Τετάρτη, Ιανουαρίου 11, 2006

Κλειστόν λόγω θέρους...



Ή μήπως να πω καλύτερα κλειστόν λόγω ψύχους;



Όπως και να χει, το θέμα είναι πως δεν κλείνω ακριβώς τον Νυχτερινό Τύπο, αλλά ας πούμε πως τον στέλνω σε "διακοπές".
Κάτι η κούραση, κάτι τα περί υγείας, κάτι η δουλειά, κάτι ο νόμος του Μέρφυ, κάτι που οι διαθέσεις τελευταία δε βοηθάνε,είπα να κάνω ένα διάλλειμα, ένα τάιμ άουτ.

Θα σας παρακολουθώ (κι ενίοτε θα σχολιάζω) ως αναγνώστρια για κάμποσο καιρό. Θα τα πούμε ξανά κάποια στιγμή κι απο δω. Ίσως σύντομα, ίσως λίγο αργότερα, πάντως θα τα πούμε.

Να στε καλά όλοι όσοι μου κρατήσατε συντροφιά και με "ακούσατε" όλον αυτό τον καιρό.

Στο επανιδείν και στο επαναγράφειν.

Σμουτς

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 09, 2005

Χριστουγεννιάτικες ευχές

Είναι γιορτές.
Προπαραμονές Χριστουγέννων.
Και τα σχολεία έχουν κλείσει.
Όλη μέρα στο σπίτι γίνεται χαμός. Πόρτες ανοιγοκλείνουν, κόσμος μπαινοβγαίνει. Γειτόνισσες έρχονται στη μάνα μου να τους φτιάξει κουραμπιέδες και μελομακάρονα, άλλες να πιουν καφέ, θείες θείοι και ξαδέλφια έρχονται και φεύγουν κι εγώ βαριέμαι και θέλω την ησυχία μου.
Θέλω να μ’ αφήσουν να διαβάσω τα καινούρια μου βιβλία και παραμύθια που μου φέραν για δώρο οι θείοι μου απ’ την Αθήνα.
Η μέρα κυλάει. Είναι πια απόγευμα. Το πήγαινε έλα ησύχασε λιγάκι. Έξω το κρύο τσουχτερό. Εγώ τριγυρνάω μες το σπίτι κι όλο κρυφοκοιτάω το κουτί που είναι κάτω απ’ το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Μα γιατί δε μ’ αφήνουν να τ’ ανοίξω; Αφού ξέρω τι έχει μέσα.
Είναι τα παπούτσια που μου πήρε ο νονός μου, το ξέρω πως αυτά είναι. Αφού του τα ζήτησα κι εκείνος μου είπε: ό,τι θες μουσμούλι. Κόκκινα θες; Κόκκινα θα σου πάρω.
Δε μου χαλάει εμένα χατήρι ο νονός μου. Μου έχει αδυναμία. Κι εγώ το ίδιο όμως. Μόνο η μάνα μου με σκάζει που δε μ’ αφήνει ν’ ανοίξω από τώρα το κουτί.
Δεν κάνει. Δεν είναι ώρα ακόμα. Την Πρωτοχρονιά, μου λεει κοφτά και γυρίζει στην κουζίνα.
Παω από πίσω της. Έλα ρε μαμά, εγώ θέλω να τα βάλω τα παπούτσια τώρααα, γκρινιάζω μιξοκλαίγοντας τάχα.
Για κοίτα δω, απαντάει η κυρά Βικτώρια κουνώντας μου τάχα απειλητικά τον πλάστη. Το πολύ πολύ να τα φορέσεις αύριο που ναι η γιορτή σου, αμάν, μ’ έσκασες πια. Δεν πας καμιά βόλτα στη Μαίρη να ησυχάσει λίγο το κεφάλι μου; και συνεχίζει ν’ ανοίγει το φύλλο για την τυρόπιτά της.
Άλλο που δεν ήθελα κι εγώ. Παω στο χολ και παίρνω τηλέφωνο τη Μαίρη: Η μάνα μου κάνει δουλειές και μου είπε να φύγω απ’ τα πόδια της. Να έρθω από κει να κάτσουμε;
Δεν έλεγα πια να παίξουμε. Τώρα ήμασταν μεγάλες. Έκτη δημοτικού βλέπεις. Έλεγα "να έρθω να κάτσουμε".
Ακόμα εκεί είσαι; Τρέχα, έχω νέα να σου πω, απαντάει η Μαίρη.

Φοράω ένα κόκκινο ριγέ παλτουδάκι, η μάνα μου στην πόρτα με φορτώνει και με το πορτοκαλί κασκόλ. Δεν παει, ρε μαμά το χρώμα, της γκρινιάζω. Μωρ’ τι μας λες! μ’ αποστομώνει εκείνη. Άντε γρήγορα και μην αργήσεις.
Τρέχω στο δρόμο σαν το αφηνιασμένο άλογο. Φυσέκι. Λαχανιασμένη στέκομαι έξω απ’ την πόρτα της Μαίρης σε λιγότερο από πέντε λεπτά.
Μπαίνω μέσα σίφουνας.

Γεια σου, θεία Ρένα. Ήρθα να κάτσουμε με τη Μαίρη.
Πέρνα μέσα, κορίτσι μου, στο δωμάτιό της είναι, μου απαντάει η μαμά της και μου γελάει. Σε λίγο θα σας φέρω κουραμπιέδες να φάτε.
Το σπίτι τους μοσχοβολάει γλυκά.
Στο δωμάτιό της η Μαίρη μου δείχνει τα χριστουγεννιάτικα δώρα της.
Κούκλες (λες κι είμαστε μωρά, σχολιάζουμε κι οι δυο ξινίζοντας τη μούρη), βιβλία (πφ! σιγά λεει η Μαίρη, ενώ εγώ τα λοξοκοιτάζω με λαχτάρα), μια υπέροχη κόκκινη μπλούζα που της παει τρέλα, και ταρά τα τάν! ένα απίστευτο απόκτημα: ένα γυαλιστερό, ροζ γουοκμαν. Κοντεύω να πέσω κάτω! Το πασπατεύουμε με τις ώρες, βάζουμε και βγάζουμε κασέτες, κοντεύουμε να το χαλάσουμε μια ώρα αρχύτερα αλλά το μούτρο μας λάμπει…
Θα πηγαίνω στο σχολείο μ’ αυτό μετά τις γιορτές, μου λεει η Μαίρη όλο καμάρι. Να με δει ο Γιώργος και να σκάσει, ο παλιοφαντασμένος!
Ο Γιώργος ήταν ο μεγάλος έρωτας της Μαίρης εκείνη την εποχή, και δεν καταδεχόταν να της ρίξει ματιά.

Πάμε στο σαλόνι τους και χαζεύουμε το δέντρο τους.
Είναι τόσο μεγάλο και γεμάτο με όμορφα στολίδια που δεν βλέπω σε άλλα σπίτια.
Είναι στολίδια από τη Γερμανία και την Σουηδία. Εκεί που ζούσε η Μαίρη πριν έρθουν με τη μαμά της στην Ελλάδα. Η Μαίρη δεν έχει μπαμπά.
Εγώ όμως, ζηλεύω το μεγάλο τους σπίτι, που είναι ήσυχο χωρίς φασαρία και χωρίς κόσμο να μπαινοβγαίνει, ζηλεύω το ωραίο τους δέντρο. Ζηλεύω που η μαμά της είναι ξανθιά, νέα κι όμορφη. Ζηλεύω το καινούριο της γουόκμαν.
Η Μαίρη όμως, ζηλεύει το δικό μας σπίτι. Που είναι μικρό και ποτέ δεν έχεις την ησυχία σου, που όλο κάποιος ανοίγει την πόρτα κι έρχεται χωρίς να σε ρωτήσει. Η Μαίρη ζηλεύει που έχω αδελφό, ανίψι, και ένα σωρό ξαδέρφια.

Εγώ εύχομαι όταν μεγαλώσω να παντρευτώ και να κάνω πολλά παιδιά, μου εκμυστηρεύεται μπροστά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δε θέλω να είναι άδειο άλλο το σπίτι, δε θέλω να μην έχω μπαμπά, θέλω κόσμο, φωνές, φασαρία, θέλω να έχω τον άντρα μου και παιδιά και φίλους και να κάνουμε πολλές γιορτές και τραπέζια και να μπαίνει κόσμος και να είναι το σπίτι γεμάτο όπως το δικό σας…
Γυρίζει και με κοιτάζει.
Εσύ τι εύχεσαι; με ρωτάει.

Κοιτάζω για λίγο ένα χρυσαφί αγγελάκι που κρέμεται σ’ ένα ψηλό κλαδί κι είναι μισοκρυμμένο απ’ την μπορντό γιρλάντα.
Εγώ δε θέλω φασαρία, της απαντώ. Εγώ βαρέθηκα να μπαινοβγαίνει κόσμος. Δε θέλω να παντρευτώ και να κάνω παιδιά. Εγώ θέλω να έχω δικό μου σπίτι, να έχω την ησυχία μου, να έχω το δωμάτιό μου, μόνη μου, να έρχονται οι φίλοι μου όποτε θέλω, να έχω όμως τα δικά μου κλειδιά και το δικό μου σπίτι. Να είμαι μακριά από δω, από τη γειτονιά αυτή. Θέλω ν’ ακούω μουσική όποτε θέλω εγώ, να μην έχω τηλεόραση, να μ’ αγαπάει κάποιος και να τον αγαπάω κι εγώ, αλλά να μην έχω παιδιά και να μην παντρευτώ μικρή. Θέλω να κάνω πολλά ταξίδια., κατέληξα κι στράφηκα προς το μέρος της είδα πως εκείνη με κοιτούσε σα χάνος.

Δε σε καταλαβαίνω ώρες ώρες ρε φιλενάδα, μου λεει. Κι ύστερα: Αλλά είσαι η καλύτερή μου φίλη και σου ορκίζομαι, πως όσα χρόνια κι αν περάσουν, ό,τι και να κάνουμε, όπου κι αν είμαστε θα είμαστε πάντα μαζί, μου λεει και με παίρνει αγκαλιά.
Πάμε ν’ ακούσουμε τώρα τις καινούριες μου κασέτες;
Πάμε.

Κοντεύουν Χριστούγεννα.
Χτύπησε το τηλέφωνο το πρωί.
Έλα, φιλενάδα, που είσαι τι κάνεις; Χαθήκαμε ρε ψυχή, λεω στη Μαίρη.
Από μέσα ακούω το μωρό της να κλαιει και τον μεγάλο της γιο να γκρινιάζει. Σκάστε επιτέλους, φωνάζει εκείνη και γυρίζει πάλι στο ακουστικό.
Άσε, θα με τρελάνουν και τα δυο, σοβαρά σου μιλάω… Αμάν! Δώδεκα χρονών μουλάρι ο μεγάλος τίποτα δεν καταλαβαίνει ακόμα. Γκρινιάζει και συνερίζεται το μικρό λες κι είναι μωρό…

Ακούω λίγη ώρα τα δικά της. Την κούρασή της με τα δυο παιδιά, τα παράπονά της για το γάμο της που έχει ξεφτίσει, για τον άντρα της που έχουν χαθεί, για το σπίτι της που είναι μονίμως γεμάτο κόσμο, φίλους και συγγενείς και δε της μένει λίγη ώρα ξεκούρασης.
Θυμάσαι μια εποχή, τότε που ήμασταν εμείς στην ηλικία του γιου σου, τι ευχόσουν; της λεω, και της θυμίζω.
Αχ, ρε συ φιλενάδα, θυμάμαι, θυμάμαι, μου λεει και μελαγχολεί…
Κι εσύ θυμάσαι τι ευχόσουν; μου αντιγυρίζει την ερώτηση…
Αμ, πως δε θυμάμαι; της απαντώ και ρίχνω μια ματιά γύρω μου.

Έχω το σπίτι μου και τα κλειδιά μου εδώ και χρόνια, όπως ήθελα. Στο σπίτι μου έρχονται οι φίλοι μου όταν το θέλω εγώ, δεν μπαινοβγαίνει κόσμος χωρίς να με ρωτήσει. Ζω μόνη μου, δεν έχω παντρευτεί, δεν έχω παιδιά ούτε κανέναν πάνω απ’ το κεφάλι μου.
Ξέρεις κάτι, μου λεει η Μαίρη, δε φαντάζεσαι πόσες φορές έχω λαχταρήσει την ησυχία και την ηρεμία που είχα εκείνα τα χρόνια.
Νόμιζα πως θα ήμουν ευτυχισμένη μ’ ένα γάμο. Έπεσα έξω, φιλενάδα όμως, έπεσα έξω. Τουλάχιστον εσύ έχεις τη ζωή που πάντα ήθελες. Να ήξερες πόσο σε ζηλεύω γι αυτό… Για πες μου όμως τα δικά σου, είσαι καλά; Σε πήρα μονότερμα.
Καλά είμαι, της λεω κι έπειτα από λίγο, κλείνουμε το τηλέφωνο.

Δεν της λεω όμως πως οι γιατροί στους οποίους έτρεχα τις προάλλες που είπαν πως είμαι στα πρόθυρα υπερκόπωσης και πως τα νεύρα μου είναι χάλια. Δεν της λεω ούτε πως μου διέταξαν αυστηρή ξεκούραση, ξάπλα, ύπνο και καθόλου δουλειά τουλάχιστον για ένα δεκαήμερο.
Δεν της λεω πως ξεκίνησα χάπια για τους ιλίγγους και την αστάθεια και πως το πρωί παω τοίχο-τοίχο ως το μπάνιο. Ούτε πως μου είπαν πως αν καταρρεύσω τώρα θα μου πάρει μήνες για να συνέλθω. Δεν της είπα πως με το ζόρι βγάζω ένα οχτάωρο στο γραφείο κι όταν γυρίζω σπίτι δεν έχω κουράγιο ούτε να λούσω τα μαλλιά μου…
Και φυσικά, δεν της είπα πόσες φορές μου έλειψε το ασταμάτητο σούρτα-φέρτα του πατρικού μου σπιτιού, ο κόσμος που μπαινόβγαινε, οι συγγενείς κι οι φίλοι. Ούτε βέβαια της είπα εκείνο το κλασσικό: πρόσεξε τι εύχεσαι μην τυχόν και σου τύχει.

Δεν κάνει. Άγιες μέρες που είναι.
Στο κάτω κάτω εκείνη νομίζει πως είμαι ευτυχισμένη γιατί κάνω τη ζωή που ήθελα. Δεν υπάρχει λόγος να της χαλάσω τα κέφια. Άλλωστε ξέρω πως απ’ όσα ευχηθήκαμε, τουλάχιστον κρατήσαμε το ένα: δε χαθήκαμε.
Χρόνια πολλά, φιλενάδα. Και του χρόνου.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 23, 2005

Θαύμα! Θαύμα σας λεω καλέεε....



Ναι, βρε σκασμένα. Μην κουνάτε το κεφάλι με δυσπιστία.
Σας λεω, υπάρχει Θεός.
Κι όχι μόνο υπάρχει, αλλά έτρεξε και να με σώσει. Καλά, όχι ο ίδιος ο Μεγαλοδύναμος, δεν ασχολείται με μικροπράγματα σα τα δικά μου, πάντως έστειλε κάποιον αντιπρόσωπό του.

Τι νομίζατε δηλαδή;

Δεν έχετε διαβάσει τον Μεγάλο Κουέλιο (πως λέμε Μέγας Αλέξανδρος), τι έγραψε;
Εκείνο μωρέ, για το σύμπαν που άμα θέλουμε κάτι πολύ συνωμοτεί για να το αποκτήσουμε;
Μην ακούω βλακείες τώρα πως συνήθως συνωμοτεί για να γίνει η ζωή μας κώλος.
Είναι που είστε δύσπιστοι και δεν έχετε ακόμα αντικρίσει ένα αληθινό θαύμα.

Αρχίσατε ν' ανησυχείτε για τη διανοητική μου κατάσταση;
Μα γιατί δε με πιστεύετε; Το πράγμα είναι απλό.
Έβαλα μια φωνή, είπα ώπα αδέλφια, δεν αντέχω τα χω φτύσει τα χω παίξει, βοήθεια, τρέξτε φίλοι και γειτόνοι, και ιδού!
Το θαύμα!
Σήμερα το πρωί, ανοίγοντας ένα απ' τα ημέιλια μου, να το, ολοζώντανο το θάμα μπροστά μου. Σας το λέω καλέ κι ανατριχιάζω! Είναι ολοζώντανη η θρησκεία μας, κι ο Θεός μας, ο μοναδικός Θεός δηλαδή, ξέρετε της χριστιανικής ορθοδόξου εκκλησίας μας, είναι όχι μόνο ζωντανός, αλλά πανταχού παρών και τα πάντα πληρών! Εμένα λέτε ν' άφηνε παραπονεμένη;

Κι επειδή έχω χαρά μεγάλη και είμαι σίγουρη πως πλέον όλα μου τα προβλήματα θα λυθούν, θέλω να μοιραστώ και τη χαρά και το θαύμα μαζί σας.
Κι όχι μόνο το θαύμα, αλλά μή σας πω πως μαζί με μένα θα σωθεί κι άλλος κοσμάκης κοντά μου. Αμ, τι, εδώ ολόκληρο θαύμα έγινε, να μη βοηθήσω κι εγώ τους συνανθρώπους μου;
Αλλά μεγάλη η εισαγωγή και θα σας έχει φαει η αγωνία. Σας παραθέτω το μέιλι και θα δείτε και μόνοι σας γιατί έχω δίκιο και δεν τα παραλέω καθόλου:

URGENT ASISTANCE

MRS.ELIZABETH TAYLOR
EMAIL;
TEL; DATE; 23/11/2005

ATTN. SIR/MADAM

HELP NEDDED
THIS LETTER WAS BOUND OUT OF MY SINCERE DESIRE TO ESTABLISH A BUSINESS
RELATIONSHIP WITH YOU.
I GOT YOUR CONTACT THROUGH THE INTERNATIONAL TRADE COMMERCE CHAMBER (ITCC) IN KENYA. MY NAME IS MRS ELIZABETH KUNDE TAYLOR THE WIFE OF LATE BATURE KUNDE, WHO WAS THE DEPUTY MINISTER OF FINANCE UNDRE THE CIVILIAN GOVERNMENT OF PRESIDENT TIJAN KABA.
MY HUSBAND WAS KILLED AND MUTILATED BY THE MILITARY JUNTA LED BY MAJOR PAUL KOROMA WHEN HE OVERTHREW PRESIDENT TIJAN KABA LED CIVILIAN GOVERNMENT IN SIERRA LOENE.
WELL I DON'T KNOW HOW MUCH YOU KNOW ABOUT THE CIVILIAN WAR AND THE ENSUING POLITICAL CRISIS IN SEIRRA LEONE THEN AND NOW.

THIS PRESSURE OF WAR FORCED MY AND ME FAMILY INTO EXILE IN DIFFERENT COUNTRIES. AFTER THE DEATH OF MY HUSBAND, WE DISCOVERED AMONG MY HUSBAND'S DOCUMENTS, THAT HE HAS KEPT SOME FUNDS TOTALING
EIGHT MILLION UNITED STATE DOLLAR (US$8.000.000.00)
WITH A PRIVATE SECURITY COMPANY IN EUROPE. I AM NOW UNDER POLITICAL ASYLUM IN THE KENYA WITH TWO OF MY SON WHILE THE ELDEREST SON IS IN ASYLUM IN THE NETHERLANDS.

MY FAMILY AND I ARE SEEKING FOR A RELIABLE AND TRUSTED PERSON WHO CAN HELP US CLAIM AND INVEST THIS FUND.

WE HAVE PROPOSED 30% OF THE TOTAL SUM TO YOU WHILE 65% FOR MY FAMILY AND 5% WILL BE FOR ANY MISCELLENIOUS EXPENCES THAT MIGHT COME DURING THE PROCESS OF CLAIMING AND INVESTING THE FUND.

PLEASE KINDLY CONTACT MY SON IN THE NETHERLANDS AS MY POLITICAL SITUATION HERE IS NOT CONVINIENT FOR THIS TRANSACTION.
YOU MAY CALL MY SON MR. FAMOUS KUNDE TAYLOR WITH THIS TELEPHONE NUMBER; +31 61...... OR EMAIL US WITH THE EMAIL ADDRESS ABOVE.

PLEASE MAINTAIN ABSOLUTE CONFIDENTIALITY TO ENSURE SUCCESS IN THIS TRANSACTION. WE HAVE EVERY NECESSARY DOCUMENT TO RELATING TO THE DEPOSITING OF THE FUNDS TO THE SECURITY COMPANY IN EUROPE,

SIR WE ARE COUNTING ON YOU IN THIS BUSINESS RELATIONSHIP. I WILL EXPLAIN FULLY AS SOON AS YOU CONTACT US.

YOURS FAITHFULLY,

MRS. ELIZABETH TAYLOR

Λοιπόν, αδέλφια, τι λέτε τώρα;
Δεν πειστήκατε πως υπάρχει Θεός υπάρχουν και θαύματα;
Οχτώ εκατομμυριάκια είναι αυτά... το τριάντα τοις εκατό...χμμ δεν είναι κι άσχημα.

Τι λέτε ρε; Να κάνουμε μπίζνες; Είμαι σίγουρη πως αυτοί οι καλοί ανθρώποι θα ξέρουν κι άλλους καλούς ανθρώπους που θα ξέρουν άλλους καλούς ανθρώπους και που θα θέλουν να μας δώσουν το 30% διαφόρων ποσών, μη σας πω πως αν είμαστε καλά παιδάκια, έξυπνα και γατιά με πέταλα, θ' ανεβάσουμε σιγά σιγά και το κασέ...

Ορίστε λοιπόν, άπιστοι Θωμάδες.
Η λύση τόσον καιρό ήταν μπροστά στα μάτια μου... Και περίμενε τόσο καιρό ο καλός Θεούλης να έρθει η κατάλληλη στιγμή να μου την εμφανίσει.

Αμ πως!

Τώρα πια μπορώ να κοιμάμαι ήσυχη.... HALLELUIA!!!!!!

Τετάρτη, Νοεμβρίου 16, 2005

Τα χω παίξει....



Όμως εντελώς αυτή τη φορά λέμε.
Αλλού πατάω κι αλλού βρίσκομαι. Κυκλοφορώ (και δεν οπλοφορώ -ακόμη), σαν αυτόματο, ξεχνάω πράγματα μονίμως, νυστάζω συνεχώς, δεν προλαβαίνω να πάρω πρέφα τι μέρα είναι, τι ώρα είναι και τί καιρός.
Αν αυτή τη φορά καταφέρω να μη σαλτάρω, να μην καταρρεύσω και να μην ψοφήσω στην τελική,

...απο το καθημερινό τρέξιμο στη δουλειά,
( βλέπε: Ο Πανικός. Απ' την ώρα που μπαίνω στο γραφείο, το μεσημέρι, ως και τις εννιά, εννιάμιση που φεύγω συνήθως το βράδυ, δεν προλαβαίνω σχεδόν να σηκώσω κεφάλι.
Ούτε καφέ δεν προλαβαίνω να φτιάξω),
...απο το συνεχόμενο ξενύχτι κάθε βράδυ και το άγχος, προκειμένου να προλάβω τη δεύτερη δουλειά μου,
(είπαμε Τύπος Νυχτερινός, οκ, αλλά άλλο αυτό κι άλλο ζόμπι στην εικοστή συνέχεια της Νύχτας των Ζωντανών Νεκρών),
...απο τις τράπεζες που μου χουν ζαλίσει τον έρωτα στα καθημερινά τηλεφωνήματα για το χρέος της πιστωτικής κάρτας,
(τώρα άρχισαν κι οι επιστολές με απειλές για νομικές κινήσεις και τα απόκρυφα του Τειρεσία),
...απο το μονίμως -τελευταία- άδειο πορτοφόλι μου και τους λογαριασμούς που συσσωρεύονται στο γραφείο
(απ' όλα έχει ο μπαξές: ΟΤΕ, κινητό, ΕΥΔΑΠ, κοινόχρηστα, ίντερνετ, νοίκι του επομένου μήνα, τη ΔΕΗ ευτυχώς την πρόλαβα εγκαίρως),
...απο τις μαλακίες που βλέπω καθημερινά να συμβαίνουν γύρω μου,
(αυτό έχει ευρεία έννοια, ο καθένας συμπληρώνει ό,τι θέλει),
...κι απο τη δίαιτα αποτοξίνωσης,
(βρήκα κι εγώ η μουρλέγκω την ώρα... πέντε φρούτα τη μέρα και 3 λίτρα νερό...έλεος!)

ε, τότε, τι να πω!
Αν μη τι άλλο, θα μαι πολύ τυχερό πλάσμα!

Βοηθάτε συντρόφοι!
Στείλτε καφέδες, στείλτε τσιγάρα, στείλτε ταπεράκια με σαλάτες (είπαμε είναι κι η αποτοξίνωση στη μέση), στείλτε μου κανά μασέρ για τη μέση μου, στείλτε κανένα άνεργο μεταφραστή να τελειώσει το βιβλίο, στείλτε καμιά επιταγή, στείλτε κανά δικηγόρο για όταν θα με τραβάνε οι τράπεζες, στείλτε τέλος πάντων ό,τι έχετε ευχαρίστησις, δώστε και σώστε!

Άϊνταααα










Δευτέρα, Οκτωβρίου 31, 2005

Wonderful life


…Look at me standing
Here on my own again
Up straight in the sunshine

I need a friend
Oh, I need friend
To make me happy
Not so alone
Look at me here
Here on my own again
Up straight in the sunshine…

Είναι απίστευτο τι μπορεί να σου θυμίσει ένα τραγούδι στις τέσσερις το πρωί τελικά. Κι εκεί που έλεγες πως θα πας για ύπνο, να που βρίσκεσαι να γράφεις ποστ.
Χρόνια είχα ν’ ακούσω το Wonderful Life του Black ή αλλιώς Colin Vearncombe αν θυμάμαι καλά. Μια εποχή όμως το άκουγα συνεχώς.
Το κομμάτι, απ’ τον ομώνυμο δίσκο κυκλοφόρησε το 1987.

Το ’87 ήμουν δεκατριών χρόνων κι άκουγα, μεταξύ άλλων, Depeche Mode, OMD, Bryan Ferry/Roxy Music, ABC, Spandau Ballet και Culture Club.
Μοιραία λοιπόν μ’ άρεσε κι ο Black και τώρα που το σκέφτομαι η δουλειά του εκείνη ήταν και παραμένει ένα μικρό διαμαντάκι, κι η φωνή του ακούγεται ακόμα μαγική στ’ αυτιά μου. Όμορφες δουλειές, λυρισμός, ευαισθησία, χαμένες κάπου στη δεκαετία του ογδόντα.

Όχι πως ο καλλιτέχνης σταμάτησε εκεί.
Απ’ όσο θυμάμαι συνέχισε και συνεχίζει να ηχογραφεί.
Αλλά οι αποψινοί συνειρμοί δεν έχουν να κάνουν με τη συνέχεια της μουσικής σταδιοδρομίας του κυρίου Κόλιν. Έχουν να κάνουν με κείνη τη δουλειά του, τότε, του 1987.

Και κάπως έτσι πάνε οι αναμνήσεις κι οι συνειρμοί:

Με το Wonderful Life και τη μελαγχολία του που ταίριαζε γάντι με τη μελαγχολία και τη μοναξιά της εφηβείας μου που τότε ξεκινούσε.
Που μ’ έκανε ένα βράδυ να γράψω ένα γράμμα βασισμένο πάνω στους στίχους του κομματιού.
Ένα γράμμα που το έστειλα μετά σ’ ένα νεανικό περιοδικό της εποχής.
Και που το έστειλα στη μουσική στήλη του περιοδικού, τη στήλη που έγραφε τότε ο Νίκος Μουρατίδης.
Κι εκείνος το δημοσίευσε.
Κι εκείνο το γράμμα έφερε απαντήσεις στο περιοδικό.
Απαντήσεις παιδιών που ήθελαν να επικοινωνήσουν, να μιλήσουν, να μου γράψουν, γιατί πάνω κάτω ένιωθαν τα ίδια.

Τότε ήταν ακόμα της μόδας η αλληλογραφία. Η αλληλογραφία παλαιού τύπου, με κόλλα χαρτιού και στυλό και φάκελο και γραμματόσημα και ΕΛΤΑ και όλα τα συναφή.

Κι άρχισαν να έρχονται τα γράμματα απ’ όλη την Ελλάδα. Πέντε δέκα στην αρχή, ντουζίνες στη συνέχεια, εικοσάδες, πενηντάδες λίγο αργότερα.
Ο ταχυδρόμος μας είχε πάθει την πλάκα της ζωής του. Δεν μπορούσε να καταλάβει τί γινόταν και γιατί ξαφνικά το «μικρό» της οικογένειας λάβαινε τόσα γράμματα. Εγώ γελούσα, τηρούσα σιγή ιχθύος κι έπαιρνα τις ντάνες τα γράμματα σαν πολύτιμα λάφυρα, κι έτρεχα στο δωμάτιό μου να τα διαβάσω με την ησυχία μου.

Δε θυμάμαι πόσα ακριβώς ήταν τελικά. Κάπου μεταξύ εξακόσια και οχτακόσια πάντως.
Είχα χαζέψει κι εγώ στο τέλος. Δεν ήξερα σε ποιον να πρωτογράψω και τί να απαντήσω. Ένιωθα άσχημα για όσους άφηνα χωρίς απάντηση, αλλά το χαρτζηλίκι μου μόλις και μετά βίας έφτανε να καλύψει όσους είχα επιλέξει να αλληλογραφήσω μαζί τους.
Και ξαφνικά βρέθηκα με φίλους, φίλους σ’ όλη την Ελλάδα. Δεν έβλεπα την ώρα και τη στιγμή κάθε μέρα να γυρίσω τρέχοντας απ’ το σχολείο για να δω ποιος απ’ τους νέους μου φίλους μου είχε γράψει.
Έγραφα γράμματα σε κάθε πιθανή κι απίθανη ώρα της μέρας και της νύχτας θυμάμαι.
Σιγά σιγά ξεκαθαρίστηκε το τοπίο και κάποια άτομα έμειναν σταθερά μες τα επόμενα χρόνια.
Τους θυμάμαι όλους κι έχω κρατήσει σχεδόν όλα τα γράμματά τους.

Η Σοφία απ’ τα Σιάτιστα, μερικά χρονάκια μεγαλύτερη από μένα, που την έπνιγε η ζωή στην επαρχία και ήθελε να φύγει, να γλιτώσει απ’ τη μοίρα του χωριού της, αλλά παντρεύτηκε λίγο μετά που τέλειωσε το Λύκειο.
Ο Ηλίας απ’ την Αθήνα, που ονειρευόταν να σπουδάσει στο Παρίσι και τελικά τα κατάφερε και πήγε.
Ο Στέλιος απ’ το Βελεστίνο, που ήθελε να γίνει γιατρός και κατέληξε εστιάτορας λίγα χρόνια αργότερα, και μάλιστα μερακλής στη δουλειά του.
Ο Ηλίας που μου έγραφε απ’ την Αγγλία όπου σπούδαζε κι ας ήμασταν απ’ την ίδια πόλη. Όταν τελικά επέστρεψε στο Βόλο χαθήκαμε.

Ο Μιχάλης απ’ την Κρήτη με τον οποίο βρεθήκαμε χρόνια μετά στη Θεσσαλονίκη να σπουδάζουμε στην ίδια σχολή.
Η Αλέκα από τη Χίο, που έμεινε έγκυος στα δεκαεφτά, παντρεύτηκε, και χώρισε λίγα χρόνια αργότερα, με δυο παιδιά. Μου έγραψε κάποια στιγμή λέγοντάς μου πως θα παντρευόταν ξανά. Δεν έχω νέα της εδώ και χρόνια.
Η Ελένη απ’ τη Βέροια, ροκού, αναρχική και φρικιό, κάποια στιγμή κατέβηκε Αθήνα κι έχασα τα ίχνη της.
Ο Φώτης απ’ τη Θεσσαλονίκη, που χάθηκε στα δεκαεννιά από οβερντόζ.
Ο Μιχάλης απ’ τον Πειραιά, που έφυγε για Γερμανία και μάλλον είναι ακόμα εκεί.
Η Μαρία απ’ την Κέρκυρα που την έσπαγε στο ξύλο ο πατριός της κι όλο έλεγε πως θα το σκάσει απ’ το σπίτι μέχρι που το ‘σκασε, στα δεκαεφτά της. Δεν ξέρω τί απέγινε.
Ο Θοδωρής απ’ την Πρέβεζα, ο «ποιητής», που χρόνια μετά τον συνάντησα στο άσχετο στην Αθήνα να οδηγεί ταξί.

Κι ο Χρήστος απ’ την Καισαριανή.
Ο Χρήστος που απ’ τα δεκατρία μου ως τα εικοσιτρία μου δεν έλειψε στιγμή από κοντά μου.
Ο Χρήστος που πρωτοσυναντηθήκαμε όταν εγώ ήμουν στα δεκαπέντε κι εκείνος είχε πια τελειώσει το λύκειο κι ήρθε με το πρώτο του αυτοκίνητο για να με γνωρίσει από κοντά.
Ο Χρήστος που μεγαλώσαμε στην κυριολεξία μαζί παρά την απόσταση.
Ο Χρήστος που ήταν το αδελφικό μου φιλαράκι, το στήριγμά μου στις δύσκολες στιγμές.
Ο Χρήστος με τον οποίο βρεθήκαμε πιο κοντά όταν ένα καπρίτσιο της μοίρας μας έστειλε στην ίδια πόλη. Εγώ στα δεκαοχτώ για σπουδές κι εκείνος στα εικοσιδύο να υπηρετεί τη μαμά πατρίδα και ξαφνικά, από αδελφικοί φίλοι, βρεθήκαμε ερωτευμένοι και μαζί.
Ο Χρήστος που μου χάρισε τα τρία πιο όμορφα χρόνια της ζωής μου, πριν η μοίρα, για άλλη μια φορά, ξαφνικά αποφασίσει να μας χωρίσει.

Κύριε Κόλιν, σας ευχαριστώ πολύ για τη μελωδία σας εκείνη, για τα πρόσωπα που έφερε στη ζωή μου.
Άλλωστε είχατε δίκιο:
No need to run and hide
It's a wonderful, wonderful life
No need to hide and cry
It's a wonderful, wonderful life

Δευτέρα, Οκτωβρίου 24, 2005

Πολλές φορές ξεμένω ...

...από πολλά πράγματα.

Κατά κύριο λόγο από χαρτάκια.
Από φιλτράκια και να ξεμείνω δε με κόφτει πολύ. Κάνω και άφιλτρο.
Από καπνό, δύσκολα ξεμένω. Όλο και κάπου μες το σπίτι υπάρχει πάντα κανά απολειφάδι.
Από χαρτάκια όμως ξεμένω μονίμως. Όσα και να πάρω, σ' όσες γωνιές κι αν τα καταχωνιάσω για να έχω σε τέτοιες ώρες, όταν έρχονται οι "τέτοιες ώρες" πάντα βλέπω πως έχω πάλι ξεμείνει.

Άλλες φορές ξεμένω από καφέ. Άλλες από καθαρά ρούχα.
Άλλες από ψωμί στο σπίτι, από γάλα στο ψυγείο, από λεφτά.
Άλλες πάλι, από σύνδεση στο δίκτυο.


Ξεμένω κι από άλλα όμως.

Ξεμένω από χιούμορ.
Ξεμένω από κατανόηση.
Ξεμένω συχνά από υπομονή.
Κι ακόμα συχνότερα από συγνώμες.

Ξεμένω κι από θυμό.
Ώρες ώρες ξεμένω από μνήμες.
Από αναμνήσεις.
Από διαδρομές.

Κάποτε ξεμένω από συμπόνια.
Από ανθρωπιά.
Από αγάπη.
Από κομμάτια του εαυτού μου.

Ξεμένω από κουράγιο.
Πολύ συχνότερα ξεμένω από όνειρα.
Από ελπίδες.
Από ευχές.

Ξεμένω από αντοχές.
Από διάθεση.
Από έρωτα.
Από φίλους.
Από ανθρώπους.

Και τελικά... τελικά, για όλα τα παραπάνω δε με πειράζει και τόσο.
Έχω βρει λύσεις για όλα αυτά τα "αδειάσματα". Βάζω μπροστά τον αυτόματο πιλότο και πάω. Και κυλάνε οι μέρες.

Περισσότερο μ' ενοχλεί όταν ξεμένω από χαρτάκια. Όταν ξεμένω κι είναι αργά το βράδυ, η ώρα περασμένη και τα περίπτερα στην Πλ. Αμερικής κλειστά.
Γιατί ο αυτόματος πιλότος θέλει καύσιμα. Θέλει χαρτάκια, καπνό και καφέδες.
Ίσως ούτε τους καφέδες. Όμως χαρτάκια θέλει στα σίγουρα.


Now playing: November rain

Δευτέρα, Οκτωβρίου 03, 2005

Τρεις ντομάτες και τρεις πιπεριές

Μεσημέρι στο μαγαζί που δουλεύω.
Η γκόμενα του αφεντικού έχει μπαστακωθεί εδώ. Την έχω απ’ το πρωί στα πόδια μου και δε λεει να ξεκουμπιστεί ακόμα.
Περιμένει το μπιγκ μπος να επιστρέψει απ’ έξω και την τρωω εγώ στη μάπα στο μεταξύ.
Κοιτάζω αφηρημένα έξω στο δρόμο για να μη βλέπω τη φάτσα της και αναζωπυρώνονται όλα τα μαύρα, φονικά μου ένστικτα.

Ξαφνικά, προσέχω ένα γεροντάκι που στέκεται σχεδόν στη μέση του δρόμου.
Μα, που παει ο χριστιανός, αναρωτιέμαι.
Τον παρατηρώ. Είναι ψηλός, ξερακιανός, φοράει πουκάμισο θαλασσί, χωρίς σακάκι.
Στηρίζεται σε μπαστούνι και τρέμουν τα τέσσερά του. Μου μοιάζει πως όπου να ναι θα σωριαστεί κάτω.
Σταματάει έναν περαστικό και κάτι του λεει. Εκείνος ανασηκώνει τους ώμους του κι απομακρύνεται.
Σε λίγο το ίδιο σκηνικό. Σταματάει άλλον, του λεει κάτι κι ο διαβάτης του γνέφει αρνητικά και συνεχίζει το δρόμο του.
Η ίδια δουλειά πρέπει να έγινε κάπου έξι ή εφτά φορές.

Σκέφτομαι πως ίσως το γερόντιο να τα χει ψιλοχαμένα, να χει χάσει το δρόμο ή να μη θυμάται πώς θα γυρίσει στο σπίτι του. Ποιος ξέρει.
Σηκώνομαι και παω προς την πόρτα.
Που πας; μου λεει η χαζοβιόλα.
Τη γράφω κανονικά και βγαίνω έξω.
Πάνω στην ώρα, ο παππούς έχει σταματήσει άλλον περαστικό. Μέχρι να πλησιάσω, πιάνει τ’ αυτί μου κάτι για ντομάτες και πιπεριές.
Τι διάτανο, συλλογίζομαι... Μανάβικο ψάχνει;
Παω κοντά του την ώρα που ο περαστικός φεύγει βιαστικά μουρμουρίζοντας κάτι που δεν έπιασε τ’ αυτί μου.
Τί θες, παππού; τον ρωτάω. Ψάχνεις κάτι;
Με κοιτάει και με πιάνει απ’ το χέρι.
Θέλω κάποιος να παει ως το μανάβη, το Γιάννη, μου εξηγεί, και να μου πάρει τρεις ντομάτες και τρεις πιπεριές. Δε με κρατάνε τα πόδια μου να παω ως εκεί, και η γριά μου στο σπίτι τα περιμένει να φτιάξει φαί. Τα ξέχασα, να κοίτα, μόνο κρεμμύδια πήρα, έχω ξεκουτιάνει.

Σκύβει το κεφάλι λες και ντρέπεται.
Δε με κρατάνε τα πόδια μου, μου λεει και πάλι. Μπορείς εσύ να πας ως το Γιάννη; Μπορείς να πας να μου πάρεις τρεις ντομάτες και τρεις πιπεριές; Για γεμιστά; Έχω λεφτά, να κοίτα, θα σου δώσω και για τον κόπο σου.
Ανοίγει το πορτοφόλι του να μου δείξει τα λεφτά του.
Δε θέλω να μου δείξεις τα λεφτά σου, παππού, του λεω. Έλα μέσα να καθίσεις λιγάκι στο μαγαζί.
Τον πιάνω απ’ το χέρι. Ο γέρος τρέμει σα να κατάπιε κομπρεσέρ.
Τον φέρνω στο γραφείο.
Το μπάζο, η γκόμενα του αφεντικού δηλαδή, τον βλέπει και ξινίζει τα μούτρα της.

Τί έγινε, ΚΑΠΗ το κάναμε εδώ; μου πετάει και της απαντάω μ’ ένα χαμηλόφωνο άντε και γαμήσου.
Βάζω το γερόντιο να κάτσει, κι εκείνος δε σταματάει να μου λεει για τις ντομάτες και τις πιπεριές.
Άκου δω, θα βγω για λίγο να πάρω τα πράγματα του παππού. Έχε το νου σου για πέντε λεπτά, της λεω.
Μωρέ τι μας λες; Αυτό μας έλειπε, να τρέχουμε τώρα για τον κάθε γέρο που θα δούμε στο δρόμο!
Δεν έχεις παιδιά; Γυναίκα; του λεει, κι όσο κι αν την κατακεραυνώνω με το βλέμμα δε λεει να το βουλώσει.

Ο γέρος την κοιτάζει και σκύβει πάλι το κεφάλι.
Δεν έχω παιδιά, της αποκρίνεται. Η γριά μου δεν μπορεί να κατέβει τις σκάλες. Κι εγώ δε με κρατάνε τα πόδια μου να παω ξανά πίσω. Σε παρακαλώ, κοπέλα μου, κάνε μου τη χάρη, της λεει. Μόνο τρεις ντομάτες και τρεις πιπεριές θέλω…Να, κοίτα, έχω λεφτά, και κάνει πάλι την κίνηση ν’ ανοίξει το πορτοφόλι του.
Παππού, σταμάτα! τον προλαβαίνω. Θα παω εγώ να σου τα πάρω.
Το αρχίδι πετάγεται να πει ξανά κάτι.
Άντε και γαμήσου, Ελένη, της λεω, δυνατά αυτή τη φορά.

Βγαίνω και πηγαίνω στο μανάβη. Ψωνίζω τα πράγματα του παππού ενώ κανονίζω με τον Γιάννη να του τηλεφωνεί ο γέρος και να του στέλνει εκείνος τα ψώνια στο σπίτι με τον μικρό του μαγαζιού.
Πέντε λεπτά μου πήρε η όλη ιστορία.
Όταν γύρισα το μαγαζί ήταν κλειδωμένο κι ο παππούς με περίμενε στο δρόμο. Το κοπρόσκυλο είχε τσατιστεί κι είχε φύγει.
Σιγά τα ωά! Ας έκανε παράπονα στ’ αφεντικό να μου κάνει παρατήρηση. Μή χέσω!

Ο παππούς φεύγοντας είπε τόσα ευχαριστώ που έχασα το λογαριασμό και μ’ έκανε να νιώσω και άσχημα.
Μερικές ώρες αργότερα και λίγο πριν κλείσω να φύγω, είδα πάλι το γέρο έξω απ’ το μαγαζί.

Τί είναι παππού, του λεω;
Τίποτα, μου απαντάει.
Να, κατέβηκα να σου φέρω αυτό.
Και μου βάζει στο χέρι ένα σακουλάκι με καραμέλες.
Για το τσιγάρο, μου λεει. Για να μην καπνίζεις συνέχεια.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 29, 2005

Haiku

after we make up
on my ear lobe
black mascara

dense fog
I write my name
on the airport window

for me leaving
for you staying
two autumns

my coat dripping
two hours in the rain
without you

making up a quarrel
apparently ashamed
to be the first to smile

leaving you
in the crowded train
alone

not knowing what to say
he mails only
the envelope

she cant read
he cant write
yet between them a romance

early morning voices
and the scent of you
half a pillow away


Manu Bazzano

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 23, 2005

Καφές, τσιγάρο και η πουτάνα η ζωή

Τσιγάρο και καφές, καφές και τσιγάρο.
Και ανία, βαρεμάρα και πλήξη.

Το χέρι μου χαϊδεύει την κόκκινη ταμπακιέρα ενώ κοιτάζω αφηρημένη την ωραία που κοσμεί την επιφάνειά της, ν’ αγκαλιάζει όλο ηδυπάθεια το τέρας.
Χαρτάκι γλυκόριζας σε σκούρο καφέ χρώμα, φίλτρο λευκό, λεπτό, στο ένα χέρι. Καπνός μυρωδάτος κλεισμένος στο περιτύλιγμά του που χει το μπλε του κοβαλτίου.
Στρίψιμο του τσιγάρου, κίνηση αυτόματη πια, χωρίς σκέψη.
Κι ύστερα, η αμυδρή γεύση της κόλλας στην άκρη της γλώσσας μου.

Μια ρουφηξιά.

Κούπα με καφέ μπροστά μου.

Άλλοτε ελληνικός βαρύς γλυκός, με δυο δάχτυλα ντελβέ.
Άλλοτε γαλλικός, μυρωδάτος κι αχνιστός, χωρίς γάλα, με λίγη καφέ ζάχαρη για να βγαίνει στο στόμα η πικράδα του.
Καμιά φορά καπουτσίνο ή εσπρέσο. Από τους έτοιμους. Στα φακελάκια. Με γάλα πολύ και κανέλα επίσης.

If I ever loose my faith in you… επαναλαμβάνει μελωδικά ο Sting σ’ όσες ιδιωτικές συναυλίες θέλω.

Αλλά, παρόλα αυτά, ανία, ανία και βαρεμάρα.

Κόσμος μπαίνει και βγαίνει στο σπίτι, τηλέφωνα χτυπάνε συνεχώς, κινητά και σταθερά.
-Που είσαι; γιατί δεν απαντάς στα τηλέφωνα; Σε ψάχνω, ακούω στα μηνύματα του τηλεφωνητή.

Κουνάω το κεφάλι. Δεν έχω τίποτα να πω, δε θέλω να μιλήσω. Θέλω μονάχα να μπορούσα να αρχίσω πάλι τα ταξίδια, να φύγω.
Όλο και πιο έντονα τελευταία όλα γύρω μου προξενούν πλήξη και ανία, ατέλειωτη ανία. Κι η μπλογκόσφαιρα το ίδιο. Διαβάζω λίγους, αυτούς που θέλω, στο μόνιτορ πια δε ρίχνω σχεδόν ματιά.

Τσιγάρο ξανά.
Ο καφές έχει τελειώσει. Σκέφτομαι να βάλω κι άλλον όταν χτυπάει το κουδούνι. Ανοίγω.

Η έκπληξη. Ένας φίλος μ’ ένα σιντί.

Θέλω ν’ ακούσεις κάτι, λεει με το που μπαίνει, και βάζει το σιντί να παίξει.
Φάνκι – χιπχοπ ρυθμοί γεμίζουν το σπίτι. Αυτό που ακούω μου αρέσει.
Επιτέλους, κάτι φρέσκο, σκέφτομαι και χαμογελάω.
Κρατάω ένα στίχο απ’ όσους περνούν με ταχύτητα χιπχοπχάδικη: …για την πουτάνα τη ζωή…

Δίκιο έχουν, πανάθεμά τους. Πολύ μου άρεσαν… Έσπασε η ανία, έστω και για λίγο.

Θα βάλω αργότερα καφέ…Φτάνει για σήμερα.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 14, 2005

Σας αρέσουν τα κρουασάν;

Αν ναι, το Καλύτερο που μπορεί να συμβεί σ' ένα κρουασάν είναι να....

το διαβάσετε.

Αν και ο Πάμπλο έχει την άποψη πως το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σ' ένα κρουασάν είναι να το αλείψουν με βούτυρο και να το... φάνε, και φυσικά δε θα διαφωνήσω καθόλου μαζί του, νομίζω πως το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σε σας είναι να το διαβάσετε.



Κι εξηγούμαι:

Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σ' ένα κρουασάν
Εκδόσεις Opera
Συγγραφέας Πάμπλο Τουσέτ

Λυπάμαι που δεν τον ανακάλυψα νωρίτερα.
Ήταν απ' τα καλύτερα που διάβασα τον τελευταίο καιρό.

Περιμένω εναγωνίως να γράψει το επόμενό του κι ελπίζω να μην το αργήσει πολύ.

Πολύ τον πήγα αυτόν τον τύπο σας λέω... Μα πάρα πολύ.

Α! Και κάτι ακόμα.

Η μετάφραση "κεντάει"!
Σπάνιο πράγμα τόσο ζωντανή, μαστορική δουλειά. Ο Κρίτων Ηλιόπουλος είναι άξιος επαίνων... Τη ζήλεψα τη δουλειά του, αλήθεια...

Ψάξτε το, αξίζει τον κόπο.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 08, 2005

Αρκετά συχνά...

...σκέφτομαι πως το πιο "παρεξηγημένο" αγαθό, που όλοι νομίζουμε πως εξ' ορισμού κατέχουμε, είναι η ελευθερία.

Όταν ρωτήσεις τον οποιονδήποτε αν θεωρεί πως είναι ελεύθερος, θα σου απαντήσει αυθόρμητα "ναι!"

Αν του ζητήσεις να σκεφτεί λίγο καλύτερα, πιθανότατα θα σου κάνει μια αντιπαράθεση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν για να σου αποδείξει πόσο "πιο ελεύθερος" είναι ο κόσμος σήμερα. Λες κι είναι θέμα ποσότητας. Λιγότερο ελεύθερος, περισσότερο ελεύθερος... λες και δε θα έπρεπε η ελευθερία να είναι μιά μόνο έννοια, χωρίς μέτρο και ζύγι..
Και δε θα σου πει μόνο πως ο κόσμος είναι πιο ελεύθερος. Θα πει τα ίδια και για τη σκέψη του, τη γνώμη του, τον Τύπο και τα Μ.Μ.Ε., τη γνώση, μπλα μπλα μπλα.....
Και να τότε που ήμασταν σκλαβωμένοι, και να αργότερα που υπήρχε Κατοχή και να το ένα και να το άλλο... Όλα για τη λευτεριά του ατόμου έγιναν άλλωστε.
Φυσικά, μέσα σ' όλα τα υπόλοιπα, έχουμε και τη σύγκριση ανάμεσα στο δυτικό πολιτισμό και τον ανατολικό. Άλλος ορυμαγδός επιχειρημάτων απο κει.

Τώρα, αν τυχόν και ζορίσεις κι άλλο τα πράγματα ίσως που και που, ν' αντικρύσεις ένα προβληματισμένο βλέμμα, και κάποιες φορές άτομα που θα συμφωνήσουν μαζί σου.
Σε γενικές γραμμές όμως, σε κανένα δεν αρέσει να σκέφτεται πως δεν είναι πραγματικά ελεύθερος.

Ούτε και σε μένα αρέσει, κι ας το σκέφτομαι.

Κι είμαστε κι άτυχοι βλέπεις...
δεν έχουμε καν την πολυτέλεια να πιστέψουμε πως ίσως μεν δεν είμαστε ελεύθεροι, αλλά μια μέρα ΘΑ ελευθερωθούμε.

Ή άλλιώς:

Γιατί ενύχτωσε κ' οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 02, 2005

Οι Ινδιάνοι

Προ καιρού διάβασα κάπου για ένα έθιμο των Ινδιάνων.

Αδύνατο να θυμηθώ πού το διάβασα (αν και θα το ψάξω μήπως βρω λινκ), ούτε και θυμάμαι σε ποια φυλή αναφερόταν.


Όμως ήταν απ' αυτά που ενώ διαβάζεις τυχαία, σου εντυπώνονται στο μυαλό και στις πιο άσχετες στιγμές, αργότερα, σου ξανάρχονται και σε βάζουν σε σκέψη.
Πράγμα καλό δηλαδή, δεν υπάρχει χειρότερο για την καρδιά μας απ' την αχρηστία και την τελμάτωση του μυαλού μας.

Η ιστορία που διάβασα είχε ως εξής:

Κάθε χρόνο, στη διάρκεια μιας μεγάλης γιορτής όπου συμμετείχε όλη η φυλή, ηλικιωμένοι νέοι και παιδιά, στο τέλος λάβαινε χώρα μια τελετή.

Το νόημα, κατ' αρχήν της γιορτής, ήταν να έρθουν όλοι κοντά.
Έπειτα απο τα τραγούδια και τους χορούς, τα μέλη της φυλής έπαιρναν με τη σειρά το λόγο κι αφού ζητούσαν συγνώμη για όσα θεωρούσαν εκείνοι πως είχαν κάνει λάθος, στη συνέχεια, έλεγαν ευχαριστώ στους κοντινούς τους ανθρώπους για την αγάπη και τη συμπαράστασή τους.

Ευχαριστούσαν τους προγόνους τους για την καθοδήγηση και την προστασία τους, καθώς και τη φύση που τους έτρεφε, τους προστάτευε και τους κρατούσε ζωντανούς.

Το κεντρικό νόημα της γιορτής όμως, ήταν στην τελευταία τελετή.
Για να τονίσουν πως το σημαντικότερο ήταν οι ανθρώπινες σχέσεις και το δέσιμο με τους ανθρώπους τους κοντινούς σου, και όχι η κατοχή των υλικών αγαθών και γενικώς των αγαθών, το κάθε μέλος της φυλής, ερχόταν στη μεγάλη φωτιά και πέταγε εκεί το πιο αγαπημένο του αντικείμενο...

Σκεφτείτε το...

Το πιο αγαπημένο του αντικείμενο.

Για να δείξει πως μπορούσε να το κάνει, πως τα αντικείμενα δεν είχαν την ίδια αξία μπροστά στις ανθρώπινες σχέσεις και τη ζωή.
Πως προείχε η επαφή, η πνευματικότητα, ο έρωτας, η ζωή, η οικογένεια, η επιβίωση, απο τα αντικείμενα.

Κάθε φορά που ξαναθυμάμαι την ιστορία αυτή, κάθε φορά που έρχεται ξανά στο νού μου, όπως τώρα καλή ώρα, κάνω στον εαυτό μου την ίδια ερώτηση.

Ποιο είναι το πιο αγαπημένο σου αντικείμενο, Ιφιγένεια;

Στην αρχή μπερδεύομαι. Μου έρχονται ένα σωρό στο μυαλό.
Μετά, σιγά σιγά, η λίστα μειώνεται, το τοπίο ξεκαθαρίζει.
Και στο τέλος, καταλήγει σε ένα. Σ' ένα πράγμα μονάχα.

Και τότε, ρωτάω τον εαυτό μου: Θα μπορούσες εσύ να αποχωριστείς αυτό το αντικείμενο;
Θα μπορούσες να το ρίξεις, με τη θέλησή σου, σε μια φωτιά, για να δείξεις πως δεν κρατιέσαι απο αντικείμενα;
Για να δείξεις, και σε σένα και στους άλλους, πως τα σημαντικά είναι αλλού, κι όχι στα πράγματα;
Θα άντεχες ν' αποχωριστείς αυτό που αγαπάς τόσο, που σημαίνει τόσα για σένα;
Δεν έχει σημασία τί είναι το αντικείμενο.

Μπορεί να είναι ένα βιβλίο, ένα ρούχο, ένα βότσαλο, ένα κόσμημα, μια κούκλα, ένα γράμμα, μια φωτογραφία, μπορεί να είναι οτιδήποτε...

Θα μπορούσες; ρωτάω τον ευατό μου και δεν έχω εύκολη απάντηση.


...Εσείς;
Εσείς θα μπορούσατε;



Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 01, 2005

Δεν παω λέμεεε!

Η ώρα έχει παει πια εφτά παρά δέκα.
Το πρωί. Έξω έχει ξημερώσει για τα καλά.

Όχι, δεν με πιάσαν οι καλοσύνες μου σήμερα ώστε να ξυπνήσω αξημέρωτα.
Απλώς, δεν έχω παει ακόμα για ύπνο.

Άλλαξε ο μήνας. Πέμπτη, πρώτη του Σεπτέμβρη, σκέφτομαι. Παλιά, όταν ήμουν στο σχολείο, τούτες οι μέρες είχαν μια γλυκόπικρη αίσθηση...τέλειωνε το καλοκαιράκι, άρχιζαν τα σχολεία. Κάπου μελαγχολούσαμε, κάπου το θέλαμε.

Τώρα δεν έχω κάτι να με μελαγχολεί και συγχρόνως να με θέλγει. Άλλωστε, τώρα πια δεν έχουμε και φθινόπωρο.

Όμως, πράγμα όχι σπάνιο, άλλα σκέφτεται το μυαλό μου, άλλα η ψυχή μου, κι άλλα φτάνουν να γίνονται λέξεις στις άκρες των δαχτύλων μου και πάνω στο πληκτρολόγιο.

Ας το πάρω πάλι απ' την αρχή.

Γύρισα σπίτι κατά τις τρεις, έπειτα απο μια πολύ ωραία βραδιά με αρκετά μεγάλη παρέα, έχοντας στα χέρια μου μια υπέροχη ταμπακιέρα και μια εξίσου όμορφη δερμάτινη θήκη για τον καπνό μου.
Δώρο αναπάντεχο και πολύ όμορφο, χειρονομία πολύ ευγενική και συγκινητική και μάλιστα απο άνθρωπο που πρώτη φορά μας συναντούσε. (ευχαριστώ!)

Δε μου κανε καρδιά να πέσω για ύπνο, μολονότι κουρασμένη.

Τι κάνεις λοιπόν όταν δε θες να κοιμηθείς με τίποτα, αλλά δεν είναι σαββατοκύριακο και ξέρεις πως την άλλη μέρα θα πρέπει να πας για δουλειά;

Ότι έκανες και την προηγούμενη μέρα.
Δεν πας για δουλειά.

Εκεί ήθελα να καταλήξω. Δεύτερη μέρα κοπάνας απ' τη δουλειά.
Όχι επειδή ξενύχτησα.
Όχι λόγω πιοτού και hangover (ούτε ήπια, ούτε hungover έχω).
Όχι επειδή αύριο έχω να κάνω κάτι εξαιρετικό κι είπα να γαμήσω τη δουλειά.

Έτσι απλά, δε θέλω να παω για δουλειά. Αρνούμαι. Δε θέλω. Δεν παω λέμεεεε!

Έκατσα και τέλειωσα τα "Κορίτσια των Γκαρσία", έφτιαξα κι ένα French manucure, έβγαλα τη γάτα (που είχε σαλτάρει κυνηγώντας ένα μυγάκι και μου χε πρήξει το συκώτι), έξω απ' το δωμάτιό μου, έκλεισα το μάτι στον ήλιο που σκαγε μύτη, κι έγραψα ένα ποστ για να χαιρετήσω τον καινούριο μήνα με κοπάνα απ' το γραφείο.

Δεν παω λέμεεε!

Καλό μήνα σε όλους.

Υ.Γ. Ψάχνω για καινούρια δουλειά. Το περιβάλλον πια, (ή για να είμαι ειλικρινής, εδώ και καιρό), δε με σηκώνει...
Κανένας υποψήφιος εργοδότης να του στείλω βιογραφικό;
Θα μου πεις τώρα, λες πως κάνεις κοπάνες απ' το γραφείο και ψάχνεις και υποψήφιο εργοδότη; Ε, μα, φαντάζομαι, εκτός απο τα άλλα μου προσόντα, θα εκτιμήσει ΚΑΙ την ειλικρίνειά μου!

Δευτέρα, Αυγούστου 08, 2005

Θα ήθελα να…

έχω μονίμως απόθεμα από παγωτό πεπόνι. Του Σκλαβενίτη. Το φτηνό.
Έχει υπέροχη γεύση…


ρίξει μια βροχή που να κρατήσει όλη νύχτα.




να μην ξεμένω από καπνό και χαρτάκια.


είχα ένα σπίτι με μεγάλα μπαλκόνια ή, ακόμα καλύτερα, μεγάλο κήπο.


είχα ακόμα τον Μπιτιγιού.



ήταν χειμώνας, με χιόνι βαρύ, να ήμουν στο σπίτι στη Ζαγορά –όπως ήταν πριν την ανακαίνιση– να ζει ο παππούς μου και να μου ψήνει κάστανα στο τζάκι.


μακρύνω κι άλλο τα μαλλιά μου.



έχω ξανά δική μου μηχανή.


γράψω κι άλλη νουβέλα.


παω διακοπές φθινόπωρο στο Πήλιο με τη Γιάννα.


αγοράσω (κι αυτή τη φορά να μη χάσω) το Άρωμα του Ονείρου.


δω ένα ξημέρωμα στον Άη-Γιάννη.


ανέβω στην Ακρόπολη.


δω ένα ηλιοβασίλεμα στη Σαντορίνη.


πήγαινα στα μαγαζιά για ν’ αγοράσω δώρα στους αγαπημένους μου ανθρώπους.



...θα ήθελα ακόμη να

είχα ένα ολόκληρο καλοκαίρι δικό μου, να είμαι σ’ ένα νησί, να γυρνάω όλη μέρα στα σοκάκια του και ν’ αράζω με τις ώρες στην παραλία.

μάθω να οδηγώ αυτοκίνητο.
χάσω δέκα κιλά.

πήγαινα για καφέ με κάποιους παλιούς φίλους.
άκουγα ξανά τη φωνή σου.

βάλω σε κορνίζα το πορτρέτο σου.
ακούσω ξανά τη μάνα μου να γελάει, όπως τη θυμάμαι παλιά.

να έχω λίγη απ’ την παλιά μου ηρεμία και μοναξιά.
ξημερώσει μια μέρα όπου δε θα χτυπήσει κανένα τηλέφωνο. Ούτε σταθερό, ούτε κινητό.

τραβήξω ξανά ασπρόμαυρες φωτογραφίες.
μπορέσω να συγχωρέσω.

ζωγραφίσω πάλι με κάρβουνο.
ανέβω στο ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία.

έχω λιγότερο άγχος.
ήσουν ακόμα εδώ.

ξαναβρώ τα καλοκαίρια της εφηβείας μου.
παω θερινό σινεμά.

συναντήσω τη Λίζα στο Τρινιτάντ.
είχαμε ζήσει κι άλλα μαζί.

δω το Κάμελ τυπωμένο.
συναντούσα ξανά τον Τάσο.

ζωγραφίσω ξανά έναν τοίχο.
φυσήξει ένα αέρας τρελός και μανιασμένος κι εγώ να περπατάω στους δρόμους.

πιω καφέ στην Αριστοτέλους.
ταξιδεύω έναν ολόκληρο χρόνο.

Πότε είναι η νύχτα της βροχής των Λεοντιδών;
Πόσες ευχές δικαιούμαι να ζητήσω;
Πόσες άραγε, μπορούν να μου χαρίσουν;



Πέμπτη, Αυγούστου 04, 2005

Τί το θελες πουλάκι μου το ντελίβερι;

Κοντεύει τρεις το μεσημέρι και στο γραφείο δεν υπάρχει ούτε έστω μια προπολεμική φρυγανιά για ροκάνισμα.
Το στομάχι μου εδώ και ώρα συνθέτει συμφωνίες κι αν πιω άλλη μια γουλιά καφέ μου φαίνεται πως θ' αρχίσει να παίζει και ταμπούρλο.
Το πρωί μου είχαν φέρει ένα φυλλάδιο κάποιου Ιταλικού εστιατορίου και ξαφνικά μου ρθε η φαϊνή ιδέα: Θα έπαιρνα φαγητό απ' έξω.



Δεν το κάνω πολύ συχνά, ιδίως άμα δεν ξέρω το εστιατόριο, έλα ντε όμως που τα δύο απ' τα οποία συνήθως παραγγέλνουμε είχαν κλείσει. Απ' την άλλη πάλι, το φυλλάδιο που λέγαμε αναφερόταν σε σχετικά γνωστό εστιατόριο της Φωκίωνος, οπότε είπα κι εγώ, τί στο διάτανο, κάτι της προκοπής θα χει.

Πήρα τον κατάλογο στα χέρια μου κι άρχισα να τον ξεφυλλίζω.
Αποφασίζω να παραγγείλω εσκαλόπ με σως μαδέρα, που μαύρη η ώρα κι η στιγμή...
Δεν είχα δοκιμάσει ξανά το συγκεκριμένο πιάτο, αλλά μου κατσε ωραία στ' αυτί (όχι δεν είμαι ξανθιά βαμμένη μελαχρινή), κι είπα να το δοκιμάσω.

Παίρνω τηλέφωνο κι αφού πέρασα πέντε λεπτά στην αναμονή, κι άλλα δέκα να προσπαθώ να συννενοηθώ με την υπεύθυνη που δεν εννοούσε να καταλάβει πως θα κάνει παράδοση σε γραφείο και ζητούσε όνομα, επίθετο, τηλέφωνο -μόνο ΑΦΜ και βεβαίωση απ' το ΙΚΑ δεν ήθελε- κάποια στιγμή τέλειωσε ο γολγοθάς κι είχα πια κατορθώσει να παραγγείλω το ρημάδι, παρά τα δώδεκα ευρουλάκια του...

Και περιμένω, και περιμένω, και περιμένω... όχι να περάσει το τρένο, αλλά να εμφανιστεί ο ντελιβεράς με το εσκαλόπ μου... Και περνούν σαρανταπέντε ολόκληρα λεπτά...
Μα τι διάτανο, τώρα το σφάζουν το ζωντανό;
Πάνω που ήμουν έτοιμη να πάρω ξανά τηλέφωνο και να αρχίσω τα καντήλια, εμφανίζεται ο ντελίβερι μποι... Λέω μέσα μου άει σιχτίρ, δώσε τόπο στην οργή... Σε λίγο το στομαχάκι σου θα σταματήσει να παίζει την 9η του Μπετόβεν...

-Δεκαπέντε ευρώ, μου λέει το αλλοδαπό.
-Μα ο κατάλογος λεει δώδεκα, του κάνω εγώ...
-Ναι, μου απαντάει, αλλά παραγγείλατε και ψωμί! (συγνώμη παιδιά, δε θα το ξανακάνω!)

Τρία ευρώ το κουβέρ!!! μουρμουρίζω μες τη τσαντίλα, αλλά αποφασίζω να το πνίξω κι αυτό... Ψάχνω για τα υπόλοιπα ψιλά, βρίσκω, του τα δίνω, φεύγει.
Ανοίγω την, ομολογουμένως προσεγμένη, συσκευασία και το ωραίον του πράγματος σταματά εκεί.

Διότι εγώ η κουτή, χαζή κι ανόητη (το ίδιο πράγμα δεν είναι όλα τούτα μπαι δε γουέι;), περίμενα να αντικρίσω κάτι, χμμμ... πάνω κάτω σαν κι αυτό:



...όμως, αντίκρισα κάτι μάλλον σαν... αυτό:

ή έστω, σχεδόν σαν κι αυτό... Μου ρθε ο θάνατος!

Βλέπω ένα πιατάκι τύπου Σάνιτας χωρισμένο σε τρία μέρη.
Στο ένα υπήρχε το υποτιθέμενο εσκαλόπ.
Στο άλλο πατάτες τηγανιτές (που δεν τις ήθελα) και στο τρίτο ολίγη από σαλάτα.

Τα εσκαλόπ ήταν τελικά κάτι κομμάτια λεπτού μεν αλλά σχεδόν άψητου κρέατος που κολυμπούσαν σε μια περίεργη, πηχτή σάλτσα, πνιγμένα σ' ένα σωρό μανιτάρια και μάλιστα κονσέρβας.
Η γεύση άθλια... Δεν τρωγόταν με τίποτα...
Κάνω μια φιλότιμη προσπάθεια, δυο, τρεις, μπα! Πού να πάει κάτω... Θα έπρεπε να το σπρώξω με το σκουπόξυλο και πάλι...

Ρίχνω ένα βλέμμα στις πατάτες... Τηγανισμένες τόσο που έμοιαζαν πια με τσιπς Τσακίρης, μαύρες και γκαργκανιασμένες... θα ΄χαν να αλλάξουν καιρό το λάδι της φριτέζας μάλλον... Το απέκλεισα κι αυτό παρόλη την πείνα μου.

Απελπισμένη πια, στράφηκα στην ας πούμε σαλάτα.
Ήταν ένα μίγμα από δύο τούφες κουνουπιδιού, τρεις κορυφές μπρόκολου, πέντε ροδέλες καρότου κι αυτό ήταν όλο.... Έτοιμη κατεψυγμένη συσκευασία κι ούτε καν του επιπέδου Μπάρμπα-Στάθης ρε παιδί μου!
Επίσης, ούτε ίχνος λαδιού, ξυδιού, σος, λεμονιού ή οποιουδήποτε σχετικού αρτύματος...

Δε βαριέσαι λέω μέσα μου, από το ολότελα, καλή κι η Παναγιώταινα...

Κόβω μια μπουκιά ψωμί και τσιμπάω μια τούφα κουνουπίδι...
Με το που το φέρνω ως το στόμα μου κόντεψα να βγάλω το στομάχι μου από τη μπόχα...

Μπόχα, ναι μπόχα...
Όχι, δεν ήταν χαλασμένη η σαλάτα... απλώς, βρώμαγε ψαρίλα...
Γιατί ψαρίλα; Θα σας γελάσω και δεν το θέλω... Λεω βρε λες να είναι η ιδέα μου;
Μπα, δυστυχώς όχι...δεν ήταν... Η σαλάτα μύριζε ψαρίλα...

Είπα να πάρω τηλέφωνο τελικά να τους ξεχέσω... Αλλά δεν το έκανα...
Δεν άντεχα αδελφάκι μου. Είχα τσακίσει απ' την πείνα, την κούραση και τη ζέστη.

Βγήκα έξω και πέταξα στον κάδο απορριμάτων όλο το πακέτο...
Κράτησα το ψωμί και το μασούλησα αργά λες κι ήταν παντεσπάνι στην Κατοχή...
Βρε πώς ακρίβυνε τελικά το ψωμάκι...
Δεκαπέντε ευρουλάκια το πλήρωσα...

Ηθικά διδάγματα της ιστορίας:

-Ποτέ μην κρίνεις βιβλίο απ' το περιτύλιγμα
(ή γκόμενο, αυτοκίνητο, φαί απο τη φωτογραφία του φυλλαδίου κοκ)
-Η πείνα είναι κακός σύμβουλος
-Καλά έκανε η γιαγιά μου και νήστευε μέχρι το δεκαπενταύγουστο

Δευτέρα, Ιουλίου 25, 2005

S.O.S. Οδηγίες προς ναυτιλλομένους παρακαλώ...

Φέτος, δε μου περισσεύει φράγκο τσακιστό για διακοπές.
Μία, σάλιο, νιέντε, νάδα που λένε.

Κάτι απρόοπτα, κάτι θέματα υγείας, κάτι οι δουλειές που μείναν πίσω, ε, πολύ θέλει;
Τα κατάφερα η γυναίκα, κι έμεινα ταπί και ψύχραιμη (;) -λέμε τώρα-

Φέτος όμως, ειδικά φέτος, το χω όσο ποτέ ανάγκη να φύγω κάπου για λίγες μέρες. Και το ότι θα παω μια βδομάδα στην κυρία Βικτωρία (τη μάνα μου ντε!), δεν πιάνει για διακοπές, όσο κι αν θέλω να το δω έτσι.
Καλός κι ο Βόλος, ακόμα καλύτερο το Πήλιο, όνειρο οι Β. Σποράδες, αλλά δεν είναι διακοπές αυτό. Απ' τη μια, όταν γυρνάς στο πατρικό σπίτι, απ' όπου λείπεις κοντά δεκατέσσερα χρόνια τώρα, κάπως σου κάνει όλο αυτό.
Γυρνάς και η αίσθηση η μόνιμη είναι κάτι σαν το άσμα:
"Όλα τριγύρω αλλάζουνε, κι όλα τα ίδια μένουν..."
Απ' την άλλη, στα υπόλοιπα μέρη έχω παει καμιά εκατοστή φορές στα τελευταία χρόνια, και πως να το κάνουμε, όχι πως δε μ' αρέσουν, όχι πως δεν πήγαινα ξανά ευχαρίστως κάποια στιγμή, αλλά όχι τώρα...


Αυτόν τον καιρό, έχω ανάγκη να βρεθώ κάπου όπου δεν έχω ξαναπάει.
Να βρεθώ σ' ένα μέρος που δεν έχει καθόλου αναμνήσεις. Και να ναι κάπου χωρίς τρομερή κοσμοσυροή και φασαρία.
Να χει μόνο ατέλειωτες παραλίες, καλά μπαράκια, ωραίο ψάρι και καλή παρέα.

Θα μου πεις τώρα, που μας μωρή ζουρλή, εδώ ο κόσμος καίγεται...
Το νοίκι περιμένει να πληρωθεί, για τη ΔΕΗ κάνουμε το μαλάκα, για το τηλέφωνο με τα χίλια ζόρια τα βρήκαμε τα όβολα, οι διακοπές σε μάραναν...

Κι όμως, με μάραναν...
Άλλωστε, η φτώχια θέλει καλοπέραση,
μια ζωή την έχουμε κι αν δε τη γλεντήσουμε,
ή όπως λεει συχνά πυκνά η κυρά Βικτωρία, "εμείς είμαστε φτωχοί από πολλά, απο ένα ακόμα θα φτωχύνουμε;"
ή αλλιώς, όπως λεω εγώ ΘΕΛΩ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΔΗΠΟΤΕ...

Χμμ... Did i make myself clear?

Όπερ, όσο αφραγκία και να χει πέσει, έχουν πέσει άλλες τόσες καράφλες και στριμώγματα τελευταία, κι εγώ πρέπει, πάση θυσία, να ηρεμήσω λιγάκι και να ανασυνταχτώ.
Έτσι, μετά απο ατέλειωτες δόσεις brainstorming, αποφασίσαμε με μια κολλητή μου να βρούμε μια λύση οικονομική και να την κοπανήσουμε για κανά δεκαήμερο.
Παραπάνω δεν μας παίρνει, εκείνη λόγω δουλειάς, εμένα λόγω επίσης δουλειάς plus και του οικονομικού.

Πως όμως να τη βγάλουμε φτηνά και να πάμε και κάπου που θα μας αρέσει;
Αφού απορρίψαμε καμιά εκατοστή πιθανά (και απίθανα) σενάρια, καταλήξαμε ΕΔΩ:



Το οποίον ΕΔΩ, σημαίνει Ελαφόνησος

Κι εντάξει, για την Ελαφόνησο έχω ακούσει διάφορα, διάβασα στο δίκτυο άλλα τόσα και άλλα τόσα επίσης σε διάφορα φυλλάδια και τουριστικούς οδηγούς.
Όμως... το καλό το άφησα για το τέλος.

Λόγω της έλλειψης φράγκων, πήραμε τη γενναία απόφαση (που δεν ξέρω κατά πόσο θα μου βγει σε καλό), να κάνουμε κάμπινγκ, στο Σίμο.
Κι εδώ είναι που θέλω τις οδηγίες σας...

S.O.S.
Μήπως ξέρει κανείς απο βέσπα;
Μήπως ξέρει κανείς απο κάμπινγκ;
Πηγαίνει κανείς; Πήγαινε κανείς;
Κάθε πληροφορία, υπόδειξη, οδηγία, δεκτή!!
(Κοινώς είμαστε άσχετες, κι εγώ κι η φιλενάς, οπότε μας βλέπω σε άθλια κατάσταση αν δε μας διαφωτίσει καμιά ευγενική ψυχή).

Με ενδιαφέρει το οτιδήποτε.
Απο το τί σκηνή να πάρουμε, πόσο εύχρηστο είναι το backpack, τί πρέπει να κουβαλήσουμε μαζί ως απαραίτητο, κλπ κλπ κλπ...

Για ρίχτε καμιά ιδέα, παρακαλώ...
Για δώστε και σώστε...

Gracias...

Στο μυαλό μου παίζει (απο τ' απόγευμα που τ' αποφάσισα) το: L' ombellico Del Mondo του Jovanotti.


Παρασκευή, Ιουλίου 22, 2005

Ο μικρός ΙΡΦΑΝ έχει άμεση ανάγκη βοήθειας. Βοηθήστε τον!




Δυστυχώς, η ιστορία του Ιρφάν δεν είχε πέσει νωρίτερα στην αντίληψή μου.
Σήμερα μόλις ενημερώθηκα και σπεύδω να ενημερώσω κι όσους ίσως δεν είχαν δει την αναφορά νωρίτερα, στο ποστ της Magica de Spell Αντιγράφω απο το ποστ της:

"Ο Ιρφάν είναι 6 μηνών. Η Αϊσέ είναι 21.
Είναι ο γιος της και είναι η μαμά του.
Αγαπιούνται πολύ και θα 'θελαν να μπορούν να αγαπιούνται για πάντα.
Όμως το «πάντα» του Ιρφάν, φαίνεται να είναι πολύ μικρό…

Γεννήθηκε με μια δυσπλασία της καρδιάς τόσο σοβαρή που οι περισσότεροι γιατροί στην Ελλάδα αρνούνται να χειρουργήσουν. Η κατάσταση της υγείας του Ιρφάν, χειροτερεύει μέρα με τη μέρα. Διάφορες επιπλοκές επιβαρύνουν το μικρό του σωματάκι και κάνουν όλο και δυσχερέστερη την πρόγνωση για τη ζωή του. Βρέθηκε επιτέλους ένας γιατρός που μπορεί να προχωρήσει στην επέμβαση στην Ελλάδα... "

Η βοήθειά σας είναι πολύτιμη.

Μπορείτε να την προσφέρετε καταθέτοντας στο λογαριασμό των Δρόμων Ζωής το ποσό που θέλετε.
Σ' αυτή την περίπτωση παρακαλούμε γράψτε το όνομά σας στο καταθετήριο και ενημερώστε μας με ένα mail για την κατάθεση, ώστε να ξέρουμε ότι δεν πρόκειται για άλλη ενίσχυση παρά για δωρεά για τον συγκεκριμένο σκοπό.
Εναλλακτικά μπορείτε να αποστείλετε το καταθετήριο με fax στον αριθμό 210 34 11 062 με την ένδειξη : Προς Δρόμους Ζωής – Για τον Ιρφάν.
Ο λογαριασμός των Δρόμων Ζωής είναι στην Eurobank και είναι ο εξής : 00260076500200041684

(Για κάθε κατάθεση, ανεξαρτήτως ποσού, θα πάρετε απόδειξη δωρεάς, που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε στην φορολογική σας δήλωση για φοροαπαλλαγή.).


Αν θέλετε να ενημερωθείτε για τις δραστηριότητες των Δρόμων Ζωής, μπορείτε να το κάνετε εδώ


Όσοι μπορείτε, παρακαλώ βοηθήστε. Όσοι περισσότεροι, τόσο το καλύτερο.

Παρασκευή, Ιουλίου 15, 2005

(Hu)man touch

Το ότι είμαι Τύπος Νυχτερινός το είπα εξ' αρχής... να μην το ξαναλέω.
Να όμως, που κάπου κάπου κάνω κι εγώ τις υπερβάσεις μου. Ειδικά όταν πρόκειται γι' ανθρώπους που το αξίζουν.
Σήμερα λοιπόν είμαι Τύπος Πρωινός. Κι όχι απλώς Πρωινός...αξημέρωτος μπορώ να πω.


Χτες βράδυ τηλεφώνησα σ' έναν φίλο μου, που είχαμε να ειδωθούμε και να τα πούμε καιρό.
Είμαι στο δίκτυο, μου λεει, να σε πάρω σε λίγο;
Πάρε με στο γραφείο. Θέλω να σου μιλήσω, του είπα.
Σε λιγάκι, χτυπάει το τηλέφωνο.

Καλησπέρα σας. Θα μπορούσα να μιλήσω στην κυρία (πανάθεμά σε!) Τάδε, παρακαλώ; Ονομάζομαι Μ. Τάδε. (Αυτή του η επαγγελματική ευγένεια με κάνει χώμα)
Έλα βρε, χαμένο, εγώ είμαι, του απαντώ.
Έλα μωρή! Τι κάνεις; (Η ευγένεια μόλις μας τελείωσε... Τι ωραίο πράγμα οι φίλοι!)
Καλά είμαι. Θέλω να σε δω.
Πότε;
Τώρα.
Τσακίσου κι έλα απο το σπίτι, μου απαντά. (Μες τη γλύκα)
Θ' αργήσω λιγάκι, πειράζει;
Δεν πειράζει ρε ζώον, έλα. Εγώ πάντως στις δώδεκα κοιμάμαι.
Οκ, καναπέ έχει το σπίτι;
Έχει. Άντε, κλείσε και τελείωνε, θα τα πούμε απο κοντά.

Δυο ώρες αργότερα (δε φταίω εγώ, είχε δουλειά στο γραφείο, έπρεπε να ταίσω τη γάτα, να κάνω μπάνιο, να βρω ταξί, να του αγοράσω κόκα κόλα -συμπέρασμα εκείνος φταιει με καθυστέρησε με την κόκα κόλα), βρέθηκα έξω απ' την πόρτα του.

Το σπίτι διέθετε απέραντο μπαλκόνι (ααχ, που σαι Γιαννούλα), και μια κούκλα, τσίφτισα πανέμορφη μαύρη γατούλα, που μου κανε αγάπες και χαρές εξ' αρχής.
Το φιλαράκι μου περνάει κάτι προσωπικά ζόρια τελευταίως και το ήξερα.
Τελευταίως περνάω κι εγώ επίσης ζόρια κι εκείνος δεν το ήξερε. Είχαμε καιρό να τα πούμε.
Ήθελα ν' ακούσω τα δικά του, να μάθω πώς το παλεύει κι αν είναι καλά, κι ήθελα να του μιλήσω και για τα δικά μου.

Τα είπαμε.
Τα δικά του πρώτα.
Γενικότερα νέα, κουτσομπολιά και ανώδυνη κουβεντούλα μετά.
Και τα δικά μου στο τέλος. Που ήταν ζόρικα. Δε χρειάστηκαν πολλά λόγια. Ούτε απο μένα, ούτε απο κείνον.
Του είπα τί συμβαίνει, μ' άκουσε ψύχραιμα, και σε ένα λεπτό βρέθηκα στην αγκαλιά του. Χωρίς πολλά πολλά λόγια.

Μεγάλο πράγμα η αγκαλιά ενός φίλου. Μεγάλο...
Η κουβέντες του, η παρουσία του, και κυρίως η αγκαλιά του μου δωσαν κουράγιο.

Εκείνος δεν κοιμήθηκε στις δώδεκα, κι ας ξυπνούσε στις έξι.
Εγώ δεν κοιμήθηκα ως τις δώδεκα το πρωί ώς συνήθως, και ξύπνησα στις εξίμισι.

Καθόμουν κουλουριασμένη στο λευκό καναπέ του και τον άκουγα να πηγαινοέρχεται μες το σπίτι και να ετοιμάζεται. Ούτε που θυμάμαι πόσο καιρό έχω να ξυπνήσω τόσο πρωί. Όμως ξύπνησα και ξύπνησα καλά.
Όλως παραδόξως, ξύπνησα καλά. Με κέφι. Αφού μέχρι και καλημέρα του είπα... (:P)
Κι όχι μόνο αυτό. Στις εφτάμισι ήμασταν ήδη στο δρόμο και πηγαίναμε προς τον σταθμό.
Στις οχτώ παρά βρισκόμουν στην Πλ.Βικτωρίας κι έπινα τον πρώτο καφέ της ημέρας.
Λίγο αργότερα και πριν έρθω στο σπίτι, αγόρασα ένα κίτρινο χρυσάνθεμο και μια υπέροχη αφρικάνικη βιολέτα.

Τα έβαλα στο μπαλκόνι για να μου θυμίζουν αυτό το πρωινό.
Ένα πρωινό, που ο Τύπος ο Νυχτερινός έγινε Τύπος Πρωινός.
Ένα πρωινό που η μέρα μου φάνηκε καλή, που το άγχος μου μειώθηκε και μετά απο καιρό μπόρεσα να χαμογελάσω...

Γι αυτό, Μ. σ' ευχαριστώ.
Για το (hu)man touch...

Κυριακή, Ιουλίου 10, 2005

Ωραίο μου πλυντήριο

Όχι, δε λεω για την ταινία του Στήβεν Φρίαρς...
Για το δικό μου το πλυντήριο λεω.
Αυτό που μου κανε δώρο η μαμά μου και που έχω στο σπίτι μου και που αδιαμαρτύρητα τόσο καιρό πλένει στοίβες ρούχα (μακάρι να μου τα σιδέρωνε κιόλας, αλλά αυτό είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία).



Χτες αργά το βράδυ λοιπόν, αξιώθηκα η ανεπρόκοπη να βάλω πλυντήριο.
Σήμερα το πρωί που πήγα ν' απλώσω τα ρούχα με περίμενε μια έκπληξη. Βρήκα μέσα στον κάδο ένα ροδακινί μπουρνούζι, μερικά πορτοκαλί εσώρουχα και κάτι τι σερτ σε χρώμα έντονο πράσινο-θαλασσί...
Για λίγο έμεινα σα χάνος να τα κοιτάζω.
Τα δικά μου ρούχα ήταν αυτά;
Εγώ χτες βράδυ είχα βάλει για πλύσιμο ένα μπεζ ανοιχτό μπουρνούζι, μερικά λευκά εσώρουχα και κανά δυο τι σερτ σε χρώμα ανοιχτό γαλάζιο.

Τραβώντας το τελευταίο ρούχο απο τον κάδο, μου λύθηκε η απορία.
Ήταν ένα έντονο φούξια μπλουζάκι, που ένας Θεός ξέρει πώς, το έχωσα κατά λάθος μαζί με τα υπόλοιπα.

Ρε τι σου κάνει ένα μικρό, τόσο δα, φούξια μπλουζάκι, σκέφτηκα, κι έσκασα στα γέλια.

Υπό άλλες συνθήκες μπορεί να έβριζα την τύχη μου (ή μάλλον τη χρόνια αφηρημάδα και βιασύνη μου), αλλά σήμερα το πρωί μου φάνηκε πολύ ωραίο αυτό που συνέβη.

Τελικά το πώς θα δεις ένα γεγονός, αν θα σε κάνει να τσατιστείς ή να σκάσεις στα γέλια είναι κάτι εντελώς υποκειμενικό.

Και στο κάτω-κάτω, πάντα ήθελα ένα ροδακινί μπουρνούζι.

Με γειά μου λοιπόν...

Κανείς που να θέλει να του βάλω πλυντήριο; Θα του κάνω τζάμπα ανανέωση στα ρούχα του...

Σάλτσα Ναπολιτάνα

Καμιά φορά, βρίσκεσαι να συζητάς στο κινητό τα εσώψυχά σου, όντας μέσα σε ένα σούπερ μάρκετ, μπροστά στο ράφι με τα ζυμαρικά, κρατώντας στ...