Πέμπτη, Απριλίου 13, 2006

Κοριτσάκι, να σου ψήσω ένα καφεδάκι;

"Βρε Βικτωράκι, θα πιούμε κανά καφέ;"
"Να ψήσουμε έναν, Κική μου".
"Εγώ θα παω, κοριτσάκι, να σας ψήσω τα καφεδάκια. Το μικρό θα πιει;"
"Άντε μπράβο, βρε Γιάννη μου. Φτιάξε έναν και για το κορίτσι".

Εγώ, (το "μικρό") σήκωνα τα μάτια από το βιβλίο που συνήθως διάβαζα καθισμένη στην πολυθρόνα δίπλα στη μπαλκονόπορτα κι έβλεπα το θείο το Γιάννη να πηγαίνει σβέλτα προς την κουζίνα να φτιάξει τους καφέδες.
Αυτή είναι μια απο τις πιο συχνές σκηνές που θυμάμαι να επαναλαμβάνονται κάθε φορά που βρισκόμουν στο σπίτι της θείας της Κικής και του θείου του Γιάννη, συνήθως μαζί με τη μάνα μου ενώ συχνά πυκνά ακολουθούσε κι ο πατέρας μου.

Θείους και θείες στο Βόλο έχω κι άλλους. Αλλά ετούτοι οι δυο ήταν οι αγαπημένοι μου. Όπως τα περισσότερα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας είναι γεμάτα αναμνήσεις απο το σπίτι του νονού και της νονάς μου, έτσι και αρκετά χρόνια της εφηβείας μου, αλλά και τα κατοπινά, είναι γεμάτα αναμνήσεις απο το σπίτι των θείων μου.

Πρώτα πρώτα θυμάμαι τη θεία την Κική.
Ως πιτσιρίκι και λόγω ύψους, συνήθως το οπτικό μου πεδίο σταματούσε κάπου στη μέση των ανθρώπων, έτσι λοιπόν, θυμάμαι καθαρά τις μακριές, φαρδιές φούστες που φορούσε και το άρωμα απ' τον καπνό του τσιγάρου της κάθε φορά που ερχόταν απ' την Αθήνα όπου έμεναν, στο Βόλο να δει τη μαμά μου.

Απ' το σπίτι τους στην Αθήνα θυμάμαι ελάχιστα πράγματα. Άλλωστε δεν ήμουν πάνω απο πέντε όταν με είχε κατεβάσει η μάνα μου μαζί της να με τρέξει σε διάφορους γιατρούς για το αλλεργικό άσθμα που με τυραννούσε ως παιδί.
Θυμάμαι το δωμάτιο που μ' είχαν βάλει να κοιμηθώ το βράδυ όπου απ' τα στόρια γλίστραγαν αχνά οι ανταύγιες απ' τα φώτα και ο θόρυβος του δρόμου. Μου 'χε κάνει μεγάλη εντύπωση αυτό. Ο θόρυβος δηλαδή. Απορούσα πώς γινόταν ένας δρόμος αργά το βράδυ να 'χει τόσα αυτοκίνητα.
Αργότερα έμαθα πως αυτός ο δρόμος ήταν η Αγίου Μελετίου.
Θυμάμαι ακόμα, ένα ψηλόλιγνο παλικάρι να μπαίνει και να βγαίνει στο σπίτι σαν σίφουνας. Ο γιος τους, ο Νικόλας.

Κάποια χρόνια αργότερα η θεία μου ήρθε κι εγκαταστάθηκε στο Βόλο. Πρέπει να 'μουν κοντά στα δώδεκα ή δεκατρία. Η μνήμη μου δε με βοηθάει εδώ.
Το θείο τον Γιάννη όμως δεν τον ήξερα ακόμα. Έλειπε.
Στα καράβια. Τον γνώρισα κάμποσο καιρό αργότερα και θυμάμαι πως τον αγάπησα με την πρώτη ματιά, όπως κι εκείνος.

Εκείνος τόσα χρόνια άκουγε για την κόρη της "Μπέμπας" όπως αποκαλούσε τη μαμά μου, κι όταν έφτασε με βρήκε πια σωστή δεσποινίδα.
"Η κόρη σου είναι αυτή, Μπέμπα; Δεν το πιστεύω! Τι εξωτικό μελανούρι είναι αυτό; Τύφλα να 'χουν οι Ταϊτιανές! Καλά δε λέω; Τι Έφη και Ιφιγένεια... Εγώ Τάϊ-Τάϊ θα τη φωνάζω!"
... Τι περιμένεις; Ναυτικός ήταν ο άνθρωπος... Ήταν δυνατό να μη τα παραλέει;
Βέβαια ήμουν ένα κοριτσάκι που άνθιζε σε γυναίκα, ήμουν όντως μελαχροινό και με λίγο εξωτική φάτσα και φυσικά καμιά εικοσαριά κιλά λιγότερη απο σήμερα, οπότε δεν ήθελε και πολύ, μου 'μεινε το... παρατσούκλι.

Στα μετέπειτα χρόνια, άπειρες φορές βρισκόμουν στο σπίτι τους κάνοντας αρμένικες βίζιτες. Στρωνόμουν με τις μέρες όταν έλειπε ο θείος ο Γιάννης για να κρατάω συντροφιά στη θεία την Κική. Ακόμα τη θυμάμαι να μου λεει: "Εφάκι, εδώ το σπίτι είναι σα δικό σου. Δε θα με ρωτάς για τίποτα. Να παίρνεις ό,τι θέλεις και να κάνεις ό,τι θέλεις".
Σιγά μην κόλωνα βεβαίως. Αρμένιζα όντως σα στο σπίτι μου κι έκανα ό,τι ήθελα.
Θυμάμαι μεσημέρια του καλοκαιριού, καθισμένες στο τραπέζι του καθιστικού, να μου μαθαίνει η θεία να ρίχνω πασιέτζες. Ούτε ξέρω πόσες μου 'χε μάθει. Και δως του καφεδάκι και κουβέντα. Καθόμουν και της έλεγα για τα φλερτ μου της τότε εποχής και χαχανίζαμε λες κι ήμασταν συνομίληκες. Την έβαζα να μου δείχνει τα κοσμήματά της και χάζευα τα βαζάκια με τις κρέμες και τα κραγιόν της.
Τα βράδυα νοικιάζαμε βιντεοκασσέτες και μασουλάγαμε ηλιόσπορα και πασατέμπους με τα φώτα σβηστά και τις μπαλκονόπορτες ανοιχτές. Άλλοτε πάλι κατηφορίζαμε περπατώντας ως την παραλία κι έπειτα γυρνάγαμε ξανά στο σπίτι.

Κι αργότερα, κάποια στιγμή, γύρισε κι ο θείος ο Γιάννης απ' τα καράβια κι άραξε κι εκείνος στο Βόλο.
Και τότε συμπληρώθηκε το καρέ.

Ο θείος ο Γιάννης, ψηλός, λεπτός και κομψός σαν τον Ντέιβιντ Νίβεν, με τα φουλάρια του, τα ωραία καρώ σακκάκια του και τις ατέλειωτες ιστορίες του.
Και πόσα δε μου 'λεγε. Για τα ταξίδια του, για τα μέρη που είχε επισκεφτεί, για τους συναδέλφους του... Ιστορίες...
Αν ήταν πολυλογάς; Φυσικά και ήταν.
Αν παραφούσκωνε τις ιστορίες του; Μα και βέβαια.
Αν τα παράλεγε καμιά φορά; Ενίοτε.
Ε, και λοιπόν; Αν δε τα 'κανε όλα αυτά τι σόϊ ναυτικός θα ήταν;
Κι αν δεν τα 'κανε όλα αυτά, ποια θα ήταν η γοητεία του θέματος;

Ο θείος ο Γιάννης, που έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της παρέας που αποτελούταν απο τους γονείς μου αρχικά και τους νονούς μου που προστέθηκαν αργότερα και φυσικά την αφεντιά μου.
Είχα όλους τους αγαπημένους μου "μεγάλους" μαζί.
Και δως του τσάρκες και βόλτες, και δως του ταβερνάκια και ουζερί και πιτσαρίες, και δως του βόλτες στην παραλία του Βόλου και κρασάκια στο ταβερνάκι του Χόντου στον Άνω Βόλο, αλλά και Κυριακάτικα μαζώματα πότε στο σπίτι του ενός και πότε του αλλουνού.
Ο θείος ο Γιάννης που άνοιγε τις πόρτες για να περάσουν οι κυρίες της συντροφιάς και περίμενε να καθίσουν εκείνες πρώτες για να κάτσει κι αυτός στο τραπέζι.
Ο θείος ο Γιάννης που όταν άρχιζε τα κομπλιμέντα δεν είχε τελειωμό κι ακόμα και τα μισά να πίστευε απ' όσα έλεγε σ' έκανε να νιώθεις τουλάχιστον σαν την πριγκίπισσα Σίσι σε ομορφιά και χάρη, πυρηνικός επιστήμονας σε ευφυία και ρητορικότερος του Λυσία σε λέγειν.
Που έπαιρνα δεκάξι στα μαθηματικά κι εκείνος παινευόταν πως η ανιψιά του είναι ιδιοφυϊα και αριστούχα.
Που όταν είχα περάσει στα ΤΕΙ κι είχα βρει μια κουτσοδουλίτσα σ' ένα γραφείο για τα πρώτα μου έξοδα, εκείνος έλεγε πως διαπρέπω και πως θα γίνω μεγάλη και τρανή.
Και δεν τα 'λεγε για να τα πει...
Τα 'λεγε με αγάπη, αγάπη που τονιζόταν ακόμα περισσότερο απ' την υπερβολή του.

Ο θείος ο Γιάννης που όταν μιλούσε για τη γυναίκα του έλεγε πάντα "η Κικίτσα" ή "το κοριτσάκι", και για τη νύφη του "το Χριστινάκι"... Που δεν άφηνε ποτέ τις γυναίκες της παρέας χωρίς κομπλιμέντο, ακόμα κι όταν οι χριστιανές φορούσαν τα καθημερινά τους ρούχα κι ούτε υποψία κραγιόν στα χείλη.

Και για τους άντρες της παρέας όμως δεν πήγαινε πίσω. Ο πατέρας μου ήταν "μάστορας στη δουλειά του, όχι αστεία!" κι ο νονός μου πάλι "καλλιτέχνης ο Δημητράκης, πως να το κάνουμε... καλλιτέχνης".

Κι απ' την άλλη βέβαια, όταν άστραφτε και βρόνταγε το "κοριτσάκι", η "Κικίτσα" μπορούσε να γίνει "άκου να σου πω, κυρία Κική γαμώ το κέρατό μου" κι άρχιζαν τα καντήλια και τα δώδεκα ευαγγέλια ν' ανεβοκατεβαίνουν, κι όταν αρπαζόταν με το νονό και τον πατέρα μου για τα πολιτικά, έλεγες τώρα θα σκοτωθούν και δε θα ξαναπούν καλημέρα στον αιώνα τον άπαντα.

Αλλά τι τα θες... έντονος άνθρωπος με έντονο ταπεραμέντο. Κι οι θυμοί του κι οι εκρήξεις του το ίδιο δυνατές με την αγάπη και τη γλυκύτητά του.
Άλλωστε τι κακία να του κρατήσεις...εκεί που κατέβαζε τα εξαπτέρυγα, εκεί του πέρναγε κι άρχιζε τα "κοριτσάκι, να σου ψήσω ένα καφεδάκι;"

Θυμάμαι ακόμα μια πρωτομαγιά που είχαμε παει στο περιβόλι της νονάς μου.
Θυμάμαι το θείο το Γιάννη να κόβει σπάρτα και να τα προσφέρει στη μάνα μου.
Τον θυμάμαι να καλαμπουρίζει με όλους και ν' αρχίζει εκείνες τις καταπληκτικές μιμήσεις του μέχρι που φτιάχναμε καινούριο συκώτι απ' τα γέλια.

Τον θυμάμαι πάλι σε άσχετες εντελώς στιγμές, εκεί που καθόμασταν όλοι και τα λέγαμε χαλαρά, να σηκώνεται να παει τάχα μου στο μπάνιο, και να γυρνάει ένας... άλλος.
Πώς τα κατάφερνε κι άλλαζε φάτσα, έκφραση, γκριμάτσες και φωνή, είναι άξιο απορίας.
Φόραγε στραβά τη ζακέτα του, έφερνε και τα μαλλιά μπροστά στα μάτια, κατέβαζε κάπως περίεργα τα γυαλιά πάνω στη μύτη του και να σου! Ξαφνικά σου ζωντάνευε μπροστά σου τον Τζέρι Λούις κι έδινε ρεσιτάλ γέλιου.
Μας έπιαναν τέτοια νευρικά χάχανα που στο τέλος πάντα φώναζε η κυρά Βικτώρια:"Σταμάτα, Γιάννη, που να σκάσεις, σταμάτα, με πήραν τα δάκρυα απο τα γέλια"...
Συχνά του έλεγα πως αν δεν είχε παει στα καράβια, σίγουρα θα έπρεπε να βγει στο σανίδι. Η θεατρική σκηνή έχασε ένα μεγάλο μίμο και κωμικό...

Τα χρόνια κύλησαν, εγώ έφυγα απ' το Βόλο και βρέθηκα να τους βλέπω αραιά και που πια. Το ίδιο και τους νονούς μου. Ο χρόνος πάντα λίγος και αγχωμένος...
Παρέμεναν πάντα όμως οι αγαπημένοι μου "μεγάλοι".
Κι εγώ άλλωστε, παρέμενα το "μουσμούλι" για το νονό και τη νονά μου, και η "Τάϊ-Τάϊ" για το θείο το Γιάννη και τη θεία την Κική.
Ξέρω πως πάντα ρωτούσαν τι κάνω και πώς τα παω, κι εγώ το ίδιο για κείνους.
Ξέρω και πως ο θείος ο Γιάννης κάθε βράδυ προσευχόταν για όλους μαζί και ξεχωριστά για τον καθένα. Και για μένα.
Ξέρω πως με σκέφτονταν με αγάπη όπως κι εγώ.
Κι ας είχαμε χαθεί, κι ας είχα χρόνια να περάσω απ' το σπίτι να τους δω...

Όλο έλεγα πως θα παω, κι όλο ο χρόνος δεν ήταν αρκετός, όλο με την ψυχή στο στόμα και τη βαλίτσα στο χέρι...

Χτες τα ξημερώματα ο θείος ο Γιάννης αποφάσισε να μπαρκάρει για άλλη μια φορά.
Αποφάσισε να σκίσει τις θολές γραμμές των οριζόντων και ν' ανταμώσει όλους όσους έφυγαν απο κοντά μας όλα αυτά τα χρόνια.
Η αρρώστια του σύντομη... ούτε μια βδομάδα. Δεν ταλαιπώρησε κανέναν και δεν ταλαιπωρήθηκε κι ο ίδιος.

Δεν πρόλαβα ν' ανέβω να τον αποχαιρετήσω. Το 'μαθα αργά κι ο χρόνος δε με έπαιρνε.
Ο χρόνος για άλλη μια φορά κανόνισε εκείνος κατά πως ήθελε τα πράγματα.

Φυσούσε ένα αεράκι τόσο όμορφο σήμερα την ώρα που άκουγα το χαμό του θείου απ' την πνιγμένη φωνή της μάνας μου στο τηλέφωνο...ένα τόσο ωραίο αεράκι που μέσα στη σύγχιση του μυαλού μου και στα δάκρυα που θόλωναν τα μάτια μου, έπιασα τον εαυτό μου να ρωτάει νοερά το θείο:
"Θείε, Γιάννη, πώς τον λένε αυτόν τον αέρα; Θα 'ναι καλός για το ταξίδι σου; Θα 'ναι ευνοϊκός για τα πανιά που άνοιξες τούτη τη φορά;"

Βγαίνοντας στο πεζοδρόμιο το αεράκι μου 'στειλε την απάντησή του: "Θα είναι, ανιψιά, θα είναι".

Καλό ταξίδι, θείε Γιάννη.
Κι όταν θ' ανταμωθούμε ξανά, ξέρεις εσύ... να 'χεις έτοιμο το δίσκο με τα καφεδάκια.


Παρασκευή, Μαρτίου 24, 2006

Ομοφυλοφιλία και Ινδιάνοι



Πάντα πίστευα πως οι Ινδιάνοι, και ιδιαίτερα οι παραδόσεις τους και ο τρόπος ζωής τους είχαν και έχουν ακόμη πολλά να διδάξουν στον πολιτισμένο άνθρωπο της Δύσης.
Και δεν αναφέρομαι ούτε στο σεβασμό που έτρεφαν για τη φύση που τους περιέβαλλε, ούτε για τις γνώσεις τους στα βότανα και τις εναλλακτικές θεραπείες, ούτε στη μουσική και τις λοιπές παραδόσεις τους.

Αυτή τη φορά ήθελα να μιλήσω για την αντιμετώπισή τους απέναντι στους ομοφυλόφιλους.

Τι; Δε σας έρχεται εύκολη στο νου η εικόνα ενός Ινδιάνου ομοφυλόφιλου;
Γιατί; Η ομοφυλοφιλία είναι προνόμιο της σημερινής εποχής; Σαφώς όχι.
Αν σας δυσκολεύει η σύνδεση, τότε δε φταίει τίποτα περισσότερο απο τα στερεότυπα που με τόση μαεστρία έχουν περάσει στο νου των περισσοτέρων απο μας. Χόλυγουντ γαρ...

Σκεφτόμουν λοιπόν, πως λαοί όπως οι Ινδιάνοι, που αντιμετώπιζαν με τόσο σεβασμό τη Φύση γενικότερα, δε θα ήταν δυνατό να μην έχουν κάποια "ξεχωριστή" αντιμετώπιση και για τους ομοφυλόφιλους.
Και ήμουν σίγουρη πως η αντιμετώπισή τους θα απείχε παρασάγγας απο την αντιμετώπιση του μοντέρνου, προχωρημένου και κυρίως πολιτισμένου δυτικού κόσμου μας.
Δεν έπεσα έξω.

Λίγο ψάξιμο στο δίκτυο, κι έπεσα πάνω στους Two Spirit.


Ακολουθεί ελεύθερη μετάφραση πληροφοριών που "ψάρεψα" στο δίκτυο:

Ο όρος Two Spirit (Δύο Πνεύματα) χρησιμοποιήθηκε απ’ τις περισσότερες αν όχι όλες τις φυλές των αυτοχθόνων Ινδιάνων της Αμερικής ως αντίστοιχο των σημερινών λέξεων: γκέι, λεσβία, μπαϊσέξουαλ, ερμαφρόδιτος.
Για τους Ινδιάνους, ο όρος Δύο Πνεύματα σήμαινε ένα αρσενικό κι ένα θηλυκό πνεύμα που συνυπήρχαν σε ένα σώμα.

Το πρώτο βήμα προς τη ζωή κάποιου ως Two Spirit γινόταν συνήθως στη διάρκεια της παιδικής ηλικίας.

Οι Papago είχαν ένα τελετουργικό που βοηθούσε την έγκαιρη ένταξη του ατόμου σ’ αυτή την κατηγορία: Αν οι γονείς παρατηρούσαν πως ο γιος τους δεν ενδιαφερόταν για τα αγορίστικα παιχνίδια ή για τις αντρικές ασχολίες, έκαναν μια τελετή για να προσδιορίσουν πώς θα έπρεπε να μεγαλώσουν το παιδί τους.
Έφτιαχναν έναν κύκλο με θάμνους και ξερόκλαδα και τοποθετούσαν στο κέντρο του ένα τόξο κι ένα γυναικείο καλάθι. Έλεγαν στο παιδί να μπει στον κύκλο και να φέρει κάτι απ’ τα δυο έξω, και καθώς εκείνο έμπαινε έβαζαν φωτιά στα ξερόκλαδα. Περίμεναν να δουν τι θα έπαιρνε το παιδί μαζί του καθώς έβγαινε τρέχοντας απ’ τον κύκλο, κι αν διάλεγε το γυναικείο καλάθι, τότε οι γονείς αποδεχόντουσαν πως το παιδί τους ήταν Two Spirit και το μεγάλωναν ανάλογα.

Οι Mohave πάλι, είχαν κάποιο ανάλογο τελετουργικό που γινόταν όταν το παιδί βρισκόταν ανάμεσα στα εννιά και τα δώδεκά του χρόνια. Η φύση του τελετουργικού αυτού ήταν διαφορετική, αλλά η κεντρική ιδέα ήταν η ίδια: Να επιτραπεί στη φύση του παιδιού να επικρατήσει.
Ετοίμαζαν έναν κύκλο με τραγούδια κρυφά απ’ το παιδί, όπου συμμετείχε ολόκληρη η κοινότητα καθώς και μακρινοί φίλοι και συγγενείς. Την ημέρα της τελετής όλοι συγκεντρώνονταν σε κύκλο και τοποθετούσαν το παιδί στη μέση του κύκλου. Αν το παιδί παρέμενε στον κύκλο, ο τραγουδιστής, κρυμμένος μέσα στο πλήθος, άρχιζε να τραγουδά τα τελετουργικά τραγούδια και το αγόρι, αν ήταν προορισμένο να ακολουθήσει τον δρόμο του Two Spirit, θα άρχιζε να χορεύει κατά το γυναικείο τρόπο. «Δε θα μπορούσε να κάνει αλλιώς», λένε οι Mohave. Έπειτα από το τέταρτο τραγούδι το παιδί ανακηρυσσόταν ως Two Spirit και ανατρεφόταν με τον ανάλογο τρόπο.

Ποιος ήταν αυτός ο τρόπος;
Μάθαιναν στο νεαρό παιδί τις δουλειές που έκανε μια γυναίκα, καθώς και αυτές που αντιστοιχούσαν σ’ έναν άντρα. Επίσης, το αγόρι περνούσε χρόνο κοντά στους θεραπευτές, οι οποίοι ήταν συνήθως Two Spirit κι οι ίδιοι.
Το σημαντικότερο απ’ όλα, ήταν πως το παιδί περνούσε την παιδική του ηλικία μέσα στην κατανόηση και την αποδοχή, και δεν το απομόνωναν επειδή ήταν διαφορετικό.

Ο Joseph Quinones, εξάδελφος ενός νεαρού Yaqui Two Spirit, διηγείται τα ακόλουθα:
«Μια φορά, όταν είμασταν παιδιά, τον κοροϊδεύαμε που δεν έμοιαζε με όλα τα άλλα αγόρια, όμως η Μεγάλη Θεία μου, η οποία ήταν η Αρχηγός της Φυλής, μας μάλωσε πολύ άσχημα. Μας είπε πως αυτό ήταν μέρος του χαρακτήρα του και πως θα έπρεπε να τον σεβόμαστε».

Όλες οι φυλές αποδέχονταν την ύπαρξη ανθρώπων Two Spirit και η καθεμιά είχε ένα όνομα γι’ αυτούς.
Στους Din?h (Navaho) ήταν οι N?dleeh? (κάποιος που έχει μεταμορφωθεί).
Στους Lakota (Sioux) ήταν οι Winkte.
Στους Mohave ήταν οι Alyha.
Στους Zuni λεγόντουσαν Ihamana.
Στους Omaha ήταν οι Mexoga.
Στους Aleut και τους Kodiak ήταν οι Achnucek.
Στους Zapotec οι Ira’ muxe.
Στους Cheyenne ήταν οι Man eh.
Όλες αυτές οι διαφορετικές ονομασίες αποδεικνύουν πόσο εξοικειωμένοι ήταν οι Ινδιάνοι με τους ομοφυλόφιλους.

Οι Two Spirit, σύμφωνα με τις πηγές, είχαν ιερό ρόλο.
Ο Terry Calling Eagle, που ανήκει στη φυλή των Λακότα, αφηγείται:
«Οι Winktes πρέπει να έχουν γεννηθεί έτσι. Ο κόσμος καταλαβαίνει από πολύ νωρίς πως κάποιος πρόκειται να γίνει Winkte. Γύρω στην ηλικία των δώδεκα οι γονείς πηγαίνουν το παιδί σε μια τελετή για να επικοινωνήσει με νεκρούς προγόνους Winkte οι οποίοι κατέχουν δυνάμεις ώστε να εξακριβωθεί πως δεν πρόκειται για μια περαστική φάση, αλλά για κάτι μόνιμο που θα διαρκέσει σε όλη τη ζωή του παιδιού. Αν εμφανιστεί το κατάλληλο όραμα, και γίνει εφικτή η επικοινωνία με το πνεύμα κάποιου προγόνου Winkte τότε όλοι δέχονται το παιδί ως Winkte».

Στην καθημερινή ζωή ένας άντρας Two Spirit συνήθως φορά γυναικεία ρούχα και κάνει γυναικείες δουλειές, ενώ γίνεται δεκτός ως «μια από τις γυναίκες».
Μπορεί επίσης να πάρει για σύζυγό του κάποιον άντρα από τη φυλή ή να έχει ερωτικές σχέσεις με περισσότερους, ή και τα δυο μαζί. Γενικά οι άντρες Two Spirit δεν αναμένεται να έχουν σχέσεις με γυναίκες, αν και κανείς από τους παραπάνω κανόνες δεν τηρούταν απαρεγκλίτως.

Η Claire R. Farrer, μια ανθρωπολόγος που ασχολήθηκε εκτεταμένα με τους ιθαγενείς Ινδιάνους αναφέρει για την κατάσταση που επικρατεί στους Απάτσι Mescalero:
"Οι ομοφυλόφιλοι ενήλικοι άνδρες στους Mescalero θεωρούνται συνήθως άνθρωποι δύναμης. Επειδή διαθέτουν τόσο τις αρσενικές όσο και τις θηλυκές ιδιότητες πιστεύεται πως μπορούν να «δουν» τόσο με τα μάτια ενός τέλειου άντρα όσο και με τα μάτια μιας τέλειας γυναίκας. Συχνά γίνονται θεραπευτές ή διάμεσα ή ερμηνευτές ονείρων ή τραγουδιστές και γενικώς άτομα των οποίων η ζωή είναι αφιερωμένη στο καλό της φυλής. Αν τυχόν φερθούν περίεργα ή παράξενα, οι υπόλοιποι θεωρούν πως έχουν το δικαίωμα και τη δύναμη να το κάνουν αυτό και γι’ αυτό κανείς δεν τους ζητά το λόγο".

Πέρα από τις πνευματικές τους ικανότητες, οι ικανότητές τους για εργασία επίσης τους τοποθετούσαν σε υψηλή θέση στη φυλή. Παρόλο που ένας άντρας Two Spirit συνήθως αναλαμβάνει καθήκοντα γυναίκας, δεν παύει να έχει τη δύναμη ενός άντρα, κι έτσι η παραγωγικότητά του είναι ανώτερη από των περισσότερων γυναικών.
Επιπλέον, η καλή τους επικοινωνία με τα παιδιά και η δυνατότητά τους να τα διδάσκουν, η γεναιόδωρη φύση τους και οι ξεχωριστές τους πνευματικές και καλλιτεχνικές ικανότητες αποτελούσαν αρετές που τους έκαναν να θεωρούνται ανεκτίμητοι ως σύζυγοι.

Στους νεότερους χρόνους, όλη αυτή η αποδοχή της διαφορετικότητας υποσκάφτηκε από τη σχολική εκπαίδευση, την επιρροή των χριστιανών ιεραποστόλων και την τηλεόραση που πήρε τη θέση της πνευματικότητας της Φυλής με αποτέλεσμα τα άτομα που είναι Two Spirit να αντιμετωπίζονται με όλο και μεγαλύτερη καχυποψία από τα λιγότερο παραδοσιακά μέλη των φυλών.
Ο Robert Stoller παρατηρεί την "…απώλεια των τελετουργικών αποδοχών για τέτοια άτομα. Δεν υπάρχει πια χώρος για έναν τέτοιο ρόλο –ή ακόμα περισσότερο για μια τέτοια ταυτότητα– ενός αρσενικού-θηλυκού, του οποίου τα όρια είναι καθορισμένα μέσα από έθιμα, κανόνες και υποχρεώσεις. Οι περισσότερες Φυλές έχουν πια ξεχάσει κι οι ρόλοι αυτοί έχουν χαθεί".

Παρόλα αυτά, σήμερα πολλοί ιθαγενείς Ινδιάνοι Two Spirit επανέρχονται ξανά στην ενεργό δράση κι επιστρέφουν στις πολιτιστικές και πνευματικές τους ρίζες, στο εσωτερικό τους κάλεσμα.
Όπως λεει ο Michael Red Earth: «Σήμερα είναι εύκολο να μπερδευτεί κανείς με όρους όπως γκέι, στρέιτ, μπάι, Winkte. Εγώ πάντως, μόλις συνειδητοποίησα πως η οικογένειά μου με αποδεχόταν και μου φερόταν με σεβασμό, και πως ο σεβασμός αυτός οφειλόταν στην κληρονομιά της Ινδιάνικης παράδοσής μας, βρήκα το κουράγιο να μιλήσω ανοιχτά για τον εαυτό μου στους άλλους και να αναλάβω τις ευθύνες μου ως άτομο Two Spirit».

Τέλος κλείνοντας, θα αναφέρω τα λόγια του Joe Medicine Crow ενός συντηρητικού Ινδιάνου Crow:
«Εμείς δεν χαραμίζουμε τους ανθρώπους όπως κάνει η κοινωνία των λευκών. Ο κάθε άνθρωπος έχει το χάρισμά του».

Πηγές: Εδώ και εδώ. Είμαι σίγουρη πως αν ψάξετε λίγο περισσότερο θα βρείτε κι άλλες...

Πολύ θα ήθελα να δω τι έχουν να μας πουν, να σχολιάσουν και να καυτηριάσουν οι σχολικοί σύμβουλοι, το παπαδαριό, οι παιδοψυχολόγοι, η πολιτεία, τα μοντέρνα "νιάτα" του σήμερα που στα τρυφερά δεκαοχτώ τους χρόνια "φρικιάζουν" με την ιδέα του γάμου των ομοφυλοφίλων, καθώς και τα λοιπά εκλεκτά μέλη της προχωρημένης, ανεκτικής, και σαφώς μή-ρατσιστικής κοινωνίας μας.

Αλλά ξέχασα.... Οι Ινδιάνοι ήταν "άγριοι" και "απολίτιστοι". Μην το ξεχνάμε αυτό...

Άλλωστε, τι μαλακίες κάθομαι και γράφω στη μία τα μεσάνυχτα η γυναίκα... Εδώ ο κόσμος βουίζει με το "ολοζώντανο" σκήνωμα του ιερομονάχου Βησσαρίωνα κι εγώ ασχολούμαι με το πώς κατέτασσαν και ενσωμάτωναν στη φυλή τους τους γκέι οι Ινδιάνοι.

Πώς; Δε σας φάνηκε και τόσο ανέπαφο και ολοζώντανο το σκήνωμα;
Ορίστε; Κάπως σαν μούμια σας έφερνε, και μάλιστα σε χειρότερη κατάσταση απο κείνη των φαραώ της Αιγύπτου;
Α, ρε κυρία Λουκά και Χριστόδουλος που σας χρειάζεται.... Φωτιά και μπουρλότοοοο.

Σάββατο, Μαρτίου 18, 2006

What is the colour of your soul?

Λίγες μέρες πριν κατά τις οχτώμισι γύριζα στο σπίτι μετά τη δουλειά.
Ήταν (ως συνήθως) μια δύσκολη μέρα και η διάθεσή μου ήταν τύπου "όποιος μου πει καλησπέρα θα του πάρω το κεφάλι".
'Ετσι αντί να παω κατευθείαν στο σπίτι έκανα μια μικρή βόλτα -το γύρο της πλατείας δηλαδή- για να ξελαμπικάρει λιγάκι το μυαλό μου προτού παω να χωθώ στα μπουντρούμια της μετάφρασης.
Και περνώντας μπροστά από ένα περίπτερο έπεσα πάνω στο τρίτο τεύχος του Soul. Δεν το είχα διαβάσει ξανά ως τώρα, κι έτσι αποφάσισα να το πάρω.
Γυρνώντας σπίτι το ξεφύλισα, και φυσικά έπεσε το μάτι μου και στο άρθρο για τις φυλές των μπλογκς.

Διαβάζοντάς το γέλασα πολύ... μου έφτιαξε στην κυριολεξία τη διάθεση και το βράδυ.
Φυσικά και "αναγνώρισα" τον εαυτό μου τουλάχιστον σε κανά δυο "παραδείγματα" των φυλών των μπλόγκερ... εκεί ας πούμε που οι διάφορες "αλαφροίσκιωτες" γκόμενες ποστάρουν στίχους, πονήματα, εσώψυχα κι όλα αυτά με ψιλό... μαύρη (λέγε με γκόθικ) διάθεση.

Όχι πως είμαι απόλυτα γκόθικ ή μες τη μαύρη μαυρίλα, αλλά ρε παιδάκι μου πώς να το κάνουμε, εν γένει ο Τύπος Νυχτερινός δεν είναι και το πιο χαλαρό, κεφάτο και ανέμελο μπλογκ που βγήκε εν Ελλάδι :)

Μου άρεσε όλη αυτή η προσέγγιση, το κείμενο ήταν προσεγμένο και το χιούμορ του κατανοητό, απτό και ίσως κάπου-κάπου φλεγματικό... αλλά πως να το κάνουμε, η σάτιρα και το χιούμορ έχουν και τα δυο προαναφερόμενα στοιχεία.
Άφησα το περιοδικό σε μιαν άκρη και το... ξέχασα. Μέχρι λίγες μέρες αργότερα, όταν αντιλήφθηκα πως είχε γίνει απίστευτος ντόρος και σάλος για το θέμα.
Κυριολεκτικά έπεσα απο τα σύννεφα.

Διάβαζα σχόλια δεξιά κι αριστερά και δεν πίστευα στα μάτια μου.
Μα είναι δυνατόν; αναρωτιόμουν. Είμαστε σοβαροί;

Όταν ο μας κατέβαζε καντήλια ο κος Πανόπουλος της Athens Voice και μας πέρναγε γεννεές δεκατέσσερις, που ήταν όλοι αυτοί να βγουν να σκίσουν τα ιμάτιά τους; Όταν αποκαλούσε όλες ανεξαιρέτως τις φυλές των μπλόγκερς ανέραστους, κομπλεξικούς τριανταπενταφεύγα και μας προέτρεπε με κείνο το περιβόητο πια "get a life" (λες κι όλοι μας φυτοζωούσαμε μέχρι τότε κι αποκτήσαμε "ζωή" και "λόγο" και "υπόσταση" μόνο μέσα απ' το μπλόγκιγκ), που ήταν όλοι αυτοί που τώρα διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, να βγουν και να πάρουν θέση;

Το άρθρο του Soul τους χάλασε τη μαγιονέζα;

Και εν τέλει, είναι δυνατόν να μην μπορούν να ξεχωρίσουν που τελειώνει το χιούμορ και η καλοπροαίρετη σάτιρα και που αρχίζει η εμπάθεια, η κακεντρέχεια, ο εμπαιγμός και η χαιρεκακία;

Ε, τότε τι να πω; Αν το πράγμα είναι έτσι, τότε παιδιά...

.... περαστικά μας.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 11, 2006

Κλειστόν λόγω θέρους...



Ή μήπως να πω καλύτερα κλειστόν λόγω ψύχους;



Όπως και να χει, το θέμα είναι πως δεν κλείνω ακριβώς τον Νυχτερινό Τύπο, αλλά ας πούμε πως τον στέλνω σε "διακοπές".
Κάτι η κούραση, κάτι τα περί υγείας, κάτι η δουλειά, κάτι ο νόμος του Μέρφυ, κάτι που οι διαθέσεις τελευταία δε βοηθάνε,είπα να κάνω ένα διάλλειμα, ένα τάιμ άουτ.

Θα σας παρακολουθώ (κι ενίοτε θα σχολιάζω) ως αναγνώστρια για κάμποσο καιρό. Θα τα πούμε ξανά κάποια στιγμή κι απο δω. Ίσως σύντομα, ίσως λίγο αργότερα, πάντως θα τα πούμε.

Να στε καλά όλοι όσοι μου κρατήσατε συντροφιά και με "ακούσατε" όλον αυτό τον καιρό.

Στο επανιδείν και στο επαναγράφειν.

Σμουτς

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 09, 2005

Χριστουγεννιάτικες ευχές

Είναι γιορτές.
Προπαραμονές Χριστουγέννων.
Και τα σχολεία έχουν κλείσει.
Όλη μέρα στο σπίτι γίνεται χαμός. Πόρτες ανοιγοκλείνουν, κόσμος μπαινοβγαίνει. Γειτόνισσες έρχονται στη μάνα μου να τους φτιάξει κουραμπιέδες και μελομακάρονα, άλλες να πιουν καφέ, θείες θείοι και ξαδέλφια έρχονται και φεύγουν κι εγώ βαριέμαι και θέλω την ησυχία μου.
Θέλω να μ’ αφήσουν να διαβάσω τα καινούρια μου βιβλία και παραμύθια που μου φέραν για δώρο οι θείοι μου απ’ την Αθήνα.
Η μέρα κυλάει. Είναι πια απόγευμα. Το πήγαινε έλα ησύχασε λιγάκι. Έξω το κρύο τσουχτερό. Εγώ τριγυρνάω μες το σπίτι κι όλο κρυφοκοιτάω το κουτί που είναι κάτω απ’ το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Μα γιατί δε μ’ αφήνουν να τ’ ανοίξω; Αφού ξέρω τι έχει μέσα.
Είναι τα παπούτσια που μου πήρε ο νονός μου, το ξέρω πως αυτά είναι. Αφού του τα ζήτησα κι εκείνος μου είπε: ό,τι θες μουσμούλι. Κόκκινα θες; Κόκκινα θα σου πάρω.
Δε μου χαλάει εμένα χατήρι ο νονός μου. Μου έχει αδυναμία. Κι εγώ το ίδιο όμως. Μόνο η μάνα μου με σκάζει που δε μ’ αφήνει ν’ ανοίξω από τώρα το κουτί.
Δεν κάνει. Δεν είναι ώρα ακόμα. Την Πρωτοχρονιά, μου λεει κοφτά και γυρίζει στην κουζίνα.
Παω από πίσω της. Έλα ρε μαμά, εγώ θέλω να τα βάλω τα παπούτσια τώρααα, γκρινιάζω μιξοκλαίγοντας τάχα.
Για κοίτα δω, απαντάει η κυρά Βικτώρια κουνώντας μου τάχα απειλητικά τον πλάστη. Το πολύ πολύ να τα φορέσεις αύριο που ναι η γιορτή σου, αμάν, μ’ έσκασες πια. Δεν πας καμιά βόλτα στη Μαίρη να ησυχάσει λίγο το κεφάλι μου; και συνεχίζει ν’ ανοίγει το φύλλο για την τυρόπιτά της.
Άλλο που δεν ήθελα κι εγώ. Παω στο χολ και παίρνω τηλέφωνο τη Μαίρη: Η μάνα μου κάνει δουλειές και μου είπε να φύγω απ’ τα πόδια της. Να έρθω από κει να κάτσουμε;
Δεν έλεγα πια να παίξουμε. Τώρα ήμασταν μεγάλες. Έκτη δημοτικού βλέπεις. Έλεγα "να έρθω να κάτσουμε".
Ακόμα εκεί είσαι; Τρέχα, έχω νέα να σου πω, απαντάει η Μαίρη.

Φοράω ένα κόκκινο ριγέ παλτουδάκι, η μάνα μου στην πόρτα με φορτώνει και με το πορτοκαλί κασκόλ. Δεν παει, ρε μαμά το χρώμα, της γκρινιάζω. Μωρ’ τι μας λες! μ’ αποστομώνει εκείνη. Άντε γρήγορα και μην αργήσεις.
Τρέχω στο δρόμο σαν το αφηνιασμένο άλογο. Φυσέκι. Λαχανιασμένη στέκομαι έξω απ’ την πόρτα της Μαίρης σε λιγότερο από πέντε λεπτά.
Μπαίνω μέσα σίφουνας.

Γεια σου, θεία Ρένα. Ήρθα να κάτσουμε με τη Μαίρη.
Πέρνα μέσα, κορίτσι μου, στο δωμάτιό της είναι, μου απαντάει η μαμά της και μου γελάει. Σε λίγο θα σας φέρω κουραμπιέδες να φάτε.
Το σπίτι τους μοσχοβολάει γλυκά.
Στο δωμάτιό της η Μαίρη μου δείχνει τα χριστουγεννιάτικα δώρα της.
Κούκλες (λες κι είμαστε μωρά, σχολιάζουμε κι οι δυο ξινίζοντας τη μούρη), βιβλία (πφ! σιγά λεει η Μαίρη, ενώ εγώ τα λοξοκοιτάζω με λαχτάρα), μια υπέροχη κόκκινη μπλούζα που της παει τρέλα, και ταρά τα τάν! ένα απίστευτο απόκτημα: ένα γυαλιστερό, ροζ γουοκμαν. Κοντεύω να πέσω κάτω! Το πασπατεύουμε με τις ώρες, βάζουμε και βγάζουμε κασέτες, κοντεύουμε να το χαλάσουμε μια ώρα αρχύτερα αλλά το μούτρο μας λάμπει…
Θα πηγαίνω στο σχολείο μ’ αυτό μετά τις γιορτές, μου λεει η Μαίρη όλο καμάρι. Να με δει ο Γιώργος και να σκάσει, ο παλιοφαντασμένος!
Ο Γιώργος ήταν ο μεγάλος έρωτας της Μαίρης εκείνη την εποχή, και δεν καταδεχόταν να της ρίξει ματιά.

Πάμε στο σαλόνι τους και χαζεύουμε το δέντρο τους.
Είναι τόσο μεγάλο και γεμάτο με όμορφα στολίδια που δεν βλέπω σε άλλα σπίτια.
Είναι στολίδια από τη Γερμανία και την Σουηδία. Εκεί που ζούσε η Μαίρη πριν έρθουν με τη μαμά της στην Ελλάδα. Η Μαίρη δεν έχει μπαμπά.
Εγώ όμως, ζηλεύω το μεγάλο τους σπίτι, που είναι ήσυχο χωρίς φασαρία και χωρίς κόσμο να μπαινοβγαίνει, ζηλεύω το ωραίο τους δέντρο. Ζηλεύω που η μαμά της είναι ξανθιά, νέα κι όμορφη. Ζηλεύω το καινούριο της γουόκμαν.
Η Μαίρη όμως, ζηλεύει το δικό μας σπίτι. Που είναι μικρό και ποτέ δεν έχεις την ησυχία σου, που όλο κάποιος ανοίγει την πόρτα κι έρχεται χωρίς να σε ρωτήσει. Η Μαίρη ζηλεύει που έχω αδελφό, ανίψι, και ένα σωρό ξαδέρφια.

Εγώ εύχομαι όταν μεγαλώσω να παντρευτώ και να κάνω πολλά παιδιά, μου εκμυστηρεύεται μπροστά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δε θέλω να είναι άδειο άλλο το σπίτι, δε θέλω να μην έχω μπαμπά, θέλω κόσμο, φωνές, φασαρία, θέλω να έχω τον άντρα μου και παιδιά και φίλους και να κάνουμε πολλές γιορτές και τραπέζια και να μπαίνει κόσμος και να είναι το σπίτι γεμάτο όπως το δικό σας…
Γυρίζει και με κοιτάζει.
Εσύ τι εύχεσαι; με ρωτάει.

Κοιτάζω για λίγο ένα χρυσαφί αγγελάκι που κρέμεται σ’ ένα ψηλό κλαδί κι είναι μισοκρυμμένο απ’ την μπορντό γιρλάντα.
Εγώ δε θέλω φασαρία, της απαντώ. Εγώ βαρέθηκα να μπαινοβγαίνει κόσμος. Δε θέλω να παντρευτώ και να κάνω παιδιά. Εγώ θέλω να έχω δικό μου σπίτι, να έχω την ησυχία μου, να έχω το δωμάτιό μου, μόνη μου, να έρχονται οι φίλοι μου όποτε θέλω, να έχω όμως τα δικά μου κλειδιά και το δικό μου σπίτι. Να είμαι μακριά από δω, από τη γειτονιά αυτή. Θέλω ν’ ακούω μουσική όποτε θέλω εγώ, να μην έχω τηλεόραση, να μ’ αγαπάει κάποιος και να τον αγαπάω κι εγώ, αλλά να μην έχω παιδιά και να μην παντρευτώ μικρή. Θέλω να κάνω πολλά ταξίδια., κατέληξα κι στράφηκα προς το μέρος της είδα πως εκείνη με κοιτούσε σα χάνος.

Δε σε καταλαβαίνω ώρες ώρες ρε φιλενάδα, μου λεει. Κι ύστερα: Αλλά είσαι η καλύτερή μου φίλη και σου ορκίζομαι, πως όσα χρόνια κι αν περάσουν, ό,τι και να κάνουμε, όπου κι αν είμαστε θα είμαστε πάντα μαζί, μου λεει και με παίρνει αγκαλιά.
Πάμε ν’ ακούσουμε τώρα τις καινούριες μου κασέτες;
Πάμε.

Κοντεύουν Χριστούγεννα.
Χτύπησε το τηλέφωνο το πρωί.
Έλα, φιλενάδα, που είσαι τι κάνεις; Χαθήκαμε ρε ψυχή, λεω στη Μαίρη.
Από μέσα ακούω το μωρό της να κλαιει και τον μεγάλο της γιο να γκρινιάζει. Σκάστε επιτέλους, φωνάζει εκείνη και γυρίζει πάλι στο ακουστικό.
Άσε, θα με τρελάνουν και τα δυο, σοβαρά σου μιλάω… Αμάν! Δώδεκα χρονών μουλάρι ο μεγάλος τίποτα δεν καταλαβαίνει ακόμα. Γκρινιάζει και συνερίζεται το μικρό λες κι είναι μωρό…

Ακούω λίγη ώρα τα δικά της. Την κούρασή της με τα δυο παιδιά, τα παράπονά της για το γάμο της που έχει ξεφτίσει, για τον άντρα της που έχουν χαθεί, για το σπίτι της που είναι μονίμως γεμάτο κόσμο, φίλους και συγγενείς και δε της μένει λίγη ώρα ξεκούρασης.
Θυμάσαι μια εποχή, τότε που ήμασταν εμείς στην ηλικία του γιου σου, τι ευχόσουν; της λεω, και της θυμίζω.
Αχ, ρε συ φιλενάδα, θυμάμαι, θυμάμαι, μου λεει και μελαγχολεί…
Κι εσύ θυμάσαι τι ευχόσουν; μου αντιγυρίζει την ερώτηση…
Αμ, πως δε θυμάμαι; της απαντώ και ρίχνω μια ματιά γύρω μου.

Έχω το σπίτι μου και τα κλειδιά μου εδώ και χρόνια, όπως ήθελα. Στο σπίτι μου έρχονται οι φίλοι μου όταν το θέλω εγώ, δεν μπαινοβγαίνει κόσμος χωρίς να με ρωτήσει. Ζω μόνη μου, δεν έχω παντρευτεί, δεν έχω παιδιά ούτε κανέναν πάνω απ’ το κεφάλι μου.
Ξέρεις κάτι, μου λεει η Μαίρη, δε φαντάζεσαι πόσες φορές έχω λαχταρήσει την ησυχία και την ηρεμία που είχα εκείνα τα χρόνια.
Νόμιζα πως θα ήμουν ευτυχισμένη μ’ ένα γάμο. Έπεσα έξω, φιλενάδα όμως, έπεσα έξω. Τουλάχιστον εσύ έχεις τη ζωή που πάντα ήθελες. Να ήξερες πόσο σε ζηλεύω γι αυτό… Για πες μου όμως τα δικά σου, είσαι καλά; Σε πήρα μονότερμα.
Καλά είμαι, της λεω κι έπειτα από λίγο, κλείνουμε το τηλέφωνο.

Δεν της λεω όμως πως οι γιατροί στους οποίους έτρεχα τις προάλλες που είπαν πως είμαι στα πρόθυρα υπερκόπωσης και πως τα νεύρα μου είναι χάλια. Δεν της λεω ούτε πως μου διέταξαν αυστηρή ξεκούραση, ξάπλα, ύπνο και καθόλου δουλειά τουλάχιστον για ένα δεκαήμερο.
Δεν της λεω πως ξεκίνησα χάπια για τους ιλίγγους και την αστάθεια και πως το πρωί παω τοίχο-τοίχο ως το μπάνιο. Ούτε πως μου είπαν πως αν καταρρεύσω τώρα θα μου πάρει μήνες για να συνέλθω. Δεν της είπα πως με το ζόρι βγάζω ένα οχτάωρο στο γραφείο κι όταν γυρίζω σπίτι δεν έχω κουράγιο ούτε να λούσω τα μαλλιά μου…
Και φυσικά, δεν της είπα πόσες φορές μου έλειψε το ασταμάτητο σούρτα-φέρτα του πατρικού μου σπιτιού, ο κόσμος που μπαινόβγαινε, οι συγγενείς κι οι φίλοι. Ούτε βέβαια της είπα εκείνο το κλασσικό: πρόσεξε τι εύχεσαι μην τυχόν και σου τύχει.

Δεν κάνει. Άγιες μέρες που είναι.
Στο κάτω κάτω εκείνη νομίζει πως είμαι ευτυχισμένη γιατί κάνω τη ζωή που ήθελα. Δεν υπάρχει λόγος να της χαλάσω τα κέφια. Άλλωστε ξέρω πως απ’ όσα ευχηθήκαμε, τουλάχιστον κρατήσαμε το ένα: δε χαθήκαμε.
Χρόνια πολλά, φιλενάδα. Και του χρόνου.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 23, 2005

Θαύμα! Θαύμα σας λεω καλέεε....



Ναι, βρε σκασμένα. Μην κουνάτε το κεφάλι με δυσπιστία.
Σας λεω, υπάρχει Θεός.
Κι όχι μόνο υπάρχει, αλλά έτρεξε και να με σώσει. Καλά, όχι ο ίδιος ο Μεγαλοδύναμος, δεν ασχολείται με μικροπράγματα σα τα δικά μου, πάντως έστειλε κάποιον αντιπρόσωπό του.

Τι νομίζατε δηλαδή;

Δεν έχετε διαβάσει τον Μεγάλο Κουέλιο (πως λέμε Μέγας Αλέξανδρος), τι έγραψε;
Εκείνο μωρέ, για το σύμπαν που άμα θέλουμε κάτι πολύ συνωμοτεί για να το αποκτήσουμε;
Μην ακούω βλακείες τώρα πως συνήθως συνωμοτεί για να γίνει η ζωή μας κώλος.
Είναι που είστε δύσπιστοι και δεν έχετε ακόμα αντικρίσει ένα αληθινό θαύμα.

Αρχίσατε ν' ανησυχείτε για τη διανοητική μου κατάσταση;
Μα γιατί δε με πιστεύετε; Το πράγμα είναι απλό.
Έβαλα μια φωνή, είπα ώπα αδέλφια, δεν αντέχω τα χω φτύσει τα χω παίξει, βοήθεια, τρέξτε φίλοι και γειτόνοι, και ιδού!
Το θαύμα!
Σήμερα το πρωί, ανοίγοντας ένα απ' τα ημέιλια μου, να το, ολοζώντανο το θάμα μπροστά μου. Σας το λέω καλέ κι ανατριχιάζω! Είναι ολοζώντανη η θρησκεία μας, κι ο Θεός μας, ο μοναδικός Θεός δηλαδή, ξέρετε της χριστιανικής ορθοδόξου εκκλησίας μας, είναι όχι μόνο ζωντανός, αλλά πανταχού παρών και τα πάντα πληρών! Εμένα λέτε ν' άφηνε παραπονεμένη;

Κι επειδή έχω χαρά μεγάλη και είμαι σίγουρη πως πλέον όλα μου τα προβλήματα θα λυθούν, θέλω να μοιραστώ και τη χαρά και το θαύμα μαζί σας.
Κι όχι μόνο το θαύμα, αλλά μή σας πω πως μαζί με μένα θα σωθεί κι άλλος κοσμάκης κοντά μου. Αμ, τι, εδώ ολόκληρο θαύμα έγινε, να μη βοηθήσω κι εγώ τους συνανθρώπους μου;
Αλλά μεγάλη η εισαγωγή και θα σας έχει φαει η αγωνία. Σας παραθέτω το μέιλι και θα δείτε και μόνοι σας γιατί έχω δίκιο και δεν τα παραλέω καθόλου:

URGENT ASISTANCE

MRS.ELIZABETH TAYLOR
EMAIL;
TEL; DATE; 23/11/2005

ATTN. SIR/MADAM

HELP NEDDED
THIS LETTER WAS BOUND OUT OF MY SINCERE DESIRE TO ESTABLISH A BUSINESS
RELATIONSHIP WITH YOU.
I GOT YOUR CONTACT THROUGH THE INTERNATIONAL TRADE COMMERCE CHAMBER (ITCC) IN KENYA. MY NAME IS MRS ELIZABETH KUNDE TAYLOR THE WIFE OF LATE BATURE KUNDE, WHO WAS THE DEPUTY MINISTER OF FINANCE UNDRE THE CIVILIAN GOVERNMENT OF PRESIDENT TIJAN KABA.
MY HUSBAND WAS KILLED AND MUTILATED BY THE MILITARY JUNTA LED BY MAJOR PAUL KOROMA WHEN HE OVERTHREW PRESIDENT TIJAN KABA LED CIVILIAN GOVERNMENT IN SIERRA LOENE.
WELL I DON'T KNOW HOW MUCH YOU KNOW ABOUT THE CIVILIAN WAR AND THE ENSUING POLITICAL CRISIS IN SEIRRA LEONE THEN AND NOW.

THIS PRESSURE OF WAR FORCED MY AND ME FAMILY INTO EXILE IN DIFFERENT COUNTRIES. AFTER THE DEATH OF MY HUSBAND, WE DISCOVERED AMONG MY HUSBAND'S DOCUMENTS, THAT HE HAS KEPT SOME FUNDS TOTALING
EIGHT MILLION UNITED STATE DOLLAR (US$8.000.000.00)
WITH A PRIVATE SECURITY COMPANY IN EUROPE. I AM NOW UNDER POLITICAL ASYLUM IN THE KENYA WITH TWO OF MY SON WHILE THE ELDEREST SON IS IN ASYLUM IN THE NETHERLANDS.

MY FAMILY AND I ARE SEEKING FOR A RELIABLE AND TRUSTED PERSON WHO CAN HELP US CLAIM AND INVEST THIS FUND.

WE HAVE PROPOSED 30% OF THE TOTAL SUM TO YOU WHILE 65% FOR MY FAMILY AND 5% WILL BE FOR ANY MISCELLENIOUS EXPENCES THAT MIGHT COME DURING THE PROCESS OF CLAIMING AND INVESTING THE FUND.

PLEASE KINDLY CONTACT MY SON IN THE NETHERLANDS AS MY POLITICAL SITUATION HERE IS NOT CONVINIENT FOR THIS TRANSACTION.
YOU MAY CALL MY SON MR. FAMOUS KUNDE TAYLOR WITH THIS TELEPHONE NUMBER; +31 61...... OR EMAIL US WITH THE EMAIL ADDRESS ABOVE.

PLEASE MAINTAIN ABSOLUTE CONFIDENTIALITY TO ENSURE SUCCESS IN THIS TRANSACTION. WE HAVE EVERY NECESSARY DOCUMENT TO RELATING TO THE DEPOSITING OF THE FUNDS TO THE SECURITY COMPANY IN EUROPE,

SIR WE ARE COUNTING ON YOU IN THIS BUSINESS RELATIONSHIP. I WILL EXPLAIN FULLY AS SOON AS YOU CONTACT US.

YOURS FAITHFULLY,

MRS. ELIZABETH TAYLOR

Λοιπόν, αδέλφια, τι λέτε τώρα;
Δεν πειστήκατε πως υπάρχει Θεός υπάρχουν και θαύματα;
Οχτώ εκατομμυριάκια είναι αυτά... το τριάντα τοις εκατό...χμμ δεν είναι κι άσχημα.

Τι λέτε ρε; Να κάνουμε μπίζνες; Είμαι σίγουρη πως αυτοί οι καλοί ανθρώποι θα ξέρουν κι άλλους καλούς ανθρώπους που θα ξέρουν άλλους καλούς ανθρώπους και που θα θέλουν να μας δώσουν το 30% διαφόρων ποσών, μη σας πω πως αν είμαστε καλά παιδάκια, έξυπνα και γατιά με πέταλα, θ' ανεβάσουμε σιγά σιγά και το κασέ...

Ορίστε λοιπόν, άπιστοι Θωμάδες.
Η λύση τόσον καιρό ήταν μπροστά στα μάτια μου... Και περίμενε τόσο καιρό ο καλός Θεούλης να έρθει η κατάλληλη στιγμή να μου την εμφανίσει.

Αμ πως!

Τώρα πια μπορώ να κοιμάμαι ήσυχη.... HALLELUIA!!!!!!

Τετάρτη, Νοεμβρίου 16, 2005

Τα χω παίξει....



Όμως εντελώς αυτή τη φορά λέμε.
Αλλού πατάω κι αλλού βρίσκομαι. Κυκλοφορώ (και δεν οπλοφορώ -ακόμη), σαν αυτόματο, ξεχνάω πράγματα μονίμως, νυστάζω συνεχώς, δεν προλαβαίνω να πάρω πρέφα τι μέρα είναι, τι ώρα είναι και τί καιρός.
Αν αυτή τη φορά καταφέρω να μη σαλτάρω, να μην καταρρεύσω και να μην ψοφήσω στην τελική,

...απο το καθημερινό τρέξιμο στη δουλειά,
( βλέπε: Ο Πανικός. Απ' την ώρα που μπαίνω στο γραφείο, το μεσημέρι, ως και τις εννιά, εννιάμιση που φεύγω συνήθως το βράδυ, δεν προλαβαίνω σχεδόν να σηκώσω κεφάλι.
Ούτε καφέ δεν προλαβαίνω να φτιάξω),
...απο το συνεχόμενο ξενύχτι κάθε βράδυ και το άγχος, προκειμένου να προλάβω τη δεύτερη δουλειά μου,
(είπαμε Τύπος Νυχτερινός, οκ, αλλά άλλο αυτό κι άλλο ζόμπι στην εικοστή συνέχεια της Νύχτας των Ζωντανών Νεκρών),
...απο τις τράπεζες που μου χουν ζαλίσει τον έρωτα στα καθημερινά τηλεφωνήματα για το χρέος της πιστωτικής κάρτας,
(τώρα άρχισαν κι οι επιστολές με απειλές για νομικές κινήσεις και τα απόκρυφα του Τειρεσία),
...απο το μονίμως -τελευταία- άδειο πορτοφόλι μου και τους λογαριασμούς που συσσωρεύονται στο γραφείο
(απ' όλα έχει ο μπαξές: ΟΤΕ, κινητό, ΕΥΔΑΠ, κοινόχρηστα, ίντερνετ, νοίκι του επομένου μήνα, τη ΔΕΗ ευτυχώς την πρόλαβα εγκαίρως),
...απο τις μαλακίες που βλέπω καθημερινά να συμβαίνουν γύρω μου,
(αυτό έχει ευρεία έννοια, ο καθένας συμπληρώνει ό,τι θέλει),
...κι απο τη δίαιτα αποτοξίνωσης,
(βρήκα κι εγώ η μουρλέγκω την ώρα... πέντε φρούτα τη μέρα και 3 λίτρα νερό...έλεος!)

ε, τότε, τι να πω!
Αν μη τι άλλο, θα μαι πολύ τυχερό πλάσμα!

Βοηθάτε συντρόφοι!
Στείλτε καφέδες, στείλτε τσιγάρα, στείλτε ταπεράκια με σαλάτες (είπαμε είναι κι η αποτοξίνωση στη μέση), στείλτε μου κανά μασέρ για τη μέση μου, στείλτε κανένα άνεργο μεταφραστή να τελειώσει το βιβλίο, στείλτε καμιά επιταγή, στείλτε κανά δικηγόρο για όταν θα με τραβάνε οι τράπεζες, στείλτε τέλος πάντων ό,τι έχετε ευχαρίστησις, δώστε και σώστε!

Άϊνταααα










Δευτέρα, Οκτωβρίου 31, 2005

Wonderful life


…Look at me standing
Here on my own again
Up straight in the sunshine

I need a friend
Oh, I need friend
To make me happy
Not so alone
Look at me here
Here on my own again
Up straight in the sunshine…

Είναι απίστευτο τι μπορεί να σου θυμίσει ένα τραγούδι στις τέσσερις το πρωί τελικά. Κι εκεί που έλεγες πως θα πας για ύπνο, να που βρίσκεσαι να γράφεις ποστ.
Χρόνια είχα ν’ ακούσω το Wonderful Life του Black ή αλλιώς Colin Vearncombe αν θυμάμαι καλά. Μια εποχή όμως το άκουγα συνεχώς.
Το κομμάτι, απ’ τον ομώνυμο δίσκο κυκλοφόρησε το 1987.

Το ’87 ήμουν δεκατριών χρόνων κι άκουγα, μεταξύ άλλων, Depeche Mode, OMD, Bryan Ferry/Roxy Music, ABC, Spandau Ballet και Culture Club.
Μοιραία λοιπόν μ’ άρεσε κι ο Black και τώρα που το σκέφτομαι η δουλειά του εκείνη ήταν και παραμένει ένα μικρό διαμαντάκι, κι η φωνή του ακούγεται ακόμα μαγική στ’ αυτιά μου. Όμορφες δουλειές, λυρισμός, ευαισθησία, χαμένες κάπου στη δεκαετία του ογδόντα.

Όχι πως ο καλλιτέχνης σταμάτησε εκεί.
Απ’ όσο θυμάμαι συνέχισε και συνεχίζει να ηχογραφεί.
Αλλά οι αποψινοί συνειρμοί δεν έχουν να κάνουν με τη συνέχεια της μουσικής σταδιοδρομίας του κυρίου Κόλιν. Έχουν να κάνουν με κείνη τη δουλειά του, τότε, του 1987.

Και κάπως έτσι πάνε οι αναμνήσεις κι οι συνειρμοί:

Με το Wonderful Life και τη μελαγχολία του που ταίριαζε γάντι με τη μελαγχολία και τη μοναξιά της εφηβείας μου που τότε ξεκινούσε.
Που μ’ έκανε ένα βράδυ να γράψω ένα γράμμα βασισμένο πάνω στους στίχους του κομματιού.
Ένα γράμμα που το έστειλα μετά σ’ ένα νεανικό περιοδικό της εποχής.
Και που το έστειλα στη μουσική στήλη του περιοδικού, τη στήλη που έγραφε τότε ο Νίκος Μουρατίδης.
Κι εκείνος το δημοσίευσε.
Κι εκείνο το γράμμα έφερε απαντήσεις στο περιοδικό.
Απαντήσεις παιδιών που ήθελαν να επικοινωνήσουν, να μιλήσουν, να μου γράψουν, γιατί πάνω κάτω ένιωθαν τα ίδια.

Τότε ήταν ακόμα της μόδας η αλληλογραφία. Η αλληλογραφία παλαιού τύπου, με κόλλα χαρτιού και στυλό και φάκελο και γραμματόσημα και ΕΛΤΑ και όλα τα συναφή.

Κι άρχισαν να έρχονται τα γράμματα απ’ όλη την Ελλάδα. Πέντε δέκα στην αρχή, ντουζίνες στη συνέχεια, εικοσάδες, πενηντάδες λίγο αργότερα.
Ο ταχυδρόμος μας είχε πάθει την πλάκα της ζωής του. Δεν μπορούσε να καταλάβει τί γινόταν και γιατί ξαφνικά το «μικρό» της οικογένειας λάβαινε τόσα γράμματα. Εγώ γελούσα, τηρούσα σιγή ιχθύος κι έπαιρνα τις ντάνες τα γράμματα σαν πολύτιμα λάφυρα, κι έτρεχα στο δωμάτιό μου να τα διαβάσω με την ησυχία μου.

Δε θυμάμαι πόσα ακριβώς ήταν τελικά. Κάπου μεταξύ εξακόσια και οχτακόσια πάντως.
Είχα χαζέψει κι εγώ στο τέλος. Δεν ήξερα σε ποιον να πρωτογράψω και τί να απαντήσω. Ένιωθα άσχημα για όσους άφηνα χωρίς απάντηση, αλλά το χαρτζηλίκι μου μόλις και μετά βίας έφτανε να καλύψει όσους είχα επιλέξει να αλληλογραφήσω μαζί τους.
Και ξαφνικά βρέθηκα με φίλους, φίλους σ’ όλη την Ελλάδα. Δεν έβλεπα την ώρα και τη στιγμή κάθε μέρα να γυρίσω τρέχοντας απ’ το σχολείο για να δω ποιος απ’ τους νέους μου φίλους μου είχε γράψει.
Έγραφα γράμματα σε κάθε πιθανή κι απίθανη ώρα της μέρας και της νύχτας θυμάμαι.
Σιγά σιγά ξεκαθαρίστηκε το τοπίο και κάποια άτομα έμειναν σταθερά μες τα επόμενα χρόνια.
Τους θυμάμαι όλους κι έχω κρατήσει σχεδόν όλα τα γράμματά τους.

Η Σοφία απ’ τα Σιάτιστα, μερικά χρονάκια μεγαλύτερη από μένα, που την έπνιγε η ζωή στην επαρχία και ήθελε να φύγει, να γλιτώσει απ’ τη μοίρα του χωριού της, αλλά παντρεύτηκε λίγο μετά που τέλειωσε το Λύκειο.
Ο Ηλίας απ’ την Αθήνα, που ονειρευόταν να σπουδάσει στο Παρίσι και τελικά τα κατάφερε και πήγε.
Ο Στέλιος απ’ το Βελεστίνο, που ήθελε να γίνει γιατρός και κατέληξε εστιάτορας λίγα χρόνια αργότερα, και μάλιστα μερακλής στη δουλειά του.
Ο Ηλίας που μου έγραφε απ’ την Αγγλία όπου σπούδαζε κι ας ήμασταν απ’ την ίδια πόλη. Όταν τελικά επέστρεψε στο Βόλο χαθήκαμε.

Ο Μιχάλης απ’ την Κρήτη με τον οποίο βρεθήκαμε χρόνια μετά στη Θεσσαλονίκη να σπουδάζουμε στην ίδια σχολή.
Η Αλέκα από τη Χίο, που έμεινε έγκυος στα δεκαεφτά, παντρεύτηκε, και χώρισε λίγα χρόνια αργότερα, με δυο παιδιά. Μου έγραψε κάποια στιγμή λέγοντάς μου πως θα παντρευόταν ξανά. Δεν έχω νέα της εδώ και χρόνια.
Η Ελένη απ’ τη Βέροια, ροκού, αναρχική και φρικιό, κάποια στιγμή κατέβηκε Αθήνα κι έχασα τα ίχνη της.
Ο Φώτης απ’ τη Θεσσαλονίκη, που χάθηκε στα δεκαεννιά από οβερντόζ.
Ο Μιχάλης απ’ τον Πειραιά, που έφυγε για Γερμανία και μάλλον είναι ακόμα εκεί.
Η Μαρία απ’ την Κέρκυρα που την έσπαγε στο ξύλο ο πατριός της κι όλο έλεγε πως θα το σκάσει απ’ το σπίτι μέχρι που το ‘σκασε, στα δεκαεφτά της. Δεν ξέρω τί απέγινε.
Ο Θοδωρής απ’ την Πρέβεζα, ο «ποιητής», που χρόνια μετά τον συνάντησα στο άσχετο στην Αθήνα να οδηγεί ταξί.

Κι ο Χρήστος απ’ την Καισαριανή.
Ο Χρήστος που απ’ τα δεκατρία μου ως τα εικοσιτρία μου δεν έλειψε στιγμή από κοντά μου.
Ο Χρήστος που πρωτοσυναντηθήκαμε όταν εγώ ήμουν στα δεκαπέντε κι εκείνος είχε πια τελειώσει το λύκειο κι ήρθε με το πρώτο του αυτοκίνητο για να με γνωρίσει από κοντά.
Ο Χρήστος που μεγαλώσαμε στην κυριολεξία μαζί παρά την απόσταση.
Ο Χρήστος που ήταν το αδελφικό μου φιλαράκι, το στήριγμά μου στις δύσκολες στιγμές.
Ο Χρήστος με τον οποίο βρεθήκαμε πιο κοντά όταν ένα καπρίτσιο της μοίρας μας έστειλε στην ίδια πόλη. Εγώ στα δεκαοχτώ για σπουδές κι εκείνος στα εικοσιδύο να υπηρετεί τη μαμά πατρίδα και ξαφνικά, από αδελφικοί φίλοι, βρεθήκαμε ερωτευμένοι και μαζί.
Ο Χρήστος που μου χάρισε τα τρία πιο όμορφα χρόνια της ζωής μου, πριν η μοίρα, για άλλη μια φορά, ξαφνικά αποφασίσει να μας χωρίσει.

Κύριε Κόλιν, σας ευχαριστώ πολύ για τη μελωδία σας εκείνη, για τα πρόσωπα που έφερε στη ζωή μου.
Άλλωστε είχατε δίκιο:
No need to run and hide
It's a wonderful, wonderful life
No need to hide and cry
It's a wonderful, wonderful life

Δευτέρα, Οκτωβρίου 24, 2005

Πολλές φορές ξεμένω ...

...από πολλά πράγματα.

Κατά κύριο λόγο από χαρτάκια.
Από φιλτράκια και να ξεμείνω δε με κόφτει πολύ. Κάνω και άφιλτρο.
Από καπνό, δύσκολα ξεμένω. Όλο και κάπου μες το σπίτι υπάρχει πάντα κανά απολειφάδι.
Από χαρτάκια όμως ξεμένω μονίμως. Όσα και να πάρω, σ' όσες γωνιές κι αν τα καταχωνιάσω για να έχω σε τέτοιες ώρες, όταν έρχονται οι "τέτοιες ώρες" πάντα βλέπω πως έχω πάλι ξεμείνει.

Άλλες φορές ξεμένω από καφέ. Άλλες από καθαρά ρούχα.
Άλλες από ψωμί στο σπίτι, από γάλα στο ψυγείο, από λεφτά.
Άλλες πάλι, από σύνδεση στο δίκτυο.


Ξεμένω κι από άλλα όμως.

Ξεμένω από χιούμορ.
Ξεμένω από κατανόηση.
Ξεμένω συχνά από υπομονή.
Κι ακόμα συχνότερα από συγνώμες.

Ξεμένω κι από θυμό.
Ώρες ώρες ξεμένω από μνήμες.
Από αναμνήσεις.
Από διαδρομές.

Κάποτε ξεμένω από συμπόνια.
Από ανθρωπιά.
Από αγάπη.
Από κομμάτια του εαυτού μου.

Ξεμένω από κουράγιο.
Πολύ συχνότερα ξεμένω από όνειρα.
Από ελπίδες.
Από ευχές.

Ξεμένω από αντοχές.
Από διάθεση.
Από έρωτα.
Από φίλους.
Από ανθρώπους.

Και τελικά... τελικά, για όλα τα παραπάνω δε με πειράζει και τόσο.
Έχω βρει λύσεις για όλα αυτά τα "αδειάσματα". Βάζω μπροστά τον αυτόματο πιλότο και πάω. Και κυλάνε οι μέρες.

Περισσότερο μ' ενοχλεί όταν ξεμένω από χαρτάκια. Όταν ξεμένω κι είναι αργά το βράδυ, η ώρα περασμένη και τα περίπτερα στην Πλ. Αμερικής κλειστά.
Γιατί ο αυτόματος πιλότος θέλει καύσιμα. Θέλει χαρτάκια, καπνό και καφέδες.
Ίσως ούτε τους καφέδες. Όμως χαρτάκια θέλει στα σίγουρα.


Now playing: November rain

Δευτέρα, Οκτωβρίου 03, 2005

Τρεις ντομάτες και τρεις πιπεριές

Μεσημέρι στο μαγαζί που δουλεύω.
Η γκόμενα του αφεντικού έχει μπαστακωθεί εδώ. Την έχω απ’ το πρωί στα πόδια μου και δε λεει να ξεκουμπιστεί ακόμα.
Περιμένει το μπιγκ μπος να επιστρέψει απ’ έξω και την τρωω εγώ στη μάπα στο μεταξύ.
Κοιτάζω αφηρημένα έξω στο δρόμο για να μη βλέπω τη φάτσα της και αναζωπυρώνονται όλα τα μαύρα, φονικά μου ένστικτα.

Ξαφνικά, προσέχω ένα γεροντάκι που στέκεται σχεδόν στη μέση του δρόμου.
Μα, που παει ο χριστιανός, αναρωτιέμαι.
Τον παρατηρώ. Είναι ψηλός, ξερακιανός, φοράει πουκάμισο θαλασσί, χωρίς σακάκι.
Στηρίζεται σε μπαστούνι και τρέμουν τα τέσσερά του. Μου μοιάζει πως όπου να ναι θα σωριαστεί κάτω.
Σταματάει έναν περαστικό και κάτι του λεει. Εκείνος ανασηκώνει τους ώμους του κι απομακρύνεται.
Σε λίγο το ίδιο σκηνικό. Σταματάει άλλον, του λεει κάτι κι ο διαβάτης του γνέφει αρνητικά και συνεχίζει το δρόμο του.
Η ίδια δουλειά πρέπει να έγινε κάπου έξι ή εφτά φορές.

Σκέφτομαι πως ίσως το γερόντιο να τα χει ψιλοχαμένα, να χει χάσει το δρόμο ή να μη θυμάται πώς θα γυρίσει στο σπίτι του. Ποιος ξέρει.
Σηκώνομαι και παω προς την πόρτα.
Που πας; μου λεει η χαζοβιόλα.
Τη γράφω κανονικά και βγαίνω έξω.
Πάνω στην ώρα, ο παππούς έχει σταματήσει άλλον περαστικό. Μέχρι να πλησιάσω, πιάνει τ’ αυτί μου κάτι για ντομάτες και πιπεριές.
Τι διάτανο, συλλογίζομαι... Μανάβικο ψάχνει;
Παω κοντά του την ώρα που ο περαστικός φεύγει βιαστικά μουρμουρίζοντας κάτι που δεν έπιασε τ’ αυτί μου.
Τί θες, παππού; τον ρωτάω. Ψάχνεις κάτι;
Με κοιτάει και με πιάνει απ’ το χέρι.
Θέλω κάποιος να παει ως το μανάβη, το Γιάννη, μου εξηγεί, και να μου πάρει τρεις ντομάτες και τρεις πιπεριές. Δε με κρατάνε τα πόδια μου να παω ως εκεί, και η γριά μου στο σπίτι τα περιμένει να φτιάξει φαί. Τα ξέχασα, να κοίτα, μόνο κρεμμύδια πήρα, έχω ξεκουτιάνει.

Σκύβει το κεφάλι λες και ντρέπεται.
Δε με κρατάνε τα πόδια μου, μου λεει και πάλι. Μπορείς εσύ να πας ως το Γιάννη; Μπορείς να πας να μου πάρεις τρεις ντομάτες και τρεις πιπεριές; Για γεμιστά; Έχω λεφτά, να κοίτα, θα σου δώσω και για τον κόπο σου.
Ανοίγει το πορτοφόλι του να μου δείξει τα λεφτά του.
Δε θέλω να μου δείξεις τα λεφτά σου, παππού, του λεω. Έλα μέσα να καθίσεις λιγάκι στο μαγαζί.
Τον πιάνω απ’ το χέρι. Ο γέρος τρέμει σα να κατάπιε κομπρεσέρ.
Τον φέρνω στο γραφείο.
Το μπάζο, η γκόμενα του αφεντικού δηλαδή, τον βλέπει και ξινίζει τα μούτρα της.

Τί έγινε, ΚΑΠΗ το κάναμε εδώ; μου πετάει και της απαντάω μ’ ένα χαμηλόφωνο άντε και γαμήσου.
Βάζω το γερόντιο να κάτσει, κι εκείνος δε σταματάει να μου λεει για τις ντομάτες και τις πιπεριές.
Άκου δω, θα βγω για λίγο να πάρω τα πράγματα του παππού. Έχε το νου σου για πέντε λεπτά, της λεω.
Μωρέ τι μας λες; Αυτό μας έλειπε, να τρέχουμε τώρα για τον κάθε γέρο που θα δούμε στο δρόμο!
Δεν έχεις παιδιά; Γυναίκα; του λεει, κι όσο κι αν την κατακεραυνώνω με το βλέμμα δε λεει να το βουλώσει.

Ο γέρος την κοιτάζει και σκύβει πάλι το κεφάλι.
Δεν έχω παιδιά, της αποκρίνεται. Η γριά μου δεν μπορεί να κατέβει τις σκάλες. Κι εγώ δε με κρατάνε τα πόδια μου να παω ξανά πίσω. Σε παρακαλώ, κοπέλα μου, κάνε μου τη χάρη, της λεει. Μόνο τρεις ντομάτες και τρεις πιπεριές θέλω…Να, κοίτα, έχω λεφτά, και κάνει πάλι την κίνηση ν’ ανοίξει το πορτοφόλι του.
Παππού, σταμάτα! τον προλαβαίνω. Θα παω εγώ να σου τα πάρω.
Το αρχίδι πετάγεται να πει ξανά κάτι.
Άντε και γαμήσου, Ελένη, της λεω, δυνατά αυτή τη φορά.

Βγαίνω και πηγαίνω στο μανάβη. Ψωνίζω τα πράγματα του παππού ενώ κανονίζω με τον Γιάννη να του τηλεφωνεί ο γέρος και να του στέλνει εκείνος τα ψώνια στο σπίτι με τον μικρό του μαγαζιού.
Πέντε λεπτά μου πήρε η όλη ιστορία.
Όταν γύρισα το μαγαζί ήταν κλειδωμένο κι ο παππούς με περίμενε στο δρόμο. Το κοπρόσκυλο είχε τσατιστεί κι είχε φύγει.
Σιγά τα ωά! Ας έκανε παράπονα στ’ αφεντικό να μου κάνει παρατήρηση. Μή χέσω!

Ο παππούς φεύγοντας είπε τόσα ευχαριστώ που έχασα το λογαριασμό και μ’ έκανε να νιώσω και άσχημα.
Μερικές ώρες αργότερα και λίγο πριν κλείσω να φύγω, είδα πάλι το γέρο έξω απ’ το μαγαζί.

Τί είναι παππού, του λεω;
Τίποτα, μου απαντάει.
Να, κατέβηκα να σου φέρω αυτό.
Και μου βάζει στο χέρι ένα σακουλάκι με καραμέλες.
Για το τσιγάρο, μου λεει. Για να μην καπνίζεις συνέχεια.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 29, 2005

Haiku

after we make up
on my ear lobe
black mascara

dense fog
I write my name
on the airport window

for me leaving
for you staying
two autumns

my coat dripping
two hours in the rain
without you

making up a quarrel
apparently ashamed
to be the first to smile

leaving you
in the crowded train
alone

not knowing what to say
he mails only
the envelope

she cant read
he cant write
yet between them a romance

early morning voices
and the scent of you
half a pillow away


Manu Bazzano

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 23, 2005

Καφές, τσιγάρο και η πουτάνα η ζωή

Τσιγάρο και καφές, καφές και τσιγάρο.
Και ανία, βαρεμάρα και πλήξη.

Το χέρι μου χαϊδεύει την κόκκινη ταμπακιέρα ενώ κοιτάζω αφηρημένη την ωραία που κοσμεί την επιφάνειά της, ν’ αγκαλιάζει όλο ηδυπάθεια το τέρας.
Χαρτάκι γλυκόριζας σε σκούρο καφέ χρώμα, φίλτρο λευκό, λεπτό, στο ένα χέρι. Καπνός μυρωδάτος κλεισμένος στο περιτύλιγμά του που χει το μπλε του κοβαλτίου.
Στρίψιμο του τσιγάρου, κίνηση αυτόματη πια, χωρίς σκέψη.
Κι ύστερα, η αμυδρή γεύση της κόλλας στην άκρη της γλώσσας μου.

Μια ρουφηξιά.

Κούπα με καφέ μπροστά μου.

Άλλοτε ελληνικός βαρύς γλυκός, με δυο δάχτυλα ντελβέ.
Άλλοτε γαλλικός, μυρωδάτος κι αχνιστός, χωρίς γάλα, με λίγη καφέ ζάχαρη για να βγαίνει στο στόμα η πικράδα του.
Καμιά φορά καπουτσίνο ή εσπρέσο. Από τους έτοιμους. Στα φακελάκια. Με γάλα πολύ και κανέλα επίσης.

If I ever loose my faith in you… επαναλαμβάνει μελωδικά ο Sting σ’ όσες ιδιωτικές συναυλίες θέλω.

Αλλά, παρόλα αυτά, ανία, ανία και βαρεμάρα.

Κόσμος μπαίνει και βγαίνει στο σπίτι, τηλέφωνα χτυπάνε συνεχώς, κινητά και σταθερά.
-Που είσαι; γιατί δεν απαντάς στα τηλέφωνα; Σε ψάχνω, ακούω στα μηνύματα του τηλεφωνητή.

Κουνάω το κεφάλι. Δεν έχω τίποτα να πω, δε θέλω να μιλήσω. Θέλω μονάχα να μπορούσα να αρχίσω πάλι τα ταξίδια, να φύγω.
Όλο και πιο έντονα τελευταία όλα γύρω μου προξενούν πλήξη και ανία, ατέλειωτη ανία. Κι η μπλογκόσφαιρα το ίδιο. Διαβάζω λίγους, αυτούς που θέλω, στο μόνιτορ πια δε ρίχνω σχεδόν ματιά.

Τσιγάρο ξανά.
Ο καφές έχει τελειώσει. Σκέφτομαι να βάλω κι άλλον όταν χτυπάει το κουδούνι. Ανοίγω.

Η έκπληξη. Ένας φίλος μ’ ένα σιντί.

Θέλω ν’ ακούσεις κάτι, λεει με το που μπαίνει, και βάζει το σιντί να παίξει.
Φάνκι – χιπχοπ ρυθμοί γεμίζουν το σπίτι. Αυτό που ακούω μου αρέσει.
Επιτέλους, κάτι φρέσκο, σκέφτομαι και χαμογελάω.
Κρατάω ένα στίχο απ’ όσους περνούν με ταχύτητα χιπχοπχάδικη: …για την πουτάνα τη ζωή…

Δίκιο έχουν, πανάθεμά τους. Πολύ μου άρεσαν… Έσπασε η ανία, έστω και για λίγο.

Θα βάλω αργότερα καφέ…Φτάνει για σήμερα.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 14, 2005

Σας αρέσουν τα κρουασάν;

Αν ναι, το Καλύτερο που μπορεί να συμβεί σ' ένα κρουασάν είναι να....

το διαβάσετε.

Αν και ο Πάμπλο έχει την άποψη πως το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σ' ένα κρουασάν είναι να το αλείψουν με βούτυρο και να το... φάνε, και φυσικά δε θα διαφωνήσω καθόλου μαζί του, νομίζω πως το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σε σας είναι να το διαβάσετε.



Κι εξηγούμαι:

Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σ' ένα κρουασάν
Εκδόσεις Opera
Συγγραφέας Πάμπλο Τουσέτ

Λυπάμαι που δεν τον ανακάλυψα νωρίτερα.
Ήταν απ' τα καλύτερα που διάβασα τον τελευταίο καιρό.

Περιμένω εναγωνίως να γράψει το επόμενό του κι ελπίζω να μην το αργήσει πολύ.

Πολύ τον πήγα αυτόν τον τύπο σας λέω... Μα πάρα πολύ.

Α! Και κάτι ακόμα.

Η μετάφραση "κεντάει"!
Σπάνιο πράγμα τόσο ζωντανή, μαστορική δουλειά. Ο Κρίτων Ηλιόπουλος είναι άξιος επαίνων... Τη ζήλεψα τη δουλειά του, αλήθεια...

Ψάξτε το, αξίζει τον κόπο.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 08, 2005

Αρκετά συχνά...

...σκέφτομαι πως το πιο "παρεξηγημένο" αγαθό, που όλοι νομίζουμε πως εξ' ορισμού κατέχουμε, είναι η ελευθερία.

Όταν ρωτήσεις τον οποιονδήποτε αν θεωρεί πως είναι ελεύθερος, θα σου απαντήσει αυθόρμητα "ναι!"

Αν του ζητήσεις να σκεφτεί λίγο καλύτερα, πιθανότατα θα σου κάνει μια αντιπαράθεση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν για να σου αποδείξει πόσο "πιο ελεύθερος" είναι ο κόσμος σήμερα. Λες κι είναι θέμα ποσότητας. Λιγότερο ελεύθερος, περισσότερο ελεύθερος... λες και δε θα έπρεπε η ελευθερία να είναι μιά μόνο έννοια, χωρίς μέτρο και ζύγι..
Και δε θα σου πει μόνο πως ο κόσμος είναι πιο ελεύθερος. Θα πει τα ίδια και για τη σκέψη του, τη γνώμη του, τον Τύπο και τα Μ.Μ.Ε., τη γνώση, μπλα μπλα μπλα.....
Και να τότε που ήμασταν σκλαβωμένοι, και να αργότερα που υπήρχε Κατοχή και να το ένα και να το άλλο... Όλα για τη λευτεριά του ατόμου έγιναν άλλωστε.
Φυσικά, μέσα σ' όλα τα υπόλοιπα, έχουμε και τη σύγκριση ανάμεσα στο δυτικό πολιτισμό και τον ανατολικό. Άλλος ορυμαγδός επιχειρημάτων απο κει.

Τώρα, αν τυχόν και ζορίσεις κι άλλο τα πράγματα ίσως που και που, ν' αντικρύσεις ένα προβληματισμένο βλέμμα, και κάποιες φορές άτομα που θα συμφωνήσουν μαζί σου.
Σε γενικές γραμμές όμως, σε κανένα δεν αρέσει να σκέφτεται πως δεν είναι πραγματικά ελεύθερος.

Ούτε και σε μένα αρέσει, κι ας το σκέφτομαι.

Κι είμαστε κι άτυχοι βλέπεις...
δεν έχουμε καν την πολυτέλεια να πιστέψουμε πως ίσως μεν δεν είμαστε ελεύθεροι, αλλά μια μέρα ΘΑ ελευθερωθούμε.

Ή άλλιώς:

Γιατί ενύχτωσε κ' οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 02, 2005

Οι Ινδιάνοι

Προ καιρού διάβασα κάπου για ένα έθιμο των Ινδιάνων.

Αδύνατο να θυμηθώ πού το διάβασα (αν και θα το ψάξω μήπως βρω λινκ), ούτε και θυμάμαι σε ποια φυλή αναφερόταν.


Όμως ήταν απ' αυτά που ενώ διαβάζεις τυχαία, σου εντυπώνονται στο μυαλό και στις πιο άσχετες στιγμές, αργότερα, σου ξανάρχονται και σε βάζουν σε σκέψη.
Πράγμα καλό δηλαδή, δεν υπάρχει χειρότερο για την καρδιά μας απ' την αχρηστία και την τελμάτωση του μυαλού μας.

Η ιστορία που διάβασα είχε ως εξής:

Κάθε χρόνο, στη διάρκεια μιας μεγάλης γιορτής όπου συμμετείχε όλη η φυλή, ηλικιωμένοι νέοι και παιδιά, στο τέλος λάβαινε χώρα μια τελετή.

Το νόημα, κατ' αρχήν της γιορτής, ήταν να έρθουν όλοι κοντά.
Έπειτα απο τα τραγούδια και τους χορούς, τα μέλη της φυλής έπαιρναν με τη σειρά το λόγο κι αφού ζητούσαν συγνώμη για όσα θεωρούσαν εκείνοι πως είχαν κάνει λάθος, στη συνέχεια, έλεγαν ευχαριστώ στους κοντινούς τους ανθρώπους για την αγάπη και τη συμπαράστασή τους.

Ευχαριστούσαν τους προγόνους τους για την καθοδήγηση και την προστασία τους, καθώς και τη φύση που τους έτρεφε, τους προστάτευε και τους κρατούσε ζωντανούς.

Το κεντρικό νόημα της γιορτής όμως, ήταν στην τελευταία τελετή.
Για να τονίσουν πως το σημαντικότερο ήταν οι ανθρώπινες σχέσεις και το δέσιμο με τους ανθρώπους τους κοντινούς σου, και όχι η κατοχή των υλικών αγαθών και γενικώς των αγαθών, το κάθε μέλος της φυλής, ερχόταν στη μεγάλη φωτιά και πέταγε εκεί το πιο αγαπημένο του αντικείμενο...

Σκεφτείτε το...

Το πιο αγαπημένο του αντικείμενο.

Για να δείξει πως μπορούσε να το κάνει, πως τα αντικείμενα δεν είχαν την ίδια αξία μπροστά στις ανθρώπινες σχέσεις και τη ζωή.
Πως προείχε η επαφή, η πνευματικότητα, ο έρωτας, η ζωή, η οικογένεια, η επιβίωση, απο τα αντικείμενα.

Κάθε φορά που ξαναθυμάμαι την ιστορία αυτή, κάθε φορά που έρχεται ξανά στο νού μου, όπως τώρα καλή ώρα, κάνω στον εαυτό μου την ίδια ερώτηση.

Ποιο είναι το πιο αγαπημένο σου αντικείμενο, Ιφιγένεια;

Στην αρχή μπερδεύομαι. Μου έρχονται ένα σωρό στο μυαλό.
Μετά, σιγά σιγά, η λίστα μειώνεται, το τοπίο ξεκαθαρίζει.
Και στο τέλος, καταλήγει σε ένα. Σ' ένα πράγμα μονάχα.

Και τότε, ρωτάω τον εαυτό μου: Θα μπορούσες εσύ να αποχωριστείς αυτό το αντικείμενο;
Θα μπορούσες να το ρίξεις, με τη θέλησή σου, σε μια φωτιά, για να δείξεις πως δεν κρατιέσαι απο αντικείμενα;
Για να δείξεις, και σε σένα και στους άλλους, πως τα σημαντικά είναι αλλού, κι όχι στα πράγματα;
Θα άντεχες ν' αποχωριστείς αυτό που αγαπάς τόσο, που σημαίνει τόσα για σένα;
Δεν έχει σημασία τί είναι το αντικείμενο.

Μπορεί να είναι ένα βιβλίο, ένα ρούχο, ένα βότσαλο, ένα κόσμημα, μια κούκλα, ένα γράμμα, μια φωτογραφία, μπορεί να είναι οτιδήποτε...

Θα μπορούσες; ρωτάω τον ευατό μου και δεν έχω εύκολη απάντηση.


...Εσείς;
Εσείς θα μπορούσατε;



Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 01, 2005

Δεν παω λέμεεε!

Η ώρα έχει παει πια εφτά παρά δέκα.
Το πρωί. Έξω έχει ξημερώσει για τα καλά.

Όχι, δεν με πιάσαν οι καλοσύνες μου σήμερα ώστε να ξυπνήσω αξημέρωτα.
Απλώς, δεν έχω παει ακόμα για ύπνο.

Άλλαξε ο μήνας. Πέμπτη, πρώτη του Σεπτέμβρη, σκέφτομαι. Παλιά, όταν ήμουν στο σχολείο, τούτες οι μέρες είχαν μια γλυκόπικρη αίσθηση...τέλειωνε το καλοκαιράκι, άρχιζαν τα σχολεία. Κάπου μελαγχολούσαμε, κάπου το θέλαμε.

Τώρα δεν έχω κάτι να με μελαγχολεί και συγχρόνως να με θέλγει. Άλλωστε, τώρα πια δεν έχουμε και φθινόπωρο.

Όμως, πράγμα όχι σπάνιο, άλλα σκέφτεται το μυαλό μου, άλλα η ψυχή μου, κι άλλα φτάνουν να γίνονται λέξεις στις άκρες των δαχτύλων μου και πάνω στο πληκτρολόγιο.

Ας το πάρω πάλι απ' την αρχή.

Γύρισα σπίτι κατά τις τρεις, έπειτα απο μια πολύ ωραία βραδιά με αρκετά μεγάλη παρέα, έχοντας στα χέρια μου μια υπέροχη ταμπακιέρα και μια εξίσου όμορφη δερμάτινη θήκη για τον καπνό μου.
Δώρο αναπάντεχο και πολύ όμορφο, χειρονομία πολύ ευγενική και συγκινητική και μάλιστα απο άνθρωπο που πρώτη φορά μας συναντούσε. (ευχαριστώ!)

Δε μου κανε καρδιά να πέσω για ύπνο, μολονότι κουρασμένη.

Τι κάνεις λοιπόν όταν δε θες να κοιμηθείς με τίποτα, αλλά δεν είναι σαββατοκύριακο και ξέρεις πως την άλλη μέρα θα πρέπει να πας για δουλειά;

Ότι έκανες και την προηγούμενη μέρα.
Δεν πας για δουλειά.

Εκεί ήθελα να καταλήξω. Δεύτερη μέρα κοπάνας απ' τη δουλειά.
Όχι επειδή ξενύχτησα.
Όχι λόγω πιοτού και hangover (ούτε ήπια, ούτε hungover έχω).
Όχι επειδή αύριο έχω να κάνω κάτι εξαιρετικό κι είπα να γαμήσω τη δουλειά.

Έτσι απλά, δε θέλω να παω για δουλειά. Αρνούμαι. Δε θέλω. Δεν παω λέμεεεε!

Έκατσα και τέλειωσα τα "Κορίτσια των Γκαρσία", έφτιαξα κι ένα French manucure, έβγαλα τη γάτα (που είχε σαλτάρει κυνηγώντας ένα μυγάκι και μου χε πρήξει το συκώτι), έξω απ' το δωμάτιό μου, έκλεισα το μάτι στον ήλιο που σκαγε μύτη, κι έγραψα ένα ποστ για να χαιρετήσω τον καινούριο μήνα με κοπάνα απ' το γραφείο.

Δεν παω λέμεεε!

Καλό μήνα σε όλους.

Υ.Γ. Ψάχνω για καινούρια δουλειά. Το περιβάλλον πια, (ή για να είμαι ειλικρινής, εδώ και καιρό), δε με σηκώνει...
Κανένας υποψήφιος εργοδότης να του στείλω βιογραφικό;
Θα μου πεις τώρα, λες πως κάνεις κοπάνες απ' το γραφείο και ψάχνεις και υποψήφιο εργοδότη; Ε, μα, φαντάζομαι, εκτός απο τα άλλα μου προσόντα, θα εκτιμήσει ΚΑΙ την ειλικρίνειά μου!

Δευτέρα, Αυγούστου 08, 2005

Θα ήθελα να…

έχω μονίμως απόθεμα από παγωτό πεπόνι. Του Σκλαβενίτη. Το φτηνό.
Έχει υπέροχη γεύση…


ρίξει μια βροχή που να κρατήσει όλη νύχτα.




να μην ξεμένω από καπνό και χαρτάκια.


είχα ένα σπίτι με μεγάλα μπαλκόνια ή, ακόμα καλύτερα, μεγάλο κήπο.


είχα ακόμα τον Μπιτιγιού.



ήταν χειμώνας, με χιόνι βαρύ, να ήμουν στο σπίτι στη Ζαγορά –όπως ήταν πριν την ανακαίνιση– να ζει ο παππούς μου και να μου ψήνει κάστανα στο τζάκι.


μακρύνω κι άλλο τα μαλλιά μου.



έχω ξανά δική μου μηχανή.


γράψω κι άλλη νουβέλα.


παω διακοπές φθινόπωρο στο Πήλιο με τη Γιάννα.


αγοράσω (κι αυτή τη φορά να μη χάσω) το Άρωμα του Ονείρου.


δω ένα ξημέρωμα στον Άη-Γιάννη.


ανέβω στην Ακρόπολη.


δω ένα ηλιοβασίλεμα στη Σαντορίνη.


πήγαινα στα μαγαζιά για ν’ αγοράσω δώρα στους αγαπημένους μου ανθρώπους.



...θα ήθελα ακόμη να

είχα ένα ολόκληρο καλοκαίρι δικό μου, να είμαι σ’ ένα νησί, να γυρνάω όλη μέρα στα σοκάκια του και ν’ αράζω με τις ώρες στην παραλία.

μάθω να οδηγώ αυτοκίνητο.
χάσω δέκα κιλά.

πήγαινα για καφέ με κάποιους παλιούς φίλους.
άκουγα ξανά τη φωνή σου.

βάλω σε κορνίζα το πορτρέτο σου.
ακούσω ξανά τη μάνα μου να γελάει, όπως τη θυμάμαι παλιά.

να έχω λίγη απ’ την παλιά μου ηρεμία και μοναξιά.
ξημερώσει μια μέρα όπου δε θα χτυπήσει κανένα τηλέφωνο. Ούτε σταθερό, ούτε κινητό.

τραβήξω ξανά ασπρόμαυρες φωτογραφίες.
μπορέσω να συγχωρέσω.

ζωγραφίσω πάλι με κάρβουνο.
ανέβω στο ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία.

έχω λιγότερο άγχος.
ήσουν ακόμα εδώ.

ξαναβρώ τα καλοκαίρια της εφηβείας μου.
παω θερινό σινεμά.

συναντήσω τη Λίζα στο Τρινιτάντ.
είχαμε ζήσει κι άλλα μαζί.

δω το Κάμελ τυπωμένο.
συναντούσα ξανά τον Τάσο.

ζωγραφίσω ξανά έναν τοίχο.
φυσήξει ένα αέρας τρελός και μανιασμένος κι εγώ να περπατάω στους δρόμους.

πιω καφέ στην Αριστοτέλους.
ταξιδεύω έναν ολόκληρο χρόνο.

Πότε είναι η νύχτα της βροχής των Λεοντιδών;
Πόσες ευχές δικαιούμαι να ζητήσω;
Πόσες άραγε, μπορούν να μου χαρίσουν;



Πέμπτη, Αυγούστου 04, 2005

Τί το θελες πουλάκι μου το ντελίβερι;

Κοντεύει τρεις το μεσημέρι και στο γραφείο δεν υπάρχει ούτε έστω μια προπολεμική φρυγανιά για ροκάνισμα.
Το στομάχι μου εδώ και ώρα συνθέτει συμφωνίες κι αν πιω άλλη μια γουλιά καφέ μου φαίνεται πως θ' αρχίσει να παίζει και ταμπούρλο.
Το πρωί μου είχαν φέρει ένα φυλλάδιο κάποιου Ιταλικού εστιατορίου και ξαφνικά μου ρθε η φαϊνή ιδέα: Θα έπαιρνα φαγητό απ' έξω.



Δεν το κάνω πολύ συχνά, ιδίως άμα δεν ξέρω το εστιατόριο, έλα ντε όμως που τα δύο απ' τα οποία συνήθως παραγγέλνουμε είχαν κλείσει. Απ' την άλλη πάλι, το φυλλάδιο που λέγαμε αναφερόταν σε σχετικά γνωστό εστιατόριο της Φωκίωνος, οπότε είπα κι εγώ, τί στο διάτανο, κάτι της προκοπής θα χει.

Πήρα τον κατάλογο στα χέρια μου κι άρχισα να τον ξεφυλλίζω.
Αποφασίζω να παραγγείλω εσκαλόπ με σως μαδέρα, που μαύρη η ώρα κι η στιγμή...
Δεν είχα δοκιμάσει ξανά το συγκεκριμένο πιάτο, αλλά μου κατσε ωραία στ' αυτί (όχι δεν είμαι ξανθιά βαμμένη μελαχρινή), κι είπα να το δοκιμάσω.

Παίρνω τηλέφωνο κι αφού πέρασα πέντε λεπτά στην αναμονή, κι άλλα δέκα να προσπαθώ να συννενοηθώ με την υπεύθυνη που δεν εννοούσε να καταλάβει πως θα κάνει παράδοση σε γραφείο και ζητούσε όνομα, επίθετο, τηλέφωνο -μόνο ΑΦΜ και βεβαίωση απ' το ΙΚΑ δεν ήθελε- κάποια στιγμή τέλειωσε ο γολγοθάς κι είχα πια κατορθώσει να παραγγείλω το ρημάδι, παρά τα δώδεκα ευρουλάκια του...

Και περιμένω, και περιμένω, και περιμένω... όχι να περάσει το τρένο, αλλά να εμφανιστεί ο ντελιβεράς με το εσκαλόπ μου... Και περνούν σαρανταπέντε ολόκληρα λεπτά...
Μα τι διάτανο, τώρα το σφάζουν το ζωντανό;
Πάνω που ήμουν έτοιμη να πάρω ξανά τηλέφωνο και να αρχίσω τα καντήλια, εμφανίζεται ο ντελίβερι μποι... Λέω μέσα μου άει σιχτίρ, δώσε τόπο στην οργή... Σε λίγο το στομαχάκι σου θα σταματήσει να παίζει την 9η του Μπετόβεν...

-Δεκαπέντε ευρώ, μου λέει το αλλοδαπό.
-Μα ο κατάλογος λεει δώδεκα, του κάνω εγώ...
-Ναι, μου απαντάει, αλλά παραγγείλατε και ψωμί! (συγνώμη παιδιά, δε θα το ξανακάνω!)

Τρία ευρώ το κουβέρ!!! μουρμουρίζω μες τη τσαντίλα, αλλά αποφασίζω να το πνίξω κι αυτό... Ψάχνω για τα υπόλοιπα ψιλά, βρίσκω, του τα δίνω, φεύγει.
Ανοίγω την, ομολογουμένως προσεγμένη, συσκευασία και το ωραίον του πράγματος σταματά εκεί.

Διότι εγώ η κουτή, χαζή κι ανόητη (το ίδιο πράγμα δεν είναι όλα τούτα μπαι δε γουέι;), περίμενα να αντικρίσω κάτι, χμμμ... πάνω κάτω σαν κι αυτό:



...όμως, αντίκρισα κάτι μάλλον σαν... αυτό:

ή έστω, σχεδόν σαν κι αυτό... Μου ρθε ο θάνατος!

Βλέπω ένα πιατάκι τύπου Σάνιτας χωρισμένο σε τρία μέρη.
Στο ένα υπήρχε το υποτιθέμενο εσκαλόπ.
Στο άλλο πατάτες τηγανιτές (που δεν τις ήθελα) και στο τρίτο ολίγη από σαλάτα.

Τα εσκαλόπ ήταν τελικά κάτι κομμάτια λεπτού μεν αλλά σχεδόν άψητου κρέατος που κολυμπούσαν σε μια περίεργη, πηχτή σάλτσα, πνιγμένα σ' ένα σωρό μανιτάρια και μάλιστα κονσέρβας.
Η γεύση άθλια... Δεν τρωγόταν με τίποτα...
Κάνω μια φιλότιμη προσπάθεια, δυο, τρεις, μπα! Πού να πάει κάτω... Θα έπρεπε να το σπρώξω με το σκουπόξυλο και πάλι...

Ρίχνω ένα βλέμμα στις πατάτες... Τηγανισμένες τόσο που έμοιαζαν πια με τσιπς Τσακίρης, μαύρες και γκαργκανιασμένες... θα ΄χαν να αλλάξουν καιρό το λάδι της φριτέζας μάλλον... Το απέκλεισα κι αυτό παρόλη την πείνα μου.

Απελπισμένη πια, στράφηκα στην ας πούμε σαλάτα.
Ήταν ένα μίγμα από δύο τούφες κουνουπιδιού, τρεις κορυφές μπρόκολου, πέντε ροδέλες καρότου κι αυτό ήταν όλο.... Έτοιμη κατεψυγμένη συσκευασία κι ούτε καν του επιπέδου Μπάρμπα-Στάθης ρε παιδί μου!
Επίσης, ούτε ίχνος λαδιού, ξυδιού, σος, λεμονιού ή οποιουδήποτε σχετικού αρτύματος...

Δε βαριέσαι λέω μέσα μου, από το ολότελα, καλή κι η Παναγιώταινα...

Κόβω μια μπουκιά ψωμί και τσιμπάω μια τούφα κουνουπίδι...
Με το που το φέρνω ως το στόμα μου κόντεψα να βγάλω το στομάχι μου από τη μπόχα...

Μπόχα, ναι μπόχα...
Όχι, δεν ήταν χαλασμένη η σαλάτα... απλώς, βρώμαγε ψαρίλα...
Γιατί ψαρίλα; Θα σας γελάσω και δεν το θέλω... Λεω βρε λες να είναι η ιδέα μου;
Μπα, δυστυχώς όχι...δεν ήταν... Η σαλάτα μύριζε ψαρίλα...

Είπα να πάρω τηλέφωνο τελικά να τους ξεχέσω... Αλλά δεν το έκανα...
Δεν άντεχα αδελφάκι μου. Είχα τσακίσει απ' την πείνα, την κούραση και τη ζέστη.

Βγήκα έξω και πέταξα στον κάδο απορριμάτων όλο το πακέτο...
Κράτησα το ψωμί και το μασούλησα αργά λες κι ήταν παντεσπάνι στην Κατοχή...
Βρε πώς ακρίβυνε τελικά το ψωμάκι...
Δεκαπέντε ευρουλάκια το πλήρωσα...

Ηθικά διδάγματα της ιστορίας:

-Ποτέ μην κρίνεις βιβλίο απ' το περιτύλιγμα
(ή γκόμενο, αυτοκίνητο, φαί απο τη φωτογραφία του φυλλαδίου κοκ)
-Η πείνα είναι κακός σύμβουλος
-Καλά έκανε η γιαγιά μου και νήστευε μέχρι το δεκαπενταύγουστο

Δευτέρα, Ιουλίου 25, 2005

S.O.S. Οδηγίες προς ναυτιλλομένους παρακαλώ...

Φέτος, δε μου περισσεύει φράγκο τσακιστό για διακοπές.
Μία, σάλιο, νιέντε, νάδα που λένε.

Κάτι απρόοπτα, κάτι θέματα υγείας, κάτι οι δουλειές που μείναν πίσω, ε, πολύ θέλει;
Τα κατάφερα η γυναίκα, κι έμεινα ταπί και ψύχραιμη (;) -λέμε τώρα-

Φέτος όμως, ειδικά φέτος, το χω όσο ποτέ ανάγκη να φύγω κάπου για λίγες μέρες. Και το ότι θα παω μια βδομάδα στην κυρία Βικτωρία (τη μάνα μου ντε!), δεν πιάνει για διακοπές, όσο κι αν θέλω να το δω έτσι.
Καλός κι ο Βόλος, ακόμα καλύτερο το Πήλιο, όνειρο οι Β. Σποράδες, αλλά δεν είναι διακοπές αυτό. Απ' τη μια, όταν γυρνάς στο πατρικό σπίτι, απ' όπου λείπεις κοντά δεκατέσσερα χρόνια τώρα, κάπως σου κάνει όλο αυτό.
Γυρνάς και η αίσθηση η μόνιμη είναι κάτι σαν το άσμα:
"Όλα τριγύρω αλλάζουνε, κι όλα τα ίδια μένουν..."
Απ' την άλλη, στα υπόλοιπα μέρη έχω παει καμιά εκατοστή φορές στα τελευταία χρόνια, και πως να το κάνουμε, όχι πως δε μ' αρέσουν, όχι πως δεν πήγαινα ξανά ευχαρίστως κάποια στιγμή, αλλά όχι τώρα...


Αυτόν τον καιρό, έχω ανάγκη να βρεθώ κάπου όπου δεν έχω ξαναπάει.
Να βρεθώ σ' ένα μέρος που δεν έχει καθόλου αναμνήσεις. Και να ναι κάπου χωρίς τρομερή κοσμοσυροή και φασαρία.
Να χει μόνο ατέλειωτες παραλίες, καλά μπαράκια, ωραίο ψάρι και καλή παρέα.

Θα μου πεις τώρα, που μας μωρή ζουρλή, εδώ ο κόσμος καίγεται...
Το νοίκι περιμένει να πληρωθεί, για τη ΔΕΗ κάνουμε το μαλάκα, για το τηλέφωνο με τα χίλια ζόρια τα βρήκαμε τα όβολα, οι διακοπές σε μάραναν...

Κι όμως, με μάραναν...
Άλλωστε, η φτώχια θέλει καλοπέραση,
μια ζωή την έχουμε κι αν δε τη γλεντήσουμε,
ή όπως λεει συχνά πυκνά η κυρά Βικτωρία, "εμείς είμαστε φτωχοί από πολλά, απο ένα ακόμα θα φτωχύνουμε;"
ή αλλιώς, όπως λεω εγώ ΘΕΛΩ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΔΗΠΟΤΕ...

Χμμ... Did i make myself clear?

Όπερ, όσο αφραγκία και να χει πέσει, έχουν πέσει άλλες τόσες καράφλες και στριμώγματα τελευταία, κι εγώ πρέπει, πάση θυσία, να ηρεμήσω λιγάκι και να ανασυνταχτώ.
Έτσι, μετά απο ατέλειωτες δόσεις brainstorming, αποφασίσαμε με μια κολλητή μου να βρούμε μια λύση οικονομική και να την κοπανήσουμε για κανά δεκαήμερο.
Παραπάνω δεν μας παίρνει, εκείνη λόγω δουλειάς, εμένα λόγω επίσης δουλειάς plus και του οικονομικού.

Πως όμως να τη βγάλουμε φτηνά και να πάμε και κάπου που θα μας αρέσει;
Αφού απορρίψαμε καμιά εκατοστή πιθανά (και απίθανα) σενάρια, καταλήξαμε ΕΔΩ:



Το οποίον ΕΔΩ, σημαίνει Ελαφόνησος

Κι εντάξει, για την Ελαφόνησο έχω ακούσει διάφορα, διάβασα στο δίκτυο άλλα τόσα και άλλα τόσα επίσης σε διάφορα φυλλάδια και τουριστικούς οδηγούς.
Όμως... το καλό το άφησα για το τέλος.

Λόγω της έλλειψης φράγκων, πήραμε τη γενναία απόφαση (που δεν ξέρω κατά πόσο θα μου βγει σε καλό), να κάνουμε κάμπινγκ, στο Σίμο.
Κι εδώ είναι που θέλω τις οδηγίες σας...

S.O.S.
Μήπως ξέρει κανείς απο βέσπα;
Μήπως ξέρει κανείς απο κάμπινγκ;
Πηγαίνει κανείς; Πήγαινε κανείς;
Κάθε πληροφορία, υπόδειξη, οδηγία, δεκτή!!
(Κοινώς είμαστε άσχετες, κι εγώ κι η φιλενάς, οπότε μας βλέπω σε άθλια κατάσταση αν δε μας διαφωτίσει καμιά ευγενική ψυχή).

Με ενδιαφέρει το οτιδήποτε.
Απο το τί σκηνή να πάρουμε, πόσο εύχρηστο είναι το backpack, τί πρέπει να κουβαλήσουμε μαζί ως απαραίτητο, κλπ κλπ κλπ...

Για ρίχτε καμιά ιδέα, παρακαλώ...
Για δώστε και σώστε...

Gracias...

Στο μυαλό μου παίζει (απο τ' απόγευμα που τ' αποφάσισα) το: L' ombellico Del Mondo του Jovanotti.


Σάλτσα Ναπολιτάνα

Καμιά φορά, βρίσκεσαι να συζητάς στο κινητό τα εσώψυχά σου, όντας μέσα σε ένα σούπερ μάρκετ, μπροστά στο ράφι με τα ζυμαρικά, κρατώντας στ...