έναν ακόμη άστεγο, μια ακόμη πλάτη μέσα στα σκουπίδια.
Όμως τίνος είναι αυτή η πλάτη μέσα στα σκουπίδια, τελικά;
Είναι του μετανάστη, είναι του Πακιστανού, είναι του Αφρικανού, είναι η δική μου ή μήπως η δική σας;
Πώς φτάσαμε ως εδώ; Ποιο είναι το πριν μας και ποιο το τώρα μας; Ποιος είναι ο διπλανός μας; Τον ξέραμε στ' αλήθεια ποτέ, τον ξέρουμε άραγε και τώρα;
Οργιστήκαμε και μετά βυθιστήκαμε στο φόβο; Του παραδοθήκαμε τελικά τόσο πολύ που τον αφήσαμε να καταδυναστεύσει τις μέρες και τις νύχτες μας, να μας πνίξει τη φωνή στο λαρύγγι, να μας στερήσει το χαμόγελο;
Φταίμε για όλα αυτά; Φταίμε για το τώρα μας; Γεννηθήκαμε μήπως αθώοι και αφελείς, ζώντας μια εφηβεία επιεική και παρατεταμένη που γίνεται όπου να 'ναι σαράντα καλή ώρα;
Πού πήγαν οι εξέκιουτιβ μάνατζερς, τι κάνει σήμερα η δηθενιά και το λάιφστάιλ ενός κόσμου που μας σέρβιρε στο πιάτο ο κάθε ένας Κωστόπουλος; Ζει ακόμα; Γιατί ζει αν ζει;
Καταπίνουμε αμάσητα ψέματα και παραμύθια για το καλό μας;
Όταν ζεις συνεχώς μες τα σκατά, αρχίζεις και τα συνηθίζεις και δε σου βρωμάνε πια.
Αυτό μας συνέβη λοιπόν; Συνηθίσαμε τα σκατά γύρω μας και μας μυρίζουν τώρα πια λεβάντα; Συνηθίσαμε τη σκυλίσια ζωή και τα πεταμένα ξεροκόμματα; Θα καθίσουμε στ' αυγά μας, με το ατσάλινο χέρι του φόβου και της τρομολαγνίας να μας σφίγγει το λαιμό;
Κι αν είναι έτσι...
Ξέρεις τι λένε για το τέρας. Άμα το συνηθίσεις κι αυτό, αρχίζεις και του μοιάζεις.
Γι' αυτά και για άλλα πολλά μιλά η παράσταση Πλάτες μέσα στα σκουπίδια.
Δεν ήθελα να γράψω τόσα λόγια. Ήθελα να γράψω μόνο λέξεις, μόνο επιθετικούς προσδιορισμούς, μόνο τις λέξεις που στριφογυρνούσαν στο μυαλό μου μόλις βγήκα από τον νέο πολυχώρο Τέχνης Αλεξάνδρεια, απόψε. Ίσως και να το κάνω αργότερα, αλλά με πρόλαβαν οι σκέψεις μέχρι να έρθω σπίτι.
Το κείμενο του Κίμωνα Ρηγόπουλου είναι δυναμίτης. Γροθιά στο στομάχι. Ζωντανό, παλλόμενο, σφιχτοδεμένο, χείμαρρος ορμητικός, κι έχει φωνή. Τη φωνή όλων μας, τη φωνή που μας στέρησαν, μας έκλεψαν, μας ποδοπάτησαν. Μιλάει τις σκέψεις μας, μιλάει τα λόγια μας, φέρνει στο φως τις αδυναμίες μας, φωνάζει τις αλήθειες του βροντερά, αλήθειες αυτονόητες αλλά όχι εύκολες, όχι εύπεπτες. Συγκινεί, αλλά δεν μελοδραματίζει ούτε λεπτό. Δεν έχει δηθενιά, δεν έχει ψευτοκουλτούρα, δεν έχει χαϊδέματα στ' αυτιά. Φωτογραφίζει το τώρα μας, καρέ-καρέ, ξεγυμνώνει την αλήθεια μέσα απ' τα ψέμματα των λέξεων. Έχει χιούμορ ανατρεπτικό, είναι πικρό, είναι γλυκό, έχει ουσία.
Κι αυτό το κείμενο διαμάντι, το πήραν με αγάπη φανερή οι ηθοποιοί και το έλουσαν στο φως ακόμα κι όταν η σκηνή βυθιζόταν στα σκοτάδια και το ημίφως.
Κι αυτό που κατάφεραν να βγάλουν επί σκηνής, είναι θέατρο πραγματικό. Επιτέλους.
Είναι ψυχαγωγία με τη βαθύτερη ουσία του όρου.
Οι πέντε πρωταγωνιστές του κέντησαν τους ρόλους τους με μεγάλη αλήθεια και μεράκι, ξεπέρασαν θαρρώ τον εαυτό τους τον ίδιο. Το αγάπησαν και το στήριξαν αυτό το που κάνουν, και φαίνεται.
Το κείμενο ήταν οι ρίζες, οι ίδιοι έγιναν το δέντρο, τα κλαδιά του, τα φύλλα του κι υψώθηκαν ρωμαλέοι.
Η Έλενα Αρβανίτη έπαιξε με κρυστάλλινη οξύτητα, με βλέμμα σπαθί, σώμα και ψυχή ολοζώντανη.
Η Τζένη Σκαρλάτου είναι διαμάντι. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να ξεχωρίσω κάποιο από τα περάσματά της, ίσως η κραυγή της στη σκηνή με τις πατάτες, αλλά στ' αλήθεια δεν γίνεται να ξεχωρίσω κάποια της στιγμή. Η αρτιότητα της παρουσίας της, αυτό το φυσικό κι ατόφιο παίξιμο κρύβει μεγάλο μόχθο και φανερώνει κατάθεση ψυχής.
Ο Χρήστος Ευθυμίου ταξίδεψε από τον ένα ρόλο στον άλλο με τέτοια άνεση, σαν να φορούσε απλώς άλλο πανωφόρι. Το μισοχαμόγελό του θα μείνει χαραγμένο στο μυαλό μου, κι η στιγμή που ενσάρκωσε τον ρατσιστή φασίστα, ήταν καθαρή γροθιά στο στομάχι.
Ο Γιώργος Μωρόγιαννης... εξαίρετος το ελάχιστο που μπορώ να πω. Έκανε κανονική έφοδο στην ψυχή μου. Μ' έκανε και δάκρυσα, με πήρε απ' το χέρι να τον συντροφέψω στην οργή του, στον αυτοσαρκασμό, στη γλύκα του, στην απόγνωση, στην ελπίδα, στην απελπισία.
Κι ο Βασίλης Βλάχος φυσικά, που δεν μπορείς να του αντισταθείς με τίποτα. Ο ίδιος έχει πει σε συνέντευξή του "..χωρίς το θέατρο δεν ανασαίνω. Χωρίς το τραγούδι πέφτω σε βαθιά κατάθλιψη." Είναι φανερό το γιατί. Εξαίρετος καλλιτέχνης, τις στιγμές που σε κοιτάζει απ' τη σκηνή καταπρόσωπο καταθέτοντας ψυχή, σε κερδίζει μεμιάς.
Θα μπορούσα να γράψω κι άλλα, πολλά ακόμα.
Αλλά θα πω το σημαντικότερο και το πιο ουσιώδες: Απόψε βγήκα από αυτή την παράσταση νιώθοντας ξανά μετά από καιρό ΑΝΘΡΩΠΟΣ.
Το λυτρωτικό συναίσθημα της κάθαρσης είχε επιτευχθεί.
Γιατί η πείνα κάστρα παραδίδει, αλλά και κάστρα πολεμά.
Κι οι απελπισμένοι όταν αρχίσουν να μάχονται, να τους φοβάστε εσείς που πρέπει να τους φοβάστε.
Κι εσείς αγαπημένοι μου αναγνώστες, να σηκωθείτε, και να έρθετε ως την Πλατεία Αμερικής.
Να πάρετε μαζί κι αυτούς που αγαπάτε, και να πάτε να δείτε την παράσταση. Στηρίξτε την προσπάθεια αυτών των εξαιρετικών ανθρώπων. Στηρίξτε την αντίσταση στο μαύρο σκοτάδι και το ζόφο που θέλουν να μας φορέσουν σαν σφιχτό ζουρλομανδύα.
Θα σας κάνει καλό. Ψυχικό καλό. Κι αυτό στις μέρες μας είναι ανεκτίμητο.
"Πλάτες μέσα στα σκουπίδια" (25 στιγμιότυπα καθημερινής ζωής με φόντο την κρίση)
Παίζουν: Έλενα Αρβανίτη, Βασίλης Βλάχος, Χρήστος Ευθυμίου, Γιώργος Μωρόγιαννης, Τζένη Σκαρλάτου.
Κείμενο- Σκηνοθεσία: Κίμων Ρηγόπουλος
Αλεξάνδρεια- πολυχώρος τέχνης
Σπάρτης 14, πλατεία Αμερικής
Τηλ: 210 86 73 655
Πέμπτη: 19.30, Παρ-Σάβ. 21.15, Κυριακή: 18.30
Τιμές εισιτηρίων: 15ευρώ ενιαίο,10 ευρώ μειωμένο (Πέμπτη)
Ειδική τιμή για ανέργους*: 15 ευρώ για δύο άτομα
*με επίδειξη κάρτας ανεργίας
Σάββατο, Δεκεμβρίου 15, 2012
Το κουπί της γαλέρας
Παλεύεις με νύχια και με δόντια να τελειώσεις μια δύσκολη και απαιτητική μετάφραση.
Δουλεύεις με πυρετό, συνάχι, βήχα και τη γενική αίσθηση κακουχίας που φέρνει μαζί του ένα κρυολόγημα που δε λέει να υποχωρήσει μια βδομάδα τώρα εξαιτίας κούρασης, δουλειάς και ξενυχτιού.
Τα νεύρα σου είναι στην τσίτα.
Ο Κανέλλος για έκτη φορά πηδάει πάνω στο γραφείο, γιατί θέλει να χωθεί στην αγκαλιά σου. Δεκάρα δε δίνει που τις προηγούμενες πέντε φορές κόντεψε να σου ρίξει το νερό, την κούπα με τον καφέ, το ποντίκι. Θρονιάζεται πάνω στο πληκτρολόγιο και σου σπρώχνει το χέρι με τη μουσούδα.
Πάνω που είσαι έτοιμη να βρυχηθείς ως άλλη -βραχνιασμένη- Σαπφώ Νοταρά ένα μεγαλειώδες "κάτω, σκατόγατο", το βλέμμα σου πέφτει τυχαία στα μάτια του γατιού. Σε μια στιγμή συνειδητοποιείς ότι σε κοιτά με απορία η οποία μεταφράζεται ως 'Προσπαθώ να σου δώσω και να πάρω αγάπη, γιατί κάνεις έτσι Άνθρωπε;' και το βουλώνεις πάραυτα.
Τον αφήνεις να κάτσει πάνω στο δεξί σου χέρι, χαμηλώνεις την κεφάλα σου κι εσύ κι ακουμπάς τη δική του, μέτωπο με μέτωπο, μύτη με μύτη. Κλείνεις τα μάτια, βάζεις το ακουστικό στο αυτί και κάθεσαι εκεί, παίρνοντας αργές, βαθιές ανάσες.
Με το ένα σου ελεύθερο δάχτυλο του χαϊδεύεις την πατούσα όσο εκείνος γουργουρίζει ξετρελαμένος και σου μπήγει απαλά τα νύχια του στο χέρι καθώς σε "ζυμώνει", ενώ απ' τ' ακουστικό ακούς τον Αύγουστο Κορτώ στο Amagi Radio να παίζει την Τρικυμία του Μπετόβεν.
Μέχρι να τελειώσει το κομμάτι -και να βαρεθεί ο Κανέλλος, έχεις γίνει ξανά άνθρωπος.
Το κουπί της γαλέρας μπορεί να περιμένει λίγο ακόμη.
Τρίτη, Οκτωβρίου 30, 2012
Α, ρε χρόνε, αλήτη...
Ναι, το ξέρω, το δώρο της ζωής δεν πιάνει μία μπροστά στις ρυτίδες και τα γκρίζα μαλλιά.
Το ξέρω ότι θεωρητικά είναι σχεδόν βλασφημία να θλίβεται κανείς μπροστά στα γηρατειά όταν νέοι άνθρωποι παλεύουν με ανίατες ασθένειες και πολλές φορές βγαίνουν χαμένοι. Πάλεψα κι εγώ πριν μερικά χρόνια και το ξέρω.
Ξέρω επίσης ότι θα έδινα ό,τι έχω και δεν έχω για να υπήρχαν ακόμη κοντά μου άνθρωποι δικοί μου που έχουν φύγει.
Ακόμη ξέρω καλά ότι υπάρχουν πάντα χρυσές εξαιρέσεις, πάντα υπάρχουν άνθρωποι που ανήκουν στην τρίτη ηλικία και παραμένουν δραστήριοι και γεμάτοι σφρίγος και ζωντάνια, που συνεχίζουν ν' αγαπούν τη ζωή και να τη ζουν όσο γεμάτα γίνεται, άνθρωποι που δεν τους έχει φυλακίσει το ίδιο τους το σώμα. Μόνο που είναι, όπως είπα οι εξαιρέσεις.
Κι από την άλλη...
Γιατί τα όσα φέρνει μαζί του το γήρας θα πρέπει πάντα να συγκρίνονται με τα παραπάνω επιχειρήματα προκειμένου να καταλήγουν λιγότερο "βαριά" απ' όσο πιθανότατα είναι στην πραγματικότητα;
Δεν είναι επίσης σχεδόν βλασφημία η σωματική και πολλές φορές πνευματική έκπτωση ενός ανθρώπινου όντος; Δεν είναι φρικτό να σε περιορίζει το ίδιο σου το σώμα, να σε φυλακίζει, να σε κλείνει σε μια φυλακή πόνου και ανημπόριας; Δεν είναι προδοσία αυτό; Δεν είναι σαν κακό αστείο σκηνοθετημένο από κάποιο Θεό που γελά με το ανθρώπινο είδος;
Δεν νομίζω ότι η κατάρα που κουβαλά ο άνθρωπος είναι ο θάνατος. Ο θάνατος μπορεί να είναι και λύτρωση.
Νομίζω πως η κατάρα του ανθρώπου είναι τα γηρατειά. Και για να γίνω ακόμη πιο συγκεκριμένη, όχι τόσο το ίδιο το γήρας, όσο το να μην συνταιριάζουνε τα μέσα σου με τα έξω σου. Γιατί, όσο τα χρόνια περνάνε, κάτι μου λέει ότι η ψυχή, δυστυχώς, δεν γερνά στους ίδιους ρυθμούς και στους ίδιους χρόνους με το σώμα.
Η κατάρα για μένα είναι να θέλει η ψυχή σου, αλλά να μην ακολουθεί το σώμα σου. Να μη σ' αφήνει. Όσο κι αν γερνά κανείς με χάρη, τελικά γερνά.
Τυχεροί τουλάχιστον όσοι νιώθουν ότι τα μέσα τους με τα έξω τους συμβαδίζουν...
Κι επειδή μια εικόνα χίλιες λέξεις...
Κι αν σας βάρυνα τη διάθεση, να την ελαφρύνω λιγάκι..
Τρίτη, Οκτωβρίου 02, 2012
Ανοίξαμε και σας περιμένουμε
Καιρό τώρα σκεφτόμουν ότι θα έπρεπε να κάτσω να φτιάξω ένα μπλογκ και να μοιραστώ μαζί σας τις μαγειρικές μου αλχημείες και περιπέτειες.
Κι έτσι, πριν λίγα βράδια, γεννήθηκε η Νυχτερινή Κουζίνα.
Περάστε μια βόλτα για το καλορίζικο, κερνάω σοκολατάκια.
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 27, 2012
Για όλα φταίει...
Tο τι μπορεί κανείς να δει στον ύπνο του (και στον ξύπνιο του, δε λέω, αλλά εν προκειμένω δεν είναι το θέμα μας), είναι ταυτόσημο του περί ορέξεως κολοκυθόπιτα.
Μπορεί ο άλλος βρε παιδί μου, να είναι νηστικός και να ονειρεύεται καρβέλια κατά την προσφιλή του λαού έκφραση, μπορεί να είναι μισοκακόμοιρος μαλακοπίτουρας που η στενότερή του σχέση είναι εδώ και χρόνια με την παλάμη του, αλλά να βλέπει ότι πέφτει στον έρωτά του δίμετρη μοντέλα, ξανθότερη του σκανδιναβικού ξανθού, με μάτι γαλανό σαν τον ανέφελο ουρανό και σούρνεται στα πατώματα και τον παρακαλά κι εκείνος δεν της κάθεται, για να μην πιάσω τις περιπτώσεις θηλυκών που το τρυφερό έτερο ήμισύ τους να φέρνει περισσότερο στον Μπάμπη τον υδραυλικό
της γειτονιάς κι αυτές να ονειρεύονται τριολέ με τον Jason Momoa και τον Lenny Kravitz.
Κι ύστερα υπάρχουν και κάτι άλλα κουλά, που ονειρεύεσαι ας πούμε ότι βρίσκεσαι σε μια πόλη βγαλμένη από μυθιστόρημα του Λαβκραφτ και σε κυνηγάει το αόρατο τέρας με τα δεκαπέντε τρομερά πλοκάμια, και εσύ τρέχεις και μετά έρχεται ο Σούπερμαν, ή όταν βλέπεις ότι πετάς και όλα
ωραία και καλά αλλά τελικά πέφτεις απλώς απ' το κρεβάτι, και τα συναφή.
Άμα όμως είσαι περιπτωσάρα σαν και του λόγου μου, αντί να ονειρεύομαι (και να χαίρομαι η πτωχή κόρη) το ως άνω αναφερθέν τριολέ, κάθομαι και βλέπω στον ύπνο μου ολόκληρο σήριαλ με τον Αύγουστο Κορτώ.
Τον οποίο Κορτώ δεν τον γνωρίζω διά ζώσης, αλλά από 'δω και πέρα θα τον προσφωνώ με το μικρό του όνομα, διότι με τέτοιο όνειρο μια άλφα οικειότητα την έχουμε αναπτύξει. Από τη δική μου πλευρά φυσικά, αλλά επειδή είμαι πληθωρικός άνθρωπος η δική μου πλευρά φτάνει και περισσεύει.
Τώρα που το σκέφτομαι βέβαια, μπορώ να τον προσφωνώ με το επίθετό του. Κάνει κι αυτό σε προχώ οικειότητα άμα το καλοσκεφτείς.
Πάρε για παράδειγμα τον House. Δεν έχεις προσέξει ρε καμάρι, ότι κανένας δεν τον λέει Gregory, ούτε ο κολλητός του ο Wilson, ούτε καν η κρυόκωλη Cuddy κι ας έχουν βγάλει τα μάτια τους ούκ ολίγες φορές; Με την ευκαιρία, σας είπα ότι λατρεύω τέρμα House για όλους τους λόγους που οι σόσιαλι κορέκτ γνωστοί μου τον θεωρούν μαύρο πρόβατο; Αλλά για τον Κορτώ λέγαμε.
Που λέτε, θα σας διηγηθώ το όνειρο οσονούπω και είμαι σίγουρη ότι θα καταλήξετε στο ίδιο συμπέρασμα με μένα, αφού εξ' αρχής δεχτούμε αξιωματικά ότι για τα τεκταινόμενα του ονείρου δεν έφταιγαν οι ακόλουθοι παράγοντες:
-δεν έφταιγε η αφραγκία που έχει κατοικοεδρεύσει σαν τρίτος συγκάτοικος στο σπίτι εδώ και καιρό
-δεν έφταιγε ότι το σπίτι το έχουμε βαρεθεί περισσότερο κι από κάτι παλιές μας τρύπιες κάλτσες που όλο λέμε ή να τις πετάξουμε ή να τις μαντάρουμε και ποτέ δεν κάνουμε ούτε το ένα ούτε το άλλο
-δεν έφταιγε που όπου σταθώ κι όπου βρεθώ τελευταία, χαζεύω τοιχοκολλημένα ενοικιαστήρια καθώς και τις φωτογραφίες διαμερισμάτων στη χρυσή ευκαιρία και λόγω του τρίτου συγκατοίκου που λέγαμε, μένω μονίμως στο χάζεμα
-δεν έφταιγε επίσης καθόλου το ότι βρήκα ένα σπίτι πολύ κοντά στο ιδανικό μου, στο Πεδίον του Άρεως, με τιμή ως αναμενόμενο απαγορευτική για τα ισχνά βαλάντιά μας
-δεν έφταιγε που στριφογυρνούσα στο κρεβάτι σαν τη σβούρα και δεν μπορούσα να κλείσω μάτι με αποτέλεσμα να νομίζω ότι πεινάω και να σηκώνομαι κάθε τρεις και λίγο να τσιμπολογάω
-σε συνέχεια του προηγούμενου, δεν έφταιγαν ούτε: η μια χούφτα αλμυρές ελιές (βαριόμουν να τις ξεπλύνω), το ένα ροδάκινο (είμεθα υγιεινιστές γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε), οι δύο φέτες τοστ με βούτυρο και μέλι θυμαρίσιο από το Πήλιο (δε φταίω εγώ, η μανούλα με εφοδίασε), το κρουασάν σοκολάτα (η σοκολάτα ήταν σκέτο δείγμα τελικά, μας κλέβουν!), οι δυο φρυγανιές με μελιτζανοσαλάτα καπνιστή (αηδία ήταν η μελιτζανοσαλάτα γιατί πήρα μια φτηνιάρα με ενάμισι ευρώ τα τετρακόσια γραμμάρια κι ως γνωστόν το φτηνό το κρέας δεν το τρώνε ούτε οι σκύλοι), ούτε οι άλλες τρεις φρυγανιές με μαγιονέζα και μουστάρδα ντιζόν (ήταν για να ξεπλύνω λίγο την αηδιαστική γεύση της μελιτζανοσαλάτας), ούτε τέλος το τοστάκι με το σαλάμι αέρος Θάσου (να μην έχουμε κι ένα δήθεν ντελικατέσεν ρε παιδί μου;)
-δεν έφταιγε ούτε το έτερον ήμισυ που μου ανακοίνωσε με αγγελικό ύφος σε μια από τις διαδρομές μου ως το ψυγείο, ότι ο Νέλλος ο Κανέλλος είχε ρίξει και φυσικά σπάσει το δεύτερο
βάζο με το μέλι που φύλαγα για να φτιάξω υγιεινά και διαιτητικά oatmeal cookies για να 'χουμε σε μια στιγμή λιγούρας βρε αδερφέ!
-φυσικά και δεν έφταιγε ο Τσίκος Πιτσίκος, ο οποίος τη μία και μοναδική στιγμή που πήγε να με λυπηθεί ο Μορφέας κι είπε να με πάρει και να με σηκώσει, ήρθε ως το κρεβάτι και προσγειώθηκε μ'έναν πήδο πάνω στο στομάχι μου για ν' αρχίσει αμέσως μετά να μου ρίχνει αγαπησιάρικες κουτουλιές στη μούρη και δαγκώματα στη μύτη πριν χώσει το μουσούδι του κάτω απ' τον αγκώνα μου και λαγοκοιμηθεί σαν την αθώα περιστερά
Τίποτε από τα παραπάνω δεν έφταιγε.
Για όλα έφταιγε το τελευταίο βιβλίο του Κορτώ, σας το ορκίζομαι μα την Παναγία.
Γιατί βλέπεις δε μου 'φτανε που το διάβασα πριν λίγο καιρό και έφτιαξα καινούριο συκώτι απ' το γέλιο, ήθελα να το διαβάσω άλλη μία, διότι μία ίσον καμία και με τον Άνθρωπο που έτρωγε πολλά μία ανάγνωση δεν είναι ποτέ αρκετή, κι έτσι το χτεσινό βράδυ με βρήκε ξανά μανά με το βιβλίο στο χέρι, να γελάω ξανά, και να μελαγχολώ επίσης, γιατί ο Κορτώ είναι υπουλότερος του Κοέλιο (εκείνος ο πούστης ο Κοέλιο ρε παιδί μου σου λέει εκεί την πίπα του με το σύμπαν, εσύ σαν μαλάκας την πιστεύεις κι ύστερα φασκελώνεις σαν αυτιστικό προς άπασα συμπαντική κατεύθυνση, αλλά ο Κορτώ κάνει άλλη παγαποντιά: στην αρχή ξεσκίζεσαι στα γέλια, μετά αρχίζει και υποβόσκει μια υφέρπουσα θλίψη η οποία δεν αφήνεται ακριβώς να γίνει ποτέ καθαρή λύπη, αλλά είναι εκεί η ρημάδα ανάμεσα στις γραμμές, κι όχι ότι δεν μας αρέσει αυτό, αλλά έτσι να 'χουμε να λέμε).
Όπως και να 'χει, ο Μορφέας ευαρεστήθηκε να περάσει το κατώφλι κάποια στιγμή και με βρήκε με το βιβλίο στο ένα χέρι. Το άλλο είχε κουλαθεί γιατί πάνω του κοιμόταν ο Τσίκος κι αναγκαζόμουν
να κάνω ολόκληρες μανούβρες για να γυρίσω σελίδα.
Και, τι λέγαμε..; Α, ναι, το όνειρο.
Βλέπω λοιπόν ότι ανακαλύπτω το σπίτι των ονείρων μου, το οποίο βρισκόταν κοντά στο Πεδίον του Άρεως (ναι ξανά, τι ζόρι τραβάτε μανδάμ; υποσυνείδητο είναι αυτό, κάνει τα δικά του).
Κι έχω πάρει τηλέφωνο κι όλα ωραία και καλά, και ο κύριος που το έχει δεν είναι άλλος από τον Αύγουστο Κορτώ.
Και σκέφτομαι μέσα μου "Αμάν, αυτός είναι διασημότις, θα ζητήσει τα μαλλιοκέφαλά μας σε νοίκι" και στο καπάκι λέω "βρε δε γαμιέται, δείχνει και καλός άνθρωπος, μπορεί και να τα βρούμε",
και κλείνουμε ραντεβού να πάω να το δώ.
Και σηκώνομαι και πάω, και το σπίτι είναι ουάου, και το έξω δεν είναι το γνωστό Πεδίον του Άρεως αλλά κάτι ανώτερο κι από γραφική γειτονιά του Παρισιού (μη με ρωτάτε πώς μεταμορφώθηκε η γειτονιά, είναι να υπάρχει καλή θέληση), και δως του ξύλινα πατώματα δρύινα σε σκούρο χρώμα με κόκκινη ανταύγεια, και καναπέδες με ριχτάρια, απ' αυτούς που σε φωνάζουν και σου λένε έλα καμάρι μου κι απλώσου πάνω μου, (ναι είχε και έπιπλα και φουλ κομφόρ), και κουζίνα ονειρεμένη με φως άπλετο, και τεράστια παράθυρα κι ένα υπέροχο μπαλκόνι λέει, γεμάτο φυτά και πολυθρόνες ρατάν, όπου ο Κορτώ ως φιλόξενος οικοδεσπότης με κάλεσε να πιούμε καφέ και να κουβεντιάσουμε τα περί ενοικίασης.
Στο μπαλκόνι βρισκόταν και μια φίλη του, μακρυμάλλα και μαυρομαλλούσα, η οποία με σέρβιρε ευγενικά και παρατήρησε ότι φαινόμουν κουρασμένη. Τι ήταν να το πει, δεν πρόλαβα να πιω μια γουλιά καφέ και ξεράθηκα εκεί που καθόμουν, στην τεράστια, αναπαυτική ρατάν πολυθρόνα.
Όταν κάποια στιγμή ξύπνησα, καταντροπιασμένη που με είχε πάρει ο ύπνος, τους είδα και τους δυο να μου χαμογελούν και ο Κορτώ μου λέει: Α, δεν τρέχει και τίποτα δα. Αν νιώθεις τόσο άνετα στο σπίτι ώστε να σε πάρει ο ύπνος, τότε θα το αγαπήσεις και μ' αρέσει η ιδέα να το έχει κάποιος που θα το αγαπά σαν να ήταν δικό του.
Πήρα τα πάνω μου κι εγώ, και ρωτάω την τιμή. Δεν θυμάμαι πόσα ζήτησε (σιγά μη θυμόμουν, να μου χαλάσει η ωραία μαγιονέζα), αλλά θυμάμαι ότι είπα με το νου μου "πολλά ξε-πολλά, το καλό πράγμα κοστίζει και χαλάλι του", κι ετοιμάστηκα να πω το ναι.
Τότε με κόβει ο Κορτώ ξανά και λέει: Ποιοι άλλοι θα μένουν εκτός από σένα; Ο Δ. το έτερον ήμισυ και ο Τσίκος του απαντώ. Προφανώς στο νου μου, ο Νέλλος και η Λούνα είχαν πάει διακοπές στα θερινά ανάκτορα.
Α, απαντά ο Κορτώ, πρέπει να έρθουν κι αυτοί να το δουν. Μάλιστα προτείνω να δούμε αν θα νιώσουν τόσο άνετα ώστε να ρίξουν κι εκείνοι έναν υπνάκο καλή ώρα όπως εσύ, γιατί αλλιώς τι νόημα έχει να κλείσετε το σπίτι;
Ακράδαντο επιχείρημα, μη μου πείτε! Και απολύτως λογικό στη συλλογιστική του ονείρου.
Οπότε ορίζουμε δεύτερο ραντεβού για να κουβαληθούν κι οι υπόλοιποι.
Τη συμφωνημένη μέρα και ώρα, ο Κορτώ μ' ενημερώνει πως του έτυχε μια δουλειά και άφησε το κλειδί σε κάποιον να μας το δώσει και θα ερχόταν κι εκείνος λίγο μετά.
Πάμε λοιπόν η αγία τριάς, και ο Δ. με τον Τσίκο αγκαλιά ενθουσιάζονται αμφότεροι, ο Δ. ονειρεύεται πού θα στήσει το σούπερ ντούπερ γραφείο του και πιο παράθυρο του δίνει το καλύτερο φως για να φτιάχνει γραφιστικά αριστουργήματα διότι τι σκατά Αρτ Νταϊρέκτορ είναι, ο Τσίκος τρεχοβολάει χωρίς να φοβάται ΚΑΙ τη σκιά του, κι εγώ με το χαμόγελο μακαριότητας στα χείλη απολαμβάνω τη στιγμή.
Λίγο μετά, ανακαλύπτει ο Δ. ένα υπέροχο κρεβάτι, στρωμένο με λινά σεντόνια και γεμάτο αφράτες μαξιλάρες και απλώνεται φαρδύς πλατύς να το δοκιμάσει.
Πάω κι εγώ και γέρνω πλάι του, ενώ ο Τσίκος χωρίς να χάσει ευκαιρία, χώθηκε ανάμεσά μας, και ναι, το μαντέψατε, ρίξαμε κι οι τρεις τον ύπνο του δικαίου.
Όταν μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, ακούω μια πόρτα ν' ανοίγει και τον Κορτώ να λέει: Μα τι ωραία εικόνα.. Τύφλα να 'χουν οι Τσαρουχικοί άγγελοι.
Συλλογίζομαι λίγο πριν ξυπνήσω, ότι προφανώς δεν εννοεί εμένα γιατί περισσότερο αγγελούδι του Tiziano θα με έλεγες, και ο Δ. όση γοητεία κι αν διαθέτει, Τσαρουχικό άγγελο δεν τον κάνεις με τίποτα.
Άρα για τον Τσίκο μιλάει ο Κορτώ. Ε, λογικό, τέτοιες ματάρες τεράστιες κι ελαφρώς θλιμμένες και τέτοια λυγερή κορμοστασιά μόνο ο Τσίκος μας διαθέτει.
Ανοίγω το δεξί μάτι, χαιρετώ τον Κορτώ, σκουντάω με τρόπο τον Δ. και σπρώχνω τον Τσίκο ο οποίος τεντώνεται μακαρίως, και ο Κορτώ ξεστομίζει τη μαγική ατάκα:
Λοιπόν παιδιά, το σπίτι σας το αφήνω δωρεάν.
Και φυσικά εκεί πάνω ξύπνησα, γιατί ο Τσίκος θεώρησε καλό να ξαναπηδήξει πάνω στο στομάχι μου για να επιστρέψει στο σαλόνι, κι εγώ βρέθηκα αλαφιασμένη με το βιβλίο του Κορτώ να μου φεύγει απ' το χέρι και να προσγειώνεται στο κεφάλι μου.
Ήταν δε τέτοια η σύγχισή μου που χάσαμε το ωραίο, καινούριο, τζάμπα σπίτι, που σηκώθηκα και τσάκισα κάτι ψόφια ποπ κορν με γεύση μπάρμπεκιου. Μεγάλη αηδία, μην τα πάρετε θα κλαίτε τα λεφτά σας.
Αντί αυτού, πάτε να πάρετε οπωσδήποτε τον Άνθρωπο που έτρωγε πολλά, και για ό,τι κουλό δείτε επίσης στον ύπνο σας μετά, μπορείτε να αναφωνήσετε μετ' εμού:
Κορτώ, φίλτατε, εσύ φταις για όλα!
Παρασκευή, Ιουλίου 27, 2012
Νύχτες του Αυγούστου
Όταν ζούσα ακόμη στο πατρικό μου, στο Βόλο, στα χρόνια της εφηβείας μου, πολλές φορές τα καλοκαιρινά βράδυα, όταν η γειτονιά ησύχαζε από τις φωνές των παιδιών που έπαιζαν στο δρόμο, από τις κουβέντες, τα γέλια ή τους καβγάδες των μεγάλων και τα περισσότερα σπίτια έκλειναν τα φώτα τους και οι κάτοικοί τους παραδίνονταν στις αγκάλες του Μορφέα, εγώ έβγαινα νυχοπατώντας κι ανέβαινα στην ταράτσα.
Πατούσα προσεχτικά για να μην τρίξουν τα παλιά κεραμίδια και λαχταρήσω τους γονείς μου που κοιμόντουσαν από κάτω -όχι για φόβο κλεφτών και εισβολέων. Τότε δεν κλειδώναμε ούτε την εξώπορτα του σπιτιού. Κάμποσοι γείτονες έστηναν ράντζα και κοιμόντουσαν στις αυλές τους κάτω απ' τις κληματαριές το καλοκαίρι για να 'χουνε δροσιά.
Εγώ όμως, σαν τη γάτα, σκαρφάλωνα και καθόμουν στα κεραμίδια.
Η κάψα του ήλιου στη διάρκεια της μέρας τα πύρωνε κι ακόμα και μέσα στα μισά της νύχτας ανάδιδαν θέρμη, που την ένιωθα να διαπερνά το κορμί μου κάτω απ' τα ρούχα.
Καθόμουν λοιπόν εκεί, άλλοτε μόνη, κι άλλοτε συντροφιά με όποιο γατί είχαμε στο σπίτι εκείνο τον καιρό. Συχνότερα μόνη, αφού οι γάτες μας είχαν καλύτερα πράγματα στο νού τους απ' το να μου κρατούν συντροφιά στα κεραμίδια τις αυγουστιάτικες νύχτες.
Αφουγκραζόμουν μες την ησυχία τους θορύβους της νύχτας. Κάποιο σκυλί που γάβγιζε πού και πού, την εξάτμιση μιας μηχανής που ακουγόταν καθώς ξεμάκραινε, τα τζιτζίκια σκαρφαλωμένα στο δέντρο της αυλής μας. Κι ύστερα ξάπλωνα πάνω στα ζεστά κεραμίδια και χάζευα τ' αστέρια και το φεγγάρι. Και μύριζα τη θαλασσινή ευωδιά που κάποιες φορές έφερνε η νυχτερινή αύρα. Κι όταν ακόμα δεν συνέβαινε αυτό, εγώ τουλάχιστον φανταζόμουν πως τη μύριζα ούτως ή άλλως.
Ξαπλωμένη εκεί, μόνη μες τη νύχτα σε μια γειτονιά που κοιμόταν, ξεφόρτωνα από μέσα μου τα άγχη που μπορεί να κουβαλάει μια εφηβική ψυχή. Δεν φοβόμουν. Ποτέ δε φοβήθηκα. Ούτε και ποτέ επιθύμησα να είχα άλλη παρέα απ' το φεγγάρι και τη γάτα μου όταν μου έκανε την τιμή να μείνει για λίγο κοντά μου. Η μοναξιά εκείνη μ' ανακούφιζε βαθιά. Το πατρικό μου στη διάρκεια της μέρας ήταν μονίμως γεμάτο κόσμο, φωνές, κίνηση, ανθρώπους που μπαινόβγαιναν χωρίς να παίρνουν πρώτα τηλέφωνο, και φορές χωρίς καν να χτυπούν την πόρτα.
Την είχα ανάγκη εκείνη τη μοναξιά, τη σιγή και την ηρεμία.
Όσα μ' απασχολούσαν, όσα με πλήγωναν, όσα με φόβιζαν, γλυστρούσαν σιγά-σιγά από πάνω μου, κυλούσαν πάνω στα ζεστά κεραμίδια και διαλύονταν στο φεγγαρόφωτο. Παράπονα, δάκρυα, σκέψεις, μελαγχολίες, ερωτικά καυγαδάκια, τσακωμοί στο σπίτι, άγχη, μοναξιές.
Πού και πού αναρωτιόμουν αν εκείνη την ώρα υπήρχε σε κάποια άλλη ταράτσα, σε κάποια άλλα κεραμίδια, σκαρφαλωμένη κάποια άλλη κοπέλα ή κάποιο αγόρι, που κοιτούσε το ίδιο στερέωμα και το ίδιο φεγγάρι κι άφηνε τις σκέψεις του να κυλούν μες τη μαγεία της νύχτας. Αναρωτιόμουν τι να σκεφτόταν αυτό το άλλο άτομο, αν είχε τα ίδια -ανυπέρβλητα φυσικά- προβλήματα με τα δικά μου, τους ίδιους φόβους, τις ίδιες ελπίδες, αν έκανε παρόμοια όνειρα, και πώς ένιωθε.
Όταν ήμουν πολύ σκασμένη, σκεφτόμουν πως το φως του φεγγαριού διαπερνούσε τους πόρους του κορμιού μου και καθάριζε το μυαλό και την ψυχή μου. Όπως νιώθει κανείς όταν κάνει ηλιοθεραπεία και το ζεστό χάδι του ήλιου διαπερνά το κορμί του και φέρνει μια γλυκιά ανατριχίλια και σταδιακά τη χαλάρωση. Το ασημένιο φως του φεγγαριού ήταν ο δικός μου, βραδυνός ήλιος. Κι όλα σιγά-σιγά γαλήνευαν. Κι εγώ μαζί.
Καμιά φορά, ξυπνούσε η μητέρα μου κι όταν αντιλαμβανόταν ότι δεν ήμουν στο σπίτι, έβγαινε στην αυλή και φώναζε σιγανά το όνομά μου.
-Τι κάνεις παιδί μου πάνω στα κεραμίδια σαν τη γάτα νυχτιάτικα;
-Κάθομαι.
-Τι θα πει κάθεσαι παιδάκι μου; Μόνη σου μες τα σκοτάδια; Κατέβα να κοιμηθείς.
-Άσε με ρε μάνα, δε νυστάζω. Θα κατέβω σε λίγο.
Κουνούσε το κεφάλι της κι έμπαινε πάλι μέσα. Ακόμα και αν επέμενε, δε θα μπορούσα να της εξηγήσω τι έκανα σκαρφαλωμένη στα κεραμίδια.
Τις προάλλες, μιλούσα μ' έναν παλιό μου φίλο στο τηλέφωνο και με ρώτησε τι μου λείπει περισσότερο στην Αθήνα. Η θάλασσα ίσως; υπέθεσε ξέροντας πόσο στ' αλήθεια πολύ μου λείπει.
Όχι, του απάντησα. Αυτό που μου λείπει περισσότερο στην Αθήνα, είναι τα κεραμίδια. Κι όπως τη μάνα μου, χρόνια πριν, έτσι κι εκείνον τον άφησα ν' αναρωτιέται.
Τρίτη, Ιουλίου 17, 2012
Για τη Μαρία, την tweety των μπλογκς.
Η Μαρία είναι μόλις 25 χρονών αλλά αγωνίζεται να ζήσει.
Χρειάζεται τη βοήθεια μας.
Αντιμέτωπη με ένα τεράστιο τέρας, όπως η ίδια λέει, δίνει
καθημερινά αγώνα, αφού παλεύει με μια σπάνια μορφή καρκίνου. Δε χάνει το
χαμόγελο της, δε χάνει το κέφι της για ζωή. Όπως κάθε κορίτσι στην
ηλικία της ονειρεύεται τη ζωή που έχει μπροστά της. Δεν τα παρατάει,
είναι πολεμίστρια.
Ο πόνος είναι δυστυχώς η καθημερινή
συντροφιά της. Όπως έγραψε στο μπλογκ της, έφτασε στο τελικό στάδιο του
πόνου, όπου οι γιατροί της έδωσαν το πράσινο φως για καθημερινή χρήση
της μορφίνης. Δυστυχώς, αν και αυτό βελτιώνει όσο γίνεται την καθημερινότητά της, μειώνει το προσδόκιμο της ζωής της.
Η Μαρία Δημητρίου πάσχει από τη νόσο του Μπεχτσέτ. (Neuro-behcet's disease), μια σπάνια, εκφυλιστική, αυτοάνοση ασθένεια που εμφανίζεται περίπου σε κάθε 15 ανθρώπους ανά 100.000.
H Μαρία έχει επιληπτικές κρίσεις, αναιμία, ρευματοειδή αρθρίτιδα, σκλήρυνση κατά πλάκας και τη νόσο του Crohn. Εκτός από την πλήρη απώλεια όρασης στο αριστερό μάτι, η Μαρία έχει και μειωμένη όραση στο δεξί μάτι, μερική απώλεια ακοής, μειωμένη γεύση και οσμή, μειωμένη ούρηση, υδρονέφρωση, ταχυκαρδίες, χρόνια εγκεφαλίτιδα.
Έχει εξεταστεί από γιατρούς σε Ελλάδα, Αγγλία και ΗΠΑ, χωρίς να δει σημαντική βελτίωση. Έχει κάνει πολλές παρακεντήσεις, τοποθέτησε δύο φορές βαλβίδα στον εγκέφαλο για να αποσυμπιέζεται, της αφαίρεσαν δύο όγκους από τον εγκέφαλο και πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Παρά τα προβλήματα όμως, κατάφερε και πήρε πτυχίο Ψυχολογίας από το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, φιλοδοξώντας μελλοντικά να προχωρήσει και σε μεταπτυχιακές σπουδές.
Οι επιλογές της
αυτή τη στιγμή είναι περιορισμένες. Οι γιατροί λένε ότι για να τα
καταφέρει, πρέπει να μεταβεί το συντομότερο δυνατόν στην
κλινική Mayo, στις ΗΠΑ, η οποία ειδικεύεται στις σπάνιες παθήσεις. Εκεί υπάρχουν ελπίδες να
τη βοηθήσουν να έχει μια σταθερότητα και μια ποιότητα στη ζωή της, που
τόσο χρειάζεται.
Η Μαρία ξέρει πως οι σκέψεις μας είναι μαζί
της. Τώρα ας μάθει πως έχει και την έμπρακτη βοήθειά μας. Το κόστος της
μετάβασης στην Αμερική είναι τεράστιο και δυσβάστακτο για αυτή και την
οικογένεια της. Ας ενισχύσουμε αυτή την οικογένεια οικονομικά,
καταθέτοντας χρήματα σε αυτούς τους λογαριασμούς:
- Αριθμός Λογαριασμού από τράπεζα Κυπρου κατάθεσης μέσω ONE BANK (κατάθεση χωρίς χρέωση): 0107 – 00 – 021363 – 00
Ισχύει για Κύπρο και Ελλάδα, στο όνομα Μαρία Δημητρίου
- Λογαριασμός Τράπεζας Κύπρου για κατάθεση και από οποιαδήποτε άλλη τράπεζα, εφόσον δεν μπορείτε στην ίδια, με μικρή χρέωση:
- Ελληνική Τράπεζα: CY43005001120001121054591900 – SWIFT NUMBER: HEBACY2N
Όποιος νιώθει ότι θέλει να επικοινωνήσει με τη Μαρία μπορεί να το κάνει στο email: mariademetriou@ymail.com
To μπλογκ της είναι http://mariatweety.blogspot.com/
Σημείωση δική μου:
Μεταφέρω το παραπάνω αφού διάβασα την απεγνωσμένη έκκληση της οικογένειάς της για βοήθεια. Η Μαρία αυτή τη στιγμή δεν είναι καθόλου καλά. Πονάει και υποφέρει.
Δεν χρειάζεται να αφήσετε σχόλια σ' αυτό το ποστ.
Όσοι θέλουν και μπορούν να βοηθήσουν μέσα στις δύσκολες καταστάσεις που όλοι περνάμε, έχει καλώς. Για όσους καλοθελητές βιαστούν να χαρακτηρίσουν μούφα την περίπτωση της Μαρίας (έχουν ήδη βρεθεί κάμποσοι, κι έχω και πικρή προσωπική πείρα), θα πω το εξής: Μην πιστέψετε τη δική μου ανάρτηση, ούτε και το μπλογκ της Μαρίας, ούτε και τη σελίδα της στο Facebook. Όσοι αμφιβάλλετε, ψάξτε μόνοι σας στο διαδίκτυο για το κατά πόσο ισχύουν τα όσα αναφέρω. Βρείτε τις ανακοινώσεις του Τύπου, τις συνεντεύξεις, τις αναδημοσιεύσεις, κι από εκεί και πέρα πράξτε κατά συνείδηση.
Καλή βδομάδα σε όλους.
Σάλτσα Ναπολιτάνα
Καμιά φορά, βρίσκεσαι να συζητάς στο κινητό τα εσώψυχά σου, όντας μέσα σε ένα σούπερ μάρκετ, μπροστά στο ράφι με τα ζυμαρικά, κρατώντας στ...
-
UPDATE Το συγκεκριμένο θέμα έχει ανανεωθεί με καινούριο ποστ εδώ , όπου δίνω νέες πληροφορίες για τους τρόπους παρασκευής χειροποίητου σαπου...
-
... μια λευκή κόλλα χαρτί, γιατί είσαι ο μόνος που μπορεί τη σιωπή μου να διαβάζει. Τι πρέπει να 'χει συμβεί στ' αθέατα για ανθρ...
-
Περίπου πριν τριάμιση - τέσσερα χρόνια, βρέθηκα με μια παλιά μου φίλη σε ένα σεμινάριο-επίδειξη Rejuvance (aka fingertip lift), απο την κα ...































