Δευτέρα, Αυγούστου 31, 2009

Η εκδίκηση της μάνας ή μικρό θεατρικό σε δύο πράξεις

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Σκηνή πρώτη
Τρία Σάββατα πριν, απογευματάκι

Έχω φιλοξενούμενο στο σπίτι πράγμα που είναι καλό, γιατί πάντα σπάει τη ρουτίνα να έχεις φιλοξενούμενους στο σπίτι
-κι όποιος δεν καταλαβαίνει περί τίνος πράγματος μιλάμε, ας ρίξει μια ματιά εδώ
Έχω δουλειά με deadline, πράγμα που είναι κακό.

Έχω τσακωθεί ή έστω λογοφέρει (πάλι), με το έτερον ήμισυ, πράγμα που είναι κακό επίσης, αλλά παίρνω βαθιές ανάσες και λέω να το αφήσω να το πάρει το ποτάμι.

Έχω αποφασίσει να κάνω ειρήνη και να καπνίσω (ένα τσιγάρο όχι την αντίστοιχη πίπα της ειρήνης), καθώς θα πίνω και το καφεδάκι μου, πράγμα που είναι επίσης καλό.

Κι αφού είναι Σάββατο, έχω επίσης αποφασίσει να χαλαρώσω, να ηρεμήσω και να απολαύσω το διήμερο, πράγμα κι αυτό καλό.

Έχω ξεχάσει όμως ότι όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο μεγαλοδύναμος κοπανιέται κάτω απ' τα γέλια, πράγμα που είναι κάκιστο, αλλά επειδή όπως όλοι ξέρουμε ο μεγαλοδύναμος έχει μια διεστραμμένη αίσθηση του χιούμορ, θα φροντίσει να μου το θυμίσει πάραυτα.



Σκηνή δεύτερη


Με το που πάω ν' ανάψω ένα τσιγάρο και να πιω μια γουλιά καφέ, το μάτι μου πιάνει μια αμυδρή κίνηση μέσα σε μια γλάστρα που έχω κρεμασμένη στα κάγκελα του μπαλκονιού.
Μέχρι να προλάβω να πω "μα τι στο...", αντιλαμβάνομαι πως μέσα στη γλάστρα μου έχει φυτρώσει ένα πουλάκι.
Ναι βρε παιδί μου, πουλάκι, πως το λένε, νεοσσός.
Πάω κοντά βήμα-βήμα, κοιτάζω, ναι όντως είναι ένα μικρό περιστεράκι, ή δεκαοχτούρα, κι όταν λέμε μικρό εννοούμε μωρό, βρέφος, με τα πούπουλα ακόμη.


Σκηνή τρίτη

ΠΑΝΙΚΟΣ

Ακολουθούν ήρεμες και σοβαρές και ώριμες κουβέντες με το έτερον ήμισυ, με εμένα να συμβάλλω τα μάλλα στο πνεύμα ηρεμίας, σοβαρότητας και ωριμότητας ως εξής:
-Μα τι λες τώρααααα; Τι θα το κάνουμε το πουλάκι; Δεν μπορούμε να το κρατήσουμε εδώ, εγώ δεν ξέρω τίποτα από πουλιά, εγώ γάτες σκύλους μόνο, θα πεθάαανεειιιι (κλάμα εδώ και πάλι κλάμα και λίγο ακόμη)
-Μα βρε πουλάκι μου, εεχμ, βρε παιδί μου, γιατί να πεθάνει, μια χαρά δείχνει, θα το ταΐσουμε θα...
-Όχι, εγώ δεν ξέρω, δε θέλω άλλη μια ευθύνη τώρα πάνω στο κεφάλι μου, αφού ξέρεις τα νεύρα μου είναι κρόσσια, τι θα το ταΐσουμε, πόσο θα το ταΐσουμε, με ΤΙ θα το ταίσω, εεεε;
-Μα ηρέμησε, να δες το τι ήσυχο που κάθεται στο χέρι μου! Έλα, να στο δώσω λίγο και σε σένα;
-ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ, δε θέλω λέμε να το πιάσω στο χέρι μου, είναι τόσο μικρό, θα του σπάσω κανένα φτερό, κανένα πόδι, γιατί δεν κουνιέται, μήπως έχει χτυπήσει, μήπως είναι άρρωστο, θα πεθάνει τώρα, θα μου πεθάνει στα χέριααααα; (εκ νέου κλάμα, εδώ συν αναφιλητά).
-Δεν πεθαίνει βρε, χαζό είσαι, να δεις που θα πεινάει..

Σκηνή τέταρτη
Για ταΐστε το να δούμε τι ψάρια πιάνετε!

Έχουμε εντοπίσει τη φωλιά από την οποία έπεσε ο πουλάκης. Η φωλιά του είναι στα κλαδιά ενός δέντρου που υπάρχει στο πάνω μπαλκόνι από το δικό μου, το οποίον είναι της κυρίας διαχειρίστριας, η οποία κατά τις δικές της δηλώσεις είναι τόσο φιλόζωη με τα περιστέρια ιδίως, που έχει συγγράψει το πόνημα "Πενήντα τρόποι να δολοφονήσετε, εξολοθρεύσετε, στείλετε στον έξω αποδώ, τα περιστέρια που μπορεί να κάνουν το λάθος να βρεθούν στο μπαλκόνι σας"
Με αυτό το δεδομένο κατά νου, αλλά και με την έλλειψη τρίμετρης σκάλας που χρειάζεται για να ανεβάσουμε ξανά πίσω το πουλάκι στη φωλιά του, αποφασίστηκε (οκ, εγώ το αποφάσισα), να το κρατήσουμε και να προσπαθήσουμε να το κρατήσουμε ζωντανό.
Τώρα το πώς θα γίνει αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Το πρώτο που σκέφτηκα είναι ότι σίγουρα πεινάει, τώρα το τι σκατά τρώει τόσο μωρό είναι άλλη ιστορία. Εντάξει, ας αρχίσουμε από το πιο απλό. Ψωμάκι ψίχες βουτηγμένο σε νεράκι.
Και πώς του το δίνουν τώρα αυτό; Το ρημάδι δεν ανοίγει το στόμα του.
Ο Δ. το κρατάει στα χέρια του για να μένει ακίνητο, και παλεύει να του ανοίξει το στόμα. Εγώ περιμένω έχοντας στην άκρη ενός λεπτού κλαδιού καρφωμένο ένα τόσο δα ψιχουλάκι, μήπως και προλάβω να του το χώσω στο στόμα και καταφέρουμε να το καταπιεί.
Μερικές προσπάθειες μετά, ο μικρός τρώει κάμποσο και λέω, άντε φτάνει.
Νερό τώρα..
Με το σταγονόμετρο, τι άλλο να κάνουμε. Σιγά-σιγά και με υπομονή.
Εντάξει, ας πούμε ήπιε και νερό.
Και πού θα τον βάλουμε να κοιμηθεί;
Εν ριπή οφθαλμού βρίσκω καλαθάκι ψάθινο κι αρχίζω να το γεμίζω ξερά φύλλα, βαμβάκια, φρέσκα φύλλα από τα λουλούδια μου, το στολίζω καλά-καλά σαν λατέρνα, κι ακουμπάω το πουλάκι μέσα.
Εκείνο, είτε πολύ ταλαιπωρημένο, είτε πολύ φοβισμένο ακόμη, κουρνιάζει και κοιμάται.

Ακούγεται ένα τεράστιο ΟΥΥΥΥΦ!

ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ Η ΑΥΛΑΙΑ


ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Σκηνή πρώτη
Τρία Σάββατα μετά.
Φλας μπακ στα όσα έγιναν μέσα σε δύο εβδομάδες.

Τρία Σάββατα, άπειρες ώρες διαβάσματος σε σχετικές σελίδες στο ίντερνετ, ένα κάρο βίντεο, κάμποσα ποστ με ερωτήσεις και απαντήσεις μετά, η αφεντιά μου έχει γίνει εξπέρ στο πώς και τι θέλουν οι δεκαοχτούρες (Collared Doves για όσους δεν το ήξεραν όπως κι εγώ πριν λίγες μέρες), αλλά και τα περιστέρια για να μεγαλώσουν και να τραφούν.

Τα χρυσά μου λοιπόν, θέλουν ειδική μωροτροφή για μωροπουλιά την οποία πας στου διαόλου τη μάνα για να τη βρεις γιατί τα πετ σοπ της γειτονιάς σε κοιτάνε σαν ούφο όταν τους τη ζητάς, σκας δέκα ευρουλάκια και αγοράζεις ένα κουτί, μετά αγοράζεις σύριγγες ταΐσματος, μετά μαθαίνεις ότι πρέπει να αποστειρώνεις όλα τα σκεύη που θα χρησιμοποιήσεις βράζοντάς τα για δέκα λεπτά, και κυρίως, μαθαίνεις ότι τα χρυσά μου, θέλουν τάισμα ανά δύο με τρεις ώρες.

Σκηνή δεύτερη

Μόλις συνέλθεις από την τελευταία πληροφορία, παίρνεις βαθιά ανάσα και κάθεσαι και βράζεις τα σκεύη με το χρονόμετρο (τα χρυσά μου λέμε!), και δεν βαρυγκομάς, και μετά μαθαίνεις σε τι αναλογίες φτιάχνουμε τη γαμοκρέμα (τα ψυχούλια μου!), γιατί άμα είναι πολύ νερουλή θα τα πιάσει τσιρλιό και δεν κάνει, κι άμα είναι πολύ πηχτή θα τους κάτσει βαριά και δεν κάνει, και μετά μετράς πόσα ρημαδομιλιγκράμ πρέπει να φάει ο πουλάκης, (το γλυκό μου λέμε!) σύμφωνα με το βάρος του, αφού έχεις καταφέρει να τον ζυγίσεις στη ζυγαριά της κουζίνας.

Αφού τα 'χεις κάνει όλα αυτά, έχεις ξεπεράσει και το φόβο σου να το πιάσεις στο χέρι σου διότι πώς αλλιώς να γίνει, και τώρα ξέρεις και πώς θα του ανοίξεις το στόμα (ανάθεμα γκρρ), κι επίσης ότι ΠΡΕΠΕΙ απαραίτητα να το ταΐζεις βάζοντας τη σύριγγα στην αριστερή πλευρά του ράμφους του, διότι άμα το κάνεις αλλιώς θα του στείλεις το φαί στον πνεύμονα και πάπαλα ο πουλάκης και θα φταίς μονάχα εσύ που ήσουν ηλίθια και δεν το ήξερες, κι αφού γίνει κι αυτό, κι αφού έχεις κάνει εκατό προσπάθειες, έχεις αρχίσει πια να το ταΐζεις με επιτυχία, κι επίσης ξυπνάς μες τη νύχτα να το ταΐσεις, κι ύστερα πάλι στις τέσσερις το πρωί λέμε (το γλυκό μου!), κι ενώ κοιμάσαι όρθια και πρέπει να πας στη δουλειά εσύ εκεί, να μετράς δεκάλεπτα βρασίματος κι ύστερα την κρέμα κι ύστερα το τάισμα, που για να φάει εφτά γαμημένα μιλιγκράμ σου παίρνει σαράντα λεπτά, (το μαναράκι μου!).

Κι αναρωτιέσαι ενώ τα κάνεις όλα αυτά "Μα τι διάολο, εγώ είμαι που σηκώνομαι μες τη νύχτα να ταΐσω το ρημοδοπούλι", και μόλις εκείνο κάνει 'τσιπ-τσιπ' και κουνήσει τα φτεράκια του, σπεύδεις και λες κάτι μαλακίες του τύπου "Μα τι γλυκό πουλάκι που είναι ο Λάκης μου, ναιιι, ναιιι είσαι το πιο γλυκό πουλάκι απ' όλα (παρόλο που βλέπεις πως ειναι κακάσχημο ακόμη), και πω, πω τι μεγάλο στόοοομααα έλα γλυκό μου, έλα μανάρι μου, άνοιξε άλλη μια φορά, ναιιιι μπράβοοοο"

Σκηνή τρίτη

Κι αφού συνειδητοποιήσεις πόσο ρόμπα έχεις γίνει, το παίρνεις απόφαση πως είσαι μια χαζοπουλομαμά, κι είσαι περήφανη που το μικρό σου έκανε την τάδε τσαχπινιά, και τι ωραία που έχεσε πάνω στο σεντόνι, βρε το χρυσό μου, δεν πειράζει, άρα τρώει κανονικά, και μαζεύεις τα σκατά χαμογελώντας, κι όταν σε κατουράει και σε κουτσουλάει μαζί πάνω στο ωραίο, μεταξωτό νυχτικό σου πάλι γελάς ως ηλίθια και καμαρώνεις, κι επίσης το 'χεις βγάλει διακόσιες μόνο φωτογραφίες ως τώρα, και μόνο πέντε βίντεο, κι έχεις ποστάρει φυσικά και βίντεο στο γιουτιούμπι, διότι τώρα που ΕΣΥ ΞΕΡΕΙΣ, πρέπει να ξεστραβωθούν κι άλλοι και να μάθουν, κι επίσης πώς αλλιώς θα θαυμάσει όλος ο κόσμος τον Λάκη σου, και έτσι κοτσάρεις τις φωτογραφίες του στο δίκτυο και καμαρώνεις σαν γύφτικο σκεπάρνι.

Και τέλος, κάποια στιγμή που μιλάς με τη μάνα σου στο τηλέφωνο και σε ρωτάει τι κάνει το πουλάκι και της λες "Άσε ρε μάνα, στις τέσσερις το πρωί τον τάιζα τον αχόρταγο τον λαίμαργο, πάλι πεινούσε, άσε που προχτές φτερούγισε και πέταξε (ναι το γλυκό μου, τώρα έχει και φτεράκια και ψιλοπετάει κιόλας), και άσε μου 'κοψε πέντε χρόνια ζωής που φοβήθηκα μην φύγει από τη δίπλα ταράτσα και τρέχαμε σαν μαλάκες να τον προλάβουμε και που λες.."

Εκεί λοιπόν, εκεί ρε παιδιά, έρχεται η εκδίκηση της μάνας.
Και την ακούς στο τηλέφωνο: "Χο, χο, χο, μα τι νόμιζες, έτσι εύκολο είναι να είσαι μάνα; Κι εσύ τα ίδια έκανες, ήθελες τάισμα κάθε δυο ώρες, και τρέχαμε να σου βρούμε την ειδική κρέμα και το ειδικό γάλα γιατί τα άλλα δεν τα ήθελες, χο, χο, χο!"

Κι εκεί σου 'ρχεται η κεραμίδα στο κεφάλι και κάνεις μόκο.
Μόκο λέμεεεεεεε

ΤΕΛΟΣ ΕΡΓΟΥ

Πρωταγωνιστές
Τύπος Νυχτερινός
Δ.
Πουλάκης
Η ΜΑΝΑ (χο, χο, χο)

Πληροφορίες για τον νεαρό πρωταγωνιστή, προηγούμενες εμφανίσεις του στο δίκτυο και φωτογραφίες του ακολουθούν.

Ο νεαρός Πουλάκης ή Λάκης επί το καλλιτεχνικότερον, στην πρώτη του εμφάνιση.


Εδώ ο Λάκης σε σκηνή από το παρόν θεατρικό


Προηγούμενες παρουσίες του Λάκη στο διαδίκτυο


Τρίτη, Ιουνίου 16, 2009

Το αυτονόητο...



Ώρα κοντά στα μεσάνυχτα.
Φωκίωνος Νέγρη.
Στα Goodys.

Δυο ευτραφείς κυρίες κάποιας ηλικίας (ανάμεσα σε τρίτη και ακρόπολη), αργοπίνουν καφέ και η μία εκ των δύο καπνίζει αρειμανίως. Ντυμένες γκραν, στολισμένες και βαμμένες λες και όπου να 'ναι θα ανάψουν τα φώτα της σκηνής.
Κουβεντιάζουν χαμηλόφωνα, όταν ξαφνικά υψώνονται οι τόνοι και το αυτί μου πιάνει το εξής κομμάτι της συζήτησής τους:

".... Μα τώρα το φαντάζεσαι, να πρέπει να έχεις όχι έναν, αλλά τρεις άντρες στο σπίτι πάνω απ' το κεφάλι σου;"
"Τι λες παιδάκι μου, πας καλά; Εδώ εγώ, ούτε τον αδελφό μου δεν αντέχω πλέον να περνάει για επίσκεψη!!!"

Πέμπτη, Μαΐου 28, 2009

Χάπι Μπέρθντεϊ



Μάιος 2005

Μάιος 2009


Πέρασε μια τετραετία.

Αν ήταν κυβέρνηση ίσως να έπρεπε να ζητήσει ξανά ψήφο εμπιστοσύνης κάνοντας εκλογές, ρετουσάροντας το προφίλ της και καλοπιάνοντας υποψηφίους.
Ουφ, ευτυχώς που δεν είναι.

Όσοι, μέσα σ' αυτά τα τέσσερα χρόνια, περάσατε από 'δω, διαβάσατε, χαρήκατε, λυπηθήκατε, αφήσατε ένα σχόλιο ή όχι, βρίσατε ή όχι, συμφωνήσατε ή διαφωνήσατε,ταυτιστήκατε ή πέσατε από τα σύννεφα, όλοι εσείς δώσατε με το δικό σας τρόπο την ψήφο εμπιστοσύνης σας. Κι αν αυτό δε σημαίνει και πολλά (άλλωστε ψήφο ποτέ δεν ζήτησα, παρά μόνο ένα μέρος ν' αφήνω σκέψεις και ιδέες), δεν παύει να είναι αλήθεια πως υπήρξαν ώρες και στιγμές που το γράψιμο εδώ ήταν σωτήριο κι η παρουσία σας μεγάλο κουράγιο.

Γι' αυτό σας ευχαριστώ.

Πέραν αυτού όμως, άλλο ένα ευχαριστώ γιατί μου δώσατε την εξαιρετική χαρά να σας ανακαλύψω, να σας διαβάσω, να γνωρίσω κάποιους από σας, να αποκτήσω μερικούς εξαιρετικούς φίλους, να "ζηλέψω" ιδέες, κείμενα, μουσικές, αρώματα και χρώματα, να νιώσω τυχερή που "ακόμη υπάρχουν εκεί έξω τέτοιοι άνθρωποι", να χαρώ με τη χαρά σας, ν' αγωνιώ με τα προβλήματά σας λες και πρόκειται για δικούς μου ανθρώπους, να κλάψω για όσους "έφυγαν" και με δυο λόγια, να πλουτίσω λίγο περισσότερο ως άνθρωπος.


Οπότε εδώ θα είμαι. Θα συνεχίσω να γράφω, άλλοτε πιο αραιά κι άλλοτε πιο συχνά, για όσο μου κάνει ακόμη κέφι, για όσο θα νιώθω πως δεν το βαριέμαι. Το σίγουρο είναι πως ακόμη κι αν "την κάνω" κάποια στιγμή, θα τριγυρίζω στις γειτονιές σας και θα λέω ένα γεια.

Αλλά μέχρι τότε, "keep on rolling"!

ΥΓ Τούρτα στην είσοδο και στην έξοδο. Help yourself!

Δευτέρα, Μαΐου 25, 2009

Some Prozak, please!



Το ασανσέρ της πολυκατοικίας ανεβοκατεβαίνει λιγότερες φορές τη μέρα απ' ότι η διάθεσή μου τελευταία. Κι η αποδιοργάνωση του μυαλού και του χρόνου μου είναι πλέον δεδομένη.

Ξεκινάω να κάνω κάτι, τ' αφήνω στη μέση και πιάνω κάτι άλλο, το παρατώ κι αυτό κι ανοίγω το πισί, κι ύστερα βάζω νερό να λούσω τα μαλλιά μου αλλά δεν το κάνω, και μετά γυρίζω πάλι στην κουζίνα γιατί προχτές ξέχασα την κατσαρόλα πάνω στο μάτι και παραλίγο να πάρουμε φωτιά, στο ενδιάμεσο ανάβω και σβήνω τα τσιγάρα κι έπειτα με πνίγουν οι τύψεις για τη δουλειά που εκκρεμεί και στρώνομαι και γράφω μερικές αράδες, άντε δυο-τρεις παραγράφους κι έπειτα η σελίδα μπροστά μου δεν βγάζει νόημα και θυμάμαι κάτι ρούχα χειμωνιάτικα που ακόμη δεν ανέβασα στις πάνω ντουλάπες κι αφού τ' αφήσω κι αυτά στη μέση βρίσκομαι πάλι κάπου από εκεί που ξεκίνησα.
Τρελό loop.
Κι άλλες στιγμές είμαι (ή μου φαίνεται πως είμαι) ήρεμη, κι ο ήλιος είναι ωραίος και τα λουλούδια στη βεράντα μου ανθίζουν, κι η Λούνα γουργουρίζει δίπλα μου ευχαριστημένη, και τα αρωματικά στικ τα πέτυχα επιτέλους αυτή τη φορά κι έχουν το άρωμα που ήθελα, το φούξια καφτάνι απ' το Μαρόκο ανεμίζει πάνω μου κι ο καφές έχει την ωραία πικράδα που μ' αρέσει, και το χέρι του σκεπάζει το δικό μου και σκύβει και μου σκάει ένα φιλί και κλείνω τα μάτια κι αφήνομαι και το απολαμβάνω, ή εκεί που χαζεύουμε κωμωδίες στο ντιβιντί και σκάμε στα γέλια μου αφήνει ένα ανάλαφρο χάδι στα μαλλιά και σκέφτομαι "τι ωραία που είναι να κυλά έτσι η μέρα, χωρίς φρίκες και ψυχοβγάλτες, και πως ναι, το αξίζω όλο αυτό δεν μπορεί, την ηρεμία, την αγάπη, για να τη ζω πάει να πεί την αξίζω, κι αρκετά έδωσα, αρκετά ξοδεύτηκα, αρκετά τα λάθη και οι αγωνίες και το δέσιμο στο στομάχι, αρκετά, τώρα είμαι εδώ τώρα ζω, στο τώρα κι αυτό το αξίζω", κι ύστερα λες και όλο αυτό δεν είναι γραφτό να κρατήσει πολύ μες το κεφάλι μου, ο δίσκος του μυαλού μου αρχίζει να γυρίζει πάλι σε χαλασμένες στροφές και τούμπα πάλι πίσω απ' την αρχή.

Και πώς γίνεται να φοβάσαι αυτό που ήθελες βαθιά μέσα σου, πώς γίνεται να σκέφτεσαι πως μπα, δεν γίνεται να μου συμβαίνει αυτό εμένα, σιγά μην είναι τελικά αλήθεια, δεν μπορεί, από κάπου θα μου σκάσει η κεραμίδα, κι ακούς το σ' αγαπώ και σε πιάνει μια κακία ανεξήγητη, θες να ρωτήσεις με τη μια "και γιατί δηλαδή μ' αγαπάς; εσύ εμένα; αφού εγώ δεν αγαπώ τον εαυτό μου αρκετά, αφού εγώ νιώθω λίγη τότε γιατί μ' αγαπάς; Κι αν είμαι λίγη όντως, κι αν δεν είμαι "το τέλειο κοριτσάκι της μαμάς", κι αφού το ξέρω πως είμαι στριμμένο άντερο και ξεροκέφαλη κι εγωίστρια, κι έχω τα φεγγάρια μου και σου θυμώνω και δεν είμαι definetely ο πιο εύκολος άνθρωπος στον κόσμο, τότε γιατί αξίζω εγώ για να μ' αγαπάς; Μήπως λοιπόν δεν αξίζεις κι εσύ;
Ή μήπως δεν είναι τελικά αγάπη όλο αυτό; Αφού δεν νιώθω φρίκες, αφού δεν σφίγγεται το στομάχι μου, αφού γύρω μας δεν παίζουν ανυπέρβλητα εμπόδια, αφού δείχνεις ότι ήρθες για να μείνεις, αφού δεν είναι όλα δύσκολα, αφού δεν μου βγάζεις την ψυχή, μήπως αυτό τελικά δεν είναι αγάπη; Κι αν είναι, πόσο ανισόρροπη είμαι εγώ που τα πήγαινα μια χαρά σε τόσες αδιέξοδες σχέσεις, αλλά δεν ξέρω τι σκατά να κάνω τώρα;

Και πάνω που παίζει αυτό το σενάριο το ξέρεις, εκείνη η φωνή βαθιά μέσα σου στο λέει και το ξέρεις πως είσαι καλά μ' αυτόν τον άνθρωπο, έτσι όπως είναι, ξέρεις πως προσπαθεί για σένα, για σας, ξέρεις πως δεν είναι τέλειος, δε θα γίνει ποτέ, ούτε κι εσύ αλλά δεν πειράζει, αυτό ήθελες τόσα χρόνια, έναν άνθρωπο να μην το βάζει στα πόδια στα δύσκολα, να σου λέει "εντάξει, εγώ είμαι εδώ, μπορείς να χαλαρώσεις, έχεις δικαίωμα και να κλάψεις ακόμη, μπορείς να πεις κουράστηκα, δεν πειράζει, όλα θα πάνε καλά", και τώρα που τ' ακούς όλο αυτό το μόνο που ξέρεις είναι ότι φοβάσαι, φοβάσαι, φοβάσαι.

Γιατρέ μου, γράψτε μου κανένα κιλό πρόζακ, παρακαλώ.
Α, και άδεια. Αναρρωτική. Επιβάλλεται.
Να φύγω. Να τον πάρω και να φύγω. Να πάω να πατήσω στην άγια παραλία της Γαύδου, να κάνω το ταξίδι που τόσα χρόνια αφήνω, και να δω αν μπορώ, μήπως λέω, να τον αφήσω να μ' αγαπάει, να μ' αγαπήσω κι εγώ. Μήπως, λέω, μήπως!

Παρασκευή, Μαΐου 22, 2009

ΑΠΕΡΓΙΑ ΠΕΙΝΑΣ - ΘΟΔΩΡΗΣ ΤΕΝΕΖΟΣ

Και τα Μ.Μ.Ε. απόντα. Γιατί; Δεν πουλάει το θέμα δηλαδή;

Είτε ο άνθρωπος έχει δίκιο, είτε όχι, πού στο διάβολο είναι τα Μέσα και ο Τύπος; Πού είναι τα ρημαδοκάναλα, που οι μεγαλοδημοσιογράφοι, πού οι εφημερίδες, πού οι επιφανείς πολίτες της χώρας, πού ο πρωθυπουργός, πού οι οργανώσεις, πού οι σκεπτόμενοι άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων οι οποίοι αλλού κι αλλού ξέρουν να ξεφυτρώνουν σαν μαϊντανοί; ΠΟΥ ΕΙΣΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΟΛΟΙ ΕΣΕΙΣ;




Για 99 ημέρες ο Θοδωρής Τενέζος κάνει απεργία πείνας στην Πατησίων 70, έξω από την Επιτροπή Ανταγωνισμού.
Γιατί κάνει απεργία πείνας ο Τενέζος; Η απάντηση εδώ.
Ζωντανή σύνδεση μέσω του μπλογκ του Τενέζου εδώ.

Βρέθηκαν διάφοροι να γράψουν ότι ο Τενέζος κάνει απεργία πείνας "μαϊμού" (με βιταμίνες κλπ). Εδώ κολλάει το "όταν το δάχτυλο έδειχνε το φεγγάρι, κάποιοι επέμεναν να βλέπουν το δάχτυλο". Η ίδια απάντηση εκ μέρους μου σε όσους επίσης θεωρούν "μη αξιόλογη" την διαμαρτυρία του Τενέζου, γιατί λέει ήταν "κεφάλαιο, αφεντικό κι εξουσία κάποτε κι ο ίδιος".
Για όσους πάλι θα πούνε "ωχ, ρε και τι με νοιάζει εμένα, και τι να κάνω τώρα εγώ", δεν χρειάζεται καν σχόλιο. Ας το 'χουν απλώς στο νου τους για όταν θα χρειαστούν εκείνοι υποστήριξη από τους υπόλοιπους.


Για όλους τους υπόλοιπους, πηγαίνετε να διαβάσετε για τον Θοδωρή, περάστε να του πείτε ένα γεια όσοι σας φέρνει ο δρόμος απ' την Πατησίων, διαδώστε το με όποιον τρόπο μπορείτε.

Καλησπέρα σας κυρίες και κύριοι.

Κυριακή, Μαΐου 03, 2009

Καταγγελία απο http://www.laraguidedogs.gr/


«Τραπεζάκια έξω» για τυφλούς και σκύλους-οδηγούς

Ονομάζομαι Ιωάννα-Μαρία Γκέρτσου, είμαι τυφλή και κάτοχος σκύλου-οδηγού.
Ερευνήτρια στο ΙΤΕ Ηρακλείου, υποψήφια διδάκτωρ στην ιατρική σχολή του παν/μίου Κρήτης και πρόεδρος της Ελληνικής Σχολής σκύλων-οδηγών «Λάρα».

Ζω στο Ηράκλειο Κρήτης όπου η πρόσβαση του σκύλου-οδηγού επιτρέπεται παντού. Και στην πολιτισμένη υποτείθεται πρωτεύουσα;

Σήμερα πρωτομαγιά, θέλησα να πάω με μια φίλη για φαγητό στην ταβέρνα «Καλοζύμη» που βρίκσεται δίπλα στο πατρικό μου, στο Χαλάνδρι. Στην είσοδο της ταβέρνας, ο υπεύθυνος μας πληροφόρησε πως απαγορεύονται τα σκυλιά.
Απαντήσαμε ότι, έτσι κι αλλιώς θα τρώγαμε στην αυλή αφού είχε ωραία μέρα.
Εκείνος, αντέτεινε πως ο σκύλος απαγορεύεται ακόμα και στην αυλή και πρότεινε να μας βγάλει ένα τραπέζι στο δρόμο!

Φύγαμε και πήγαμε ακριβώς δίπλα στην ταβέρνα «Ιορδάνης». Δυστυχώς κι εκεί,η ίδια αντιμετώπιση: ο σκύλος δεν επιτρέπονταν ούτε καν στην αυλή.

Κι ερωτώ τους φίλτατους αναγνώστες:
1. Αξίζει ένας άνθρωπος να φάει στο δρόμο, επειδή βλέπει με τα μάτια ενός σκύλου;
2. Μπορεί ο μάγειρας της εκάστοτε ταβέρνας να μαγειρέψει χωρίς τις κατσαρόλες του;
3. Εάν ήμουν φορέας της γρίπης των χοίρων και πήγαινα να φάω δίχως να πω λέξη θα ήμουν εντάξει;

Περισσότερες πληροφορίες για τους σκύλους-οδηγούς στο www.laraguidedogs.gr

ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΠΡΟΩΘΗΣΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΕ ΓΝΩΣΤΟΥΣ, ΣΤΟ FACEBOOK, TO PRESS.GR, KAI ΟΠΟΙΟ ΑΛΛΟ BLOG ΞΕΡΕΤΕ, ΜΗΠΩΣ ΜΑΘΟΥΝ ΤΕΛΙΚΑ ΜΕΡΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΝΑ ΦΕΡΟΝΤΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ. ΕΛΕΟΣ ΠΙΑ..

Ευχαριστώ Ιωάννα Μαρία Γκέρτσου

Τετάρτη, Απριλίου 22, 2009

Women Without Men

Στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης που στεγάζεται για την ώρα στο Κτίριο Ωδείου Αθηνών, (Βασ. Γεωργίου Β' 17-19 & Ρηγίλλης, 210.9242111-2), και μέχρι τις 31/05/2009, παρουσιάζεται ο κύκλος έργων τέχνης της Σιρίν Νεσάτ, με τίτλο Women without men.
Τα έργα που αποτελούνται από πέντε βίντεοηχητικές εγκαταστάσεις, είναι βασισμένα στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Ιρανής συγγραφέως Σαρνούς Παρσιπούρ που είναι απαγορευμένο στο Ιράν από το 1989.
Η Νεσάτ (επίσης Ιρανή), αφηγείται πέντε παράλληλες ιστορίες γυναικών που προέρχονται από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα και που, μέσω διαφορετικών οδών, συναντώνται σε έναν κήπο στην πόλη Karaj. Πρόκειται για την ανύπαντρη δασκάλα Mahdokht, τη νεαρή πόρνη Zarin, τις δυο ανύπαντρες φίλες Faezeh και Munis, και, τέλος, την μεσήλικα αστή Farokh Legha. Κοινό συνδετικό στοιχείο των πέντε γυναικείων χαρακτήρων είναι ο αγώνας τους για ελευθερία και επιβίωση μέσα σ’ ένα καθεστώς αυστηρών κανόνων, απαγορεύσεων και ενοχών σε σχέση με την κοινωνική συμπεριφορά, τη θρησκεία, το σεξ και τον προσωπικό αυτοκαθορισμό των γυναικών.

Ώρες λειτουργίας: Τρίτη έως Κυριακή 11.00 - 19.00, Πέμπτη 11.00 - 22.00. Δευτέρα κλειστά.

Τετάρτη, Απριλίου 15, 2009

Θα σε αγαπήσω αν...



Έκλεισα το τηλέφωνο κι άνοιξα ένα παλιό βιβλίο του Μπουσκάλια.
Έψαξα και βρήκα το κομμάτι που ήθελα και το διάβασα ξανά.

"Αν ο καθένας μας είχε έστω και ένα πρόσωπο στη ζωή του που να του έλεγε 'Θα σε αγαπάω ο,τιδήποτε κι αν γίνει. Θα σ' αγαπάω ακόμη κι αν είσαι ηλίθιος, αν πέσεις και σπάσεις τα μούτρα σου, αν τα κάνεις θάλασσα, αν κάνεις λάθη, αν φέρεσαι σαν άνθρωπος -εγώ θα σ' αγαπώ ό,τι κι αν γίνει', τότε δε θα καταλήγαμε στα ψυχιατρεία. Αυτό υποτίθεται πως θα 'πρεπε να είναι ο γάμος. Είναι όμως;
...Μ' αρέσει ο ορισμός της οικογένειας από τον Ρόμπερτ Φροστ:'Το σπιτικό σου είναι το μέρος που, όταν πας εκεί, είναι υποχρεωμένοι να σε μπάσουν μέσα'. Αυτό θα 'πρεπε να είναι το σπιτικό, να λέει κάτι σαν 'Έλα μέσα. Εντάξει, έκανες βλακείες, αλλά δε θα στις χτυπήσω. Σ' αγαπώ και θα σε πάρω όπως είσαι'."

Ναι, συμφωνούσα και συμφωνώ, αυτό έπρεπε να είναι ο γάμος, αυτό έπρεπε να είναι η οικογένεια. Και το ήθελα πάντα ως παιδί κι ως έφηβη κι ως ενήλικη αργότερα.
Κι ως είθισται, είχα μια δυσλειτουργική οικογένεια και μια δυσλειτουργική σχέση με τον πατέρα μου. Χρόνια του χρεώνω ότι δεν με αποδέχτηκε γι' αυτό που είμαι, ότι ποτέ δεν μου είπε "εντάξει, εγώ σ' αγαπώ έτσι όπως είσαι, μ' όλα σου τα στραβά κι όλα σου τα καλά".
Αλήθεια είναι πως δεν μου το είπε ποτέ. Ακόμη κι αν το ένιωθε ή το νιώθει, ποτέ δεν μου το είπε. Δεν ξέρω καν αν το έδειξε. Αλλά κι αν το έδειξε, εγώ μπορεί και να μην το είδα, γιατί εγώ ήθελα, είχα ανάγκη να το ακούσω.
Με τα χρόνια, αναγκάστηκα να συμβιβαστώ με το ότι προφανώς δεν θα μου το έλεγε ποτέ. Και με το ότι προφανώς δεν είναι από τους ανθρώπους που μπορούν να εξωτερικεύσουν τα συναισθήματά τους. Μέσα μου όμως δεν έπαψε ποτέ να με πειράζει, δεν έπαψα ποτέ να το θέλω κι ούτε τον συγχώρεσα απόλυτα για την συναισθηματική απουσία του.

Τελευταία όμως, σκέφτομαι όλο και πιο πολύ κάτι που ίσως να ήταν φανερό σε τρίτους, αλλά όχι και σε μένα.
Ούτε κι εγώ του το είπα ποτέ.
Ούτε κι εγώ τον αποδέχτηκα ποτέ ακριβώς έτσι όπως είναι, με όλα του τα στραβά κι όσα καλά είχε.
Όμως ζητούσα από εκείνον να το κάνει για μένα.
Να κάνει αυτό που εγώ δεν μπορούσα κι ούτε ως τώρα μπόρεσα να κάνω.

Κι αναρωτιόμουν: Θα καταφέρω ποτέ, εγώ τουλάχιστον να κάνω πράξη αυτό που τόσα χρόνια παραπονιέμαι πως δεν είχα, πως μου έλειψε και το στερήθηκα;
Τον ορισμό της οικογένειας έτσι όπως εγώ την ήθελα;
Θα το καταφέρω άραγε;

Το τηλεφώνημα που τελείωσε πριν λίγη ώρα, μ' έκανε να τα σκεφτώ για άλλη μια φορά όλα αυτά, με μια καινούρια παράμετρο: Τώρα μπορεί και να μην έχω τον χρόνο να το κάνω.
Τώρα μπορεί ν' αντιμετωπίσω εξελίξεις ραγδαίες και μη αναστρέψιμες. Η υγεία του έχει χειροτερέψει και προσπαθώ να προετοιμαστώ μέσα μου για οτιδήποτε.
Αναρωτήθηκα πολλά την τελευταία ώρα. Αν υπάρχει κανένα νόημα προσπάθειας, αν είμαι έτοιμη για οποιαδήποτε προσπάθεια, αν μπορώ να κάνω υπερβάσεις, αν έχω τα κότσια, αν έχω αποθέματα να συγχωρήσω και ν' αφήσω το παρελθόν στο παρελθόν, αν το ένα, αν το άλλο.
Δεν υπάρχει μαγικό κουμπί να το πατήσεις και να γυρίσει ο χρόνος πίσω, να διορθώσεις λάθη, να πεις συγνώμες, να ζητήσεις να σου δώσουν αγάπη και να συγχωρήσεις, να πάρεις πίσω λόγια πικρά, να σβήσεις καυγάδες και χρόνια οργής και θυμού.
Εύχομαι λοιπόν να μπορώ απλά να του πω ότι τον αγαπώ, ακόμη κι αν εκείνος δεν μπορέσει να μου το πει ως την τελευταία ώρα. Δεν ξέρω ποιος από τους δυο μας το έχει μεγαλύτερη ανάγκη, δεν ξέρω καν αν εκείνος έχει ανάγκη να το ακούσει από μένα, όμως ίσως εγώ να το έχω μεγαλύτερη ανάγκη από εκείνον.
Εύχομαι...

Σάββατο, Απριλίου 11, 2009

Πέριξ Εξαρχείων...

Τελευταία κάτι γίνεται, κι όλο και βρίσκομαι στα Εξάρχεια.


Λες και τα βήματά μου με οδηγούν μέσα από άσχετες συμπτώσεις για να βρεθώ εκεί.

Όχι πως μου φαίνεται παράξενο.

Παλιότερα συνήθιζα να τριγυρίζω στην περιοχή, και συνεχίζει να είναι από τις πιο αγαπημένες μου διαδρομές όταν η πόλη με βαραίνει...

κι όταν μέσα μου κάτι μου λέει "φύγε" απ' το κλουβί, βγες και περπάτησε ξανά στους νυχτερινούς δρόμους...

και μπορώ να βλέπω ξανά την πόλη, που αγάπησα και μίσησα, με τα μάτια μιας ξένης, μιας περαστικής

και σιγά-σιγά το κεφάλι μου αδειάζει, και τριγυρίζοντας χαζεύω δεξιά κι αριστερά...

κι αποτυπώνω εικόνες και στιγμές στο φακό

μέχρι που είμαι ήρεμη και μπορώ να μπω σ' ένα παλιό αγαπημένο στέκι για έναν καφέ




πριν συνεχίσω τις νυχτερινές περιπλανήσεις...


συνεχίζοντας να φωτογραφίζω ότι μου τραβάει το μάτι...


παρόλο που στο τέλος, πρέπει να θυμίσω στον εαυτό μου πως "πρέπει" να γυρίσω σπίτι, γιατί την επομένη δουλεύω...




Δευτέρα, Ιανουαρίου 26, 2009

Λόγια

Όσα λόγια δε σου 'χω πει ακόμη,
βρίσκονται στ' ακροδάχτυλά των χεριών μου
την ώρα που χαϊδεύουν το περίγραμμα
του προσώπου σου.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 08, 2008

Ο κρατικός μηχανισμός είναι εδώ!


Τελικά δεν ήταν μόνο ο μπάτσος που έβλεπε οράματα.

Είναι κι ο υπουργός Εσωτερικών που ίσως ακούει φωνές.

Αν δεν ακούει φωνές πώς είναι δυνατό να δηλώνει ότι " Ο κρατικός μηχανισμός είναι εδώ", "Προασπίζει τη ζωή και την περιουσία των πολιτών" και "Όλα γίνονται με σεβασμό στις αρχές της Δημοκρατίας";

Ζει στην ίδια χώρα αυτός ο άνθρωπος;

Πάντως "ο κρατικός μηχανισμός ΕΙΝΑΙ εδώ!"

-ε, ψάξτε κάπου κάτω από το χαλάκι αν δεν τον βρείτε με τη μία, θα 'χει παραπέσει-

Παρασκευή, Νοεμβρίου 07, 2008

Μαρόκο μέρος δεύτερο

Αφιερωμένο στον φίλο Street Spirit. Έλειπα σε ταξίδι φίλε μου όταν ταξίδεψες εσύ, μόλις τώρα το έμαθα. Καλό δρόμο, καλή αντάμωση.

Η νυχτερινή Jemaa el Fna με αποζημιώνει και με το παραπάνω. Η Τζέμα ελ Φνα το 2001 χαρακτηρίστηκε από την Ουνέσκο τόπος Παγκόσμιας Κληρονομιάς ως ένα από τα σημαντικότερα μέρη διατήρησης της προφορικής παράδοσης γι' αυτό και είναι προστατευόμενος χώρος, κι αυτή την ώρα είναι φωτισμένη απ' άκρη σ' άκρη με λαμπιόνια.


Πυκνός καπνός υψώνεται παντού. Όχι, δεν είχαν πάρει φωτιά τα μαγαζάκια, είχαν πάρει φωτιά τα.. κάρβουνα.

Στο κέντρο της πλατείας είναι στημένα φαγάδικα με λογής καλούδια: κρεατικά ως επί το πλείστον, κάθε είδους κρεατικά εκτός από χοιρινό, αλλά και ψάρια, φρέσκιες σαλάτες, ορεκτικά και φυσικά καζάνια με χαρίρα, μια χορταστική, θρεπτική σούπα. Η χαρά του καλοφαγά και δή του κρεατοφάγου.
Πας λοιπόν ωραία και καλά, διαλέγεις το κρεατικό ή το ψαρικό που τραβάει η όρεξή σου, στο ψήνουν επιτόπου, σε σερβίρουν σε τεράστιους πάγκους όπου κάθονται όλοι δίπλα δίπλα και του δίνεις και καταλαβαίνει.
Οι τιμές τώρα, για ένα φουλ γεύμα δύο ατόμων μαζί με το αναψυκτικό (όχι δεν παίζουν μπυρίτσες εδώ), θα σου κοστίσει το φοβερό ποσό των 50 ντιρχάμ. Άντε 70 άμα είσαι πολύ μερακλής και θες να φας του σκασμού. 70 ντιρχάμ ήτοι 7 ευρώ πάνω κάτω.
Κοντά στα φαγάδικα υπάρχουν κι οι περιβόητοι πάγκοι με το φρέσκο χυμό πορτοκαλιού.
Δεν καταλαβαίνω ειλικρινά γιατί όλοι μα όλοι πια οι τουρίστες τρελαίνονται γι' αυτό το πράγμα και το γράφουν ξανά και ξανά στα θρεντ του Λόνλι Πλάνετ ή του Τριπ Αντβάιζορ.
Σιγά τα ωά! Τι να πει κανείς όμως.

Σε κάποιους πάγκους επίσης, σερβίρουν σαλιγκάρια και σούπα σαλιγκαριών. Παρόλο που δοκίμασα όλα τα εδέσματα, το συγκεκριμένο δεν το τίμησα. Οι ντόπιοι πάντως το προτιμούν.

Πιο πέρα απ' τους πάγκους με τα φαγάδικα, θα δεις και θα βρεις ό,τι βάζει ο νους σου.
Ζογκλέρ, ακροβάτες, νεαρούς που τραγουδούν μαζεμένοι σε κύκλο Γκνάουα κρατώντας το ρυθμό με τύμπανα και κρόταλα, γητευτές φιδιών, παππούδες που πουλούν την πραμάτεια τους (από αναμνηστικά μπρελόκ και χύμα τσιγάρα μέχρι σαπούνια και βότανα για την ανικανότητα), τύπους που τριγυρνούν με μαϊμούδες σκαρφαλωμένες στους ώμους τους, γυναίκες με τζελάμπα που κάνουν χέννα στις τουρίστριες, τύπους που προσπαθούν να σου πλασάρουν λίγο μαροκινό κιφ ή να πλασαριστούν ως φθηνοί ξεναγοί.
Και μέσα σ' όλα αυτά, πλήθος κόσμου που πάει και έρχεται, ντόπιοι και τουρίστες, και ακόμη μεγαλύτερο πλήθος από "μοτοσικλέτες" (Θυμάστε τα PUCH που είχαμε στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του '80; Ε, κάνουν θραύση στο Μαρόκο), οι οποίες διασχίζουν με απίστευτη άνεση το χώρο.
Αν δεν έχεις το νου σου, δεν αποκλείεται να σε πάρουν παραμάζωμα.

Κατηφορίζοντας από την πλατεία αντικρίζεις το σήμα κατατεθέν της Jemaa el Fna, το εντυπωσιακό τζαμί Kutubia.

Το Κουτούμπια είναι το μεγαλύτερο τζαμί του Μαρακές. Χτίστηκε περίπου το 1185 μ.Χ. κατά τη δυναστεία των Αλμοραβιδών. Στην εποχή της ακμής του συγκεντρώνονταν γύρω του πλανόδιοι βιβλιοπώλες, κι έτσι πήρε το όνομά του από τη λέξη κουτούμπ (βιβλίο).

Αποτελείται από έξι ορόφους. Το συνολικό ύψος του είναι 67 μέτρα, ενώ το πλάτος του περίπου 13 μέτρα. Κάποτε ήταν όλο ντυμένο με ζελίλ (ψηφιδωτό), και ο θρύλος λέει πως ο μιναρές του ήταν στολισμένος με ατόφιο χρυσάφι, το οποίο δώρισε η γυναίκα του περιβόητου σουλτάνου Ελ Μανσούρ, προσφέροντας τα κοσμήματά της για να εξιλεωθεί που διέκοψε για μια μέρα τη νηστεία του ραμαζανιού.

Η πρώτη μου νύχτα στο Μαρακές ήταν γεγονός.
Περασμένα μεσάνυχτα και ο πανικός στην πλατεία δεν είχε καταλαγιάσει. Εγώ όμως τα είχα παίξει εντελώς.
Τράβηξα σιγά σιγά μέσα απ' τα βρώμικα σοκάκια (η βρώμα συνηθίζεται πιστέψτε με), προς το περιβόητο ριάντ.
Μια νύχτα ήταν, θα περνούσε όπως όπως. Την επόμενη, θα έπαιρνα το τρένο για την πρωτεύουσα, τη Ραμπάτ όπου θα με φιλοξενούσε στο σπίτι του ένας φίλος.

Το επόμενο πρωί η κίνηση στους δρόμους είναι χαοτική και φτάνω στο σταθμό τελευταία στιγμή, με την ψυχή στο στόμα. Όταν με ρωτούν στο γκισέ αν θέλω πρώτη ή δεύτερη θέση, λέω δεύτερη σκεφτόμενη πως η πρώτη θα κόστιζε πολύ περισσότερα.
Τεράστιο λάθος.
Γιατί από τη μια -Μαρόκο είναι εδώ, όχι Ελλάδα-, η οικονομική διαφορά ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη θέση δεν ήταν πάνω από 50 ντιρχάμ (πέντε ευρώ), και απ' την άλλη, δεν ήξερα πως όταν κλείνεις δεύτερη θέση, ουσιαστικά δεν έχεις θέση πράγμα που σημαίνει πως κάθεσαι όπου βρεις.
Τώρα το πού θα έβρισκα να καθήσω, ήταν μια άλλη ιστορία.
Γιατί καταμεσήμερο, στα μέσα Αυγούστου και στο τρένο με τον πιο δημοφιλή προορισμό, δεν υπήρχε ελεύθερη θέση ούτε για δείγμα.

Ως αποτέλεσμα, βρέθηκα να σέρνω μια θεόρατη βαλίτσα και το σακίδιό μου στους ώμους, προσπαθώντας να διασχίσω το τρένο από τη μια άκρη ως την άλλη μήπως βρω κάπου μια θέση. Μπορεί ν' ακούγεται απλό, αλλά στην πράξη ήταν εφιάλτης.
Το τρένο είναι ασφυκτικά γεμάτο, και οι διάδρομοι το ίδιο, τόσο από βαλίτσες, όσο και από κόσμο, αλλά και οικογένειες με γιαγιάδες, μαμάδες και πιτσιρίκια που αραχτοί και γεμάτοι άνεση γευμάτιζαν κι έπιναν τσάι.
Ο ιδρώτας έσταζε ποτάμι πάνω μου καθώς επιτελούσα το τιτάνιο έργο διάσχισης της Σαχάρα, όχι συγνώμη, των διαδρόμων του τρένου ήθελα να πω. Ευτυχώς, οι περισσότεροι άντρες έκαναν μια προσπάθεια να βοηθήσουν, μετατοπίζοντας μπόγους, μπαγκάζια και βαλίτσες για να περάσω.
Παρόλα αυτά, στο τέλος αναγκάστηκα να παραδεχτώ το προφανές.

Θα περνούσα τις υπόλοιπες τεσσεράμισι ώρες του ταξιδιού στο ενδιάμεσο δύο διαδρόμων, καθισμένη πάνω στη βαλίτσα μου. Γύρω μου άντρες που έβγαιναν να καπνίσουν τσιγάρο και κόσμος πηγαινοερχόταν προσπαθώντας να βρει κάποια άδεια θέση όπως κι εγώ νωρίτερα.
Αφού παίρνω μια ανάσα, αρχίζω να φωτογραφίζω το ξερό τοπίο. Ένας ευγενικός κύριος, μου ανοίγει μάλιστα την πόρτα του τρένου για να έχω καλύτερες λήψεις. Παθαίνω πλάκα!

-Είναι ασφαλές αυτό; ρωτάω σε αγγλικά ελπίζοντας να με καταλαβαίνει.
Ο τύπος με κοιτάζει με απορία.
-Of course it is safe, what do you mean? με ρωτάει σε άπταιστα αγγλικά μη δείχνοντας να κατανοεί γιατί τον κοιτάζω μ' αυτό το βλέμμα.
Ε, οκ, αφού είναι safe, σκασίλα μου κι εμένα. Αρχίζω να φωτογραφίζω. Όχι ότι έχει πολλά να φωτογραφίσει κανείς.

Το τοπίο επαναλαμβάνεται: έρημες εκτάσεις μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι σου, και σειρές ολόκληρες από φραγκόσυκα.
Εμένα όμως μου αρέσει. Ακόμη και το χρώμα της γης μου θυμίζει τα χρώματα του Μαρακές.
Κάποια στιγμή, αντιλαμβάνομαι πως οι περισσότεροι άντρες γύρω μου ρίχνουν κλεφτές ματιές.
Τσεκάρω νοερά το ντύσιμό μου. Οκ, τίποτε παράξενο ή πολύ αποκαλυπτικό.
Φοράω μακρύ, λευκό βαμβακερό παντελόνι, ένα ροζ τιραντέ μπλουζάκι, αλλά έχω φροντίσει να ρίξω πάνω μου ένα φαρδύ, μακρύ, άσπρο πουκάμισο που κρύβει μπράτσα και ντεκολτέ.
Ένας απ' όλους βγάζει το πακέτο του και μου προσφέρει τσιγάρο.
-La, shokran, του απαντώ, 'όχι, ευχαριστώ'.
Σε λίγο μου προσφέρει κι ένας άλλος, αρνούμαι και πάλι ευγενικά.
Καταρχήν όλοι οι φίλοι μου στο Μαρόκο με συμβούλεψαν ν' αποφύγω να καπνίζω δημόσια, τουλάχιστον όχι αν δεν είμαι σε μια καφετέρια σε κάποιο τουριστικό μέρος. Απ' την άλλη πολύ αμφιβάλλω αν θα μπορούσα να καπνίσω κάποιο από τα τσιγάρα τους, αφού ο λαιμός μου δεν σηκώνει τίποτε άλλο εκτός από τον Old Holborn μου.

Μια ώρα αργότερα όμως, έχω σκυλοβαρεθεί να φωτογραφίζω το άνυδρο τοπίο, και θέλω απεγνωσμένα καφέ και τσιγάρο. Για καφέ δύσκολο, τσιγάρο όμως;
Το σκέφτομαι για λίγο, λέω δε βαριέσαι, και βγάζω τον καπνό μου αρχίζοντας να στρίβω τσιγάρο.
Βλέποντας τους τύπους γύρω να με κοιτάζουν, σκέφτομαι πως θα πρέπει κι εγώ να τους προσφέρω από τον καπνό μου, εφόσον αυτοί ήδη μου πρόσφεραν απ' τα τσιγάρα τους.
Δίνω στον πρώτο, μου λέει, όχι, ευχαριστώ.
Δίνω στον δεύτερο, το ίδιο.
Στον τρίτο και πάει λέγοντας. Όλοι είπαν όχι.
Πάνω που είχα αρχίσει να απορώ γιατί τόση ακαταδεξιά, ένας νεαρός -και κούκλος, τύφλα να 'χει ο Ομάρ Σαρίφ στα νιάτα του- φοιτητής στην Καζαμπλάνκα, μου λέει: -Όχι, ευχαριστώ, δεν καπνίζω χασίς μεσημεριάτικα.
Μου 'ρχεται στούμφος!

Χασίς; Τι χασίς, ποιο χασίς, ποιος ήρθε; Και τότε μου έρχεται η φλασιά: στο Μαρόκο ΔΕΝ πωλείται πουθενά καπνός για στριφτό. (Να το έχετε υπόψη αυτό όσοι καπνίζετε καπνό και βρεθείτε προς τα εκεί: πάρτε μαζί σας όσο σας χρειαστεί). Έτσι λοιπόν, βλέποντάς με να στρίβω, υπέθεσαν πως έστριβα joint.
Σκάω στα γέλια, και σπεύδω να διορθώσω την παρεξήγηση. -Δεν είναι kif, του εξηγώ, είναι Εγγλέζικος καπνός για στριφτά τσιγάρα. Να, βλέπεις εδώ την ετικέτα;
Με το που του τη δείχνω, λάμπει το μούτρο του κι αρχίζει να εξηγεί και στους υπόλοιπους.
-Θα μου στρίψεις ένα τσιγάρο τότε; με ρωτάει.
Σε λίγο θέλει κι άλλος τσιγάρο, κι ύστερα κι άλλος, και μετά κι ο επόμενος.

Μέχρι το τέλος του ταξιδιού, ο καπνός μου είχε τελειώσει, αφού όλοι ήθελαν να τους στρίψω ένα εγγλέζικο τσιγάρο και έτσι όχι μόνο έσπασε ο πάγος, αλλά βρέθηκα με τις γιαγιάδες να έρχονται να με ταΐζουν πίτες και γλυκά και στο τέλος με κέρασαν και τσάι από ένα θερμός. Με τις γυναίκες δεν συνεννοηθήκαμε σε καμιά γλώσσα (οι πιο ηλικιωμένες μιλούσαν μόνο Darijja, την τοπική διάλεκτο της Αραβικής γλώσσας, και όσες μιλούσαν γαλλικά, πέρα από το πώς σε λένε και από πού είσαι, δεν τράβαγε η κουβέντα, διότι τα δικά μου γαλλικά είναι ανύπαρκτα).
Πάντως, το θέμα ήταν ότι με ξεπροβόδισαν λες κι ήμουν φίλη, με ευχές και μάλιστα μου κουβαλήσαν τη βαλίτσα και τον σάκο μου ως την αποβάθρα.
Κι ύστερα σου λένε να απαγορευτεί το κάπνισμα.Ο καπνός φέρνει τον κόσμο πιο κοντά, λέω εγώ!

Και να ΄μαι λοιπόν στην Ραμπάτ, σ' ένα ταξί που με πηγαίνει στο σπίτι του φίλου που θα με φιλοξενούσε.

Η Ραμπάτ είναι η πρωτεύουσα του Μαρόκου με πληθυσμό 1,700,000 κατοίκους.
Στο δρόμο σκέφτομαι πως ίσως το Ισλάμ είναι πολύ πιο ανεκτικό απέναντι στον Χριστιανισμό απ' ότι το αντίστροφο. Απόδειξη μια τεράστια καθολική εκκλησία στο κέντρο της πόλης.

Την επόμενη μέρα βγαίνουμε μια βόλτα ως την Μεντίνα της Ραμπάτ να χαζέψω. Δεν μοιάζει και τόσο με τη Μεντίνα του Μαρακές, δεν είναι το ίδιο 'εξωτική', αλλά έχει ενδιαφέρον.

Ένας παππούς πουλάει χύμα τσιγάρα. Το πακέτο είναι ακριβό για τα δεδομένα του Μαρόκου.

Στο τέρμα της Μεντίνα φαίνονται τα τείχη και η είσοδος της Ουντέια.

Το Κάσμπαχ ντες Ουντέιας (το Φρούριο της Ουντέια), χτίστηκε το 1195 μ.Χ.
Βρίσκεται στην καρδιά της πρωτεύουσας λίγο πιο έξω από το παλιό παλάτι.

Τώρα στο Κάσμπαχ μπήκα ή στη ζώνη του Λυκόφωτος; Γιατί αν όλο αυτό δεν θυμίζει Ελλάδα, και μάλιστα ελληνικό νησί, τότε τι θυμίζει;




Και μια που βρεθήκαμε εκεί, ως τουρίστρια που σέβεται τον εαυτό της, είπα να κάνω και μια χέννα στο χέρι.


Φυσικά ήθελα να πάμε και μια βόλτα για μπάνιο στον ωκεανό. Μου φαίνεται περίεργο που θα δω τον ωκεανό από κοντά. Αναρωτιέμαι πόσο διαφορετική θα είναι η αίσθηση σε σχέση με τις δικές μας θάλασσες.

Στη διαδρομή, περνάμε μπροστά από βιλίτσες φροντισμένες στην εντέλεια, με κήπους και τα συναφή. Η διαφορά ανάμεσα στην απόλυτη φτώχεια και τη χλίδα φαίνεται ακόμη πιο έντονα εδώ. Όχι ότι μου κάνει και μεγάλη εντύπωση. Τα γνωστά. Κάποιοι δεν έχουν να φάνε και κάποιοι...


Φτάνοντας προς την παραλία, με περιμένει κι άλλη μια έκπληξη. Προσπαθώ να συνειδητοποιήσω πως βρίσκομαι στην Αφρική, στο Μαρόκο, κι όλα γύρω μου θυμίζουν μάλλον Ελλάδα, μη σου πω Λαγονήσι!



Όλα εκτός από τον ίδιο τον Ατλαντικό. Δεν είναι μόνο που η παραλία είναι τεράστια κι εκτείνεται ως εκεί που δεν φτάνει η κάμερά μου να τραβήξει, είναι ο ίδιος ο ωκεανός που είναι τόσο διαφορετικός.

Τα κύματα δεν σταματούν στιγμή (η χαρά των σέρφερ γύρω μου), και το ότι κολύμπησα είναι μάλλον ευφημισμός. Διότι όσο καλός κολυμβητής κι αν είσαι, άντε να ξεπεράσεις το πρώτο κύμα. Άντε και το δεύτερο. Στο τρίτο είσαι χαμένος. Σου δίνει μια και σε γυρίζει σούμπιτο πίσω στην ακτή.
Άμα έχεις τα κουράγια, φτου κι απ' την αρχή φυσικά.
Όταν βγήκα απ' το νερό ένιωθα λες και μ' είχαν τινάξει σαν χαλί με τον κόπανο, αλλά άξιζε τον κόπο.


Στο δρόμο της επιστροφής, δεν βρίσκουμε ταξί. -Να πάρουμε λεωφορείο τότε, προτείνει ο φίλος μου και συμφωνώ. Άλλωστε είμαι τόσο πτώμα που το μόνο που ήθελα ήταν να καθίσω κάπου. Πού να φανταστώ όμως τι θα αντίκριζα όταν έφτασε το λεωφορείο: Κάτι τέτοιο είχα να δω από όταν ήμουν στο δημοτικό, και αν!

Τι τον θες τον κλιματισμό κυρά μου, δε σου φτάνει η ανοιχτή πόρτα;

Κι αργότερα, το βράδυ, μια βόλτα ξανά στο κέντρο της πόλης.

Ο πύργος του Hassan (ημιτελής) και στο βάθος το μαυσωλείο του Mohamed V (πατέρα του σημερινού βασιλιά)

Τα φωτισμένα τείχη της Ραμπάτ.

Και η κεντρική κοσμοπολίτικη λεωφόρος Mohamed V.


Το κοινοβούλιο.

Καφενείο πάνω στη λεωφόρο και η απαραίτητη berrad (τσαγιέρα) με το τσάι μέντας (δυόσμου δηλαδή, για να μην ξεχνιόμαστε)




Την επομένη με περιμένει η Τσέλα, η αρχαιότερη Ρωμαϊκή πόλη του Μαρόκου.


Χτίστηκε περίπου το 40 μ.Χ. Εγκαταλείφθηκε το 1154, αλλά τον 14ο αι. ήρθε στα χέρια
των Μερενιδών σουλτάνων. Ο σουλτάνος Αμπού Ελ Χασάν έχτισε μια νεκρόπολη στην κορυφή των ρωμαϊκών ερειπίων και ενίσχυσε την πόλη με πύργους και τείχη.


Μια γατούλα στην Τσέλα.

Κι άλλες γατούλες...

Το γατοσόι!


Ρωμαϊκά λουτρά.


Δυο μέρες μετά, αφήνω πίσω μου την Ραμπάτ και παίρνω το τρένο για Καζαμπλάνκα, να δω έναν κολλητό μου. Αυτή τη φορά είχα βάλει μυαλό. Πρώτη θέση φυσικά! Η καλύτερη απόφαση που πήρα ποτέ: η πρώτη θέση διαθέτει κλιματισμό και άνετες κουκέτες.


Η Καζαμπλάνκα θύμιζε έντονα Αθήνα.Κάποιος δρόμος μάλιστα μου θύμισε πολύ την Ερμού.

Οι σημαίες του Μαρόκου ανεμίζουν μπροστά από το παράθυρο του ξενοδοχείου μου.

Η Καζαμπλάνκα είναι η καρδιά του Μαρόκου, από οικονομικής άποψης. Μια μεγάλη, μοντέρνα πόλη, που σφύζει από κίνηση και κυκλοφορικό χάος. Το μεγαλύτερο αξιοθέατό της, είναι το Mosque Hassan II.

Το εντυπωσιακό τζαμί είναι χτισμένο μπροστά στον Ατλαντικό έχει ύψος 210 μέτρα, χωρά 25,000 πιστούς και στο εσωτερικό του θα μπορούσαν να χωρέσουν ο ναός του Αγ. Πέτρου της Ρώμης ή η Notre Dame του Παρισιού.

Είναι σχετικά καινούριο τζαμί αφού χτίστηκε για τα 60α γενέθλια του προηγούμενου βασιλιά και λειτούργησε το 1993, κι αυτό σε μια προσπάθεια να τραβήξουν την προσοχή των τουριστών, γιατί μέχρι τότε η Καζαμπλάνκα δεν ήταν τίποτε περισσότερο από στάση μιας βραδιάς για τους τουρίστες που ήθελαν να ξεκουραστούν πριν συνεχίσουν προς Μαρακές, Ραμπάτ, Αγκαντίρ, Εσαουίρα ή κάποια άλλη, τουριστική πόλη.

Το Hassan Mosque είναι στολισμένο με ζελίλ και είναι το μοναδικό τζαμί ανοιχτό σε μή μουσουλμάνους.



Κόστισε πάνω από μισό δις δολλάρια, και για την περάτωσή του εργάστηκαν πάνω από 6,000 άτομα. Στο χτίσιμό του χρησιμοποιήθηκε κέδρος από τα βουνά του Άτλαντα, μάρμαρα από την Αγκαντίρ και γρανίτης από το Ταφραούτ.
Περισσότερα στο επόμενο (ναι, έχει κι άλλο!)

Σάλτσα Ναπολιτάνα

Καμιά φορά, βρίσκεσαι να συζητάς στο κινητό τα εσώψυχά σου, όντας μέσα σε ένα σούπερ μάρκετ, μπροστά στο ράφι με τα ζυμαρικά, κρατώντας στ...