Παρασκευή, Ιουλίου 27, 2012
Νύχτες του Αυγούστου
Όταν ζούσα ακόμη στο πατρικό μου, στο Βόλο, στα χρόνια της εφηβείας μου, πολλές φορές τα καλοκαιρινά βράδυα, όταν η γειτονιά ησύχαζε από τις φωνές των παιδιών που έπαιζαν στο δρόμο, από τις κουβέντες, τα γέλια ή τους καβγάδες των μεγάλων και τα περισσότερα σπίτια έκλειναν τα φώτα τους και οι κάτοικοί τους παραδίνονταν στις αγκάλες του Μορφέα, εγώ έβγαινα νυχοπατώντας κι ανέβαινα στην ταράτσα.
Πατούσα προσεχτικά για να μην τρίξουν τα παλιά κεραμίδια και λαχταρήσω τους γονείς μου που κοιμόντουσαν από κάτω -όχι για φόβο κλεφτών και εισβολέων. Τότε δεν κλειδώναμε ούτε την εξώπορτα του σπιτιού. Κάμποσοι γείτονες έστηναν ράντζα και κοιμόντουσαν στις αυλές τους κάτω απ' τις κληματαριές το καλοκαίρι για να 'χουνε δροσιά.
Εγώ όμως, σαν τη γάτα, σκαρφάλωνα και καθόμουν στα κεραμίδια.
Η κάψα του ήλιου στη διάρκεια της μέρας τα πύρωνε κι ακόμα και μέσα στα μισά της νύχτας ανάδιδαν θέρμη, που την ένιωθα να διαπερνά το κορμί μου κάτω απ' τα ρούχα.
Καθόμουν λοιπόν εκεί, άλλοτε μόνη, κι άλλοτε συντροφιά με όποιο γατί είχαμε στο σπίτι εκείνο τον καιρό. Συχνότερα μόνη, αφού οι γάτες μας είχαν καλύτερα πράγματα στο νού τους απ' το να μου κρατούν συντροφιά στα κεραμίδια τις αυγουστιάτικες νύχτες.
Αφουγκραζόμουν μες την ησυχία τους θορύβους της νύχτας. Κάποιο σκυλί που γάβγιζε πού και πού, την εξάτμιση μιας μηχανής που ακουγόταν καθώς ξεμάκραινε, τα τζιτζίκια σκαρφαλωμένα στο δέντρο της αυλής μας. Κι ύστερα ξάπλωνα πάνω στα ζεστά κεραμίδια και χάζευα τ' αστέρια και το φεγγάρι. Και μύριζα τη θαλασσινή ευωδιά που κάποιες φορές έφερνε η νυχτερινή αύρα. Κι όταν ακόμα δεν συνέβαινε αυτό, εγώ τουλάχιστον φανταζόμουν πως τη μύριζα ούτως ή άλλως.
Ξαπλωμένη εκεί, μόνη μες τη νύχτα σε μια γειτονιά που κοιμόταν, ξεφόρτωνα από μέσα μου τα άγχη που μπορεί να κουβαλάει μια εφηβική ψυχή. Δεν φοβόμουν. Ποτέ δε φοβήθηκα. Ούτε και ποτέ επιθύμησα να είχα άλλη παρέα απ' το φεγγάρι και τη γάτα μου όταν μου έκανε την τιμή να μείνει για λίγο κοντά μου. Η μοναξιά εκείνη μ' ανακούφιζε βαθιά. Το πατρικό μου στη διάρκεια της μέρας ήταν μονίμως γεμάτο κόσμο, φωνές, κίνηση, ανθρώπους που μπαινόβγαιναν χωρίς να παίρνουν πρώτα τηλέφωνο, και φορές χωρίς καν να χτυπούν την πόρτα.
Την είχα ανάγκη εκείνη τη μοναξιά, τη σιγή και την ηρεμία.
Όσα μ' απασχολούσαν, όσα με πλήγωναν, όσα με φόβιζαν, γλυστρούσαν σιγά-σιγά από πάνω μου, κυλούσαν πάνω στα ζεστά κεραμίδια και διαλύονταν στο φεγγαρόφωτο. Παράπονα, δάκρυα, σκέψεις, μελαγχολίες, ερωτικά καυγαδάκια, τσακωμοί στο σπίτι, άγχη, μοναξιές.
Πού και πού αναρωτιόμουν αν εκείνη την ώρα υπήρχε σε κάποια άλλη ταράτσα, σε κάποια άλλα κεραμίδια, σκαρφαλωμένη κάποια άλλη κοπέλα ή κάποιο αγόρι, που κοιτούσε το ίδιο στερέωμα και το ίδιο φεγγάρι κι άφηνε τις σκέψεις του να κυλούν μες τη μαγεία της νύχτας. Αναρωτιόμουν τι να σκεφτόταν αυτό το άλλο άτομο, αν είχε τα ίδια -ανυπέρβλητα φυσικά- προβλήματα με τα δικά μου, τους ίδιους φόβους, τις ίδιες ελπίδες, αν έκανε παρόμοια όνειρα, και πώς ένιωθε.
Όταν ήμουν πολύ σκασμένη, σκεφτόμουν πως το φως του φεγγαριού διαπερνούσε τους πόρους του κορμιού μου και καθάριζε το μυαλό και την ψυχή μου. Όπως νιώθει κανείς όταν κάνει ηλιοθεραπεία και το ζεστό χάδι του ήλιου διαπερνά το κορμί του και φέρνει μια γλυκιά ανατριχίλια και σταδιακά τη χαλάρωση. Το ασημένιο φως του φεγγαριού ήταν ο δικός μου, βραδυνός ήλιος. Κι όλα σιγά-σιγά γαλήνευαν. Κι εγώ μαζί.
Καμιά φορά, ξυπνούσε η μητέρα μου κι όταν αντιλαμβανόταν ότι δεν ήμουν στο σπίτι, έβγαινε στην αυλή και φώναζε σιγανά το όνομά μου.
-Τι κάνεις παιδί μου πάνω στα κεραμίδια σαν τη γάτα νυχτιάτικα;
-Κάθομαι.
-Τι θα πει κάθεσαι παιδάκι μου; Μόνη σου μες τα σκοτάδια; Κατέβα να κοιμηθείς.
-Άσε με ρε μάνα, δε νυστάζω. Θα κατέβω σε λίγο.
Κουνούσε το κεφάλι της κι έμπαινε πάλι μέσα. Ακόμα και αν επέμενε, δε θα μπορούσα να της εξηγήσω τι έκανα σκαρφαλωμένη στα κεραμίδια.
Τις προάλλες, μιλούσα μ' έναν παλιό μου φίλο στο τηλέφωνο και με ρώτησε τι μου λείπει περισσότερο στην Αθήνα. Η θάλασσα ίσως; υπέθεσε ξέροντας πόσο στ' αλήθεια πολύ μου λείπει.
Όχι, του απάντησα. Αυτό που μου λείπει περισσότερο στην Αθήνα, είναι τα κεραμίδια. Κι όπως τη μάνα μου, χρόνια πριν, έτσι κι εκείνον τον άφησα ν' αναρωτιέται.
Τρίτη, Ιουλίου 17, 2012
Για τη Μαρία, την tweety των μπλογκς.
Η Μαρία είναι μόλις 25 χρονών αλλά αγωνίζεται να ζήσει.
Χρειάζεται τη βοήθεια μας.
Αντιμέτωπη με ένα τεράστιο τέρας, όπως η ίδια λέει, δίνει
καθημερινά αγώνα, αφού παλεύει με μια σπάνια μορφή καρκίνου. Δε χάνει το
χαμόγελο της, δε χάνει το κέφι της για ζωή. Όπως κάθε κορίτσι στην
ηλικία της ονειρεύεται τη ζωή που έχει μπροστά της. Δεν τα παρατάει,
είναι πολεμίστρια.
Ο πόνος είναι δυστυχώς η καθημερινή
συντροφιά της. Όπως έγραψε στο μπλογκ της, έφτασε στο τελικό στάδιο του
πόνου, όπου οι γιατροί της έδωσαν το πράσινο φως για καθημερινή χρήση
της μορφίνης. Δυστυχώς, αν και αυτό βελτιώνει όσο γίνεται την καθημερινότητά της, μειώνει το προσδόκιμο της ζωής της.
Η Μαρία Δημητρίου πάσχει από τη νόσο του Μπεχτσέτ. (Neuro-behcet's disease), μια σπάνια, εκφυλιστική, αυτοάνοση ασθένεια που εμφανίζεται περίπου σε κάθε 15 ανθρώπους ανά 100.000.
H Μαρία έχει επιληπτικές κρίσεις, αναιμία, ρευματοειδή αρθρίτιδα, σκλήρυνση κατά πλάκας και τη νόσο του Crohn. Εκτός από την πλήρη απώλεια όρασης στο αριστερό μάτι, η Μαρία έχει και μειωμένη όραση στο δεξί μάτι, μερική απώλεια ακοής, μειωμένη γεύση και οσμή, μειωμένη ούρηση, υδρονέφρωση, ταχυκαρδίες, χρόνια εγκεφαλίτιδα.
Έχει εξεταστεί από γιατρούς σε Ελλάδα, Αγγλία και ΗΠΑ, χωρίς να δει σημαντική βελτίωση. Έχει κάνει πολλές παρακεντήσεις, τοποθέτησε δύο φορές βαλβίδα στον εγκέφαλο για να αποσυμπιέζεται, της αφαίρεσαν δύο όγκους από τον εγκέφαλο και πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Παρά τα προβλήματα όμως, κατάφερε και πήρε πτυχίο Ψυχολογίας από το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, φιλοδοξώντας μελλοντικά να προχωρήσει και σε μεταπτυχιακές σπουδές.
Οι επιλογές της
αυτή τη στιγμή είναι περιορισμένες. Οι γιατροί λένε ότι για να τα
καταφέρει, πρέπει να μεταβεί το συντομότερο δυνατόν στην
κλινική Mayo, στις ΗΠΑ, η οποία ειδικεύεται στις σπάνιες παθήσεις. Εκεί υπάρχουν ελπίδες να
τη βοηθήσουν να έχει μια σταθερότητα και μια ποιότητα στη ζωή της, που
τόσο χρειάζεται.
Η Μαρία ξέρει πως οι σκέψεις μας είναι μαζί
της. Τώρα ας μάθει πως έχει και την έμπρακτη βοήθειά μας. Το κόστος της
μετάβασης στην Αμερική είναι τεράστιο και δυσβάστακτο για αυτή και την
οικογένεια της. Ας ενισχύσουμε αυτή την οικογένεια οικονομικά,
καταθέτοντας χρήματα σε αυτούς τους λογαριασμούς:
- Αριθμός Λογαριασμού από τράπεζα Κυπρου κατάθεσης μέσω ONE BANK (κατάθεση χωρίς χρέωση): 0107 – 00 – 021363 – 00
Ισχύει για Κύπρο και Ελλάδα, στο όνομα Μαρία Δημητρίου
- Λογαριασμός Τράπεζας Κύπρου για κατάθεση και από οποιαδήποτε άλλη τράπεζα, εφόσον δεν μπορείτε στην ίδια, με μικρή χρέωση:
IBAN: CY65 0020 0107 0000 0000 0213 6300 – Swift
number (code BIC) – BCYPCY2N
Ισχύει για Κύπρο και Ελλάδα στο όνομα Maria Demetriou (χρειάζονται οι λατινικοί χαρακτήρες)
- Ελληνική Τράπεζα: CY43005001120001121054591900 – SWIFT NUMBER: HEBACY2N
Όποιος νιώθει ότι θέλει να επικοινωνήσει με τη Μαρία μπορεί να το κάνει στο email: mariademetriou@ymail.com
To μπλογκ της είναι http://mariatweety.blogspot.com/
Σημείωση δική μου:
Μεταφέρω το παραπάνω αφού διάβασα την απεγνωσμένη έκκληση της οικογένειάς της για βοήθεια. Η Μαρία αυτή τη στιγμή δεν είναι καθόλου καλά. Πονάει και υποφέρει.
Δεν χρειάζεται να αφήσετε σχόλια σ' αυτό το ποστ.
Όσοι θέλουν και μπορούν να βοηθήσουν μέσα στις δύσκολες καταστάσεις που όλοι περνάμε, έχει καλώς. Για όσους καλοθελητές βιαστούν να χαρακτηρίσουν μούφα την περίπτωση της Μαρίας (έχουν ήδη βρεθεί κάμποσοι, κι έχω και πικρή προσωπική πείρα), θα πω το εξής: Μην πιστέψετε τη δική μου ανάρτηση, ούτε και το μπλογκ της Μαρίας, ούτε και τη σελίδα της στο Facebook. Όσοι αμφιβάλλετε, ψάξτε μόνοι σας στο διαδίκτυο για το κατά πόσο ισχύουν τα όσα αναφέρω. Βρείτε τις ανακοινώσεις του Τύπου, τις συνεντεύξεις, τις αναδημοσιεύσεις, κι από εκεί και πέρα πράξτε κατά συνείδηση.
Καλή βδομάδα σε όλους.
Πέμπτη, Ιουλίου 05, 2012
Διάλειμμα για διαφημίσεις
Τα χειροποίητα σαπούνια μου απέκτησαν επιτέλους το δικό τους σπίτι.
Μόλις μπήκαμε βέβαια στο καινούριο σπιτικό, οπότε και σιγά - σιγά θα το διακοσμήσουμε, θα του περάσουμε χρωματάκια, φωτογραφίες, θ' ανοίξουμε παράθυρα με θέα, θα κάνουμε γενικώς τα δέοντα.
Για την ώρα όμως, με μεγάλη μου χαρά σας παρουσιάζω την Καλλιστώ, το αγαπημένο μου "παιδί", δημιουργημένο απ' τα χεράκια μου.
Κοπιάστε να το καμαρώσετε κι εσείς (είπε η κουκουβαγιομάνα) και κατεβάστε τον κατάλογο.
Περιμένω γνώμες και κριτικές, πείτε μου ποια σας άρεσαν, ποια λιγότερο, γενικώς δώστε σχόλια στο δημιουργό :)
Τετάρτη, Ιουνίου 13, 2012
Ποτέ μη λες ποτέ (μέρος δεύτερο)
Έλεγα λοιπόν, ότι εγώ έβλεπα τις πελάτισσές της, κι από μέσα μου τραγούδαγα τη "Μοδίστρα" της Ρένας Βλαχοπούλου. Όχι ότι είχα και μεγάλο άδικο! Γκρινιάρες και παρανοϊκά απαιτητικές οι περισσότερες. Σου 'ρχοταν η άλλη μ' ένα βυζί τρία στρέμματα και μια περιφέρεια κυβικών Πελοππονήσου, κι ήθελε να της ράψεις κολλητό το φόρεμα για να την κόβει. Κι η αδύνατη που ήταν πλάκα μπρος και πλάκα πίσω, ήθελε να έχει χάρη το ρούχο, γιατί νόμιζε ότι έτσι θα τονιστούν οι, ανύπαρκτες, καμπύλες της.
Και καλά οι παραλογισμοί τους και το ότι είχαν άποψη και για το πώς πρέπει να ραφτεί το ρούχο, κάτι τέτοιο είναι μάλλον αναμενόμενο σ' αυτό το επάγγελμα. Αλλά εκεί που έπρεπε να σ' έχω από μια πλευρά, ήταν στα παζάρια την ώρα της πληρωμής. Και κόψε κάτι, και πολλά ζητάς, και άμα πάω στην παρακάτω μου ζητάει ένα πεντακοσάρικο λιγότερο, και σιγά μωρέ, ένα φορεματάκι εκεί δα ράψαμε, δεν φτιάξαμε παλτό!
Σε μια τέτοια ωραία φάση λοιπόν, ήρθε κάποια χριστιανή -ούτε και θυμάμαι πλέον ποιά ήταν, κι άρχισε τη γκρίνια για το τελειωμένο πλέον ρούχο: δεν έκανε έτσι, δεν έκανε αλλιώς, δεν έστρωνε δεξιά, τράβαγε αριστερά, τσίτωνε παραπέρα... Άκουγα εγώ από το μέσα δωμάτιο και φόρτωνα. Γιατί ήξερα πού το πήγαινε.Το ρούχο μια χαρά ήταν. Την αμοιβή ήθελε να κόψει.
Κι όταν μπήκε πια στο προκείμενο κι άρχισε τα παζάρια, όσο εγώ αντιλαμβανόμουν ότι η μάνα μου συνδιαλλεγόταν μαζί της σε τόνο ήπιο και ήρεμο, τόσο μου ανέβαιναν τα κατσίκια στο κεφάλι. Μέχρι που σε κάποια στιγμή είδα κόκκινα, πετάχτηκα σαν τον κομήτη, και όρμησα μέσα στο δωμάτιο να της τα πω καμπόσα.
Γκάριξα μ' όλη τη δύναμη της φωνής μου. Το τι της έσουρα δεν το θυμάμαι, αλλά κάποια στιγμή πήρα το ρούχο της και της το πέταξα στη μούρη. Φρουμάζοντας σαν άλογο, κατέληξα σε κάτι του τύπου άμα θες φτηνά κυρά μου, να πας να πάρεις απ' τα έτοιμα. Δε θα την πεθάνεις εσύ τη μάνα μου. Πάρτο το κουρέλι σου και μην ξαναπατήσεις το πόδι σου άμα δε σ' αρέσει και τα λεφτά σου δεν τα θέλουμε.
Η μάνα μου η κακομοίρα είχε καταπιεί τη γλώσσα της.
Το πώς έφυγε η πελάτισσα είναι μια άλλη ιστορία, πάντως έφυγε κακήν-κακώς. Το ότι γλίτωσε και καμιά μπούφλα ήταν θαύμα. Πάντως ξέρω ότι τα λεφτά τα πήρε η μάνα μου, και η πελάτισσα συνέχισε να έρχεται τακτικότατα. Παζάρια δε, δεν έκανε ποτέ ξανά. Κι εμένα με καλημέριζε πάντα στο δρόμο μες το μέλι και την ευγένεια.Αμ, κι ο Άγιος φοβέρα θέλει, παλιομουρλέγκω, έλεγα εγώ από μέσα μου κάθε φορά που την συναπαντούσα στο δρόμο.
Μ' αυτά και με τα άλλα, πού ν' ακούσω εγώ για ράψιμο.
Το μόνο που καταδεχόμουν να κάνω ήταν να βγάζω πατρόν για τη μάνα μου, από τα γερμανικά Burda της εποχής, τα οποία δεν ήταν καν μεταφρασμένα στα ελληνικά τότε. Γιατί ενώ στη μάνα μου φαινόταν μπελαλίδικο, εμένα μου έκανε κέφι. Κατά τα άλλα δεν έμαθα ποτέ να ράβω ούτε ένα στρίφωμα που έλεγε κι η κυρία Βικτωρία. Καημό το είχε. Με παρακάλαγε επί χρόνια σαν το Χριστό.
Τίποτα εγώ, μουλάρι κανονικό.
Αλλά είχα τα δίκια μου. Πέραν του ότι οι πελάτισσες μου άναβαν τα λαμπάκια, είχα πάντα και το παράπονο ότι ποτέ δεν προλάβαινε η μάνα μου να μου ράψει όσα ρούχα ήθελα. Κατά το "του τσαγκάρη το παιδί δεν αποχτάει παπούτσια". Όχι ότι δεν μου έραβε. Αλλά όποτε μπορούσε και προλάβαινε. Για να μην πω και για τους τσακωμούς κάθε φορά που τελικά μου έραβε κάτι.
Πρώτων εγώ δεν άντεχα με τίποτα τις πρόβες. Καλύτερα να μ' έβαζες να τρέξω μαραθώνιο, απ' το να κάτσω ακίνητη για όση ώρα διαρκούσε η πρόβα. Δε γινόταν ρε παιδί μου, μ' έτρωγαν τα χέρια μου, στριφογυρνούσα, χτυπούσα το πόδι σαν νευρόσπαστο... Άσε, άσε, εφηβεία παιδί μου!
Κι μονίμως να γκρινιάζω για το ίδιο θέμα:
-Ρε μάνα, πιο στενό σου λέω, σαν ράσο είναι τούτο!
-Έλα παππού μου να σου δείξω τ' αμπελοχώραφά σου! τι θες να το κάνουμε το φόρεμα, κορσέ; ν' ανοίγουν οι ραφές άμα κάθεσαι ή άμα πας ν' ανέβεις ένα σκαλί;
-Δε θ' ανέβω σκαλί χριστιανή μου, ούτε θα κάτσω, θα στέκομαι όρθια σαν το στυλιάρι, σε πειράζει εσένα; Στένεψέ το κι άλλο!
-Μα δεν στενεύει άλλο ρε παιδί μου, χάνει τη χάρη του το ρούχο!
-Σκασίλα μου εμένα για τη χάρη του. Εγώ το θέλω στενό λέμε!
Όπως και να 'χει, στα επόμενα χρόνια που έφυγα απ' το σπίτι και ζούσα μόνη μου, δεν ήταν λίγες οι φορές που αυτοφασκελώθηκα για την τότε ξεροκεφαλιά μου, ειδικά σε φάσεις που βρέθηκα να πληρώνω για οποιαδήποτε επιδιόρθωση χρειάστηκα σε ρούχο. Ειδικά μ' ένα βραδυνό φόρεμα που χρειάστηκε να κοντέψουν οι τιράντες του και μου ζήτησαν 12 ευρώ. Ήμαρτον παιδιά! Δώδεκα ευρώ για να μου μαζέψεις κυρά μου λίγο τις τιράντες; Έχε χάρη που ήταν δαντέλα το ρούχο και δεν είχα την επιτηδιότητα να το κάνω μόνη μου.
Αλλά και που γκρίνιαζα τι έβγαζα; Την ευκαιρία μου να μάθω την είχα χάσει. Η μάνα μου βρισκόταν τριακόσια τόσα χιλιόμετρα μακριά, αλλά και κοντά να την είχα, η προχωρημένη ηλικία της δεν της επέτρεπε να κάτσει να σπάει το κεφάλι της για να μάθει το στουρνάρι τα της ραπτικής. Κάθε φορά που μεταξύ σοβαρού κι αστείου στη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών τη ρωτούσα αν έφτανε ο χρόνος για να μου μάθει κάποια πράγματα, μου απαντούσε το ίδιο: Τρία χρόνια θες για να μάθεις τα βασικά.
Και φυσικά μαζευόμουν ξανά στο καβούκι μου, βρίζοντας και πάλι την ξερή μου την κεφάλα.
Μέχρι που πριν κανά δυο μήνες, μου χάρισαν μια ραπτομηχανή.
Εδώ σε θέλω φίλε μου.
Τι την κάνουν τώρα; Εγώ είχα να πιάσω ραπτομηχανή στο χέρι από την εποχή των παγετώνων. Ούτε πώς βάζουμε την κλωστή δε θυμόμουν. Και καλά μεν, οι ραπτομηχανές στα βασικά τους μοιάζουν, αλλά πανομοιότυπες δεν είναι. Την βουτάω λοιπόν παραμάσχαλα στην πρώτη επίσκεψή μου στο Βόλο και μου δείχνουν τα βασικά. Και μέχρι να γυρίσω στην Αθήνα έχω ξεχάσει τα μισά.
Άντε και την περάσαμε τη ρημαδοκλωστή, άντε και βρήκαμε το ίσιο γαζί, το καρίκωμα, άντε και καταλάβαμε και πώς περνάμε τη μασουρίστρα. Παρακάτω τι γίνεται;
Έβαζα να φτιάξω ένα ίσιο γαζί και μου 'βγαινε κυματιστό. Δοκίμαζα το καρίκωμα, και το ύφασμα έσφιγγε και γινόταν σούρες. Πήγαινα να γαζώσω μια καμπύλη και μου σπαγε η κλωστή. Για να μην πω ότι έσπασα κάμποσες βελόνες στις διάφορες προσπάθειες.
Κι άρχισαν τα τηλέφωνα στο Βόλο κάθε τρεις και λίγο: Ρε μάνα, πώς διάολο γίνεται να μου βγαίνει το γαζί από πάνω καλό κι από κάτω περαστό; Γιατί αφήνει θηλιές; Γιατί κόβεται η κλωστή; Γιατί δεν μου πατάει τα διπλόγαζα; Πώς στερεώνουμε την αρχή του γαζιού και πώς το τέλος του; Τι νούμερο βελόνα θέλει το τάδε ύφασμα; Και τι διάτανο σημαίνουν τα διαφορετικά νούμερα στο κάτω δεξιά κουμπί;
Κι επειδή η κυρία Βικτωρία λόγω πείρας κυρίως, πολλά πράγματα τα θεωρεί αυτονόητα, αλλά και γιατί επίσης εγώ δεν μπορούσα να της δώσω να καταλάβει συνήθως τι ήταν αυτό που ρωτούσα, η συννενόησή μας ήταν κάτι σαν τον πύργο της Βαβέλ.
Κομφούζιο.
Στράφηκα λοιπόν στον φωτεινό παντογνώστη, το ιντερνέτι δηλαδή.
Όπως συνήθως, ελληνικές ανάλογες ιστοσελίδες μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, κι αυτές μισές κι ανέσωτες. Άφθονες όμως στα αγγλικά. Οπότε άρχισε η μελέτη.
Εκεί να σ' έχω από μια μεριά να γελάσεις. Το τι έχω διαβάσει εδώ και τόσο καιρό δε λέγεται. Το μεγάλο το γέλιο όμως ήταν όταν έπρεπε να συννενοηθώ με τη μάνα μου για περαιτέρω εξηγήσεις. Γιατί καλά τα διάβαζα ή τα έβλεπα εγώ στα βιντεάκια, αλλά άντε να μεταφράσω στα ελληνικά τους αγγλικούς όρους. Γιατί η μοδιστρική έχει κι αυτή το δικό της λεξιλόγιο, που στ' αυτιά του άσχετου μοιάζει με ξένη γλώσσα.
Αλλά μέσα στο χαμό, ανακάλυψα και κάτι που δεν το περίμενα.
Παρότι ποτέ δεν είχα στρώσει τον κώλο μου να μάθω και να μου δείξει η μάνα μου πέντε πράγματα, όλως περιέργως είχα συγκρατήσει στο μυαλό μου ένα σωρό από την τέχνη της. Πολλά περισσότερα απ' όσα θυμόμουν, απ' όσα φανταζόμουν ότι γνώριζα.
Κι όσο έβλεπα βιντεάκια στο γιουτιούμπι κι όσο διάβαζα τιουτόριαλς και ποστς, τόσο αντιλαμβανόμουν τι συνέβαινε, και τόσο μου φαίνονταν όλα γνωστά και οικεία. Μέχρι που σε λίγο καιρό άρχισα να αντιλαμβάνομαι τα λάθη που έβλεπα, τους κακούς χειρισμούς, να θυμάμαι τους ευκολότερους τρόπους να κάνεις κάτι, να θυμάμαι κόλπα και τεχνικές.
Έτσι είπα να βάλω τις νεοαποκτημένες ή νεοαφυπνισμένες γνώσεις μου σε πράξη.
Κι εδώ έπεσε το μεγάλο γέλιο.
Γιατί βλέπεις, ο λύκος κι αν εγέρασε... Είχα ξεχάσει ότι πέρα από τη θεωρία και τις γνώσεις, η ραπτική θα έπρεπε στα λεξικά να είναι συνώνυμη με τη λέξη υ-π-ο-μ-ο-ν-ή.
Υπομονή παιδιά κι άγιος ο θεός.
Αρετή που το κατάστημα δεν τη διέθετε ποτέ σε μεγάλες δόσεις, και σίγουρα όχι σε τόσες όσες απαιτεί η τέχνη του ραψίματος. Όμως το κατάστημα διαθέτει σε μεγάλες δόσεις μουλαρίσια επιμονή και ξεροκεφαλιά.
Κι έτσι κάθησα κάτω και το πάλεψα.
Το πρώτο μου πρότζεκτ σκέφτηκα να 'ναι κάτι εύκολο, που ακόμη κι αν τα κάνω θάλασσα να μην κλαίω το ύφασμα και τον κόπο μου. Τι να φτιάξω λοιπόν; Μια τσάντα.
Πατρόν για τσάντες στο ίντερνετ υπάρχουν ένα κάρο. Στα αγγλικά όλα, αλλά ένα κάρο.
Αμ εγώ η καλή σου, δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω έτοιμο πατρόν. Ήθελα να φτιάξω μόνη μου απ' το μηδέν. Σκεφτόμουν βλέπεις ότι των αλλωνών παραήταν απλά, παραήταν παρόμοια, και σιγά στην τελική που δε θα τα καταφέρω να φτιάξω ένα πατρόν για τσάντα.
Όσο για τις συμβουλές προς αρχάριες μοδίστρες που διάβαζα, οι οποίες σου έλεγαν να ξεκινήσεις με την περιβόητη tote bag, την πιο απλή κατασκευή δηλαδή που θυμίζει τσάντα για ψώνια, τις έβλεπα ξεφυσώντας με ειρωνεία. Σιγά μην καταδεχτώ να φτιάξω κάτι τόσο απλό. Άλλωστε εγώ δεν ήμουν αρχάρια, ήξερα ήδη κάμποσα πράγματα, έστω και στη θεωρία.
Κι έτσι κάθησα κι έφτιαξα ένα σχέδιο για τσάντα. Πολύπλοκο. Με διπλό "σώμα", άλλο κομμάτι για το πάνω, άλλο για το κάτω. Και πιέτες. Και ήθελα να έχει και φερμουάρ. Σιγά μην έβαζα αυτοκόλητο ή κουμπί. Αυτά είπαμε, είναι για τις αρχάριες. Κι ήθελα το φερμουάρ επίσης να πατάει σε περιθώριο υφάσματος δικό του, και να μην είναι ραμένο πάνω στο σώμα της τσάντας. Κι ήθελα τέλος και εγκράφα για στολίδι στο πλάι.
Ε, τίποτα δεν ήθελα η γυναίκα! Βασικά πραγματάκια.
Δε θα σας περιγράψω τον πανικό και τον πανζουρλισμό που επικράτησε στο σπίτι όσο προσπαθούσα να βγάλω σε πατρόν όλα όσα είχα σχεδιάσει η κυρία ωραία και καλά. Ούτε το πόσα χαρτιά έσκισα και πέταξα, πόσα γαλλικά κατέβασα και πόσες φορές την πλήρωσε ο ταλαίπωρος ο Δ.
Πάντως γεγονός είναι ότι κάποια στιγμή το κατάφερα το πατρόν. Και κάποια άαααλη στιγμή (που απείχε κάμποσο χρονικά), κατάφερα και να ράψω την τσάντα. Την πρώτη μου τσάντα, φτιαγμένη εξ' ολοκλήρου απ' τα χεράκια μου.
Χαλάλι οι παράπλευρες απώλειες, χαλάλι ο κόπος, χαλάλι όλα.
Τη θαύμασα, την κράτησα, τη φόρεσα, και λίγες μέρες μετά... τη βαρέθηκα.
Ή για να ακριβολογώ, δεν βαρέθηκα την τσάντα, απλώς μ' έτρωγαν τα χέρια μου να περάσω στο επόμενο πρότζεκτ.
Που σιγά μην ήταν κι αυτό τσάντα. Έπρεπε να είναι ρούχο. Και δη φούστα.
Τις περιπέτειες της πρώτης μου φούστας θα σας τις εξιστορήσω σε επόμενο ποστ. Για την ώρα, θαυμάστε κόσμε, την πρώτη μου τσαντούλα.
Συνεχίζεται
Και καλά οι παραλογισμοί τους και το ότι είχαν άποψη και για το πώς πρέπει να ραφτεί το ρούχο, κάτι τέτοιο είναι μάλλον αναμενόμενο σ' αυτό το επάγγελμα. Αλλά εκεί που έπρεπε να σ' έχω από μια πλευρά, ήταν στα παζάρια την ώρα της πληρωμής. Και κόψε κάτι, και πολλά ζητάς, και άμα πάω στην παρακάτω μου ζητάει ένα πεντακοσάρικο λιγότερο, και σιγά μωρέ, ένα φορεματάκι εκεί δα ράψαμε, δεν φτιάξαμε παλτό!
Σε μια τέτοια ωραία φάση λοιπόν, ήρθε κάποια χριστιανή -ούτε και θυμάμαι πλέον ποιά ήταν, κι άρχισε τη γκρίνια για το τελειωμένο πλέον ρούχο: δεν έκανε έτσι, δεν έκανε αλλιώς, δεν έστρωνε δεξιά, τράβαγε αριστερά, τσίτωνε παραπέρα... Άκουγα εγώ από το μέσα δωμάτιο και φόρτωνα. Γιατί ήξερα πού το πήγαινε.Το ρούχο μια χαρά ήταν. Την αμοιβή ήθελε να κόψει.
Κι όταν μπήκε πια στο προκείμενο κι άρχισε τα παζάρια, όσο εγώ αντιλαμβανόμουν ότι η μάνα μου συνδιαλλεγόταν μαζί της σε τόνο ήπιο και ήρεμο, τόσο μου ανέβαιναν τα κατσίκια στο κεφάλι. Μέχρι που σε κάποια στιγμή είδα κόκκινα, πετάχτηκα σαν τον κομήτη, και όρμησα μέσα στο δωμάτιο να της τα πω καμπόσα.
Γκάριξα μ' όλη τη δύναμη της φωνής μου. Το τι της έσουρα δεν το θυμάμαι, αλλά κάποια στιγμή πήρα το ρούχο της και της το πέταξα στη μούρη. Φρουμάζοντας σαν άλογο, κατέληξα σε κάτι του τύπου άμα θες φτηνά κυρά μου, να πας να πάρεις απ' τα έτοιμα. Δε θα την πεθάνεις εσύ τη μάνα μου. Πάρτο το κουρέλι σου και μην ξαναπατήσεις το πόδι σου άμα δε σ' αρέσει και τα λεφτά σου δεν τα θέλουμε.
Η μάνα μου η κακομοίρα είχε καταπιεί τη γλώσσα της.
Το πώς έφυγε η πελάτισσα είναι μια άλλη ιστορία, πάντως έφυγε κακήν-κακώς. Το ότι γλίτωσε και καμιά μπούφλα ήταν θαύμα. Πάντως ξέρω ότι τα λεφτά τα πήρε η μάνα μου, και η πελάτισσα συνέχισε να έρχεται τακτικότατα. Παζάρια δε, δεν έκανε ποτέ ξανά. Κι εμένα με καλημέριζε πάντα στο δρόμο μες το μέλι και την ευγένεια.Αμ, κι ο Άγιος φοβέρα θέλει, παλιομουρλέγκω, έλεγα εγώ από μέσα μου κάθε φορά που την συναπαντούσα στο δρόμο.
Μ' αυτά και με τα άλλα, πού ν' ακούσω εγώ για ράψιμο.
Το μόνο που καταδεχόμουν να κάνω ήταν να βγάζω πατρόν για τη μάνα μου, από τα γερμανικά Burda της εποχής, τα οποία δεν ήταν καν μεταφρασμένα στα ελληνικά τότε. Γιατί ενώ στη μάνα μου φαινόταν μπελαλίδικο, εμένα μου έκανε κέφι. Κατά τα άλλα δεν έμαθα ποτέ να ράβω ούτε ένα στρίφωμα που έλεγε κι η κυρία Βικτωρία. Καημό το είχε. Με παρακάλαγε επί χρόνια σαν το Χριστό.
Τίποτα εγώ, μουλάρι κανονικό.
Αλλά είχα τα δίκια μου. Πέραν του ότι οι πελάτισσες μου άναβαν τα λαμπάκια, είχα πάντα και το παράπονο ότι ποτέ δεν προλάβαινε η μάνα μου να μου ράψει όσα ρούχα ήθελα. Κατά το "του τσαγκάρη το παιδί δεν αποχτάει παπούτσια". Όχι ότι δεν μου έραβε. Αλλά όποτε μπορούσε και προλάβαινε. Για να μην πω και για τους τσακωμούς κάθε φορά που τελικά μου έραβε κάτι.
Πρώτων εγώ δεν άντεχα με τίποτα τις πρόβες. Καλύτερα να μ' έβαζες να τρέξω μαραθώνιο, απ' το να κάτσω ακίνητη για όση ώρα διαρκούσε η πρόβα. Δε γινόταν ρε παιδί μου, μ' έτρωγαν τα χέρια μου, στριφογυρνούσα, χτυπούσα το πόδι σαν νευρόσπαστο... Άσε, άσε, εφηβεία παιδί μου!
Κι μονίμως να γκρινιάζω για το ίδιο θέμα:
-Ρε μάνα, πιο στενό σου λέω, σαν ράσο είναι τούτο!
-Έλα παππού μου να σου δείξω τ' αμπελοχώραφά σου! τι θες να το κάνουμε το φόρεμα, κορσέ; ν' ανοίγουν οι ραφές άμα κάθεσαι ή άμα πας ν' ανέβεις ένα σκαλί;
-Δε θ' ανέβω σκαλί χριστιανή μου, ούτε θα κάτσω, θα στέκομαι όρθια σαν το στυλιάρι, σε πειράζει εσένα; Στένεψέ το κι άλλο!
-Μα δεν στενεύει άλλο ρε παιδί μου, χάνει τη χάρη του το ρούχο!
-Σκασίλα μου εμένα για τη χάρη του. Εγώ το θέλω στενό λέμε!
Όπως και να 'χει, στα επόμενα χρόνια που έφυγα απ' το σπίτι και ζούσα μόνη μου, δεν ήταν λίγες οι φορές που αυτοφασκελώθηκα για την τότε ξεροκεφαλιά μου, ειδικά σε φάσεις που βρέθηκα να πληρώνω για οποιαδήποτε επιδιόρθωση χρειάστηκα σε ρούχο. Ειδικά μ' ένα βραδυνό φόρεμα που χρειάστηκε να κοντέψουν οι τιράντες του και μου ζήτησαν 12 ευρώ. Ήμαρτον παιδιά! Δώδεκα ευρώ για να μου μαζέψεις κυρά μου λίγο τις τιράντες; Έχε χάρη που ήταν δαντέλα το ρούχο και δεν είχα την επιτηδιότητα να το κάνω μόνη μου.
Αλλά και που γκρίνιαζα τι έβγαζα; Την ευκαιρία μου να μάθω την είχα χάσει. Η μάνα μου βρισκόταν τριακόσια τόσα χιλιόμετρα μακριά, αλλά και κοντά να την είχα, η προχωρημένη ηλικία της δεν της επέτρεπε να κάτσει να σπάει το κεφάλι της για να μάθει το στουρνάρι τα της ραπτικής. Κάθε φορά που μεταξύ σοβαρού κι αστείου στη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών τη ρωτούσα αν έφτανε ο χρόνος για να μου μάθει κάποια πράγματα, μου απαντούσε το ίδιο: Τρία χρόνια θες για να μάθεις τα βασικά.
Και φυσικά μαζευόμουν ξανά στο καβούκι μου, βρίζοντας και πάλι την ξερή μου την κεφάλα.
Μέχρι που πριν κανά δυο μήνες, μου χάρισαν μια ραπτομηχανή.
Εδώ σε θέλω φίλε μου.
Τι την κάνουν τώρα; Εγώ είχα να πιάσω ραπτομηχανή στο χέρι από την εποχή των παγετώνων. Ούτε πώς βάζουμε την κλωστή δε θυμόμουν. Και καλά μεν, οι ραπτομηχανές στα βασικά τους μοιάζουν, αλλά πανομοιότυπες δεν είναι. Την βουτάω λοιπόν παραμάσχαλα στην πρώτη επίσκεψή μου στο Βόλο και μου δείχνουν τα βασικά. Και μέχρι να γυρίσω στην Αθήνα έχω ξεχάσει τα μισά.
Άντε και την περάσαμε τη ρημαδοκλωστή, άντε και βρήκαμε το ίσιο γαζί, το καρίκωμα, άντε και καταλάβαμε και πώς περνάμε τη μασουρίστρα. Παρακάτω τι γίνεται;
Έβαζα να φτιάξω ένα ίσιο γαζί και μου 'βγαινε κυματιστό. Δοκίμαζα το καρίκωμα, και το ύφασμα έσφιγγε και γινόταν σούρες. Πήγαινα να γαζώσω μια καμπύλη και μου σπαγε η κλωστή. Για να μην πω ότι έσπασα κάμποσες βελόνες στις διάφορες προσπάθειες.
Κι άρχισαν τα τηλέφωνα στο Βόλο κάθε τρεις και λίγο: Ρε μάνα, πώς διάολο γίνεται να μου βγαίνει το γαζί από πάνω καλό κι από κάτω περαστό; Γιατί αφήνει θηλιές; Γιατί κόβεται η κλωστή; Γιατί δεν μου πατάει τα διπλόγαζα; Πώς στερεώνουμε την αρχή του γαζιού και πώς το τέλος του; Τι νούμερο βελόνα θέλει το τάδε ύφασμα; Και τι διάτανο σημαίνουν τα διαφορετικά νούμερα στο κάτω δεξιά κουμπί;
Κι επειδή η κυρία Βικτωρία λόγω πείρας κυρίως, πολλά πράγματα τα θεωρεί αυτονόητα, αλλά και γιατί επίσης εγώ δεν μπορούσα να της δώσω να καταλάβει συνήθως τι ήταν αυτό που ρωτούσα, η συννενόησή μας ήταν κάτι σαν τον πύργο της Βαβέλ.
Κομφούζιο.
Στράφηκα λοιπόν στον φωτεινό παντογνώστη, το ιντερνέτι δηλαδή.
Όπως συνήθως, ελληνικές ανάλογες ιστοσελίδες μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, κι αυτές μισές κι ανέσωτες. Άφθονες όμως στα αγγλικά. Οπότε άρχισε η μελέτη.
Εκεί να σ' έχω από μια μεριά να γελάσεις. Το τι έχω διαβάσει εδώ και τόσο καιρό δε λέγεται. Το μεγάλο το γέλιο όμως ήταν όταν έπρεπε να συννενοηθώ με τη μάνα μου για περαιτέρω εξηγήσεις. Γιατί καλά τα διάβαζα ή τα έβλεπα εγώ στα βιντεάκια, αλλά άντε να μεταφράσω στα ελληνικά τους αγγλικούς όρους. Γιατί η μοδιστρική έχει κι αυτή το δικό της λεξιλόγιο, που στ' αυτιά του άσχετου μοιάζει με ξένη γλώσσα.
Αλλά μέσα στο χαμό, ανακάλυψα και κάτι που δεν το περίμενα.
Παρότι ποτέ δεν είχα στρώσει τον κώλο μου να μάθω και να μου δείξει η μάνα μου πέντε πράγματα, όλως περιέργως είχα συγκρατήσει στο μυαλό μου ένα σωρό από την τέχνη της. Πολλά περισσότερα απ' όσα θυμόμουν, απ' όσα φανταζόμουν ότι γνώριζα.
Κι όσο έβλεπα βιντεάκια στο γιουτιούμπι κι όσο διάβαζα τιουτόριαλς και ποστς, τόσο αντιλαμβανόμουν τι συνέβαινε, και τόσο μου φαίνονταν όλα γνωστά και οικεία. Μέχρι που σε λίγο καιρό άρχισα να αντιλαμβάνομαι τα λάθη που έβλεπα, τους κακούς χειρισμούς, να θυμάμαι τους ευκολότερους τρόπους να κάνεις κάτι, να θυμάμαι κόλπα και τεχνικές.
Έτσι είπα να βάλω τις νεοαποκτημένες ή νεοαφυπνισμένες γνώσεις μου σε πράξη.
Κι εδώ έπεσε το μεγάλο γέλιο.
Γιατί βλέπεις, ο λύκος κι αν εγέρασε... Είχα ξεχάσει ότι πέρα από τη θεωρία και τις γνώσεις, η ραπτική θα έπρεπε στα λεξικά να είναι συνώνυμη με τη λέξη υ-π-ο-μ-ο-ν-ή.
Υπομονή παιδιά κι άγιος ο θεός.
Αρετή που το κατάστημα δεν τη διέθετε ποτέ σε μεγάλες δόσεις, και σίγουρα όχι σε τόσες όσες απαιτεί η τέχνη του ραψίματος. Όμως το κατάστημα διαθέτει σε μεγάλες δόσεις μουλαρίσια επιμονή και ξεροκεφαλιά.
Κι έτσι κάθησα κάτω και το πάλεψα.
Το πρώτο μου πρότζεκτ σκέφτηκα να 'ναι κάτι εύκολο, που ακόμη κι αν τα κάνω θάλασσα να μην κλαίω το ύφασμα και τον κόπο μου. Τι να φτιάξω λοιπόν; Μια τσάντα.
Πατρόν για τσάντες στο ίντερνετ υπάρχουν ένα κάρο. Στα αγγλικά όλα, αλλά ένα κάρο.
Αμ εγώ η καλή σου, δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω έτοιμο πατρόν. Ήθελα να φτιάξω μόνη μου απ' το μηδέν. Σκεφτόμουν βλέπεις ότι των αλλωνών παραήταν απλά, παραήταν παρόμοια, και σιγά στην τελική που δε θα τα καταφέρω να φτιάξω ένα πατρόν για τσάντα.
Όσο για τις συμβουλές προς αρχάριες μοδίστρες που διάβαζα, οι οποίες σου έλεγαν να ξεκινήσεις με την περιβόητη tote bag, την πιο απλή κατασκευή δηλαδή που θυμίζει τσάντα για ψώνια, τις έβλεπα ξεφυσώντας με ειρωνεία. Σιγά μην καταδεχτώ να φτιάξω κάτι τόσο απλό. Άλλωστε εγώ δεν ήμουν αρχάρια, ήξερα ήδη κάμποσα πράγματα, έστω και στη θεωρία.
Κι έτσι κάθησα κι έφτιαξα ένα σχέδιο για τσάντα. Πολύπλοκο. Με διπλό "σώμα", άλλο κομμάτι για το πάνω, άλλο για το κάτω. Και πιέτες. Και ήθελα να έχει και φερμουάρ. Σιγά μην έβαζα αυτοκόλητο ή κουμπί. Αυτά είπαμε, είναι για τις αρχάριες. Κι ήθελα το φερμουάρ επίσης να πατάει σε περιθώριο υφάσματος δικό του, και να μην είναι ραμένο πάνω στο σώμα της τσάντας. Κι ήθελα τέλος και εγκράφα για στολίδι στο πλάι.
Ε, τίποτα δεν ήθελα η γυναίκα! Βασικά πραγματάκια.
Δε θα σας περιγράψω τον πανικό και τον πανζουρλισμό που επικράτησε στο σπίτι όσο προσπαθούσα να βγάλω σε πατρόν όλα όσα είχα σχεδιάσει η κυρία ωραία και καλά. Ούτε το πόσα χαρτιά έσκισα και πέταξα, πόσα γαλλικά κατέβασα και πόσες φορές την πλήρωσε ο ταλαίπωρος ο Δ.
Πάντως γεγονός είναι ότι κάποια στιγμή το κατάφερα το πατρόν. Και κάποια άαααλη στιγμή (που απείχε κάμποσο χρονικά), κατάφερα και να ράψω την τσάντα. Την πρώτη μου τσάντα, φτιαγμένη εξ' ολοκλήρου απ' τα χεράκια μου.
Χαλάλι οι παράπλευρες απώλειες, χαλάλι ο κόπος, χαλάλι όλα.
Τη θαύμασα, την κράτησα, τη φόρεσα, και λίγες μέρες μετά... τη βαρέθηκα.
Ή για να ακριβολογώ, δεν βαρέθηκα την τσάντα, απλώς μ' έτρωγαν τα χέρια μου να περάσω στο επόμενο πρότζεκτ.
Που σιγά μην ήταν κι αυτό τσάντα. Έπρεπε να είναι ρούχο. Και δη φούστα.
Τις περιπέτειες της πρώτης μου φούστας θα σας τις εξιστορήσω σε επόμενο ποστ. Για την ώρα, θαυμάστε κόσμε, την πρώτη μου τσαντούλα.
Συνεχίζεται
Ποτέ μη λες ποτέ (πρώτο μέρος)
Αλήθεια, πόσα ρούχα θα μπορούσε να έχει ράψει μια επαγγελματίας μοδίστρα σε διάστημα πενήντα πέντε χρόνων; Εκατοντάδες; Χιλιάδες; Δεκάδες χιλιάδες;
Ρητορικό το ερώτημα. Η απάντηση φαντάζομαι βρίσκεται πιο κοντά στο αμέτρητα.
Η μητέρα μου υπήρξε επαγγελματίας μοδίστρα για πενήντα πέντε ολόκληρα χρόνια -ίσως και λίγα περισσότερα, έχω χάσει το μέτρημα. Δεν ξέρω ειλικρινά πόσα ρούχα έχουν περάσει απ' τα χέρια της όλα αυτά τα χρόνια. Ξέρω όμως παραδείγματα όπου έραψε νυφικό φόρεμα για νεαρή κοπέλα, μετά μωρουδιακά για το γιο της, κάτι χρονάκια αργότερα το βραδυνό φόρεμα που η ίδια πελάτισσα θα φορούσε στο γάμο του γιου της, και πιο μετά τα πρώτα φορεματάκια για το εγγόνι της.
Εκπληκτική μοδίστρα η κυρία Βικτωρία.
Με πελάτισσες πιστές σαν σκυλιά που δεν την άλλαζαν με τίποτα και την κυνηγούσαν από κοντά σαν επίμονοι κορτάκηδες, κατεβάζοντας μούτρα όταν δεν δεχόταν παραγγελίες της τελευταίας ώρας. Επιμονή ρε παιδί μου! Δεν καταλάβαιναν τίποτα οι χριστιανές. Τι γιορτές, τι σχόλες, τι καλοκαίρια. Όλες τα ήθελαν χτες ή το αργότερο αύριο.
Η κυρία Βικτωρία απ' την άλλη, ψείρα. Της λεπτομέρειας στη δουλειά της. Της πήγαινες ας πούμε ένα ρούχο κι αντί να το κοιτάξει απ' την καλή, το γύρναγε απ' την ανάποδη και συνήθως, ξίνιζε τα μούτρα.
-Ράψιμο είναι αυτό; Στο γόνατο το έραψε η χριστιανή; Δεν είναι επιτήδεια στη δουλειά της, ήταν το συνηθέστερο σχόλιο. Όχι απο σνομπισμό. Από τελειομανία.
Γιατί για τη μάνα μου, το καλά ραμμένο ρούχο, πλην όλων όσων ήταν αυτονόητα (η γραμμή του, το σχέδιο, η εφαρμογή του πατρόν, το αν κολάκευε την πελάτισσα τονίζοντας τα ωραία σημεία και κρύβοντας τα αδύναμα), σήμαινε κυρίως, την ίδια αν όχι και καλύτερη ποιότητα δουλειάς απ' την "ανάποδή του".
Σου λέω, ψείρα η γυναίκα.
Και κυρίως, τέρας υπομονής.
Σκέψου μονάχα ότι εκτός από την καθημερινή δουλειά της και πέντε ως δέκα, ανάλογα τις εποχές, μαθητευόμενα "μοδιστράκια", είχε να φροντίσει επίσης τον πατέρα μου, την πεθερά της, την οποία είχε στο σπίτι για δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια, ένα σπίτι κι ένα νοικοκυριό και ταυτόχρονα ένα φιλάσθενο εφτάχρονο πιτσιρίκι που φυσούσε αέρας στο Πήλιο κι εκείνο γριπιαζόταν στο Βόλο -την αφεντιά μου δηλαδή- μαζί με το πρώτο της εγγόνι αφού όταν παντρεύτηκε ο αδελφός μου κι απόκτησε το πρώτο του παιδί, κι επειδή το νέο τότε ζευγάρι δούλευε σε εξοντωτικούς ρυθμούς, άφηνε τη μικρή σε μας μέσα στη βδομάδα και την έπαιρναν τα σαββατοκύριακα.
Φυσικά σ' όλο αυτό το σετάκι, πρόσθεσε και τις απανταχού παρούσες και ποτέ απούσες πελάτισσες που βρέξει-χιονίσει, μπαινόβγαιναν στο σπίτι μας με άνεση μεγαλύτερη απ' ό,τι μπαινόβγαιναν στο δικό τους.
Θα πρέπει βέβαια να πω ότι με πολλές πελάτισσές της, η σχέση τους δεν ήταν μονάχα επαγγελματική, αλλά και φιλική. Συχνότερα δε, κάτι πολύ παραπάνω. Δεν ήταν μόνο η μοδίστρα τους, ήταν κι άλλα για εκείνες. Η εξομολογήτριά τους, ο συμβουλάτοράς τους. Ένα πρόσωπο που ήξεραν ότι μπορούσαν να του εμπιστευτούν πολλά, και που όλα θα έμεναν μεταξύ τους. Ένας δικός τους άνθρωπος βρε παιδί μου.
Όταν έβλεπα την πόρτα του δωματίου που έκανε τις πρόβες κλειστή, καταλάβαινα ότι δεν γινόταν μόνο πρόβα μέσα. Κάποια πελάτισσα βέβαια είχε έρθει για πρόβα, αλλά όσο η κυρία Βικτωρία έβαζε καρφίτσες, διόρθωνε πένσες, κόντευε στριφώματα, μάζευε τα "μπόλικα" και άνοιγε ραφές, η πελάτισσά της παράλληλα, έλεγε και τον πόνο της.
Πέρα από το ρούχο και την πρόβα του, η πελάτισσα ερχόταν για να κουβεντιάσει για ό,τι βάζει ο νους: απ' το αν θέλει τσιγάρισμα η γέμιση για τα γεμιστά και πώς πετυχαίνει το σιρόπι για το γαλακτομπούρεκο, μέχρι το άγχος για τα χρήματα που ήταν λιγοστά και δεν έφταναν να καλύψουν τις ανάγκες της οικογένειας, για το μεροκάματο του άντρα της που δεν ήταν πάντα ταχτικό, για το ότι εκείνος είχε πιει ξανά τις προάλλες και της έσκασε ένα φούσκο κι έσπασε και δυο πιάτα, για τη νέα "φιλενάδα" του με την οποία τσιλιμπούρδιζε κι είχε βουίξει η γειτονιά, για την πεθερά που τους έβγαζε την πίστη, για το γιο που είχε αρχίσει να γυρνάει με ύποπτες παρέες, για την κόρη που κάποιος της σφύριξε ότι είχε "μπλεχτεί" με κάποιον κι έτρεμε η ψυχή τους.
Κι όχι μόνο αυτά, τα καθημερινά.
Μοιράζονταν κι άλλα, μεγαλύτερα, βαθύτερα. Χαρές, πόνοι, λύπες, γκαστρώματα, γεννητούρια, γάμοι, βαφτίσια, θάνατοι, χωρισμοί. Ιστορίες ζωής ολόκληρες πίσω απ' την κλειστή εκείνη πόρτα.
Κλειστή όπως και τα χείλη της κυρίας Βικτώριας.
Ποτέ κουβέντα που της εμπιστεύτηκε πελάτισσα δεν βγήκε παραπέρα. Ούτε μέσα στους τοίχους του ίδιου μας του σπιτιού δεν ακούστηκε.
Γι' αυτό κι ερχόντουσαν οι κυράδες, κι ερχόντουσαν και ξανά και ξανά.
Κι εμένα με θυμάμαι να μεγαλώνω μέσα στα ραφτικά. Να παίζω με τα κουρελάκια που περίσσευαν απ' τα ρούχα, να παριστάνω πως ράβω στη μηχανή της μητέρας μου, να φτιάχνω ρούχα για τις κούκλες μου.
Τα ψαλίδια, οι βελόνες, η πελότα με τις καρφίτσες, το "σαπουνάκι", η μηχανή, τα μασουράκια, τα φερμουάρ και κυρίως τα κουμπιά ήταν τα παιχνίδια μου, όσο επικίνδυνο κι αν ακούγεται όλο αυτό στ' αφτιά μιας σημερινής μάνας. Εγώ αλώνιζα όλα τα παραπάνω κανονικά.
Ποτέ δεν τρυπήθηκα, ποτέ δεν κόπηκα με ψαλίδι, ποτέ δεν τρύπησα το χέρι μου με τη βελόνα της μηχανής. Καλά όχι ότι μ' άφηνε κιόλας χωρίς να 'χει το νου της η μάνα μου, αλλά δεν ήταν πάντα εκεί για να με επιβλέπει (χα!)
Όμως..
Παρόλα αυτά τα ωραία, και γραφικά και νοσταλγικά, εγώ τη δουλειά της μητέρας μου την αντιπαθούσα μ' όλη τη δύναμη της ψυχής μου.
Σφόδρα ρε παιδί μου!
Ειδικά όταν μεγάλωσα λίγο και μπήκα στην εφηβεία. Νεύρα σου λέω. Πολλά νεύρα.
Τα 'χα κι εκ φύσεως, ήρθε κι η εφηβεία και την πλήρωσε -μεταξύ άλλων- κι η δουλειά της κυρίας Βικτωρίας.
Έρχονταν οι πελάτισσές της κι εγώ ήθελα να τις αρπάξω μία-μία απ' το μαλλί και να τις πετάξω έξω.
Όσο έβλεπα την υπομονή και τη διπλωματία της μάνας μου, τόσο εγώ μέσα μου τραγουδούσα το άσμα της Βλαχοπούλου "Δεν είν' επάγγελμα αυτό, είναι μαρτύριο, είναι μια κόλαση, σωστό βασανιστήριο!"
Ρητορικό το ερώτημα. Η απάντηση φαντάζομαι βρίσκεται πιο κοντά στο αμέτρητα.
Η μητέρα μου υπήρξε επαγγελματίας μοδίστρα για πενήντα πέντε ολόκληρα χρόνια -ίσως και λίγα περισσότερα, έχω χάσει το μέτρημα. Δεν ξέρω ειλικρινά πόσα ρούχα έχουν περάσει απ' τα χέρια της όλα αυτά τα χρόνια. Ξέρω όμως παραδείγματα όπου έραψε νυφικό φόρεμα για νεαρή κοπέλα, μετά μωρουδιακά για το γιο της, κάτι χρονάκια αργότερα το βραδυνό φόρεμα που η ίδια πελάτισσα θα φορούσε στο γάμο του γιου της, και πιο μετά τα πρώτα φορεματάκια για το εγγόνι της.
Εκπληκτική μοδίστρα η κυρία Βικτωρία.
Με πελάτισσες πιστές σαν σκυλιά που δεν την άλλαζαν με τίποτα και την κυνηγούσαν από κοντά σαν επίμονοι κορτάκηδες, κατεβάζοντας μούτρα όταν δεν δεχόταν παραγγελίες της τελευταίας ώρας. Επιμονή ρε παιδί μου! Δεν καταλάβαιναν τίποτα οι χριστιανές. Τι γιορτές, τι σχόλες, τι καλοκαίρια. Όλες τα ήθελαν χτες ή το αργότερο αύριο.
Η κυρία Βικτωρία απ' την άλλη, ψείρα. Της λεπτομέρειας στη δουλειά της. Της πήγαινες ας πούμε ένα ρούχο κι αντί να το κοιτάξει απ' την καλή, το γύρναγε απ' την ανάποδη και συνήθως, ξίνιζε τα μούτρα.
-Ράψιμο είναι αυτό; Στο γόνατο το έραψε η χριστιανή; Δεν είναι επιτήδεια στη δουλειά της, ήταν το συνηθέστερο σχόλιο. Όχι απο σνομπισμό. Από τελειομανία.
Γιατί για τη μάνα μου, το καλά ραμμένο ρούχο, πλην όλων όσων ήταν αυτονόητα (η γραμμή του, το σχέδιο, η εφαρμογή του πατρόν, το αν κολάκευε την πελάτισσα τονίζοντας τα ωραία σημεία και κρύβοντας τα αδύναμα), σήμαινε κυρίως, την ίδια αν όχι και καλύτερη ποιότητα δουλειάς απ' την "ανάποδή του".
Σου λέω, ψείρα η γυναίκα.
Και κυρίως, τέρας υπομονής.
Σκέψου μονάχα ότι εκτός από την καθημερινή δουλειά της και πέντε ως δέκα, ανάλογα τις εποχές, μαθητευόμενα "μοδιστράκια", είχε να φροντίσει επίσης τον πατέρα μου, την πεθερά της, την οποία είχε στο σπίτι για δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια, ένα σπίτι κι ένα νοικοκυριό και ταυτόχρονα ένα φιλάσθενο εφτάχρονο πιτσιρίκι που φυσούσε αέρας στο Πήλιο κι εκείνο γριπιαζόταν στο Βόλο -την αφεντιά μου δηλαδή- μαζί με το πρώτο της εγγόνι αφού όταν παντρεύτηκε ο αδελφός μου κι απόκτησε το πρώτο του παιδί, κι επειδή το νέο τότε ζευγάρι δούλευε σε εξοντωτικούς ρυθμούς, άφηνε τη μικρή σε μας μέσα στη βδομάδα και την έπαιρναν τα σαββατοκύριακα.
Φυσικά σ' όλο αυτό το σετάκι, πρόσθεσε και τις απανταχού παρούσες και ποτέ απούσες πελάτισσες που βρέξει-χιονίσει, μπαινόβγαιναν στο σπίτι μας με άνεση μεγαλύτερη απ' ό,τι μπαινόβγαιναν στο δικό τους.
Θα πρέπει βέβαια να πω ότι με πολλές πελάτισσές της, η σχέση τους δεν ήταν μονάχα επαγγελματική, αλλά και φιλική. Συχνότερα δε, κάτι πολύ παραπάνω. Δεν ήταν μόνο η μοδίστρα τους, ήταν κι άλλα για εκείνες. Η εξομολογήτριά τους, ο συμβουλάτοράς τους. Ένα πρόσωπο που ήξεραν ότι μπορούσαν να του εμπιστευτούν πολλά, και που όλα θα έμεναν μεταξύ τους. Ένας δικός τους άνθρωπος βρε παιδί μου.
Όταν έβλεπα την πόρτα του δωματίου που έκανε τις πρόβες κλειστή, καταλάβαινα ότι δεν γινόταν μόνο πρόβα μέσα. Κάποια πελάτισσα βέβαια είχε έρθει για πρόβα, αλλά όσο η κυρία Βικτωρία έβαζε καρφίτσες, διόρθωνε πένσες, κόντευε στριφώματα, μάζευε τα "μπόλικα" και άνοιγε ραφές, η πελάτισσά της παράλληλα, έλεγε και τον πόνο της.
Πέρα από το ρούχο και την πρόβα του, η πελάτισσα ερχόταν για να κουβεντιάσει για ό,τι βάζει ο νους: απ' το αν θέλει τσιγάρισμα η γέμιση για τα γεμιστά και πώς πετυχαίνει το σιρόπι για το γαλακτομπούρεκο, μέχρι το άγχος για τα χρήματα που ήταν λιγοστά και δεν έφταναν να καλύψουν τις ανάγκες της οικογένειας, για το μεροκάματο του άντρα της που δεν ήταν πάντα ταχτικό, για το ότι εκείνος είχε πιει ξανά τις προάλλες και της έσκασε ένα φούσκο κι έσπασε και δυο πιάτα, για τη νέα "φιλενάδα" του με την οποία τσιλιμπούρδιζε κι είχε βουίξει η γειτονιά, για την πεθερά που τους έβγαζε την πίστη, για το γιο που είχε αρχίσει να γυρνάει με ύποπτες παρέες, για την κόρη που κάποιος της σφύριξε ότι είχε "μπλεχτεί" με κάποιον κι έτρεμε η ψυχή τους.
Κι όχι μόνο αυτά, τα καθημερινά.
Μοιράζονταν κι άλλα, μεγαλύτερα, βαθύτερα. Χαρές, πόνοι, λύπες, γκαστρώματα, γεννητούρια, γάμοι, βαφτίσια, θάνατοι, χωρισμοί. Ιστορίες ζωής ολόκληρες πίσω απ' την κλειστή εκείνη πόρτα.
Κλειστή όπως και τα χείλη της κυρίας Βικτώριας.
Ποτέ κουβέντα που της εμπιστεύτηκε πελάτισσα δεν βγήκε παραπέρα. Ούτε μέσα στους τοίχους του ίδιου μας του σπιτιού δεν ακούστηκε.
Γι' αυτό κι ερχόντουσαν οι κυράδες, κι ερχόντουσαν και ξανά και ξανά.
Κι εμένα με θυμάμαι να μεγαλώνω μέσα στα ραφτικά. Να παίζω με τα κουρελάκια που περίσσευαν απ' τα ρούχα, να παριστάνω πως ράβω στη μηχανή της μητέρας μου, να φτιάχνω ρούχα για τις κούκλες μου.
Τα ψαλίδια, οι βελόνες, η πελότα με τις καρφίτσες, το "σαπουνάκι", η μηχανή, τα μασουράκια, τα φερμουάρ και κυρίως τα κουμπιά ήταν τα παιχνίδια μου, όσο επικίνδυνο κι αν ακούγεται όλο αυτό στ' αφτιά μιας σημερινής μάνας. Εγώ αλώνιζα όλα τα παραπάνω κανονικά.
Ποτέ δεν τρυπήθηκα, ποτέ δεν κόπηκα με ψαλίδι, ποτέ δεν τρύπησα το χέρι μου με τη βελόνα της μηχανής. Καλά όχι ότι μ' άφηνε κιόλας χωρίς να 'χει το νου της η μάνα μου, αλλά δεν ήταν πάντα εκεί για να με επιβλέπει (χα!)
Όμως..
Παρόλα αυτά τα ωραία, και γραφικά και νοσταλγικά, εγώ τη δουλειά της μητέρας μου την αντιπαθούσα μ' όλη τη δύναμη της ψυχής μου.
Σφόδρα ρε παιδί μου!
Ειδικά όταν μεγάλωσα λίγο και μπήκα στην εφηβεία. Νεύρα σου λέω. Πολλά νεύρα.
Τα 'χα κι εκ φύσεως, ήρθε κι η εφηβεία και την πλήρωσε -μεταξύ άλλων- κι η δουλειά της κυρίας Βικτωρίας.
Έρχονταν οι πελάτισσές της κι εγώ ήθελα να τις αρπάξω μία-μία απ' το μαλλί και να τις πετάξω έξω.
Όσο έβλεπα την υπομονή και τη διπλωματία της μάνας μου, τόσο εγώ μέσα μου τραγουδούσα το άσμα της Βλαχοπούλου "Δεν είν' επάγγελμα αυτό, είναι μαρτύριο, είναι μια κόλαση, σωστό βασανιστήριο!"
Συνεχίζεται...
Σάββατο, Μαΐου 19, 2012
Είμαι ακόμη εδώ
Όχι δεν μετανάστευσα ακόμα, δεν πήρα το σακίδιο στον ώμο να την κάνω για μέρη εξωτικά (πού θα μου πάει όμως!) εδώ είμαι ακόμα, άσχετα που έχω να γράψω αράδα εδώ μέσα κάμποσο καιρό.
Δεν προκάνω ρε παιδιά, τι να γίνει..
Κάτι μεταξύ τρελών ωραρίων, εξοντωτικής πίεσης και άγχους, συσσωρευμένης κούρασης και μιας επίσκεψης ενός παλιού μας φίλου (λέγε με ίλιγγο), ο οποίος φρόντισε να με τσακίσει κανονικότατα και να μ' έχει ένα μήνα τώρα τέζα η Τερέζα, δεν είχα καν την ευκαιρία να σκεφτώ πόσο μάλλον να γράψω.
Παρόλα αυτά η γη γυρίζει (ω, ναι), ο Νέλλος ο Κανέλλος συνεχίζει να βελτιώνει τις λεπτές τεχνικές της κλεψιάς κι ο Τσίκος Πιτσίκος τις ακόμη λεπτότερες τεχνικές της κλεψιάς από τον αρχικλέφτη, η Λούνα φοβερίζει τους πάντες και διεκδικεί ξανά τη χαμένη της πρωτοκαθεδρία (κάτι σαν τα πρώην μεγάλα κόμματα ένα πράγμα), εγώ απέχοντας από οτιδήποτε Ιντερνετικό, παλεύω με τις αντοχές μου, το στρες, τις καταθλίψεις και τους ιλίγγους, μέσα σ' όλα κονόμησα και καινούριο χόμπι-απασχόληση-εμμονή όπως θέτε το λέτε -περισσότερα σε άλλο ποστ δεν είναι του παρόντος, βλέπω φανατικά Game of Thrones και βρίζω που πρέπει να περιμένω μια ολόκληρη εβδομάδα για να "ανέβει" το επόμενο ρημαδοεπεισόδιο, αλλά το κυριότερο:
Σήμερα έκανα κάτι εξαιρετικό, κάτι μόνο για μένα, κάτι που το είχα ανάγκη κι έβαλα πάνω απ' όλα τον εαυτό μου.
Τι εξαιρετικά λυτρωτικό συναίσθημα :)
Θ' αρχίσω να το κάνω συχνότερα μου φαίνεται.
Δεν προκάνω ρε παιδιά, τι να γίνει..
Κάτι μεταξύ τρελών ωραρίων, εξοντωτικής πίεσης και άγχους, συσσωρευμένης κούρασης και μιας επίσκεψης ενός παλιού μας φίλου (λέγε με ίλιγγο), ο οποίος φρόντισε να με τσακίσει κανονικότατα και να μ' έχει ένα μήνα τώρα τέζα η Τερέζα, δεν είχα καν την ευκαιρία να σκεφτώ πόσο μάλλον να γράψω.
Παρόλα αυτά η γη γυρίζει (ω, ναι), ο Νέλλος ο Κανέλλος συνεχίζει να βελτιώνει τις λεπτές τεχνικές της κλεψιάς κι ο Τσίκος Πιτσίκος τις ακόμη λεπτότερες τεχνικές της κλεψιάς από τον αρχικλέφτη, η Λούνα φοβερίζει τους πάντες και διεκδικεί ξανά τη χαμένη της πρωτοκαθεδρία (κάτι σαν τα πρώην μεγάλα κόμματα ένα πράγμα), εγώ απέχοντας από οτιδήποτε Ιντερνετικό, παλεύω με τις αντοχές μου, το στρες, τις καταθλίψεις και τους ιλίγγους, μέσα σ' όλα κονόμησα και καινούριο χόμπι-απασχόληση-εμμονή όπως θέτε το λέτε -περισσότερα σε άλλο ποστ δεν είναι του παρόντος, βλέπω φανατικά Game of Thrones και βρίζω που πρέπει να περιμένω μια ολόκληρη εβδομάδα για να "ανέβει" το επόμενο ρημαδοεπεισόδιο, αλλά το κυριότερο:
Σήμερα έκανα κάτι εξαιρετικό, κάτι μόνο για μένα, κάτι που το είχα ανάγκη κι έβαλα πάνω απ' όλα τον εαυτό μου.
Τι εξαιρετικά λυτρωτικό συναίσθημα :)
Θ' αρχίσω να το κάνω συχνότερα μου φαίνεται.
Κυριακή, Μαρτίου 04, 2012
Από μικρό κι από τρελό...

...μαθαίνεις την αλήθεια, λέει η παροιμία, και στην περίπτωσή μας ισχύει το από "μικρό".
Το Σάββατο ήμουν καλεσμένη για καφέ και φαγητό στο σπίτι φίλης, η οποία έχει και δυο παιδάκια.
Ο μεγάλος της γιος, είναι στα 7, και γνωστός για τις τρομερές του ατάκες. Ήμουν λοιπόν προετοιμασμένη ότι θα μας έδινε.. υλικό, αλλά δεν ήμουν προετοιμασμένη πως ο στόχος θα ήμουν εγώ η ίδια.
Τέλος πάντων, κάποια στιγμή, κι αφού ο πάγος ανάμεσά μας έχει σπάσει, αρχίζουμε συζήτηση για τα καρτούν, με αφορμή ένα παιχνιδάκι που κρατούσε. Όταν τον ενημέρωσα ότι δεν έχω αυτόν το καιρό μικρά παιδάκια γύρω μου για να ξέρω καλά τι παίζει στα παιδικά καρτούν, αναλαμβάνει την επιμόρφωσή μου, κι η γλώσσα του πάει ροδάνι για να προλάβει να με ενημερώσει για όλες τις εξελίξεις στο τρομερό και φοβερό "Νιντζάκο" (τι κι εσύ δεν ξέρεις; Έχεις χάσει επεισόδια φίλε μου, να ενημερωθείς πάραυτα!)
Κι ενώ λοιπόν ενημερώνομαι ενδελεχώς, έχει φτάσει κι η ώρα να καθήσουμε στο τραπέζι για φαγητό.
Ο μικρός Π. έχοντας προφανώς ως αφορμή το σχόλιο μου ότι δεν έχω παιδάκια τριγύρω μου για να ξέρω τις εξελίξεις, το πήγε ένα βήμα παραπέρα:
-Έχεις παιδάκια εσύ;
-Όχι, Π. μου, δεν έχω ακόμη παιδάκια.
-Όταν μεγαλώσεις κι άλλο (σας είπα ότι το λάτρεψα αυτό το παιδί, ε;), πρέπει να κάνεις όμως.
-Ναι, αλλά δεν είναι τόσο εύκολο να κάνεις ένα παιδάκι.
-Πώς δεν είναι! Βρίσκεις έναν μπαμπά, κι εκείνος θα σου δώσει το σποράκι του, και...
-Ναι, Π. μου, την ξέρω τη διαδικασία, αλλά δεν εννοούσα αυτό, για να κάνεις ένα παιδάκι πρέπει να έχεις και κάποια άλλα πράγματα, να έχεις μια σταθερή δουλειά και χρήματα γιατί το παιδάκι έχει έξοδα, και χρειάζεται πράγματα, και ρούχα και παιχνίδια και να πάει σχολείο...
-Χμμ.. ναι, αλλά...
Βλέπω ότι κάτι θέλει να πει, και του δίνω χρόνο.
Μετά από σκέψη ολίγων δευτερολέπτων έρχεται και η συνέχεια:
-...αλλά, αν δεν κάνεις εσύ παιδάκι, τότε... τότε... κοίτα, να τώρα είμαστε ας πούμε 1000... μετά θα είμαστε 900, κατάλαβες;
-Δηλαδή Π. μου, θες να πεις ότι αν δεν κάνω εγώ παιδάκι θα μειωθεί ο πληθυσμός ας πούμε;
-Ναι αυτό θέλω να πω. Θα είμαστε λιγότεροι δηλαδή.
-Σωστό αυτό που λες Π., αλλά πρέπει να είσαι και έτοιμος για να κάνεις ένα παιδάκι, κι εγώ μάλλον δεν είμαι ακόμα έτοιμη, κατάλαβες;
-Ναι, αλλά είναι και το άλλο. Αν δεν κάνεις παιδάκι, η οικογένεια που έχεις τώρα, δεν θα συνεχιστεί μετά!
Γκντουπ!
Είπατε τίποτε; Όχι άμα θέλετε πείτε! Άντε να σας δω!
Μόκο εγώ πάντως. Τα κουβαδάκια μου και σ' άλλη παραλία που λένε.
Αρκέστηκα να του πω, "Ναι αγόρι μου, σωστό αυτό που είπες, θα το σκεφτώ".
Κι ο Π. ικανοποιημένος απ' την απάντηση προφανώς κούνησε το κεφάλι και συνέχισε το φαγητό του.
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 17, 2012
Σκατά στα μούτρα του Αγίου Βαλεντίνου..
..όπως θα 'λεγε και ο Σπύρος ο Γραμμένος, και μάλλον θα ταίριαζε, αλλά:
Enjoy!
- Είμαι σίγουρη πως ο Νέλλος είναι ρομαντική ψυχή -κατά βάθος- και
- τα λουλούδια δεν είναι για του Αγίου Βαλεντίνου, αλλά για τα γενέθλιά μου που ήταν πριν λίγες μέρες.
Enjoy!
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 13, 2012
Κούραση. Απίστευτη κούραση.
Πριν από καμιά ώρα, πέρασα από ένα περίπτερο της Πατησίων, για να δω το φίλο μου τον Μ. που δουλεύει εκεί.
Γρήγορα η κουβέντα στράφηκε στη χτεσινή πορεία διαμαρτυρίας.
Πάνω στην ώρα, πλησίασε ένας μεσήλικας κύριος για ν' αγοράσει τσιγάρα.
Όπως φάνηκε στη συνέχεια ήταν γνωστός του φίλου μου, αφού ο Μ. τον ρώτησε σχεδόν αμέσως: "Πού ήσουν χτες κύριε Τάδε; Δε σε είδα. Δεν ήρθες μαζί μας αυτή τη φορά".
Ο κύριος λες και περίμενε την ατάκα του για να βγει στη σκηνή και ν' αρχίσει τον μονόλογό του, πήρε μπρος: είπε, είπε, είπε και τι δεν είπε.
Το πρώτο του επιχείρημα το οποίο υποστήριξε σθεναρά μέχρι τέλους, παρά τον αντίλογο από την πλευρά του φίλου μου του Μ. και τη δική μου, ήταν πως η χθεσινή διαδήλωση ήταν "αστεία" από άποψη προσέλευσης κόσμου.
Πως ήταν λίγες χιλιάδες όλοι κι όλοι. "Για να 'μαι γενναιόδωρος", είπε, "ας πούμε δυο με τρεις χιλιάδες κόσμος".
Τον ρώτησα από πού έχει αυτή την εικόνα. Από την τηλεόραση μήπως;
Έγινε έξαλλος. "Για κορόιδο με περνάς; Φυσικά και δεν την έχω απ' την τηλεόραση".
"Ωραία. Να υποθέσω ότι το διαβάσατε κάπου, είδατε ίσως κάποιες φωτογραφίες, μήπως απ' τις εφημερίδες;"
Για κάποιο λόγο, με κάθε μου ερώτηση φουρκιζόταν όλο και πιο πολύ. Όμως απάντηση στο ερώτημά μου δεν πήρα.
Όταν του είπα πως αφού έχει κατασταλαγμένη άποψη, παρόλο που ο ίδιος δεν ήταν εκεί για να το δει με τα μάτια του, καλό θα ήταν να μας έλεγε πώς τη σχημάτισε, εκνευρίστηκε τόσο που άρχισαν να τρέμουν τα χέρια του.
Κι εκεί ξανάρχισε ο μονόλογός του.
Τόνισε ότι δεν ήταν χτεσινός και ήξερε πολύ καλά τι έλεγε.
Ότι το θεωρούσε ξεφτίλα να πίνουν καφέ τα υπόλοιπα πέντε εκατομμύρια των κατοίκων της Αθήνας στην παραλιακή και στο Κολωνάκι, και στη διαδήλωση να πηγαίνει μια "χούφτα" κορόιδων.
Κι επειδή ο ίδιος δεν ήταν κορόιδο δεν είχε σκοπό να πάει ποτέ ξανά πουθενά.
Άλλωστε, ποιο το νόημα; Όλα έχουν γίνει, κι όλα είναι χαμένα, κι αν δεν βρεθούν σύσσωμοι όλοι οι Αθηναίοι "μπροστά στη Βουλή να βουλιάξουν οι δρόμοι", τίποτε δεν πρόκειται να συμβεί.
"Γιατί να πάω εγώ να βγάλω το φίδι από την τρύπα;" διερωτήθηκε ωρυόμενος. "Γιατί να είμαι εγώ το κορόιδο των ξύπνιων που την έβγαζαν αραχτοί στις καφετέριες;"
Με δυσκολία τον διέκοψα, αλλά ίσα που πρόλαβα να του πω ότι η ατάκα "εγώ θ' αλλάξω τον κόσμο;" είναι η νοοτροπία όλων των ηττημένων. Μετά βίας πρόλαβα να προσθέσω πως αν κι ο ίδιος δεν είχε καταλήξει σ' αυτό το τσιτάτο και βρισκόταν μαζί με τους υπόλοιπους, ίσως τότε να μην ήταν η διαμαρτυρία τόσο "λίγη" όσο ο ίδιος πίστευε πως ήταν.
Όπως προφανώς φαντάζεστε, έπεσε να με φάει. Του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι.
"Τι λες κοριτσάκι μου;" μου είπε ενώ το μούτρο του είχε αναψοκοκκινίσει.
"Είσαι βαθιά νυχτωμένη αν πιστεύεις τα όσα λες. Νομίζεις ότι είναι μαγκιά να τρέχουν οι λίγοι για τους πολλούς; Να πάω δηλαδή εγώ, ο ένας, για να διαμαρτυρηθώ για τους υπόλοιπους χιλιάδες που καρφάκι δεν τους καίγεται; Οι λίγοι θα γίνουν ήρωες για να καλοπεράσουν οι πολλοί; Πού το είδες αυτό γραμμένο;"
Στην ιστορία, του απάντησα. Εσείς που το είδατε γραμμένο να γίνονται ήρωες οι πολλοί για χάρη των λίγων; Οι ήρωες όπως ειρωνικά τους αποκαλείτε εσείς, ήταν πάντα μια χούφτα τρελών που είτε τους έπνιγε το δίκιο τους, είτε δεν είχαν πλέον τίποτα να χάσουν.
"Άμα θες να αρχίσουμε τις αερολογίες και τις παπαρολογίες", μου επιτέθηκε, "άστο, έχω χορτάσει. Και στην τελική, ακόμα κι αυτοί που κατέβηκαν, ξεφτίλες ήταν. Για να ακουστούν και να έχουν να το λένε ήταν εκεί. Για να δημιουργήσουν εντυπώσεις. Γιατί πού πας ρε καραμήτρο, αφού ξέρεις ότι θα πέσουν χημικά, πού πας με τη μασκούλα και το μαλόξ στη μούρη;
Εμείς δηλαδή που τα σκάσαμε τα λεφτά μας για να πάρουμε την πανάκριβη αντιασφυξιογόνα μάσκα, ήμασταν μαλάκες; Κι εσύ μου πας ξεβράκωτος για να μπορείς μετά να βγαίνεις και να λες και να το παίζεις ήρωας; Ε, όχι, εγώ δεν γίνομαι μαλάκας του κάθε γελοίου".
Ήθελα να του πω κι άλλα.
Αλλά αυτό το τελευταίο του επιχείρημα για τα λεφτά που έσκασε για ν' αγοράσει την πάνακριβη αντιασφυξιογόνα μάσκα του για τις προηγούμενες πορείες και που τώρα μάλλον του έμεινε αμανάτι και δεν έκανε απόσβεση, μου 'κοψε τη φόρα και μ' άφησε μαλάκα.
Άνοιξα μια δυο φορές το στόμα μου, αλλά και πάλι δεν είπα τίποτα.
Δεν μ' άκουγε εξάλλου. Συνέχιζε να παραληρεί, με χέρια που έτρεμαν, κατακόκκινος και φτύνοντας σάλια σε κάθε πρόταση.
Ήθελα να του πω να μην ανησυχεί και να μην αγχώνεται. Πάντα θα υπάρχουν οι λίγοι που θα βγουν να αντισταθούν για τους πολλούς. Κι ο ίδιος δεν ξέρω σε ποια κατηγορία ανήκε, αλλά στων "λίγων" σίγουρα όχι.
Αντί να του το πω όμως, έκλεισα το στόμα μου και θύμισα στον εαυτό μου ότι στην επόμενη πορεία που θα κατέβω, θα έχω βρεθεί εκεί και γι' αυτόν τον κύριο.
Για τον έναν απ' τους πολλούς.
Γιατί αυτός ο κύριος είναι οι πολλοί, κι όταν παλεύεις για μια χώρα, δεν παλεύεις μονάχα για μια ελίτ φωτισμένων μυαλών, λαμπερών εξαιρέσεων, καθαρών συνειδήσεων, σοφρώνων και βαθιά δημοκρατικών όντων. Παλεύεις για όλους. Παλεύεις για τους "πολλούς", που είναι σαν κι αυτόν τον κύριο.
Αυτό θύμισα στον εαυτό μου, και μ' ένα νεύμα στον φίλο Μ. έστριψα κι έφυγα χωρίς να πω λέξη.
Μόνο που μ' έπιασε ξαφνικά μια κούραση. Μια απίστευτη κούραση. Που δεν είχε να κάνει με το κουραστικό σαββατοκύριακο και την ακόμα πιο κουραστική Δευτέρα.
Όπως και να 'χει, καθώς απομακρυνόμουν έστρεψα για λίγο το κεφάλι μου πίσω.
Ο κύριος αγόρευε ακόμα.
Γρήγορα η κουβέντα στράφηκε στη χτεσινή πορεία διαμαρτυρίας.
Πάνω στην ώρα, πλησίασε ένας μεσήλικας κύριος για ν' αγοράσει τσιγάρα.
Όπως φάνηκε στη συνέχεια ήταν γνωστός του φίλου μου, αφού ο Μ. τον ρώτησε σχεδόν αμέσως: "Πού ήσουν χτες κύριε Τάδε; Δε σε είδα. Δεν ήρθες μαζί μας αυτή τη φορά".
Ο κύριος λες και περίμενε την ατάκα του για να βγει στη σκηνή και ν' αρχίσει τον μονόλογό του, πήρε μπρος: είπε, είπε, είπε και τι δεν είπε.
Το πρώτο του επιχείρημα το οποίο υποστήριξε σθεναρά μέχρι τέλους, παρά τον αντίλογο από την πλευρά του φίλου μου του Μ. και τη δική μου, ήταν πως η χθεσινή διαδήλωση ήταν "αστεία" από άποψη προσέλευσης κόσμου.
Πως ήταν λίγες χιλιάδες όλοι κι όλοι. "Για να 'μαι γενναιόδωρος", είπε, "ας πούμε δυο με τρεις χιλιάδες κόσμος".
Τον ρώτησα από πού έχει αυτή την εικόνα. Από την τηλεόραση μήπως;
Έγινε έξαλλος. "Για κορόιδο με περνάς; Φυσικά και δεν την έχω απ' την τηλεόραση".
"Ωραία. Να υποθέσω ότι το διαβάσατε κάπου, είδατε ίσως κάποιες φωτογραφίες, μήπως απ' τις εφημερίδες;"
Για κάποιο λόγο, με κάθε μου ερώτηση φουρκιζόταν όλο και πιο πολύ. Όμως απάντηση στο ερώτημά μου δεν πήρα.
Όταν του είπα πως αφού έχει κατασταλαγμένη άποψη, παρόλο που ο ίδιος δεν ήταν εκεί για να το δει με τα μάτια του, καλό θα ήταν να μας έλεγε πώς τη σχημάτισε, εκνευρίστηκε τόσο που άρχισαν να τρέμουν τα χέρια του.
Κι εκεί ξανάρχισε ο μονόλογός του.
Τόνισε ότι δεν ήταν χτεσινός και ήξερε πολύ καλά τι έλεγε.
Ότι το θεωρούσε ξεφτίλα να πίνουν καφέ τα υπόλοιπα πέντε εκατομμύρια των κατοίκων της Αθήνας στην παραλιακή και στο Κολωνάκι, και στη διαδήλωση να πηγαίνει μια "χούφτα" κορόιδων.
Κι επειδή ο ίδιος δεν ήταν κορόιδο δεν είχε σκοπό να πάει ποτέ ξανά πουθενά.
Άλλωστε, ποιο το νόημα; Όλα έχουν γίνει, κι όλα είναι χαμένα, κι αν δεν βρεθούν σύσσωμοι όλοι οι Αθηναίοι "μπροστά στη Βουλή να βουλιάξουν οι δρόμοι", τίποτε δεν πρόκειται να συμβεί.
"Γιατί να πάω εγώ να βγάλω το φίδι από την τρύπα;" διερωτήθηκε ωρυόμενος. "Γιατί να είμαι εγώ το κορόιδο των ξύπνιων που την έβγαζαν αραχτοί στις καφετέριες;"
Με δυσκολία τον διέκοψα, αλλά ίσα που πρόλαβα να του πω ότι η ατάκα "εγώ θ' αλλάξω τον κόσμο;" είναι η νοοτροπία όλων των ηττημένων. Μετά βίας πρόλαβα να προσθέσω πως αν κι ο ίδιος δεν είχε καταλήξει σ' αυτό το τσιτάτο και βρισκόταν μαζί με τους υπόλοιπους, ίσως τότε να μην ήταν η διαμαρτυρία τόσο "λίγη" όσο ο ίδιος πίστευε πως ήταν.
Όπως προφανώς φαντάζεστε, έπεσε να με φάει. Του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι.
"Τι λες κοριτσάκι μου;" μου είπε ενώ το μούτρο του είχε αναψοκοκκινίσει.
"Είσαι βαθιά νυχτωμένη αν πιστεύεις τα όσα λες. Νομίζεις ότι είναι μαγκιά να τρέχουν οι λίγοι για τους πολλούς; Να πάω δηλαδή εγώ, ο ένας, για να διαμαρτυρηθώ για τους υπόλοιπους χιλιάδες που καρφάκι δεν τους καίγεται; Οι λίγοι θα γίνουν ήρωες για να καλοπεράσουν οι πολλοί; Πού το είδες αυτό γραμμένο;"
Στην ιστορία, του απάντησα. Εσείς που το είδατε γραμμένο να γίνονται ήρωες οι πολλοί για χάρη των λίγων; Οι ήρωες όπως ειρωνικά τους αποκαλείτε εσείς, ήταν πάντα μια χούφτα τρελών που είτε τους έπνιγε το δίκιο τους, είτε δεν είχαν πλέον τίποτα να χάσουν.
"Άμα θες να αρχίσουμε τις αερολογίες και τις παπαρολογίες", μου επιτέθηκε, "άστο, έχω χορτάσει. Και στην τελική, ακόμα κι αυτοί που κατέβηκαν, ξεφτίλες ήταν. Για να ακουστούν και να έχουν να το λένε ήταν εκεί. Για να δημιουργήσουν εντυπώσεις. Γιατί πού πας ρε καραμήτρο, αφού ξέρεις ότι θα πέσουν χημικά, πού πας με τη μασκούλα και το μαλόξ στη μούρη;
Εμείς δηλαδή που τα σκάσαμε τα λεφτά μας για να πάρουμε την πανάκριβη αντιασφυξιογόνα μάσκα, ήμασταν μαλάκες; Κι εσύ μου πας ξεβράκωτος για να μπορείς μετά να βγαίνεις και να λες και να το παίζεις ήρωας; Ε, όχι, εγώ δεν γίνομαι μαλάκας του κάθε γελοίου".
Ήθελα να του πω κι άλλα.
Αλλά αυτό το τελευταίο του επιχείρημα για τα λεφτά που έσκασε για ν' αγοράσει την πάνακριβη αντιασφυξιογόνα μάσκα του για τις προηγούμενες πορείες και που τώρα μάλλον του έμεινε αμανάτι και δεν έκανε απόσβεση, μου 'κοψε τη φόρα και μ' άφησε μαλάκα.
Άνοιξα μια δυο φορές το στόμα μου, αλλά και πάλι δεν είπα τίποτα.
Δεν μ' άκουγε εξάλλου. Συνέχιζε να παραληρεί, με χέρια που έτρεμαν, κατακόκκινος και φτύνοντας σάλια σε κάθε πρόταση.
Ήθελα να του πω να μην ανησυχεί και να μην αγχώνεται. Πάντα θα υπάρχουν οι λίγοι που θα βγουν να αντισταθούν για τους πολλούς. Κι ο ίδιος δεν ξέρω σε ποια κατηγορία ανήκε, αλλά στων "λίγων" σίγουρα όχι.
Αντί να του το πω όμως, έκλεισα το στόμα μου και θύμισα στον εαυτό μου ότι στην επόμενη πορεία που θα κατέβω, θα έχω βρεθεί εκεί και γι' αυτόν τον κύριο.
Για τον έναν απ' τους πολλούς.
Γιατί αυτός ο κύριος είναι οι πολλοί, κι όταν παλεύεις για μια χώρα, δεν παλεύεις μονάχα για μια ελίτ φωτισμένων μυαλών, λαμπερών εξαιρέσεων, καθαρών συνειδήσεων, σοφρώνων και βαθιά δημοκρατικών όντων. Παλεύεις για όλους. Παλεύεις για τους "πολλούς", που είναι σαν κι αυτόν τον κύριο.
Αυτό θύμισα στον εαυτό μου, και μ' ένα νεύμα στον φίλο Μ. έστριψα κι έφυγα χωρίς να πω λέξη.
Μόνο που μ' έπιασε ξαφνικά μια κούραση. Μια απίστευτη κούραση. Που δεν είχε να κάνει με το κουραστικό σαββατοκύριακο και την ακόμα πιο κουραστική Δευτέρα.
Όπως και να 'χει, καθώς απομακρυνόμουν έστρεψα για λίγο το κεφάλι μου πίσω.
Ο κύριος αγόρευε ακόμα.
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 03, 2012
Τον άρτον ημών τον επιούσιον (μαζί με ολίγα μπινελίκια)
ΠΡΟΛΟΓΟΣ (Δια τους αναγνώστες)
Την ξέρεις την παροιμία, δουλειά δεν είχε ο διάολος, απαύτωνε τα παιδιά του;Ε, κάπως έτσι πάει ετούτη η ιστορία. Φτιάχνω ψωμί εδώ και καιρό στον αρτοζυμωτή. Του ρίχνω τα υλικά, μου τα ζυμώνει, μου τα φουσκώνει, και μετά βγάζω το ψωμάκι, το πλάθω όπως θέλω, το στολίζω, και βούρ στο φούρνο και το ψήνω.
Αλλά δε μου 'φτανε βλέπεις αυτό. Ήθελα η κυρία να φτιάξω ψωμί με προζύμι. Εκείνο το ψωμί που θυμάμαι από πιτσιρίκι, που έφτιαχναν πάνω στη Ζαγορά, με τη χαρακτηριστική ξινή γεύση του, την κρουστή ψίχα του, την κριτσανιστή κόρα του, γαμώ τις αναμνήσεις μου...
Και δε φτάνει που τρώγομαι πώς να το φτιάξω, σκάει και μια ψυχή πάνω σε μια κουβεντούλα, και ζητάει κι αυτή οδηγίες για την παρασκευή προζυμένιου ψωμιού.
Λέω κι εγώ ο κατά βάθος αισιόδοξος άνθρωπος, μη σκας μωρέ, θα ρωτήσω την κυρία Βικτώρια (τη μάνα ντε!) και θα σου απαντήσω πάραυτα.
Και ρωτάω. Την κυρία Βικτώρια λέμε. Και μου λέει. Περιχαρής εγώ. Τι καλά και τι ωραία, και τραλαλά, και ρε τόσο εύκολο ήταν και δεν το 'κανα τόσο καιρό; Και βουρ για να φτιάξω προζύμι.
Και σαν καλή φιλενάς, γράφω γράμμα και γραφή στην ψυχή που ζήταγε τις πληροφορίες, και χάρηκε κι αυτή, και χαρήκαμε κι οι δυο, και μετά.. ΞΥΠΝΗΣΑ.
Γιατί φιλενάδα, χρόνια εκπαιδευμένη με την κυρία Βικτωρία, άρχισε σε λίγο να μου βρωμάει η υπόθεσις.
Και λέω, για κάτσε ρε, να κάνουμε μερικές διευκρινιστικές ερωτησούλες στη μανουλίτσα, μην και κάνουμε πατάτα και τρέχουμε και δε φτάνουμε, και τσουπ, την παίρνω στο τηλέφωνο.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΕΝΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΟΡΙΕΣ
Κι έρχομαι τώρα εγώ, 1 ώρα και κάτι ψιλά αργότερα, και ερωτώ:ΝΑ ΒΡΙΣΩ ΤΩΡΑ, Η ΝΑ ΒΡΙΣΩ ΜΕΤΑ;
(ρητορική ήταν η ερώτηση, εδώ και ένα μισάωρο έχω πει όλους τους αγίους μαζεμένους, με τα εξαπτέρυγα μαζί).
Όσο διάβαζα τις οδηγίες που είχα καταγράψει, από όσα μου 'χε πει εν πρώτοις η κυρία Βικτωρία, τόσο κάτι δεν μου άρεσε, γιατί μου παραφαινόταν εύκολη η διαδικασία, και γιατί η μάνα μου η προκομμένη, μ' έχει κάψει κάτι χιλιάδες φορές με τα περιβόητα εννοείται!
Αμ, δεν εννοείται χριστιανή μου άμα ο άλλος δεν ξέρει την τύφλα του και ζητά οδηγίες προς ναυτιλομένους!
Δεν εννοείται επειδή το ξέρεις εσύ και το θεωρείς αυτονόητο, γαμώ τα γένια του προφήτη!
Κι όχι μόνο μου πέταξε το περιβόητο εννοείται, αλλά μετά πήγαινε να με βγάλει και τρελή, όταν άρχισα να σκούζω ότι "δεν μου τα πες έτσι την πρώτη φορά ρε μάνα!" μετά που λες αρχίσαμε τα "τι λες παιδάκι μου, εγώ έτσι ακριβώς σου το 'πα, εσύ δεν το κατάλαβες!"
Θα τη σφάξω κάποια ώρα, στο λέω.
Τέλος πάντων, πάρε τις σωστές οδηγίες, κι άμα βαστήξουν τα κότσια σου να τις κάνεις, εγώ θα σου βγάλω το καπέλο (εγώ πάντως δηλώνω από τώρα, πρις και δεν σφάξανε που θα κάτσω να ψοφήσω για μια φραντζόλα ψωμί, πάμε παρακάτω).
Λοιπόν:
Πώς φτιάχνουμε προζύμι απ' το μηδέν.
* Παίρνουμε αλεύρι (κάθε είδος μας κάνει, ακόμα και μαλακό, η κυρά Βίκη πάντως λέει ή σκληρό ή χωριάτικο)
* Παίρνουμε χλιαρό νεράκι.
Αναλογίες ακριβείς δεν έχει εδώ, χοντρικά αν πεις μια κούπα αλεύρι, ως μισή κούπα χλιαρό νερό. Ζυμώνουμε μέχρι να γίνει ένα ζυμαράκι.
Το βάζουμε σε πήλινο ή πορσελάνινο πιάτο (πήλινο λέει κατά προτίμηση η μάμα αλλά μη μασάς), το σκεπάζουμε με ένα άλλο πιάτο και το αφήνουμε σε ζεστό περιβάλλον. Αν έχει θέρμανση το σπίτι κανονική κι όχι να ψοφολογάτε απ' το κρύο όπως εμείς, φτάνει να το σκεπάσεις με μια πετσετούλα. Αλλιώς το κουκουλώνουμε με κουβέρτα.
Την άλλη μέρα βάζουμε πάλι λίγο αλεύρι και λίγο χλιαρό νεράκι (μερικές κουταλιές), ανακατεύουμε καλά, και το αφήνουμε πάλι στην ησυχία του.
Αυτή τη διαδικασία την κάνουμε 3 με 4 μέρες. Το ζυμαράκι-προζυμάκι θα είναι κάπως νερουλό, σαν πηχτή κουρκούτη.
Αφού αρχίσει να ξινίζει θα έχει και τη χαρακτηριστική μυρωδιά αλλά θα κάνει και φουσκαλίτσες.
ΑΝΑΠΙΑΣΜΑ (γαμώ το κέρατό του!)
Έχει φτιαχτεί ωραία και καλά -λέμε τώρα - το προζύμι μας, κι εμείς θέλουμε να φτιάξουμε ψωμί.
Ερώτηση κρίσεως: Μπορούμε κατευθείαν;
Απάντηση: Μπουχαχα! Όχι βέβαια!
Έχουμε κι άλλη διαδικασία, το ρημαδοανάπιασμα, το οποίον σημαίνει δεν παίρνουμε το προζυμάκι και μπλουμ το κοπανάμε, με το υπόλοιπο αλεύρι και άντε το φουρνίζουμε και έχουμε τον άρτον ημών τον επιούσιον, αμ δε!
Σημαίνει ότι θα φτιάξουμε μια ΠΡΟΖΥΜΗ, και μετάααα, πιο μετάααα θα φτιάξουμε το ψωμί.
Πάρε ανάσα και πάμε παρακάτω
Εννοείται ότι πρέπει να ξέρουμε πόσα κιλά αλεύρι θέλουμε να ζυμώσουμε για να κανονίσουμε πόσο προζύμι θα χρειαστούμε, αλλά παίζει και το αντίθετο, που σε μένα ακούγεται πιο εύκολο, δηλαδή ανάλογα πόσο προζύμι φτιάξαμε, τόσο αλεύρι θα πάει.
Για παράδειγμα, έστω ότι το προζύμι μας κατέληξε να ζυγίζει 500 γραμμάρια.
Αυτό αντιστοιχεί σε 2 κιλά αλεύρι (με αναλογία 1 προς 4) ή σε 2,5 κιλά αλεύρι (με αναλογία 1 προς 5).
Για να είμαστε πιο ασφαλείς -με την έννοια να μας φουσκώσει ο ρημαδοάρτος σωστά, ας παίξουμε μπάλα με την αναλογία 1 προς 4.
Οπότε μας μένουν 2 κιλά αλεύρι για να φτιάξουμε το ψωμί.
Κι εδώ έρχεται η μαμουνιά του αναπιάσματος.
Όσο πιο πολύ αλεύρι χρησιμοποιήσουμε στο ανάπιασμα για να φτιάξουμε την προζύμη, τόσο πιο ξινή γεύση θα έχει το ψωμί μας. Οπότε είναι καθαρά θέμα γούστου.
Εγώ ας πούμε που αυτή η ρημάδα η γεύση η ξινή που θυμάμαι απ' της μάνας μου κι απ' της ξαδέλφης μου στο χωριό τα ψωμιά είναι αυτή που κυνηγάω, θα χρησιμοποιήσω το μισό απ' το αλεύρι που μένει, δηλαδή 1 κιλό. Ούτως ή άλλως διαλέγεις κατά βούληση.
Παίρνουμε λοιπόν το προζυμάκι, το βάζουμε σε μια λεκάνη, βάζουμε το 1 κιλό αλεύρι, και σιγά σιγά χλιαρό νερό.
Πόσο χλιαρό νερό; Καλή ερώτηση.
Η απάντηση που πήρα φυσικά στην αρχή ήταν όσο πάρει αλλά επειδή άρχισα να μνημονεύω εκ νέου κάτι αγίους και οσίους, η διευκρίνιση ήταν να μην το κάνεις χυλό, αλλά ούτε να υπάρχει και αλεύρι που δεν έχει απορροφηθεί απ' το νερό.
Αφού το καταφέρουμε κι αυτό, να ενσωματωθεί δηλαδή όλο το αλεύρι χωρίς να είναι ούτε μπούρλιακας (βολιώτικη έκφραση σημαίνει κολυμπάει στο νερό, ή γενικά μεγάλη ποσότητα νερού), αλλά ούτε στόκος, το ζυμώνουμε λίγο με τα χέρια μέχρι να έχουμε μια προζύμη εύπλαστη, όχι νερουλή, όχι συμπαγής, που θα κολλάει στο χέρι.
Τότε κόβουμε ένα κομμάτι και το φυλάμε στην άκρη για το επόμενο ψωμί (αν και άμα και όταν που δεν το βλέπω).
Σκεπάζουμε το μπολ με μεβράνη ή με πετσέτα, το τυλίγουμε σε κουβέρτες σαν νεογέννητο ελλιποβαρές, το φασκιώνουμε καλά-καλά, πετάμε και 3 γατιά από πάνω να το κρατάνε ζεστό, ή ελλείψει γατιών, και αν το σπίτι είναι κρύο, μπορούμε να έχουμε ανοίξει το φούρνο για κανά μισάωρο στους 50 βαθμούς, και μετά να τον σβήσουμε, να βάλουμε την προζύμη μέσα και να την αφήσουμε μια νύχτα.
ΠΩΣ ΦΤΙΑΧΝΟΥΜΕ ΨΩΜΙ
Αν ξεφύσηξες και είπες εδώ τελειώσαμε, κάνεις λάθος καλή μου φιλενάς. Έχουμε και συνέχεια.Την άλλη μέρα, θα πρέπει η προζύμη μας να έχει διπλασιαστεί σε μέγεθος, αλλιώς κάποια μαλακία κάναμε και πάει χαμένος ο κόπος.
Αν όμως όλα πήγαν καλά ως εδώ, βουτάμε το υπόλοιπο 1 κιλό του αλευριού, και ξαναζυμώνουμε με λίγο νερό ακόμα.
Προσοχή στο νερό, όσο πιο πολύ βάλουμε, τόσο πιο πολύ αλεύρι θα σηκώσει (το μόνο σωστό τιπ της κυρά Βικτωρίας που το 'πε χωρίς να μου βγάλει την ψυχή).
Προσθέτουμε αλατάκι, ζάχαρη, ελαιόλαδο (πόσο δεν ξέρω, θα ρωτήσω εκ νέου την κυρία Βικτωρία), και ζυμώνουμε, και ζυμώνουμε και ζυμώνουμε .
Κι εδώ, ισοπεδωμένη πλέον η ταλαίπωρη κόρη ρωτώ το γαμωαυτονόητο και πόση ώρα ζυμώνουμε ρε μάνα γαμώ το;
Θες την ακριβή απάντηση; Άντε να στη δώσω:"μέχρι να ιδρώσει ο πισινός σου" (sic)
Γελάς; Τι γελάς πουλάκι μου;
Άμα λέει η κυρά Βίκη κάτι τέτοιο που δεν ιδρώνει τ' αυτί της εύκολα (κι ο πισινός της φαντάζομαι καθόλου), για μένα, σημαίνει μάλλον μέχρι να ψοφήσω πάνω από τον πάγκο.
Μετά από μερικά βρισίδια ακόμη, δεν καταφέραμε να συνεννοηθούμε, γιατί συνέχιζε να απαντά τα γνωστά "θα το δεις με το μάτι", "θα το καταλάβεις στο χέρι" κ.ο.κ.
Τέλος πάντων, ζυμώνουμε.
Κι αφού τελειώσουμε το ζύμωμα, λαδώνουμε ταψιά και ταψάκια, βάζουμε τη ζύμη μας, τη χαράζουμε με ένα μαχαιράκι, την αλευρώνουμε λίγο στην επιφάνεια αν θέλουμε, και.... την ψήνουμε είπες;
ΟΧΙ ΠΟΥΛΙ ΜΟΥ.
Σιγά μην την ψήναμε κιόλας.
Την αφήνουμε να ανέβει ΞΑΝΑ.
Να διπλασιαστεί σε όγκο και πάλι.
Κατά τα γνωστά.
Κουβερτοσκέπασμα και ζεστό σπίτι, ή κοντά στο καλοριφέρ, ή σε ζεσταμένο φούρνο που τον σβήνουμε και τη χώνουμε μέσα σκεπασμένη με κανά τραπεζομάντηλο από 1 ως 3 ώρες μέχρι όπως είπαμε να διπλασιαστεί σε όγκο, και τότε, ταράαν ταράααν, επιτέλους ΨΗΝΟΥΜΕ ΨΩΜΙ.
180 με 200 βαθμούς κελσίου, 60-70 λεπτά της ώρας, ανάλογα τον όγκο του ψωμιού. Άμα βυθίσουμε μαχαιράκι να βγαίνει καθαρό κι όλα τα "εννοείται" του σύμπαντος.
Κι αφού κάναμε όλον αυτόν τον αγώνα, κι άμα όλα πήγαν κατ' ευχήν και βγήκε απ' το φούρνο ψωμί ζυμωτό και προζυμένιο, για να εκδικηθούμε, το τρώμε ζεστό-ζεστό με αγουρέλαιο, χοντροτριμμένο αλάτι, ρίγανη και ελιά τσακιστή, κι αυτό για να μας εκδικηθεί πάει και κατσικώνεται στα οπίσθιά μας, και ζήσαμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτεραααα, κι άμα εγώ φτιάξω προμόζυμόψωμο να με χέσεις, και φιλιά πολλά λέμε γαμώτ, και τα λέμε γενικώς ούφ!
Παρασκευή, Ιανουαρίου 27, 2012
Εξαρτάται από ποια πλευρά θα το δεις, Μέρος Πρώτο.
Λοιπόν, φίλες και φίλοι, να σας συστηθώ.Είμαι ο Βίνσετ.
Είμαι ψηλός και ρωμαλέος, γεροδεμένος και ξανθός, με μάτια μελιά. Κατά γενική ομολογία όλων, δεν έχω μονάχα κορμοστασιά ενός Βίκινγκ, αλλά και την ανάλογη τόλμη και γενναιότητα, ενίοτε και τρέλα.
Δε με τρομάζει και δεν με πτοεί σχεδόν τίποτα και κανένας.
Στον υπόλοιπο γατόκοσμο είμαι γνωστός ως Βίνσεντ, όπως ήδη σας είπα, που θα πει κατακτητής.
Οι άνθρωποί μου όμως διάλεξαν να με φωνάζουν Κανέλλο.
Νέλλο Κανέλλο για την ακρίβεια.
Φτωχό υποκατάστατο του Βίνσεντ ομολογουμένως, αλλά από την άλλη, οι άνθρωποι πάντα είχαν περιορισμένη αντιληπτικότητα και φαντασία, κι έτσι τους συγχωρούνται πολλά. Στην αρχή προσπάθησα ευγενικά να τους εξηγήσω πως δεν ήταν αυτό το όνομά μου. Με φώναζαν και αρνιόμουν να γυρίσω το κεφάλι μου.
Βέβαια, απαντούσα στο "ψι-ψι", γιατί όπως όλοι οι γάτοι ξέρουν, το "ψι-ψι" είναι μια από τις πρώτες λέξεις που ψελλίζουν οι άνθρωποι όταν συναντηθούν με κάποιον του είδους μας. Γιατί το κάνουν θα σας γελάσω, αλλά ας τους δούμε σαν μωρά. Και "γκοαρθεαφμπ" να έλεγαν, θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να ανταποκριθούμε, βραβεύοντας την προσπάθειά τους, σωστά;
Κι αφού φυσικά όλοι επίσης ξέρουμε πως στην ανθρωπίσια γλώσσα το "ψι-ψι" αντικαθιστά το "μέ-έου" που σημαίνει έλα κοντά μου, τους πλησίαζα.
Όπως και να 'χει, οι άνθρωποί μου, με το περιορισμένο τους λεξιλόγιο και την τεράστια έλλειψή τους σε ικανότητα εκμάθησης ξένων γλωσσών, επέμεναν να με αποκαλούν Κανέλλο. Και τέλος πάντων, το βρήκα στο τέλος-τέλος κάπως γλυκό αυτό το Κανέλλο, κι έτσι τους επέτρεψα να το κρατήσουν.
Είναι περίπου ένας χρόνος που τους έκανα την τιμή να μετακομίσω στο σπίτι τους, και πρέπει να ομολογήσω ότι για κάποιο διάστημα τα πράγματα πήγαιναν καλά. Είχα αποκτήσει έναν κολλητό φίλο και πιστό ακόλουθο, τον Τσίκο Πιτσίκο, (Έντουαρντ τον λένε, αλλά είπαμε για το κόλλημα των ανθρώπων), και μια φανατική εχθρό, την οποία λατρεύω να παρενοχλώ έτσι για την πλάκα του θέματος, την κυρία Λούνα. Αυτηνής ούτε που έκανα τον κόπο να μάθω το αληθινό της όνομα. Είναι απ' τις γάτες που αντιπαθώ σφόδρα.
Δουλοπρεπής, δε χαλάει ποτέ το χατήρι στους ανθρώπους με τους οποίους συγκατοικούμε, δεν έχει καμία φυσική κλίση στο κυνήγι και το κλέψιμο, σας μιλάω για σκέτη απογοήτευση.
Αλλά για τους ανθρώπους μου σας έλεγα. Λοιπόν, προσπάθησα να είμαι συγκαταβατικός μαζί τους, να μην εκνευρίζομαι όταν δεν καταλαβαίνουν απλά, γατίσια πράγματα, όπως το ότι είναι απολύτως αναμενόμενο από έναν γάτο του δικού μου διαμετρήματος να κυνηγά, να στήνει παγίδες, να πιάνει θηράματα, να εποπτεύει το σύμπαν από ψηλά, να εξερευνά κάθε νέο αντικείμενο που εμφανίζεται στο χώρο του, να προφυλάσσει την περιοχή του, να εφευρίσκει νέες κρυψώνες και κυρίως να κλέβει τροφή. Κι ούτε που σέβονται τη λαμπερή ιστορία της οικογένειάς μου: ο μακρυνότερος πρόγονός μου ήταν ο αγαπημένος γάτος της Chicago May.
Για θαυμασμό και ανταμοιβή στα τόσο κουραστικά καθημερινά μου καθήκοντα, ούτε κουβέντα. Για να μην αναφέρω ότι δεν έχω δει ούτε ένα τόσο δα δείγμα εκτίμησης στο πόσο εφευρετικός στάθηκα προκειμένου να βρω τρόπο να εξουδετερώσω ένα σωρό εμπόδια και παγίδες και ν' ανοίξω τόσα καλοφυλαγμένα σεντούκια με πολύτιμα εφόδια.
Το χειρότερο όλων; Μου 'χουν σπάσει τα νεύρα με τις φωνές τους. Και μου 'χουν χαλάσει και το όνομα. Πάνω που πήγαινα να το συμπαθήσω.
Γιατί τώρα δε με φωνάζουν γλυκά-γλυκά Κανέλλο και Κανελλάκι,όπως παλιά.
Τώρα με φωνάζουν συχνότερα Νέλλο. Κι αυτό το λένε ορθά-κοφτά, όχι γλυκά κι όμορφα...
Όσο για το Κανέλλο όλο και πιο συχνά το ακούω απ' το στόμα τους σαν τσιρίδα, με έμφαση στο "ε" και το "ο", να κάπως έτσι: "Κανέεεεεελοοο!"
Δεν ξέρω τι θ' αποκάνω μ' αυτούς τους ανθρώπους. Είναι αχάριστο είδος, κι αμόρφωτο, όπως και να το κάνεις...
Είμαι ψηλός και ρωμαλέος, γεροδεμένος και ξανθός, με μάτια μελιά. Κατά γενική ομολογία όλων, δεν έχω μονάχα κορμοστασιά ενός Βίκινγκ, αλλά και την ανάλογη τόλμη και γενναιότητα, ενίοτε και τρέλα.
Δε με τρομάζει και δεν με πτοεί σχεδόν τίποτα και κανένας.
Στον υπόλοιπο γατόκοσμο είμαι γνωστός ως Βίνσεντ, όπως ήδη σας είπα, που θα πει κατακτητής.
Οι άνθρωποί μου όμως διάλεξαν να με φωνάζουν Κανέλλο.
Νέλλο Κανέλλο για την ακρίβεια.
Φτωχό υποκατάστατο του Βίνσεντ ομολογουμένως, αλλά από την άλλη, οι άνθρωποι πάντα είχαν περιορισμένη αντιληπτικότητα και φαντασία, κι έτσι τους συγχωρούνται πολλά. Στην αρχή προσπάθησα ευγενικά να τους εξηγήσω πως δεν ήταν αυτό το όνομά μου. Με φώναζαν και αρνιόμουν να γυρίσω το κεφάλι μου.
Βέβαια, απαντούσα στο "ψι-ψι", γιατί όπως όλοι οι γάτοι ξέρουν, το "ψι-ψι" είναι μια από τις πρώτες λέξεις που ψελλίζουν οι άνθρωποι όταν συναντηθούν με κάποιον του είδους μας. Γιατί το κάνουν θα σας γελάσω, αλλά ας τους δούμε σαν μωρά. Και "γκοαρθεαφμπ" να έλεγαν, θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να ανταποκριθούμε, βραβεύοντας την προσπάθειά τους, σωστά;
Κι αφού φυσικά όλοι επίσης ξέρουμε πως στην ανθρωπίσια γλώσσα το "ψι-ψι" αντικαθιστά το "μέ-έου" που σημαίνει έλα κοντά μου, τους πλησίαζα.
Όπως και να 'χει, οι άνθρωποί μου, με το περιορισμένο τους λεξιλόγιο και την τεράστια έλλειψή τους σε ικανότητα εκμάθησης ξένων γλωσσών, επέμεναν να με αποκαλούν Κανέλλο. Και τέλος πάντων, το βρήκα στο τέλος-τέλος κάπως γλυκό αυτό το Κανέλλο, κι έτσι τους επέτρεψα να το κρατήσουν.
Είναι περίπου ένας χρόνος που τους έκανα την τιμή να μετακομίσω στο σπίτι τους, και πρέπει να ομολογήσω ότι για κάποιο διάστημα τα πράγματα πήγαιναν καλά. Είχα αποκτήσει έναν κολλητό φίλο και πιστό ακόλουθο, τον Τσίκο Πιτσίκο, (Έντουαρντ τον λένε, αλλά είπαμε για το κόλλημα των ανθρώπων), και μια φανατική εχθρό, την οποία λατρεύω να παρενοχλώ έτσι για την πλάκα του θέματος, την κυρία Λούνα. Αυτηνής ούτε που έκανα τον κόπο να μάθω το αληθινό της όνομα. Είναι απ' τις γάτες που αντιπαθώ σφόδρα.
Δουλοπρεπής, δε χαλάει ποτέ το χατήρι στους ανθρώπους με τους οποίους συγκατοικούμε, δεν έχει καμία φυσική κλίση στο κυνήγι και το κλέψιμο, σας μιλάω για σκέτη απογοήτευση.
Αλλά για τους ανθρώπους μου σας έλεγα. Λοιπόν, προσπάθησα να είμαι συγκαταβατικός μαζί τους, να μην εκνευρίζομαι όταν δεν καταλαβαίνουν απλά, γατίσια πράγματα, όπως το ότι είναι απολύτως αναμενόμενο από έναν γάτο του δικού μου διαμετρήματος να κυνηγά, να στήνει παγίδες, να πιάνει θηράματα, να εποπτεύει το σύμπαν από ψηλά, να εξερευνά κάθε νέο αντικείμενο που εμφανίζεται στο χώρο του, να προφυλάσσει την περιοχή του, να εφευρίσκει νέες κρυψώνες και κυρίως να κλέβει τροφή. Κι ούτε που σέβονται τη λαμπερή ιστορία της οικογένειάς μου: ο μακρυνότερος πρόγονός μου ήταν ο αγαπημένος γάτος της Chicago May.
Για θαυμασμό και ανταμοιβή στα τόσο κουραστικά καθημερινά μου καθήκοντα, ούτε κουβέντα. Για να μην αναφέρω ότι δεν έχω δει ούτε ένα τόσο δα δείγμα εκτίμησης στο πόσο εφευρετικός στάθηκα προκειμένου να βρω τρόπο να εξουδετερώσω ένα σωρό εμπόδια και παγίδες και ν' ανοίξω τόσα καλοφυλαγμένα σεντούκια με πολύτιμα εφόδια.
Το χειρότερο όλων; Μου 'χουν σπάσει τα νεύρα με τις φωνές τους. Και μου 'χουν χαλάσει και το όνομα. Πάνω που πήγαινα να το συμπαθήσω.
Γιατί τώρα δε με φωνάζουν γλυκά-γλυκά Κανέλλο και Κανελλάκι,όπως παλιά.
Τώρα με φωνάζουν συχνότερα Νέλλο. Κι αυτό το λένε ορθά-κοφτά, όχι γλυκά κι όμορφα...
Όσο για το Κανέλλο όλο και πιο συχνά το ακούω απ' το στόμα τους σαν τσιρίδα, με έμφαση στο "ε" και το "ο", να κάπως έτσι: "Κανέεεεεελοοο!"
Δεν ξέρω τι θ' αποκάνω μ' αυτούς τους ανθρώπους. Είναι αχάριστο είδος, κι αμόρφωτο, όπως και να το κάνεις...
Σάββατο, Ιανουαρίου 07, 2012
Νέα Χρονιά
Η Ayo χρωματίζει με τη φωνή της όσα σκέφτομαι τελευταία.
Αφιερωμένο σ' όσους ακόμη ρωτάνε γιατί.
Και σ' αυτούς που ακόμη χαμογελάνε.
Καλή χρονιά.
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 28, 2011
Αλληλεγγύη
Το κοινωνικό κράτος προνοίας απέθανε, και του κάναμε και τα σαράντα.
Η κοινωνική αλληλεγγύη κάνει τα πρώτα της βήματα, και θα την στηρίξουμε με νύχια και με δόντια.
Ο πρώτος μη κερδοσκοπικός συνεταιρισμός στην Ελλάδα, είναι γεγονός.
Ονομάζεται "Αλληλέγγυον", βρίσκεται στη περιοχή του Κολωνού στο σταθμό Λαρίσης και του μετρό στην οδό Αγίας Σοφίας 50 και Διδυμοτείχου και είναι μια κίνηση εκ μέρους των ελλήνων αγροτών, εντελώς πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα.
Για πρώτη φορά θα μπορεί ο καταναλωτής να προμηθευτεί τρόφιμα σε τιμές... χωραφιού, αφού ουσιαστικά καταργείται ο μεσάζοντας κι ο χονδρέμπορας.
Οι αγρότες δηλώνουν πως με την κίνησή τους αυτή, καλύπτουν μονάχα τα λειτουργικά τους έξοδα, ενώ ο κος Γαλανόπουλος, ιθύνων νους του εγχειρήματος, τονίζει:
"Σκοπός μας είναι αυτές τις σκοτεινές ημέρες να μην πεινάσει κανείς. Τα νοικοκυριά των αστικών κέντρων θα γνωρίσουν τους απλούς καθημερινούς έλληνες αγρότες και τη σοδειά τους. Θα κοπεί ο δρόμος στους "μαυραγορίτες", που "ακονίζουν τα μαχαίρια τους" στην περίπτωση που η χώρα μπει στον εκβιασμό του διατροφικού εφιάλτη".
Συγχαρητήρια σ' αυτούς τους ανθρώπους που αποφάσισαν να διαθέσουν κατ' αυτόν τον τρόπο τα προϊόντα τους, από το να πετάνε στις χωματερές, που αποφάσισαν να στηρίξουν τον συνάνθρωπό τους, και να στείλουν ένα ηχηρό μύνημα και μια κλωτσιά γερή στα μούτρα της εκμετάλλευσης εκ μέρους των χονδρεμπόρων.
Στη Θεσσαλονίκη δε, λειτουργεί ήδη το πρώτο Κοινωνικό Ιατρείο Αλληλεγγύης, που ξεκίνηση με πρωτοβουλία ενός πυρήνα γιατρών, όπου 40 οδοντίατροι και 30 γιατροί διαφόρων ειδικοτήτων καθώς και οργανωμένο φαρμακείο στελεχωμένο από 4-5 φαρμακοποιούς, εξυπηρετεί καθημερινά εκατοντάδες ανασφάλιστους. Το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης παραχώρησε το κτίριο και ανέλαβε και τα λειτουργικά του έξοδα.
Καμιά έκπληξη δεν προξενεί το ότι όταν οι γιατροί στράφηκαν στο Δήμο Θεσ/νίκης και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο αρχικά για υποστήριξη, ο μεν Δήμος δεν γνώριζε καν πόσα ακίνητα διέθετε στην κατοχή του ώστε να εξετάσει την πιθανότητα να παραχωρήσει κάποιο, το δε ΑΠΘ επέλεξε να μην εμπλακεί καθόλου. Όσο για τον ιατρικό, οδοντιατρικό και φαρμακευτικό σύλλογο της πόλης, φαίνονται να αντιμετωπίζουν την κίνηση αυτή με "ανοχή" όπως δήλωσε η παθολόγους του Κοινωνικού Ιατρείου, δηλαδή χωρίς να το θεωρούν ανταγωνιστικό, αλλά και χωρίς να προσφέρουν άμεσα υποστήριξη.
Ας το ακούσουν αυτό οι γιατροί της πρωτευούσης κι ας ψάξουν να βρουν το ανθρώπινο κομμάτι μέσα τους. Μπορεί να μην τους γεμίσει τις τσέπες, αλλά ίσως τους θυμίσει ξανά τον ταλαίπωρο Ιπποκρατικό Όρκο τους.
Παρά τις αναμενόμενες θέσεις των Δήμων και λοιπών φορέων, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο:
Όσο υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, όπως αυτοί που στελέχωσαν το Αλληλέγγυον και το Κοινωνικό Ιατρείο, υπάρχει ελπίδα.
Περισσότερα διαβάστε εδώ
Η κοινωνική αλληλεγγύη κάνει τα πρώτα της βήματα, και θα την στηρίξουμε με νύχια και με δόντια.
Ο πρώτος μη κερδοσκοπικός συνεταιρισμός στην Ελλάδα, είναι γεγονός.
Ονομάζεται "Αλληλέγγυον", βρίσκεται στη περιοχή του Κολωνού στο σταθμό Λαρίσης και του μετρό στην οδό Αγίας Σοφίας 50 και Διδυμοτείχου και είναι μια κίνηση εκ μέρους των ελλήνων αγροτών, εντελώς πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα.
Για πρώτη φορά θα μπορεί ο καταναλωτής να προμηθευτεί τρόφιμα σε τιμές... χωραφιού, αφού ουσιαστικά καταργείται ο μεσάζοντας κι ο χονδρέμπορας.
Οι αγρότες δηλώνουν πως με την κίνησή τους αυτή, καλύπτουν μονάχα τα λειτουργικά τους έξοδα, ενώ ο κος Γαλανόπουλος, ιθύνων νους του εγχειρήματος, τονίζει:
"Σκοπός μας είναι αυτές τις σκοτεινές ημέρες να μην πεινάσει κανείς. Τα νοικοκυριά των αστικών κέντρων θα γνωρίσουν τους απλούς καθημερινούς έλληνες αγρότες και τη σοδειά τους. Θα κοπεί ο δρόμος στους "μαυραγορίτες", που "ακονίζουν τα μαχαίρια τους" στην περίπτωση που η χώρα μπει στον εκβιασμό του διατροφικού εφιάλτη".
Συγχαρητήρια σ' αυτούς τους ανθρώπους που αποφάσισαν να διαθέσουν κατ' αυτόν τον τρόπο τα προϊόντα τους, από το να πετάνε στις χωματερές, που αποφάσισαν να στηρίξουν τον συνάνθρωπό τους, και να στείλουν ένα ηχηρό μύνημα και μια κλωτσιά γερή στα μούτρα της εκμετάλλευσης εκ μέρους των χονδρεμπόρων.
Στη Θεσσαλονίκη δε, λειτουργεί ήδη το πρώτο Κοινωνικό Ιατρείο Αλληλεγγύης, που ξεκίνηση με πρωτοβουλία ενός πυρήνα γιατρών, όπου 40 οδοντίατροι και 30 γιατροί διαφόρων ειδικοτήτων καθώς και οργανωμένο φαρμακείο στελεχωμένο από 4-5 φαρμακοποιούς, εξυπηρετεί καθημερινά εκατοντάδες ανασφάλιστους. Το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης παραχώρησε το κτίριο και ανέλαβε και τα λειτουργικά του έξοδα.
Καμιά έκπληξη δεν προξενεί το ότι όταν οι γιατροί στράφηκαν στο Δήμο Θεσ/νίκης και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο αρχικά για υποστήριξη, ο μεν Δήμος δεν γνώριζε καν πόσα ακίνητα διέθετε στην κατοχή του ώστε να εξετάσει την πιθανότητα να παραχωρήσει κάποιο, το δε ΑΠΘ επέλεξε να μην εμπλακεί καθόλου. Όσο για τον ιατρικό, οδοντιατρικό και φαρμακευτικό σύλλογο της πόλης, φαίνονται να αντιμετωπίζουν την κίνηση αυτή με "ανοχή" όπως δήλωσε η παθολόγους του Κοινωνικού Ιατρείου, δηλαδή χωρίς να το θεωρούν ανταγωνιστικό, αλλά και χωρίς να προσφέρουν άμεσα υποστήριξη.
Ας το ακούσουν αυτό οι γιατροί της πρωτευούσης κι ας ψάξουν να βρουν το ανθρώπινο κομμάτι μέσα τους. Μπορεί να μην τους γεμίσει τις τσέπες, αλλά ίσως τους θυμίσει ξανά τον ταλαίπωρο Ιπποκρατικό Όρκο τους.
Παρά τις αναμενόμενες θέσεις των Δήμων και λοιπών φορέων, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο:
Όσο υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, όπως αυτοί που στελέχωσαν το Αλληλέγγυον και το Κοινωνικό Ιατρείο, υπάρχει ελπίδα.
Περισσότερα διαβάστε εδώ
Δευτέρα, Νοεμβρίου 28, 2011
Θεσσαλονίκη-Αναχωρήσεις
Painting: Yannis StavrouΗ Θεσσαλονίκη υπήρξε ένας απ' τους τόπους που σημάδεψαν τα πρώτα μου βήματα στην ενήλικη ζωή.
Η πρώτη φυγή από το πατρικό σπίτι, η πρώτη βουτιά στην πολυπόθητη -και ακριβοπληρωμένη- ανεξαρτησία, η πρώτη "μεγάλη" πόλη, το πρώτο δικό μου κλειδί στο χέρι... αγαπημένη απ' την πρώτη στιγμή, αγαπημένη ως τα σήμερα.
Πατώντας το πόδι μου εκεί, ένιωσα μια εξαίσια σύνδεση με το μέρος, μια ιδιαίτερη άνεση, σαν να βρισκόμουν σε σπίτι φιλικό που θα με υποδεχόταν και θα μ' αγκάλιαζε. Τέτοιο δέσιμο με τόπο έμελλε να βιώσω μονάχα πολλά, πολλά χρόνια αργότερα, σε μια άλλη ήπειρο, σε μια μικρή, παραθαλάσσια πόλη, γνωστή στο τοπικό ιδίωμα ως Πόλη των Ανέμων.
Η Θεσσαλονίκη έφερε την πρώτη μεγάλη, σταθερή παρέα φίλων. Στα δύο χρόνια που έμεινα 'πάνω', η ομάδα μας ήταν αδιαχώριστη. Δεν κακιώσαμε ποτέ, δεν μαλώσαμε, δεν ψυχραθήκαμε. Γελάσαμε πολύ, κλάψαμε άλλο τόσο, περάσαμε τρελές μέρες, θεότρελες νύχτες, δουλέψαμε, ταξιδέψαμε παρέα, περάσαμε πείνες και αφραγκίες που τότε, με το προνόμιο της ηλικίας και με μια διάθεση λούμπεν, τις βλέπαμε ως περιπέτειες και μάλιστα ρομαντικές.
Διασχίζαμε τους δρόμους της Άνω Πόλης σαν μικρή ομάδα ποδοσφαίρου, με τσιγάρα που περνούσαν από χέρι σε χέρι, με μακριά κασκόλ ν' ανεμίζουν στον τσουχτερό Βαρδάρη και χωρίς δραχμή στην τσέπη.
Μαζευόμασταν στα ταβερνάκια και τα μεζεδοπωλεία και τρώγαμε ρεφενέ, όποιος είχε περισσότερα πλήρωνε παραπάνω. Στα στέκια, οι μαγαζάτορες μας περίμεναν εξάπαντος κάθε Παρασκευή, κι όταν ο Αλέξης δε δούλευε κι ερχόταν με το μπουζούκι στο χέρι, είχαμε εξασφαλισμένο τζάμπα φαγητό και κρασί για όλους.
Τσακωνόμασταν για τα πολιτικά, για την ιστορία, για τις ομάδες, για τη φιλοσοφία, για τις θεωρίες. Φιλιώναμε, αγαπιόμασταν, τσατιζόμασταν, βρίζαμε, γελούσαμε, ερωτευόμασταν, χωρίζαμε.
Στα δυο χρόνια που έμεινα επάνω, κάμποσα νέα πρόσωπα προστέθηκαν στο σύνολο της παρέας, κάποια αποχώρησαν και κάποια έμειναν σταθερά.
Απ' τους σταθερούς, ο Αλέξης, ο Μιχάλης, ο Στάσης, η Δέσποινα, η Σοφία, η Ντίνα, η Έλσα και φυσικά είχαμε και τους δύο Πέτρους, στους οποίους είχαμε κολλήσει διάφορα παρατσούκλια και καλά για να τους ξεχωρίζουμε:
Ο Πέτρος ο Αθηναίος κι ο Πέτρος ο Θεσσαλονικιός (λόγω καταγωγής).
Ή ο Πέτρος ο Μικρός κι ο Πέτρος ο Μέγας (λόγω ηλικίας).
Ή οι Πετροπουλαίοι.
Ή οι Π.Ε. & Σία.
Ή Π.Ε.ΠΕ.
Τα δυο τελευταία παρατσούκλια ήταν inside joke της παρέας, αφού και οι δυο Πετρήδες είχαν φιλενάδες που τα ονόματά τους άρχιζαν από Ε. Τους είχαμε κι άλλα διάφορα προσωνύμια, ανάλογα την ώρα, τα κέφια, και το πόση καζούρα θέλαμε να τους κάνουμε, αλλά αυτά επικρατούσαν κυρίως.
Στα υπόλοιπα χρόνια, όπως γίνεται συνήθως, ακόμα κι ο 'σταθερός πυρήνας' της παρέας σκόρπισε. Ο Μιχάλης πίσω στην Κρήτη, ο Αλέξης ανάμεσα σε δουλειές μέρας και νύχτας, ο Στάσης έμεινε λίγο περισσότερο, η Δέσποινα είναι ακόμη σταθερή αξία, η Ντίνα πίσω στη Πάτρα, η Σοφία καμμένη απ' το αλκοόλ. Οι Π.Ε. & Σία, έμειναν σε επαφή όλα αυτά τα χρόνια. Ο ένας εκ των δύο στη Θεσσαλονίκη με τη δική του Ε. και ο δεύτερος στην Αθήνα με τη δική του Ε.
Στα δέκα τελευταία χρόνια, η Θεσσαλονίκη δεν έπαψε να είναι αγαπημένη (πώς θα μπορούσε και να μην είναι δηλαδή), και καταφύγιο για μένα.
Αλλά συνδέθηκε και με άλλες ιστορίες, και με άλλες καταστάσεις πέραν της παρέας των πρώτων φοιτητικών χρόνων.
Δυο ταξίδια πάνω μέσα σ' αυτή τη δεκαετία, δεν είχαν να κάνουν ούτε με βόλτα, ούτε με παλιούς κι αγαπημένους φίλους, αλλά με νοσοκομεία, εντατικές, αναμονές έξω από χειρουργεία. Κι απανωτά τσιγάρα περιμένοντας. Τη μια για να τελειώσει ένα πεντάωρο χειρουργείο, μετά για να περάσει το 48ωρο, μετά για να περάσουν οι μέρες της εντατικής... και την άλλη, για ένα άλλο χειρουργείο, για μια άλλη μαγνητική, για καρκινικούς δείκτες.
Τα ονόματα των πρωταγωνιστών στα δυο αυτά ταξίδια, τα ίδια. Κώστας ο ένας, Κωστής ο άλλος. Τους χώριζαν δυο γενιές, τους ένωνε κοινό αίμα.
Ο Κώστας ο μεγάλος τα κατάφερε τότε, και ξεπέρασε το προσδόκιμο ζωής που είχαν δώσει οι γιατροί.
Ο Κώστας ο μικρός, δε θα μπορούσε να μην τα καταφέρει, να μην το παλέψει, να μη βγει νικητής. Δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς.
Αλλά τους τελευταίους οκτώ μήνες, η Θεσσαλονίκη έφερε και δυο αναχωρήσεις.
Οι δυο Ε. των δύο Πέτρων έφυγαν νωρίς και άδικα.
Κάποτε κάναμε πλάκα με τα αρχικά των ονομάτων τους. Τώρα δεν υπάρχει πλάκα.
Τώρα έμειναν δύο αρχικά Π χωρίς τα Ε. Και δεν υπάρχει αστείο, δεν υπάρχει λογοπαίγνιο, δεν υπάρχει καζούρα, δεν υπάρχει η παρέα να χαϊδέψει μέσα από το πείραγμα.
Υπάρχει μόνο το 'βάζουμε το ένα πόδι μπροστά απ' το άλλο και κάνουμε ένα βήμα'.
Σήμερα. Τώρα.
Κι αύριο βλέπουμε.
Ένα βήμα τη φορά. Το ένα πόδι μπροστά από το άλλο. Αυτό είναι αρκετό. Ή μάλλον στην παρούσα, δεν είναι αρκετό απλώς, είναι τιτάνιο.
Πετροπουλαίοι καμάρια μου, ένα βήμα και σήμερα. Ένα βήμα τη φορά. Ένα βήμα μονάχα.
Σάββατο, Νοεμβρίου 12, 2011
Ο φαύλος κύκλος του αγώνα για δύναμη
Πριν χρόνια είχε πέσει στα χέρια μου ένα μυθιστόρημα, το The Celestine Prophecy.
Το είχα διαβάσει στα αγγλικά και μου είχε φανεί εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Ο συγγραφέας του, ο James Redfield υφαίνει με μαεστρία μια φανταστική περιπέτεια, συνδυάζοντας στοιχεία από ψυχολογία, θρησκείες, πνευματικές διδασκαλίες διαφόρων λαών και εποχών.
Ένα κομμάτι αυτών είναι τα λεγόμενα "Θέατρα Ελέγχου". Για κάποιους λόγους, τον τελευταίο χρόνο και ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες, βρίσκομαι να τα σκέφτομαι όλο και πιο συχνά και κυρίως σε συνάρτηση με ανθρώπους που συναντώ, αλλά και μένα την ίδια.
Αντιγράφω μερικά αποσπάσματα.
Οι άνθρωποι ανταγωνιζόμαστε μεταξύ μας με σκοπό να εξασφαλίσουμε ενέργεια. Αυτό το κάνουμε ασυνείδητα σε κάθε συνάντηση. Παρατηρώντας τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, τόσο εκείνες που συμμετέχουμε οι ίδιοι , όσο και αυτές που συμβαίνουν μεταξύ άλλων, μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε αυτό τον ανταγωνισμό και να αρχίσουμε να κατανοούμε την ουσιαστική φύση των ανθρώπινων συγκρούσεων.
Καθένας από τους τρόπους ελέγχου της ενέργειας, έχει τις ρίζες του στον αρχικό φόβο ότι, αν χάσει κανείς τη σύνδεση με το γονιό του, δε θα μπορέσει να επιζήσει. Έτσι, η τάση να ελέγχουμε τους γύρω μας για να εξασφαλίζουμε ενέργεια είναι μια κατάσταση που αρχίζει από την παιδική ηλικία. Όταν είμαστε παιδιά, η επιβίωσή μας εξαρτάται από τους ενήλικες που μας φροντίζουν, και για αυτό αναπτύσσουμε πολύ συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους παίρνουμε ενέργεια από το οικογενειακό μας σύστημα. Η εξασφάλιση αρκετής αγάπης ώστε να νιώθουμε ασφαλείς και αρκετής αναγνώρισης ώστε να μπορέσουμε να δομήσουμε μια ταυτότητα, είναι κρίσιμα στοιχεία της ανάπτυξής μας.
Οι άνθρωποι λοιπόν, ανταγωνιζόμαστε μεταξύ μας για την εξασφάλιση ενέργειας. Αυτό το κάνουμε για να αισθανθούμε μια ψυχολογική αναπτέρωση. Πιστεύουμε ότι πρέπει αποσπάσουμε προσοχή, αγάπη, αναγνώριση, ενίσχυση, επιδοκιμασία από τους άλλους. Όλα αυτά δεν είναι παρά διαφορετικές μορφές ενέργειας. Έτσι μέσα από τις διάφορες μορφές επαφών και συνδιαλλαγών που είχαμε με τους γονείς μας όταν ήμαστε παιδιά, υιοθετούμε ένα τρόπο για να τραβάμε την ενέργεια προς το μέρος μας.
Στα πρώτα χρόνια της ζωής μας προσαρμόσαμε ασυνείδητα τον εαυτό μας στο περιβάλλον μας. Ο τρόπος που μας φέρονταν οι γονείς-μεγάλα αδέρφια, και το πώς νιώθαμε κοντά τους, ήταν για μας το «πεδίο εξάσκησης» στο οποίο μάθαμε να ελέγχουμε τη ροή της ενέργειας και να τη στρέφουμε προς το μέρος μας.
Θα περιγραφούν παρακάτω τέσσερις τύποι χειρισμού της ενέργειας. Μερικοί χρησιμοποιούν διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικές συνθήκες, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν ένα κυρίαρχο θέατρο ελέγχου που τείνουν να το επαναλαμβάνουν. Το ποιο είναι αυτό το θέατρο εξαρτάται από ποια μέθοδος ήταν πιο αποτελεσματική με τα μέλη της οικογένειάς μας.
Τρομοκράτης
Οι τρομοκράτες καταφέρνουν τους πάντες να τους προσέξουν με τη θορυβώδη συμπεριφορά τους, τη σωματική τους δύναμη, τις απειλές, τα απρόσμενα ξεσπάσματα. Κρατούν τους πάντες σε επιφυλακή γιατί οι άλλοι φοβούνται ότι ο Τρομοκράτης θα κάνει κάποιο σχόλιο που θα τους ντροπιάσει ή θα θυμώσει μαζί τους. Οι τρομοκράτες είναι πάντα στο επίκεντρο της προσοχής. Προκαλούν στους άλλους την αίσθηση του φόβου ή άγχους.
Είναι κατά βάση εγωκεντρικά άτομα και η συμπεριφορά τους μπορεί να κυμαίνεται από το να δίνουν συνεχώς διαταγές, να μιλούν ασταμάτητα, να φέρονται αυταρχικά, να είναι άκαμπτοι και σαρκαστικοί, μέχρι τη σωματική βία. Αρχικά δεσμεύουν τους άλλους δημιουργώντας μια αύρα δύναμης.
Καθένα από τα τέσσερα θέατρα ελέγχου δημιουργεί μια συγκεκριμένη ενεργειακή δυναμική που ονομάζεται αντίστοιχο θέατρο. Για παράδειγμα το αντίστοιχο θέατρο που δημιουργείται από ένα τρομοκράτη είναι το «εγώ ο καημένος», το θέατρο του «θύματος».
Ανακριτής
Οι Ανακριτές δεν είναι τόσο απειλητικοί από την άποψη σωματικής βίας, αλλά τσακίζουν το ηθικό και τη θέληση του άλλου αμφισβητώντας νοητικά όλες τις δραστηριότητες και τα κίνητρά του. Είναι εχθρικοί επικριτές που προσπαθούν συνεχώς να φέρουν έτσι τα πράγματα, ώστε να φανεί ότι οι άλλοι φταίνε σε κάτι ή κάνουν λάθος.
Όσο περισσότερο ασχολούνται με τα ελαττώματα και τα λάθη σας, τόσο περισσότερο τους παρακολουθείτε και αντιδράτε σε κάθε τους κίνηση. Καθώς αγωνίζεστε για να αποδείξετε την αξία σας, ή να απαντήσετε στις επικρίσεις τους, τόσο περισσότερη ενέργεια τους στέλνετε. Κάθε τι που λέτε θα χρησιμοποιηθεί εναντίον σας κάποια στιγμή. Νιώθετε σαν να βρίσκεστε συνεχώς υπό παρακολούθηση.
Οι Ανακριτές είναι άτομα που βρίσκονται συνεχώς σε επαγρύπνηση. Εμφανίζονται κυνικοί, σκεπτικιστές, σαρκαστικοί, εκνευριστικοί, τελειομανείς ή υποκριτικά ενάρετοι και μπορεί να φτάσουν στο σημείο να γίνουν ύπουλοι και αδίστακτοι στους τρόπους που χρησιμοποιούν για να ελέγξουν τους άλλους. Δεσμεύουν αρχικά τους άλλους με το πνεύμα τους, την αλάνθαστη λογική τους, τα αντικειμενικά γεγονότα που παραθέτουν, και τη διανόησή τους.
Ως γονείς, δημιουργούν Απόμακρα παιδιά και μερικές φορές Θύματα. Και στις δύο περιπτώσεις, το παιδί προσπαθεί να ξεφύγει από την ανάκριση. Οι Απόμακροι προσπαθούν να ξεφύγουν από την υποχρέωση να απαντούν στη συνεχή παρακολούθηση και τα εκνευριστικά σχόλια του Ανακριτή( οπότε θα αποστραγγιστούν από την ενέργειά τους).
Απόμακρος
Τα Απόμακρα άτομα είναι χαμένα σε ένα δικό τους εσωτερικό κόσμο από ανεπίλυτες συγκρούσεις, φόβους και αυτοαμβιβολίες. Πιστεύουν ασυνείδητα ότι αν υποκρίνονται τον μυστηριώδη ή τον αδιάφορο, κάποιος θα έρθει να τους τραβήξει έξω. Συχνά νιώθουν μοναξιά, και κρατούν απόσταση από φόβο ότι οι άλλοι θα τους επιβάλλουν τη θέλησή τους ή θα αμφισβητήσουν τις αποφάσεις τους ( όπως έκαναν οι Ανακριτές γονείς τους).
Πιστεύουν ότι πρέπει να τα κάνουν όλα μόνοι τους, και γι΄αυτό δεν ζητούν βοήθεια. Χρειάζονται ελεύθερο χώρο γύρω τους και συχνά αποφεύγουν τις δεσμεύσεις. Όταν ήταν παιδιά, οι γονείς τους δεν τους επέτρεπαν να ικανοποιήσουν την ανάγκη τους για ανεξαρτησία ή δεν τους αναγνώριζαν για τη δική τους προσωπικότητα.
Έχουν την τάση να κινούνται προς την πλευρά του Θύματος, πάνω στο φάσμα των θεάτρων, και δε συνειδητοποιούν ότι η ίδια η απόμακρη συμπεριφορά τους μπορεί να ευθύνεται για το γεγονός ότι δεν έχουν αυτό που θέλουν (π.χ. χρήματα, αγάπη, αυτοεκτίμηση ), ή για την αίσθηση της αποτελμάτωσης ή της σύγχυσης που νιώθουν. Συχνά πιστεύουν ότι το κύριο πρόβλημά τους είναι η έλλειψη κάποιου πράγματος (χρημάτων, φίλων, κοινωνικών επαφών, μόρφωσης).
Εμφανίζονται από αδιάφοροι εώς απρόσιτοι και μη συνεργάσιμοι, μέχρι συγκαταβατικοί, αποδοκιμαστικοί, αντιδραστικοί και ύπουλοι.
Χρησιμοποιούν επιδέξια την απομάκρυνση ως άμυνα, και συνήθως αποκόβονται από την ίδια τους την ενέργεια με φράσεις όπως «εγώ διαφέρω από τους άλλους», «κανείς δεν καταλαβαίνει τι προσπαθώ να κάνω», «είμαι μπερδεμένος», «δεν θέλω να παίξω το παιχνίδι τους», «όλα θα ήταν διαφορετικά αν είχα…». Χάνουν τις ευκαιρίες τη μία μετά την άλλη, ενώ υπεραναλύουν τα πάντα. Με την παραμικρή ένδειξη σύγκρουσης ή αντιπαράθεσης, ο Απόμακρος γίνεται ασαφής και μπορεί να φτάσει στο σημείο να εξαφανιστεί (με το να μην απαντά σε τηλεφωνήματα ή να μην εμφανίζεται σε ραντεβού). Αρχικά δεσμεύουν τους άλλους μέσα από τη μυστηριώδη και αδιάφορη βιτρίνα που εμφανίζουν.
Οι Απόμακροι συνήθως δημιουργούν Ανακριτές, αλλά μπορεί επίσης να εμπλακούν σε θέατρα με Τρομοκράτες ή Θύματα επειδή βρίσκονται στο κέντρο του φάσματος.
Εγώ ο καημένος ή Θύμα
Τα Θύματα δεν νιώθουν ποτέ ότι έχουν αρκετή δύναμη για να αντιμετωπίσουν ενεργητικά τον κόσμο, γι αυτό προσπαθούν να προκαλέσουν συμπάθεια, προσελκύοντας την ενέργεια προς το μέρος τους. Όταν χρησιμοποιούν τη σιωπηλή συμπεριφορά, μπορεί να ολισθήσουν προς το θέατρο του Απόμακρου, αλλά ως Θύματα που είναι, φροντίζουν να μην περάσει απαρατήρητη η σιωπή τους.
Τα θύματα είναι πάντα απαισιόδοξα άτομα και τραβούν την προσοχή των άλλων παίρνοντας ανήσυχο ύφος, αναστενάζοντας, τρέμοντας, κλαίγοντας, κοιτάζοντας με απλανές βλέμμα μπροστά τους, απαντώντας αργά σε ερωτήσεις και αφηγούμενοι ξανά και ξανά μεγάλα δράματα και κρίσεις.
Τους αρέσει να μένουν τελευταίοι στην ουρά και υποτάσσονται στους άλλους. Η αγαπημένη τους φράση είναι «ναι, αλλά…».
Τα Θύματα αρχικά δελεάζουν τους άλλους με την αδυναμία και την ανάγκη τους για βοήθεια. Ωστόσο, δεν θέλουν πραγματικά να δοθεί λύση στην κατάσταση γιατί τότε θα χάσουν την πηγή της ενέργειάς τους.
Μπορεί επίσης να δείχνουν υπερβολικά υποχωρητική συμπεριφορά , πράγμα που τους κάνει τελικά να νιώθουν ότι οι άλλοι τους εκμεταλλεύονται. Ως υποχωρητικά άτομα, δεν έχουν την ικανότητα να θέτουν όρια στις σχέσεις τους, και η συμπεριφορά τους κυμαίνεται από το να προσπαθούν να πείσουν τους άλλους, να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και να προβάλλουν δικαιολογίες, μέχρι το να προσπαθούν να λύνουν ξένα προβλήματα.
Επιτρέπουν στους άλλους να τους φέρονται σαν «αντικείμενα», ίσως μέσα από την ομορφιά τους ή την παραχώρηση της σεξουαλικής τους εύνοιας και μετά ενοχλούνται επειδή οι άλλοι δεν τους υπολογίζουν.
Τα Θύματα συντηρούν την θέση τους προσελκύοντας άτομα που τους τρομοκρατούν. Στους ακραίους κύκλους οικογενειακής βίας Τρομοκράτες και Θύματα παίζουν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Ο Τρομοκράτης εμπλέκει το Θύμα σε όλο και πιο βίαια επεισόδια κακομεταχείρισης, μέχρι που η διαδικασία αυτή φτάνει σε μια κορύφωση έντασης.
Μετά την κορύφωση, ο Τρομοκράτης υποχωρεί και ζητά συγγνώμη και με αυτό τον τρόπο στέλνει ενέργεια η οποία δελεάζει το Θύμα και το επαναφέρει στο φαύλο κύκλο.
Αν διαβάσατε ως εδώ, ίσως να σας κακοφάνηκαν τα όσα διαβάσατε, ίσως να αναγνωρίσατε αγαπημένα πρόσωπα να "παίζουν" τους πιο πάνω ρόλους, ίσως και τους εαυτούς σας. Αν τα όσα διαβάσατε σας οδήγησαν να σκεφτείτε πως είτε εσείς, είτε οι γύρω σας είστε "κακοί" άνθρωποι, τότε μάλλον σας ξέφυγε ένα βασικό κομμάτι.
Γι' αυτό το επαναλαμβάνω:
Τα θέατρα ελέγχου, βασίζονται στο ΦΟΒΟ.
Ας πιάσουμε λοιπόν ξανά τα θέατρα ελέγχου, ειδωμένα μέσα από το φόβο που τα γεννά:
Αντιγράφω και πάλι:
Εξωτερική συμπεριφορά--------------------- Εσωτερική πάλη
Εξωτερική συμπεριφορά: Άρνηση, δεν ακούει τους άλλους
Εξωτερική συμπεριφορά: Θυμός
Εξωτερική συμπεριφορά: Θα το πάρω με όποιον τρόπο μπορώ
Εξωτερική συμπεριφορά: Αλαζονεία
Εξωτερική συμπεριφορά: Πρώτα ο εαυτός μου
Εξωτερική συμπεριφορά: Έλεγχος
Μανία
Εξωτερική συμπεριφορά: Βία
Κάνει τους άλλους να νιώθουν: ------------ Αντίστοιχο Θέατρο:
Κάνει τους άλλους να νιώθουν: Φόβο
Αντίστοιχο Θέατρο: Θύμα: "Μη μου κάνεις κακό, δεν σε απειλώ"
Κάνει τους άλλους να νιώθουν: Θυμό
Αντίστοιχο Θέατρο: Τρομοκράτης: "Δεν μπορείς να μου κάνεις κακό,θα σε πολεμήσω"
Κάνει τους άλλους να νιώθουν: Εκδίκηση.
Αντίστοιχο Θέατρο: Ανακριτής: "Δεν είσαι τόσο δυνατός όσο δείχνεις. Ποιο είναι το αδύνατο σημείο σου;"
Κάνει τους άλλους να νιώθουν: Ανύπαρκτοι
Αντίστοιχο Θέατρο: Απόμακρος:"Δε θα έρθω σε σύγκρουση μαζί σου"
Εξωτερική συμπεριφορά -------------------- Εσωτερική πάλη
Εξωτερική συμπεριφορά: Ποιος νομίζεις ότι είσαι;
Εξωτερική συμπεριφορά: Πού πας;
Εξωτερική συμπεριφορά: Γιατί δεν έκανες αυτό ή εκείνο;
Εξωτερική συμπεριφορά: Γιατί δεν κάνεις αυτό ή εκείνο;
Εξωτερική συμπεριφορά: Σου το είχα πει εγώ
Εξωτερική συμπεριφορά: Έλεγχος
Εσωτερική πάλη: Πρέπει να το κάνω μόνος μου
Κάνει τους άλλους να νιώθουν: -----------------Αντίστοιχο Θέατρο:
Κάνει τους άλλους να νιώθουν:Ανύπαρκτοι
Αντίστοιχο Θέατρο:Απόμακρος: "Δεν ξέρεις τι σκέφτομαι"
Κάνει τους άλλους να νιώθουν:Λάθος
Αντίστοιχο Θέατρο:Απόμακρος: "Είσαι πιο δυνατός από μένα,μετράς πιο πολύ από μένα"
Εξωτερική συμπεριφορά-----------------Εσωτερική πάλη
Εξωτερική συμπεριφορά: Είμαι έτοιμος να...
Εξωτερική συμπεριφορά: Χρειάζομαι περισσότερα (χρήματα,μόρφωση, χρόνο, ευκαιρίες κλπ)
Εξωτερική συμπεριφορά: Δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρος, μπορεί
Εξωτερική συμπεριφορά: Θα σου πω
Εσωτερική πάλη: Δεν ξέρω τι νιώθω
Κάνει τους άλλους να νιώθουν:--------Αντίστοιχο Θέατρο:
Κάνει τους άλλους να νιώθουν:Αβέβαιοι
Αντίστοιχο Θέατρο:Ανακριτής: "Έχεις θυμώσει μαζί μου;"
Κάνει τους άλλους να νιώθουν:Καχύποπτοι
Αντίστοιχο Θέατρο: Ανακριτής: "Τι λάθος έκανα;"
Εξωτερική συμπεριφορά -------- Εσωτερική πάλη
Εξωτερική συμπεριφορά: Είμαι κουρασμένος
Εξωτερική συμπεριφορά: Τι να κάνω, έτσι είμαι
Εξωτερική συμπεριφορά: Κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ
Εξωτερική συμπεριφορά: Είμαι μια χαρά
Εξωτερική συμπεριφορά: Άσε να το κάνω εγώ
Εξωτερική συμπεριφορά: Μην ανησυχείς για μένα
Εσωτερική πάλη: Χρειάζομαι αναγνώριση
Κάνει τους άλλους να νιώθουν:----------Αντίστοιχο Θέατρο:
Κάνει τους άλλους να νιώθουν:Ένοχοι
Αντίστοιχο Θέατρο: Τρομοκράτης: "Θέλεις να με ελέγξεις"
Ποτέ δεν είναι αργά να σπάσουμε τις αλυσίδες του φόβου και το φαύλο κύκλο του αγώνα για έλεγχο και δύναμη.
Δεν είναι εύκολο.
Τουλάχιστον, αναγνωρίζοντας τα βασικά θέατρα, κάνουμε ένα βήμα.
Το είχα διαβάσει στα αγγλικά και μου είχε φανεί εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Ο συγγραφέας του, ο James Redfield υφαίνει με μαεστρία μια φανταστική περιπέτεια, συνδυάζοντας στοιχεία από ψυχολογία, θρησκείες, πνευματικές διδασκαλίες διαφόρων λαών και εποχών.
Ένα κομμάτι αυτών είναι τα λεγόμενα "Θέατρα Ελέγχου". Για κάποιους λόγους, τον τελευταίο χρόνο και ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες, βρίσκομαι να τα σκέφτομαι όλο και πιο συχνά και κυρίως σε συνάρτηση με ανθρώπους που συναντώ, αλλά και μένα την ίδια.
Αντιγράφω μερικά αποσπάσματα.
Οι άνθρωποι ανταγωνιζόμαστε μεταξύ μας με σκοπό να εξασφαλίσουμε ενέργεια. Αυτό το κάνουμε ασυνείδητα σε κάθε συνάντηση. Παρατηρώντας τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, τόσο εκείνες που συμμετέχουμε οι ίδιοι , όσο και αυτές που συμβαίνουν μεταξύ άλλων, μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε αυτό τον ανταγωνισμό και να αρχίσουμε να κατανοούμε την ουσιαστική φύση των ανθρώπινων συγκρούσεων.
Καθένας από τους τρόπους ελέγχου της ενέργειας, έχει τις ρίζες του στον αρχικό φόβο ότι, αν χάσει κανείς τη σύνδεση με το γονιό του, δε θα μπορέσει να επιζήσει. Έτσι, η τάση να ελέγχουμε τους γύρω μας για να εξασφαλίζουμε ενέργεια είναι μια κατάσταση που αρχίζει από την παιδική ηλικία. Όταν είμαστε παιδιά, η επιβίωσή μας εξαρτάται από τους ενήλικες που μας φροντίζουν, και για αυτό αναπτύσσουμε πολύ συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους παίρνουμε ενέργεια από το οικογενειακό μας σύστημα. Η εξασφάλιση αρκετής αγάπης ώστε να νιώθουμε ασφαλείς και αρκετής αναγνώρισης ώστε να μπορέσουμε να δομήσουμε μια ταυτότητα, είναι κρίσιμα στοιχεία της ανάπτυξής μας.
Οι άνθρωποι λοιπόν, ανταγωνιζόμαστε μεταξύ μας για την εξασφάλιση ενέργειας. Αυτό το κάνουμε για να αισθανθούμε μια ψυχολογική αναπτέρωση. Πιστεύουμε ότι πρέπει αποσπάσουμε προσοχή, αγάπη, αναγνώριση, ενίσχυση, επιδοκιμασία από τους άλλους. Όλα αυτά δεν είναι παρά διαφορετικές μορφές ενέργειας. Έτσι μέσα από τις διάφορες μορφές επαφών και συνδιαλλαγών που είχαμε με τους γονείς μας όταν ήμαστε παιδιά, υιοθετούμε ένα τρόπο για να τραβάμε την ενέργεια προς το μέρος μας.
Στα πρώτα χρόνια της ζωής μας προσαρμόσαμε ασυνείδητα τον εαυτό μας στο περιβάλλον μας. Ο τρόπος που μας φέρονταν οι γονείς-μεγάλα αδέρφια, και το πώς νιώθαμε κοντά τους, ήταν για μας το «πεδίο εξάσκησης» στο οποίο μάθαμε να ελέγχουμε τη ροή της ενέργειας και να τη στρέφουμε προς το μέρος μας.
Θα περιγραφούν παρακάτω τέσσερις τύποι χειρισμού της ενέργειας. Μερικοί χρησιμοποιούν διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικές συνθήκες, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν ένα κυρίαρχο θέατρο ελέγχου που τείνουν να το επαναλαμβάνουν. Το ποιο είναι αυτό το θέατρο εξαρτάται από ποια μέθοδος ήταν πιο αποτελεσματική με τα μέλη της οικογένειάς μας.
Τρομοκράτης
Οι τρομοκράτες καταφέρνουν τους πάντες να τους προσέξουν με τη θορυβώδη συμπεριφορά τους, τη σωματική τους δύναμη, τις απειλές, τα απρόσμενα ξεσπάσματα. Κρατούν τους πάντες σε επιφυλακή γιατί οι άλλοι φοβούνται ότι ο Τρομοκράτης θα κάνει κάποιο σχόλιο που θα τους ντροπιάσει ή θα θυμώσει μαζί τους. Οι τρομοκράτες είναι πάντα στο επίκεντρο της προσοχής. Προκαλούν στους άλλους την αίσθηση του φόβου ή άγχους.
Είναι κατά βάση εγωκεντρικά άτομα και η συμπεριφορά τους μπορεί να κυμαίνεται από το να δίνουν συνεχώς διαταγές, να μιλούν ασταμάτητα, να φέρονται αυταρχικά, να είναι άκαμπτοι και σαρκαστικοί, μέχρι τη σωματική βία. Αρχικά δεσμεύουν τους άλλους δημιουργώντας μια αύρα δύναμης.
Καθένα από τα τέσσερα θέατρα ελέγχου δημιουργεί μια συγκεκριμένη ενεργειακή δυναμική που ονομάζεται αντίστοιχο θέατρο. Για παράδειγμα το αντίστοιχο θέατρο που δημιουργείται από ένα τρομοκράτη είναι το «εγώ ο καημένος», το θέατρο του «θύματος».
Ανακριτής
Οι Ανακριτές δεν είναι τόσο απειλητικοί από την άποψη σωματικής βίας, αλλά τσακίζουν το ηθικό και τη θέληση του άλλου αμφισβητώντας νοητικά όλες τις δραστηριότητες και τα κίνητρά του. Είναι εχθρικοί επικριτές που προσπαθούν συνεχώς να φέρουν έτσι τα πράγματα, ώστε να φανεί ότι οι άλλοι φταίνε σε κάτι ή κάνουν λάθος.
Όσο περισσότερο ασχολούνται με τα ελαττώματα και τα λάθη σας, τόσο περισσότερο τους παρακολουθείτε και αντιδράτε σε κάθε τους κίνηση. Καθώς αγωνίζεστε για να αποδείξετε την αξία σας, ή να απαντήσετε στις επικρίσεις τους, τόσο περισσότερη ενέργεια τους στέλνετε. Κάθε τι που λέτε θα χρησιμοποιηθεί εναντίον σας κάποια στιγμή. Νιώθετε σαν να βρίσκεστε συνεχώς υπό παρακολούθηση.
Οι Ανακριτές είναι άτομα που βρίσκονται συνεχώς σε επαγρύπνηση. Εμφανίζονται κυνικοί, σκεπτικιστές, σαρκαστικοί, εκνευριστικοί, τελειομανείς ή υποκριτικά ενάρετοι και μπορεί να φτάσουν στο σημείο να γίνουν ύπουλοι και αδίστακτοι στους τρόπους που χρησιμοποιούν για να ελέγξουν τους άλλους. Δεσμεύουν αρχικά τους άλλους με το πνεύμα τους, την αλάνθαστη λογική τους, τα αντικειμενικά γεγονότα που παραθέτουν, και τη διανόησή τους.
Ως γονείς, δημιουργούν Απόμακρα παιδιά και μερικές φορές Θύματα. Και στις δύο περιπτώσεις, το παιδί προσπαθεί να ξεφύγει από την ανάκριση. Οι Απόμακροι προσπαθούν να ξεφύγουν από την υποχρέωση να απαντούν στη συνεχή παρακολούθηση και τα εκνευριστικά σχόλια του Ανακριτή( οπότε θα αποστραγγιστούν από την ενέργειά τους).
Απόμακρος
Τα Απόμακρα άτομα είναι χαμένα σε ένα δικό τους εσωτερικό κόσμο από ανεπίλυτες συγκρούσεις, φόβους και αυτοαμβιβολίες. Πιστεύουν ασυνείδητα ότι αν υποκρίνονται τον μυστηριώδη ή τον αδιάφορο, κάποιος θα έρθει να τους τραβήξει έξω. Συχνά νιώθουν μοναξιά, και κρατούν απόσταση από φόβο ότι οι άλλοι θα τους επιβάλλουν τη θέλησή τους ή θα αμφισβητήσουν τις αποφάσεις τους ( όπως έκαναν οι Ανακριτές γονείς τους).
Πιστεύουν ότι πρέπει να τα κάνουν όλα μόνοι τους, και γι΄αυτό δεν ζητούν βοήθεια. Χρειάζονται ελεύθερο χώρο γύρω τους και συχνά αποφεύγουν τις δεσμεύσεις. Όταν ήταν παιδιά, οι γονείς τους δεν τους επέτρεπαν να ικανοποιήσουν την ανάγκη τους για ανεξαρτησία ή δεν τους αναγνώριζαν για τη δική τους προσωπικότητα.
Έχουν την τάση να κινούνται προς την πλευρά του Θύματος, πάνω στο φάσμα των θεάτρων, και δε συνειδητοποιούν ότι η ίδια η απόμακρη συμπεριφορά τους μπορεί να ευθύνεται για το γεγονός ότι δεν έχουν αυτό που θέλουν (π.χ. χρήματα, αγάπη, αυτοεκτίμηση ), ή για την αίσθηση της αποτελμάτωσης ή της σύγχυσης που νιώθουν. Συχνά πιστεύουν ότι το κύριο πρόβλημά τους είναι η έλλειψη κάποιου πράγματος (χρημάτων, φίλων, κοινωνικών επαφών, μόρφωσης).
Εμφανίζονται από αδιάφοροι εώς απρόσιτοι και μη συνεργάσιμοι, μέχρι συγκαταβατικοί, αποδοκιμαστικοί, αντιδραστικοί και ύπουλοι.
Χρησιμοποιούν επιδέξια την απομάκρυνση ως άμυνα, και συνήθως αποκόβονται από την ίδια τους την ενέργεια με φράσεις όπως «εγώ διαφέρω από τους άλλους», «κανείς δεν καταλαβαίνει τι προσπαθώ να κάνω», «είμαι μπερδεμένος», «δεν θέλω να παίξω το παιχνίδι τους», «όλα θα ήταν διαφορετικά αν είχα…». Χάνουν τις ευκαιρίες τη μία μετά την άλλη, ενώ υπεραναλύουν τα πάντα. Με την παραμικρή ένδειξη σύγκρουσης ή αντιπαράθεσης, ο Απόμακρος γίνεται ασαφής και μπορεί να φτάσει στο σημείο να εξαφανιστεί (με το να μην απαντά σε τηλεφωνήματα ή να μην εμφανίζεται σε ραντεβού). Αρχικά δεσμεύουν τους άλλους μέσα από τη μυστηριώδη και αδιάφορη βιτρίνα που εμφανίζουν.
Οι Απόμακροι συνήθως δημιουργούν Ανακριτές, αλλά μπορεί επίσης να εμπλακούν σε θέατρα με Τρομοκράτες ή Θύματα επειδή βρίσκονται στο κέντρο του φάσματος.
Εγώ ο καημένος ή Θύμα
Τα Θύματα δεν νιώθουν ποτέ ότι έχουν αρκετή δύναμη για να αντιμετωπίσουν ενεργητικά τον κόσμο, γι αυτό προσπαθούν να προκαλέσουν συμπάθεια, προσελκύοντας την ενέργεια προς το μέρος τους. Όταν χρησιμοποιούν τη σιωπηλή συμπεριφορά, μπορεί να ολισθήσουν προς το θέατρο του Απόμακρου, αλλά ως Θύματα που είναι, φροντίζουν να μην περάσει απαρατήρητη η σιωπή τους.
Τα θύματα είναι πάντα απαισιόδοξα άτομα και τραβούν την προσοχή των άλλων παίρνοντας ανήσυχο ύφος, αναστενάζοντας, τρέμοντας, κλαίγοντας, κοιτάζοντας με απλανές βλέμμα μπροστά τους, απαντώντας αργά σε ερωτήσεις και αφηγούμενοι ξανά και ξανά μεγάλα δράματα και κρίσεις.
Τους αρέσει να μένουν τελευταίοι στην ουρά και υποτάσσονται στους άλλους. Η αγαπημένη τους φράση είναι «ναι, αλλά…».
Τα Θύματα αρχικά δελεάζουν τους άλλους με την αδυναμία και την ανάγκη τους για βοήθεια. Ωστόσο, δεν θέλουν πραγματικά να δοθεί λύση στην κατάσταση γιατί τότε θα χάσουν την πηγή της ενέργειάς τους.
Μπορεί επίσης να δείχνουν υπερβολικά υποχωρητική συμπεριφορά , πράγμα που τους κάνει τελικά να νιώθουν ότι οι άλλοι τους εκμεταλλεύονται. Ως υποχωρητικά άτομα, δεν έχουν την ικανότητα να θέτουν όρια στις σχέσεις τους, και η συμπεριφορά τους κυμαίνεται από το να προσπαθούν να πείσουν τους άλλους, να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και να προβάλλουν δικαιολογίες, μέχρι το να προσπαθούν να λύνουν ξένα προβλήματα.
Επιτρέπουν στους άλλους να τους φέρονται σαν «αντικείμενα», ίσως μέσα από την ομορφιά τους ή την παραχώρηση της σεξουαλικής τους εύνοιας και μετά ενοχλούνται επειδή οι άλλοι δεν τους υπολογίζουν.
Τα Θύματα συντηρούν την θέση τους προσελκύοντας άτομα που τους τρομοκρατούν. Στους ακραίους κύκλους οικογενειακής βίας Τρομοκράτες και Θύματα παίζουν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Ο Τρομοκράτης εμπλέκει το Θύμα σε όλο και πιο βίαια επεισόδια κακομεταχείρισης, μέχρι που η διαδικασία αυτή φτάνει σε μια κορύφωση έντασης.
Μετά την κορύφωση, ο Τρομοκράτης υποχωρεί και ζητά συγγνώμη και με αυτό τον τρόπο στέλνει ενέργεια η οποία δελεάζει το Θύμα και το επαναφέρει στο φαύλο κύκλο.
* * *
Αν διαβάσατε ως εδώ, ίσως να σας κακοφάνηκαν τα όσα διαβάσατε, ίσως να αναγνωρίσατε αγαπημένα πρόσωπα να "παίζουν" τους πιο πάνω ρόλους, ίσως και τους εαυτούς σας. Αν τα όσα διαβάσατε σας οδήγησαν να σκεφτείτε πως είτε εσείς, είτε οι γύρω σας είστε "κακοί" άνθρωποι, τότε μάλλον σας ξέφυγε ένα βασικό κομμάτι.
Γι' αυτό το επαναλαμβάνω:
Τα θέατρα ελέγχου, βασίζονται στο ΦΟΒΟ.
Ας πιάσουμε λοιπόν ξανά τα θέατρα ελέγχου, ειδωμένα μέσα από το φόβο που τα γεννά:
Αντιγράφω και πάλι:
ΕΠΙΘΕΤΙΚΑ ΘΕΑΤΡΑ
Τρομοκράτης
Εξωτερική συμπεριφορά--------------------- Εσωτερική πάλη
Εξωτερική συμπεριφορά: Άρνηση, δεν ακούει τους άλλους
Εσωτερική πάλη: Φόβος ότι θα τον θέσουν υπό έλεγχο
Εξωτερική συμπεριφορά: Θυμός
Εσωτερική πάλη: Φόβος ότι αυτά που έχει ή κάνει δεν αρκούν
Εξωτερική συμπεριφορά: Θα το πάρω με όποιον τρόπο μπορώ
Εσωτερική πάλη: Κάποιος άλλος θα το πάρει πρώτος
Εξωτερική συμπεριφορά: Αλαζονεία
Εσωτερική πάλη: Κανείς δε με προσέχει
Εξωτερική συμπεριφορά: Πρώτα ο εαυτός μου
Εσωτερική πάλη: Κανείς δε νοιάζεται
Εξωτερική συμπεριφορά: Έλεγχος
Εσωτερική πάλη: Πρέπει να το κάνω μόνος μου
Μανία
Εσωτερική πάλη: Κανείς δε νοιάστηκε ποτέ για μένα
Εξωτερική συμπεριφορά: Βία
Εσωτερική πάλη: Είμαι (νιώθω) νεκρός
Κάνει τους άλλους να νιώθουν: ------------ Αντίστοιχο Θέατρο:
Κάνει τους άλλους να νιώθουν: Φόβο
Αντίστοιχο Θέατρο: Θύμα: "Μη μου κάνεις κακό, δεν σε απειλώ"
Κάνει τους άλλους να νιώθουν: Θυμό
Αντίστοιχο Θέατρο: Τρομοκράτης: "Δεν μπορείς να μου κάνεις κακό,θα σε πολεμήσω"
Κάνει τους άλλους να νιώθουν: Εκδίκηση.
Αντίστοιχο Θέατρο: Ανακριτής: "Δεν είσαι τόσο δυνατός όσο δείχνεις. Ποιο είναι το αδύνατο σημείο σου;"
Κάνει τους άλλους να νιώθουν: Ανύπαρκτοι
Αντίστοιχο Θέατρο: Απόμακρος:"Δε θα έρθω σε σύγκρουση μαζί σου"
Ανακριτής
Εξωτερική συμπεριφορά -------------------- Εσωτερική πάλη
Εξωτερική συμπεριφορά: Ποιος νομίζεις ότι είσαι;
Εσωτερική πάλη: Έλλειψη αναγνώρισης κατά τα παιδικά χρόνια
Εξωτερική συμπεριφορά: Πού πας;
Εσωτερική πάλη: Με αφήνουν μόνο και φοβάμαι
Εξωτερική συμπεριφορά: Γιατί δεν έκανες αυτό ή εκείνο;
Εσωτερική πάλη: Θέλω αποδείξεις της αγάπης σου
Εξωτερική συμπεριφορά: Γιατί δεν κάνεις αυτό ή εκείνο;
Εσωτερική πάλη: Θα με εγκαταλείψεις
Εξωτερική συμπεριφορά: Σου το είχα πει εγώ
Εσωτερική πάλη: Με χρειάζεσαι. Σε χρειάζομαι
Εξωτερική συμπεριφορά: Έλεγχος
Εσωτερική πάλη: Πρέπει να το κάνω μόνος μου
Κάνει τους άλλους να νιώθουν: -----------------Αντίστοιχο Θέατρο:
Κάνει τους άλλους να νιώθουν:Ανύπαρκτοι
Αντίστοιχο Θέατρο:Απόμακρος: "Δεν ξέρεις τι σκέφτομαι"
Κάνει τους άλλους να νιώθουν:Λάθος
Αντίστοιχο Θέατρο:Απόμακρος: "Είσαι πιο δυνατός από μένα,μετράς πιο πολύ από μένα"
ΠΑΘΗΤΙΚΑ ΘΕΑΤΡΑ
Απόμακρος
Απόμακρος
Εξωτερική συμπεριφορά-----------------Εσωτερική πάλη
Εξωτερική συμπεριφορά: Είμαι έτοιμος να...
Εσωτερική πάλη: Δεν είμαι σίγουρος αν μπορώ να επιβιώσω
Εξωτερική συμπεριφορά: Χρειάζομαι περισσότερα (χρήματα,μόρφωση, χρόνο, ευκαιρίες κλπ)
Εσωτερική πάλη: Δεν έχω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, φοβάμαι
Εξωτερική συμπεριφορά: Δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρος, μπορεί
Εσωτερική πάλη: Θα παγιδευτώ και δεν θα τα καταφέρω
Εξωτερική συμπεριφορά: Θα σου πω
Εσωτερική πάλη: Δεν ξέρω τι νιώθω
Κάνει τους άλλους να νιώθουν:--------Αντίστοιχο Θέατρο:
Αντίστοιχο Θέατρο:Ανακριτής: "Έχεις θυμώσει μαζί μου;"
Κάνει τους άλλους να νιώθουν:Καχύποπτοι
Αντίστοιχο Θέατρο: Ανακριτής: "Τι λάθος έκανα;"
Θύμα
Εξωτερική συμπεριφορά -------- Εσωτερική πάλη
Εξωτερική συμπεριφορά: Είμαι κουρασμένος
Εσωτερική πάλη: Κάνω τόσα πολλά και κανείς δε με βλέπει
Εξωτερική συμπεριφορά: Τι να κάνω, έτσι είμαι
Εσωτερική πάλη: Δεν ξέρω άλλο τρόπο για να πάρω ενέργεια
Εξωτερική συμπεριφορά: Κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ
Εσωτερική πάλη: Αν αλλάξω δε θα μ' αγαπάς
Εξωτερική συμπεριφορά: Είμαι μια χαρά
Εσωτερική πάλη: Δε νοιάζεσαι πραγματικά για μένα
Εξωτερική συμπεριφορά: Άσε να το κάνω εγώ
Εσωτερική πάλη: Με χρειάζεσαι. Σε χρειάζομαι
Εξωτερική συμπεριφορά: Μην ανησυχείς για μένα
Εσωτερική πάλη: Χρειάζομαι αναγνώριση
Κάνει τους άλλους να νιώθουν:----------Αντίστοιχο Θέατρο:
Κάνει τους άλλους να νιώθουν:Ένοχοι
Αντίστοιχο Θέατρο: Τρομοκράτης: "Θέλεις να με ελέγξεις"
Ποτέ δεν είναι αργά να σπάσουμε τις αλυσίδες του φόβου και το φαύλο κύκλο του αγώνα για έλεγχο και δύναμη.
Δεν είναι εύκολο.
Τουλάχιστον, αναγνωρίζοντας τα βασικά θέατρα, κάνουμε ένα βήμα.
Δευτέρα, Νοεμβρίου 07, 2011
Thoughts of the day, quote of the day
Thoughts of the day
-Όσο περνά ο καιρός, τόσο πείθομαι για δύο πράγματα.
Υπάρχει (μεγάλη) πιθανότητα, να μπορέσεις να κατεβάσεις κάποιον χαμηλότερα από εκεί που ήταν.
Δεν υπάρχει (σχεδόν καμία) πιθανότητα να ανεβάσεις κάποιον παραπάνω από εκεί που βρίσκεται -εκτός κι αν πραγματικά το θέλει ο ίδιος. Αν και το να δηλώνει πως το θέλει, δεν είναι πάντα η πραγματικότητα.
-Υπάρχει λουκέτο για ψυγεία, ασφάλεια για ντουλάπια; Ο Κανέλλος δε θ' αφήσει τίποτα όρθιο έτσι όπως πάει.
-Πώς γίνεται όταν πέφτεις και τσακίζεις το γόνατό σου/πιάνεις το χέρι σου στην πόρτα/σου πέφτει ένα αντικείμενο και προσγειώνεται στο πόδι σου/σου γυρίζει το τακούνι, να είναι πάντα το γόνατο που έχεις μηνίσκο, το χέρι που έχει πρόβλημα, το πόδι που είχες χτυπήσει, ο αστράγαλος που έχεις σπάσει;
-Έλυσε ποτέ κανείς το μυστήριο με τις χαμένες κάλτσες; Είμαι σίγουρη, πάντα δυο είναι όταν τις αγοράζω. Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω πως καταλήγουν αζευγάρωτες.
-Όταν σου χαλάσει η κλειδαριά εσωτερικής πόρτας, ποιον καλείς; Κλειδαρά ή μαραγκό; Γιατί όταν πήγα να ρωτήσω αμφότερους, με έστειλε ο ένας στον άλλο και τελικά κανείς δεν ήταν αρμόδιος (κάτι σε ελληνικό δημόσιο μου φέρνει).
Quote of the day
-What do you hear, Starbuck?
Nothing but the rain, Sir.
-Όσο περνά ο καιρός, τόσο πείθομαι για δύο πράγματα.
Υπάρχει (μεγάλη) πιθανότητα, να μπορέσεις να κατεβάσεις κάποιον χαμηλότερα από εκεί που ήταν.
Δεν υπάρχει (σχεδόν καμία) πιθανότητα να ανεβάσεις κάποιον παραπάνω από εκεί που βρίσκεται -εκτός κι αν πραγματικά το θέλει ο ίδιος. Αν και το να δηλώνει πως το θέλει, δεν είναι πάντα η πραγματικότητα.
-Υπάρχει λουκέτο για ψυγεία, ασφάλεια για ντουλάπια; Ο Κανέλλος δε θ' αφήσει τίποτα όρθιο έτσι όπως πάει.
-Πώς γίνεται όταν πέφτεις και τσακίζεις το γόνατό σου/πιάνεις το χέρι σου στην πόρτα/σου πέφτει ένα αντικείμενο και προσγειώνεται στο πόδι σου/σου γυρίζει το τακούνι, να είναι πάντα το γόνατο που έχεις μηνίσκο, το χέρι που έχει πρόβλημα, το πόδι που είχες χτυπήσει, ο αστράγαλος που έχεις σπάσει;
-Έλυσε ποτέ κανείς το μυστήριο με τις χαμένες κάλτσες; Είμαι σίγουρη, πάντα δυο είναι όταν τις αγοράζω. Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω πως καταλήγουν αζευγάρωτες.
-Όταν σου χαλάσει η κλειδαριά εσωτερικής πόρτας, ποιον καλείς; Κλειδαρά ή μαραγκό; Γιατί όταν πήγα να ρωτήσω αμφότερους, με έστειλε ο ένας στον άλλο και τελικά κανείς δεν ήταν αρμόδιος (κάτι σε ελληνικό δημόσιο μου φέρνει).
Quote of the day
-What do you hear, Starbuck?
Nothing but the rain, Sir.
Σάββατο, Οκτωβρίου 29, 2011
Το δώρο θέλει αντίδωρο
Η Ευλογημένη Γη του Πηλίου μοιράστηκε μαζί μου το δώρο της ομορφιάς της, κι εγώ τώρα το μοιράζομαι μαζί σας.
Αν σας φέρει ο δρόμος προς τα εκεί, να κάνετε μια στάση.
Η Ζαγορά, είναι μαγικός τόπος.




Το προαύλιο του ναού της Αγίας Κυριακής



Η θέα προς το Αιγαίο.


Και μια μικρή γατο-οικογένεια (όχι που δε θα έβρισκα ζούμπερα να περιμένουν μεζεδάκια)

Αν σας φέρει ο δρόμος προς τα εκεί, να κάνετε μια στάση.
Η Ζαγορά, είναι μαγικός τόπος.
Το προαύλιο του ναού της Αγίας Κυριακής
Η θέα προς το Αιγαίο.
Και μια μικρή γατο-οικογένεια (όχι που δε θα έβρισκα ζούμπερα να περιμένουν μεζεδάκια)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Σάλτσα Ναπολιτάνα
Καμιά φορά, βρίσκεσαι να συζητάς στο κινητό τα εσώψυχά σου, όντας μέσα σε ένα σούπερ μάρκετ, μπροστά στο ράφι με τα ζυμαρικά, κρατώντας στ...
-
UPDATE Το συγκεκριμένο θέμα έχει ανανεωθεί με καινούριο ποστ εδώ , όπου δίνω νέες πληροφορίες για τους τρόπους παρασκευής χειροποίητου σαπου...
-
Περίπου πριν τριάμιση - τέσσερα χρόνια, βρέθηκα με μια παλιά μου φίλη σε ένα σεμινάριο-επίδειξη Rejuvance (aka fingertip lift), απο την κα ...
-
Έχουν περάσει περίπου πέντε χρόνια από τότε που ανάρτησα την παρασκευή χειροποίητου, χωριάτικου σαπουνιού με αγνό ελαιόλαδο , με χρήση της Θ...





