Δευτέρα, Ιουνίου 13, 2005

Εσάς σας εκπίπτει καμιά έκπτωση;

Εμένα πάλι όχι...
Μπα, δε λάλησα ακόμα. Όχι τόσο πολύ τουλάχιστον. Νεύρα μόνο έχω. Κάαατι νεύρα, που λεγε κι ο φίλος μου ο Γιαννάκης κάποτε.

Προχτές το βράδυ ήμουν μ' ένα φίλο και τρώγαμε κάπου στην Καλλιθέα.
Δίπλα μας καθόταν παρέα αποτελούμενη απο δυο ζευγάρια. Ως εδώ τίποτα το περίεργο θα μου πεις. Αμ δε. Το μαρτύριο άρχισε με το που καθίσαμε.

Γύρω στη μιάμιση ώρα που μείναμε στο μαγαζί, η μια γκόμενα της παρέας είχε φροντίσει να μας ενημερώσει (και μας αλλά και όλους τους υπόλοιπους θαμώνες), για τα προσωπικά της, τα οικονομικά της, τις απορίες της για τη ζωή και το οικονομικό σύστημα της κυβέρνησης, αλλά και τις ιδιαίτερες αδυναμίες της στα παγωτά.
Πώς; Απλό.

Μιλούσε λες και της είχαν πατήσει τον κάλο (του εγκεφάλου της), ή την ουρά της (αν είχε).

Παρένθεση.
Λίγα είναι τα πράγματα που σιχαίνομαι αφάνταστα στις γκόμενες.
Η τσιριχτή φωνή τύπου Μίνι Μάους.
Η φωνή πέντε οκτάβες ψηλότερα απο το κανονικό.
Τα τσιριχτά, επίσης, επιφωνήματα: "Αααα, σοβαράααα! Έλαααα! Τι λες βρε παιδί μου!! Πότεεεε;"
Η ακατάσχετη λογοδιάρροια. (Κι αυτό το λεω εγώ που το στόμα μου παει γενικώς πολυβόλο, οπότε για να πω οτι μου τη σπαει γκόμενα, φανταστείτε τι πρέπει να κάνει το δικό της στόμα).
Ο κακώς εννοούμενος τσαμπουκάς.
Το άλλο του άκρο, η αηδιαστική, δήθεν "γυναικεία" γλυκύτητα και νάζι.
Μπλιαξ.
Κλείνει η παρένθεση.

Ε, εκείνο το βράδυ ήμουν τυχερή.

Η τύπισσα ήταν τέσσερα στα έξι.
Εκτός απο το πρώτο χαρακτηριστικό, δηλ. τη λεπτή τσιριχτή φωνή και το τελευταίο, δηλ. το δήθεν νάζι, διέθετε όλα τα υπόλοιπα κι έδενε το σετάκι.
Δεν έβαλε γλώσσα μέσα, κυριολεκτικά. Οι υπόλοιποι τρεις είναι ζήτημα αν κατάφεραν ν' αρθρώσουν καμιά δεκαριά προτάσεις. Και οι τρεις μαζί εννοείται.
Φυσικά, η γκόμενα είχε γνώση, γνώμη και άποψη για όλα, μα για όλα τα ζητήματα που απασχολούσαν την ίδια, κι είχε βάλει αμέτι μουχαμέτι να πείσει την παρέα της για την ορθότητα των απόψεών της αρχικά και στη συνέχεια το σύμπαν ολάκερο.

Έτσι, για μεγάλη μου τύχη (ή μάλλον για δική της μεγάλη τύχη αφού ήμουν κάπως ντεφορμέ εκείνο το βράδυ και με άλλου είδους διάθεση κι όχι κατεβάσματος των δώδεκα ευαγγελίων), πληροφορήθηκα (είτε το ήθελα είτε όχι), τα ακόλουθα:

-Διαθέτει σπίτι δικό της. Κάπου εκεί στα χαμόσπιτα της οδού Αχαρνών. (χμμμ)
-Το σπιτάκι το δικό της, εκεί στα "χαμόσπιτα" της Τρούμπας, σόρυ, της οδού Αχαρνών ήθελα να πω, το έχει πάρει με δάνειο. Το οποίο δάνειο δεν έχει αποπληρώσει ακόμα.
Και το οποίο δάνειο που δεν έχει αποπληρώσει ακόμα, το αποπληρώνει με το ενοίκιο που παίρνει απο το "χαμόσπιτο".
-Απορεί τα μέγιστα πως είναι δυνατό να τη φορολογεί το κράτος, για σπίτι που δεν έχει ακόμα αποπληρώσει και όχι μόνο αυτό αλλά είναι και η ίδια στα νοίκια. Η αγανάκτηση της κορασίδος όπως όλοι καταλαβαίνετε ήτο δικαία:
-"Μα είναι δυνατό, γαμώ τη μου, να μη μου εκπίπτει καμιά έκπτωση φέτος απο την εφορία; Εσένα βρε Τάσο, πόσα σου παραγράφει η εφορία;"
Φυσικά η ερώτηση ήτο ρητορική, διότι ο ταλαίπωρος Τάσος ούτε που πρόλαβε ν' απαντήσει.
Η γκόμενα συνέχισε ακάθεκτη να αραδιάζει τα παράπονά της:
-"Μα σου λεω, δε μου εκπίπτει τίποτα. Ούτε μια έκπτωση. Και δε το λεω εγώ, γιατί βλέπεις ξέρω απ' αυτά, αλλά να, φέτος που τα κάνανε σκατά στις Εφορίες, αναγκάστηκα να παω να πληρώσω ΚΑΙ λογίστρια. Ναι, ναι, άσε, τι να σου λεω.
Αλλά μιλάμε, της έριξα ένα μπινελίκωμα της μαλάκως (της λογίστριας για όσους δεν ακολουθούν τον συνειρμό), έτσι για να μάθει! Δε σε πληρώνω κυρά μου; Τι σκατά λογίστρια είσαι; Να μην μπορείς να βρεις κάτι να μου παραγράψει η Εφορία να πάρω κι εγώ καμιά έκπτωση;" (Εγώ νόμιζα πως ήθελε επιστροφή χρημάτων, αλλά όχι, η γκόμενα ήταν σίγουρη πως ήθελε να "πάρει" έκπτωση. Τες πα).

-Μάθαμε επίσης πως εκείνη δεν πρόκειται να πατήσει ποτέ το πόδι της ξανά σε χωριό, διότι, ως γνωστόν, τα χωριά έχουν κολλημένα μυαλά. Ναι βέβαια, τα χωριά... Κι επειδή έχουν κολλημένα μυαλά, είναι εύκολο να παρεξηγήσουν μια τόσο έξω καρδιά κοπελιά και να της κρεμάσουν κουδούνια και να την αποκαλούν τσόκαρο και ξέκωλο. Τι δεν το ξέρατε; Αυτό το ξέρουν όλοι! Δεν είναι δα και κανένα κρυφό μυστικό! (Βρε τα καημένα τα χωριά... Τόσα χρόνια μεταρρύθμιση κι εξευρωπαϊσμός, κι αυτά να έχουν ακόμα κολλημένα μυαλά. Λεω να παω να τους τραβήξω τ' αυτί).

-Ακόμη ενημερωθήκαμρε πως της αρέσει πολύ το παγωτό καϊμάκι, που το καλύτερο, όπως της είπε μια γνωστή της που μένει προς τα εκεί, το βρίσκεις στη "ΧΑΡΑ" της Οδός Πατησίων!
-Και που πέφτει αυτό; ρωτάει ο ταλαίπωρος γκόμενός της (Α, ναι, ξέχασα να σας πω, συνοδευόταν κιόλας).
-Ποιος να ξέρει; Κάπου στα Άνω Πατήσια, στα Κάτω Πατήσια, στο Γαλάτσι κοντά, κάπου σ' αυτές τις περιοχές μωρέ λεει. Αλλά που να ξέρεις απο κει πέρα τι γίνεται; Άντε να τρέχεις τώρα να βρεις...

Σωστά... Που να την ξέρει η γκόμενα τη ΧΑΡΑ... Το ιστορικό, πια, ζαχαροπλαστείο, στο τέρμα της "οδός" Πατησίων, που μεγάλωσε γενιές και γενιές και το ήξεραν ακόμα κι όσοι έμεναν στην Καισαριανή και το ξεκίνησε η κυρία Αριστέα, εκ Σμύρνης ερχόμενη το 1929, με πρώτο και καλύτερο το περίφημο εκμέκ της Χαράς... Που να ξέρει πως στα τραπεζάκια του μαζευόντουσαν οι πολιτικές νεολαίες μετά τη δικτατορία κι ότι φιλοξενούσε όλους τους έρωτες των γύρω σχολείων: 16ο Θηλέων, 18ο Αρρένων, Λεόντιος... Και γιατί να τα ξέρει όλα τούτα θα μου πεις;
Έλα μου ντε, γιατί;

Βρε ουστ απο δω, λεω εγώ.
Πλέμπες, βλαμμένες, ηλίθιες, μαλακοβιόλες γκόμενες.
Άϊντε στο Χόντο να πάρετε καμιά μάσκαρα ακόμα και μετά στα "σπα" να χάσετε τα κιλά απο τις σουβλακερί. Τρεξτε μετά στη Μύκονο κι έπειτα στη Σαντορίνη μην τυχόν και δε δώσετε το "παρών" και θυμώσει το ηφαίστειο.
Άντε μπράβο, γιατί μας ρουφάτε το οξυγόνο κι έχει μείνει και λίγο γαμώ την αγανάκτησή μου μέσα.
Ουστ.

Παρασκευή, Ιουνίου 10, 2005

Καλοκαίρι...

Είναι παρατηρημένο πια...
Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, ξεθάβω το ακόλουθο κομμάτι του Σαββόπουλου και το ακούω στις πιο άσχετες ώρες, το σιγομουρμουρίζω σχεδόν όλη μέρα.
Τι να πει κανείς για τις εμμονές της αλληνής...

Καλοκαίρι, η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει
καλοκαίρι, καρεκλάκια, πετονιές μέσ’ το πανέρι
μες τη βόλτα αυτού του κόσμου που μας ξέρει
καλοκαίρι, πλάι στα μέγαρα, στις τέντες με τ’ αγέρι
καλοκαίρι,
με χρυσούς ανεμιστήρες μεταφέρει
την βανίλια με το δίσκο του στο χέρι
την κοψιά μιας προτομής μέσ’ το παρτέρι
καλοκαίρι, μ’ ανοιχτό πουκαμισάκι στα ίδια μέρη

Καλοκαίρι, με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι
καλοκαίρι, καθρεφτάκια και μια θάλασσα που τρέμει
στο ταβάνι και τους γύψους μεσημέρι
καλοκαίρι, με τον κούκο μέσ’ τα πεύκα και στ’ αμπέλι
καλοκαίρι
στόμα υγρό, μικροί λαγόνες, καλοκαίρι
με τη φέτα το καρπούζι στο ‘να χέρι
με φιλιά μισολιωμένα, καλοκαίρι
καλοκαίρι, λίγες φλούδες στης κουζίνας το μαχαίρι

Καλοκαίρι, του σκυμμένου θεριστή του τυφλοχέρη
καλοκαίρι, με βαριά μοτοσικλέτα μες τα σκέλη
τους φακούς του ανάβει μέρα μεσημέρι
καλοκαίρι
όλο πίσσα και κατράμι καλοκαίρι
καλοκαίρι, με τον ρόγχο του air condition μεσημέρι
φαλακροί μέσ’ τις σακούλες μας σαν γέροι
εκεινού με τ’ άσπρο κράνος που μας ξέρει
καλοκαίρι
μια οσμή νεκροθαλάμου, καλοκαίρι

Καλοκαίρι, στην αρχή σαν έγχρωμο έργο στην Ταγγέρη
αλλά εν τέλει, με του κάτω κόσμου το έγκαυμα στο χέρι
την λαχτάρα του στον κόσμο περιφέρει
καλοκαίρι, στον χαμό του οδηγημένο και το ξέρει
καλοκαίρι
τόσο ώριμο που πέφτοντας προσφέρει
μια πλημμύρα των καρπών, στάρι και μέλι
στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι
καλοκαίρι
μες τα κόκκινα της δύσης του ανατέλλει…

Δεν μπορώ να πω με σιγουριά ποιος στίχος είναι αυτός που μ' αγγίζει περισσότερο, ίσως κι όλοι, αλλά δε με νοιάζει κιόλας. Για την ώρα είναι το τραγούδι της μέρας, της εβδομάδας, ίσως και του μήνα... Κι όλως περιέργως, τον υπόλοιπο χρόνο μπορεί να μην τ' ακούσω και καθόλου... Καλό καλοκαίρι.

Τετάρτη, Ιουνίου 08, 2005

Να σου πω λίγα ψέματα ακόμη;

Λίγο καιρό πριν, ένα πρωινό, μπήκα στο γραφείο και σε βρήκα εκεί να με περιμένεις. Η καρδιά μου έκανε ένα κρακ. Έχασε ένα χτύπο. Την άκουσα μετά να χτυπά ξανά, δυνατά, και να συνεχίζει το ρυθμό της.
Σε χαιρέτησα. Σου άπλωσα το χέρι.
Μ’ αγκάλιασες κι έσκυψες να με φιλήσεις. Δεν πρόλαβα να σκεφτώ αν έπρεπε να στρέψω το μάγουλο, κι έτσι σου έδωσα τα χείλη μου μουδιασμένη.

Κάθισα απέναντί σου, οχυρωμένη πίσω απ’ το γραφείο μου και σε ρώτησα αν θες καφέ.
-Όχι, μου απάντησες, πέρασα μονάχα να σε δω.
-Εγώ πάντως θέλω. Με συγχωρείς δυο λεπτάκια ε; σου είπα κι έτρεξα να φτιάξω καφέ, προσπαθώντας να χωνέψω το ξαφνικό της κατάστασης, να επιβληθώ στον εαυτό μου και τις σκέψεις μου και να γυρίσω πίσω ψύχραιμη.
Το κατάφερα.

Έμεινες περίπου μια ώρα.
Όταν έκανες να φύγεις κι ενώ σου έδινα το χέρι –οχυρωμένη ακόμα πίσω από τη νοερή ασφάλεια του γραφείου– άκουσα τον εαυτό μου να ξεστομίζει:
-Θα τα πούμε αργότερα;
Δαγκώθηκα. Όμως πια το είχα πει.
-Θα σου τηλεφωνήσω, μου είπες και μου γέλασες πριν φύγεις.
Το απόγευμα μου τηλεφώνησες.
-Θες να πάμε για κανένα ποτό;
-Δεν έχω κέφι. Θα προτιμούσα να κάτσουμε λίγο σπίτι σου, να τα πούμε, αν θες κι εσύ.
Ήθελα;
Ήθελα.

Μέχρι τις δέκα που χτύπησες το κουδούνι μου, εγώ παρακολουθούσα τις σκηνές μιας ταινίας. Στο μυαλό μου. Τις σκηνές μιας ζωής. Της δικής μας, της κοινής μας ζωής πριν χωρίσουν οι δρόμοι μας. Έτσι ακριβώς ξεδιπλώνονταν οι εικόνες στην οθόνη του μυαλού μου. Σα σκηνές ταινίας.

Και μας είδα ξανά. Μας είδα τη βραδιά που γνωριστήκαμε. Παρασκευή ήταν, Παρασκευή βραδάκι. Απρίλης, αρχές.
-Εγώ για ένα Σαββατοκύριακο ήρθα στην Αθήνα. Βόλτα. Να δω παλιούς φίλους και γνωστούς, σου είχα πει.
Κι έμεινα. Οχτώ χρόνια.
Οχτώ χρόνια μετά είμαι σ’ ένα σπίτι καινούριο, χωρίς εσένα και σε περιμένω να μου χτυπήσεις το κουδούνι.
Οχτώ χρόνια μετά είναι σα να έχουν μεσολαβήσει οχτώ ζωές.

Σ’ αυτά τα οχτώ χρόνια σ’ ερωτεύτηκα, κι ας μην το περίμενα, κι ας μην ήθελα καινούριους έρωτες τότε στη ζωή μου.
Κι όμως, μπήκα συνειδητά σε μια σχέση εξ’ αποστάσεως, ξέροντας εκ των προτέρων τα προβλήματα που θα έβγαζε. Το είχα ξαναζήσει, βλέπεις.
Το ίδιο συνειδητά, λίγους μήνες αργότερα, κατάλαβα δυο πράγματα.
Το ένα ήταν πως σ’ αγαπούσα. Το άλλο ήταν πως δεν υπήρχε κανένας λόγος αρκετά σοβαρός σ’ αυτή τη Γη, για να με αποτρέψει από το να έρθω να μοιραστώ τη ζωή μου μαζί σου.

Συνειδητά, μάζεψα τις βαλίτσες μου για άλλη μια φορά, κι ανακοίνωσα στους δικούς μου πως θα πήγαινα να δοκιμάσω την τύχη μου στην Αθήνα. Είχα πια τελειώσει τις σπουδές μου, έψαχνα για κάμποσο καιρό δουλειά και δεν είχα βρει κάτι αξιόλογο. Είχα επίσης πρόσφατα χωρίσει από μια σχέση δύσκολη και δεν υπήρχε τίποτα να με κρατάει πίσω.
Ήθελα ν’ αφεθώ, να ξεκινήσω έναν καινούριο δρόμο…
Έβλεπα το μέλλον ν’ απλώνεται μπροστά μου, φωτεινό μετά από αρκετά χρόνια. Κι ήθελα να βουτήξω ολόκληρη σ’ αυτό το φωτεινό μονοπάτι.

Κι ήρθα. Συνειδητά.
Στο τίποτα και στο πουθενά. Χωρίς δουλειά, χωρίς σπίτι, χωρίς φίλους, σε μια πόλη που ως τότε ήξερα μόνο σαν τουρίστας.
Φιλοξενούμενη σε ξένο σπίτι, έψαχνα έξι μήνες μέχρι να βρω δουλειά.
Τότε άρχισαν να γκρεμίζονται και τα πρώτα στεγανά μου, άρχισα να βλέπω, είτε μου άρεσε, είτε όχι, πως δε θα ήταν όλα τόσο εύκολα όσο τα είχα στο μυαλό μου, πως δεν έφτανε να θέλεις κάτι μ’ όλη σου την καρδιά για να γίνει.
Όμως δεν κλονίστηκα τότε. Ήμουν μονάχα εικοσιτεσσάρων.
Είχα ακόμα καβάτζες αρκετές.

Κι είχε πια κυλήσει ένας χρόνος που ήμουν στην Αθήνα, όταν κάποια στιγμή επιτέλους, βρεθήκαμε σ’ ένα σπίτι δικό μας. Δε νομίζω πως θα ξεχάσω ποτέ τη μέρα που με πήγες να το δω κι είπα: Εντάξει, θα το νοικιάσουμε.
Ούτε το πρώτο βράδυ που κλείσαμε πίσω μας την πόρτα κι είπαμε πως πια επιτέλους, ήμασταν μαζί. Στ’ αλήθεια μαζί.

Κι ο καιρός περνούσε. Και τα προβλήματα έφταναν. Το ένα πίσω από το άλλο, με μαθηματική ακρίβεια.
Εσύ άρχισες να κουράζεσαι. Άρχισες να βαριέσαι. Άρχισες ν’ ασφυκτιάς και να θες να γυρίσεις στον παλιό τρόπο ζωής σου, στην άνεσή σου και την καλοπέρασή σου.
Εγώ από την άλλη, πάλευα να βρω ισορροπίες, πάλευα να βρω άμυνες και τρόπους να σώσω αυτό που είχαμε, να σώσω εμάς, να σώσω εμένα.
Για πολύ καιρό πίστευα –κι όχι έλπιζα–, πίστευα πως όλα θα πήγαιναν καλά. Δεν είχα τσακίσει ακόμα.
Είχα κουράγια αρκετά. Τίποτα δεν έμοιαζε ακατόρθωτο. Σίγουρα ο χρόνος, η οργάνωση, η προσπάθεια, η αγάπη θα μας κράταγαν μαζί και δυνατούς.

Ναι, σίγουρα! Dream on…

Σιγά–σιγά έφτασαν να γίνονται σπάνιες οι καλές μας στιγμές και σύνηθες φαινόμενο οι τσακωμοί και οι καυγάδες.
Θυμάμαι κάποιες νύχτες, κοιμόσουν πλάι μου κι εγώ σε κοίταζα και ήθελα να σε ξυπνήσω, να σε ρωτήσω ποιος είσαι και πού πήγε ο άντρας που αγάπησα. Να σου πω πως τον θέλω πίσω, γιατί τον αγαπάω ακόμα.
Δεν το έκανα.
Γιατί ακόμα κι εγώ πια καταλάβαινα πως τα πράγματα όδευαν προς το τέλος. Εσύ ήσουν δυστυχισμένος, εγώ ήμουν απελπισμένη και χαμένη.

Έφυγες ένα Σάββατο πρωί. Λίγους μήνες πριν το γάμο.
Τρεις μέρες αργότερα γύρισες πίσω.
Κι από τότε άρχισε το γαϊτανάκι της παράνοιας.
Να έρχεσαι. Να μένεις. Να κάνουμε έρωτα. Να κλαις στην αγκαλιά μου και να μου λες πως είμαι η γυναίκα της ζωής σου και πως χωρίς εμένα δε μπορείς να ζήσεις, αλλά πως είσαι πολύ λίγος για μένα και πως δεν έχεις το κουράγιο να γυρίσεις και να παλέψεις για μας.

Τι βολικό!

Ο επόμενος άντρας που θα βρεθεί να ξεστομίσει τα είσαι η γυναίκα της ζωής μου, δε μπορώ χώρια σου, αλλά είμαι λίγος για σένα, θα βρεθεί με μια μπουνιά στη μύτη.

Εγώ όμως τότε ήμουν ακόμα αρκετά ερωτευμένη ώστε να μπω σ’ αυτή την παράνοια.
Κι άρχισαν τα χιλιόμετρα. Ναύπακτος–Αθήνα, Παγκράτι–Κολιάτσου ένα πράγμα.
Κι άρχισαν οι λογαριασμοί του ΟΤΕ να έρχονται στα ύψη.
Και τα μεταμεσονύκτια τηλεφωνήματα. Το κλάμα στο ακουστικό του τηλεφώνου. Τα ναι, τα όχι, τα θέλω, τα δεν μπορώ, τα φοβάμαι, τα τελειώσαμε οριστικά, τα δεν το αντέχω σε θέλω ξανά…
Κι οι προσπάθειες επανασύνδεσης. Και μαζί οι αποτυχίες κάθε φορά.
Κάθε φορά έφευγα ακόμα πιο τσακισμένη από πριν και κάθε φορά ορκιζόμουν πως δε θα γύρναγα ξανά. Και κάθε φορά γυρνούσα.
Κι εσύ το ίδιο.

Έπειτα ήρθαν τα πραγματικά άσχημα.
Όταν πια εγώ είπα τέρμα, δεν πάει άλλο, τέλος ως εδώ. Ξεκίνησαν τα ακατάπαυστα τηλεφωνήματα, οι καυγάδες, οι βρισιές, οι απειλές. Όσα πικρά λόγια δεν είχαμε ξεστομίσει ο ένας στον άλλο τόσα χρόνια, τα ανταλλάξαμε όλα τότε. Κι ύστερα ο πάγος. Η απομάκρυνση. Η ανακωχή.
Και νέες ρότες στη ζωή του καθενός. Νέες αγάπες, νέα όνειρα, νέες ζωές.

Μέχρι που κάποια στιγμή, χωρίς λογική αιτία καμιά, βρεθήκαμε ξανά. Φαίνεται δεν είχαν τακτοποιηθεί ακόμα όλοι οι λογαριασμοί μεταξύ μας.
Και γι άλλη μια φορά δε μας βγήκε. Είχαν πια σπάσει πολλά πράγματα. Είχαν τελειώσει άλλα τόσα.
Εσύ το κατάλαβες πιο γρήγορα από μένα.
Εγώ δυσκολεύτηκα. Σου είχα βλέπεις αδυναμία.
Ευτυχώς όμως το βλέπω πια και εγώ. Εδώ και καιρό. Πολύ καιρό. Οι διεργασίες, οι αλλαγές είχαν γίνει μέσα μου χωρίς να τις έχω συνειδητοποιήσει.
Κατάλαβα κάποια στιγμή πως είχαν όλα πια τελειώσει. Πως η μαγεία σου είχε σπάσει. Πέρα από το αρχικό σοκ που σε είδα μπροστά μου, δεν ένιωθα τίποτα άλλο.

Όχι πως δε σ’ αγαπώ ακόμα.
Σ’ αγαπώ. Για πράγματα που εσύ ίσως ποτέ δε φαντάστηκες.

Σ’ αγαπώ για το πρώτο μας φιλί. Για την πρώτη μας νύχτα μαζί. Για την κάθε μας νύχτα μαζί. Για τη φορά που ήρθες κάτω από το σπίτι του Σπύρου και μου έκανες καντάδα το Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία. Για τις δυόμισι ώρες Αθήνα–Βόλο. Για τη νύχτα που κατέβαινες ένα σκοτεινό μονοπάτι για να έρθεις να με βρεις στο νησί. Σ’ αγαπώ επειδή κάθε πρωί που σηκωνόσουν πριν από μένα, τραβούσες το σεντόνι και με σκέπαζες. Σ' αγαπώ για όλες τις φορές που ήμασταν στο αυτοκίνητο, εσύ οδηγούσες, τα χιλιόμετρα ξεδιπλώνονταν μπροστά μας, και δε μιλούσαμε. Άπλωνα μόνο το χέρι μου κι άγγιζα το δικό σου πάνω στο λεβιέ των ταχυτήτων κι εσύ, πάντα, στρεφόσουν προς το μέρος μου και μου γελούσες. Σ’ αγαπώ για όλα τα όμορφα ψέματα που μου χάρισες.
Αγαπώ αυτό που ζήσαμε μαζί. Σ’ αγαπάω και σένα, περισσότερο απ’ όσο εσύ ο ίδιος αγαπάς τον εαυτό σου και θέλω να είσαι πάντα καλά και να είσαι ευτυχισμένος.

Όμως δε σ’ αγαπώ πια. Δε σ’ αγαπώ σαν άντρα πια.

Δε θα στοιχειώσεις γι άλλη φορά τις σκέψεις μου, τις νύχτες μου, τις ώρες μου.
Δε θα παίξει ρόλο ένα ακόμα ψέμα, δε θα μπορέσει να με γυρίσει ξανά πίσω κοντά σου. Ούτε κι αν είναι όμορφο ψέμα. Άλλωστε, τι παραπάνω θα μπορούσες άραγε να μου πεις που δε μου το ΄χεις πει ήδη;

Το κουδούνι χτύπησε.
Σηκώθηκα χωρίς βιασύνη να σου ανοίξω.
Εκείνη τη στιγμή, απ’ το ραδιόφωνο ακούστηκε ένα παλιό τραγούδι…

Σφύριζες τον ίδιο το σκοπό
θα 'τανε δε θα 'ταν καλοκαίρι
κι όπως η κουβέντα το 'χε φέρει
γύρισες και μου πες σ' αγαπώ

Τι να λησμονήσω, τι να θυμηθώ
ήταν μια φορά κι έναν καιρό…


Σφίχτηκε για λίγο η καρδιά μου… Όμως έτσι είναι… Ο κύκλος μας έχει κλείσει. Είμαι πια ελεύθερη από σένα.
Μη μου πεις λοιπόν κανένα ψέμα απόψε.
Άσε τη βραδιά να κυλήσει απλά, να τα πούμε σαν δυο παλιοί φίλοι, σαν δυο παλιοί εραστές, σαν δυο άνθρωποι που αγαπήθηκαν πολύ και μισήθηκαν άλλο τόσο και που τώρα πια έχουν κάνει ανακωχή…

Εγώ τουλάχιστον, έτσι νιώθω.
Κι αν απόψε το βράδυ βρεθώ για άλλη μια φορά στην αγκαλιά σου, μη γελαστείς, μη νομίσεις, μην πιστέψεις πως ο δρόμος μου με φέρνει ξανά κοντά σου. Ακόμα κι αν δεις ένα δάκρυ να κυλήσει μη του δώσεις σημασία.
Θα ’ναι μόνο for the old times shake… Θα είναι ένα αντίο στα όσα ζήσαμε μαζί.

Και πού ’σαι, να προσέχεις.

Πέμπτη, Ιουνίου 02, 2005

Καλό μήνα...

...σε όλους, αν και το καλοκαιράκι φαίνεται να παίζει ακόμα κρυφτό.
Που θα παει όμως, θα έρθει κι αυτό, έστω και με το πάσο του.

Το μπλογκ στήθηκε ξανά, οι πατάτες στο template ξεριζώθηκαν (ας είναι καλά η Dis), κι εγώ επέστρεψα.
Ένα μικρό προβληματάκι στο πως βλέπει κανείς το μπλογκ, (και αφορά όσους χρήστες χρησιμοποιούν τον Internet Explorer) φαντάζομαι θα διορθωθεί κι αυτό όπου να ναι. Όσοι έχετε τον Mozilla δε θα έχετε πρόβλημα.

Till then,
take care and have fun.

Παρασκευή, Μαΐου 27, 2005

Τρίτη, Μαΐου 24, 2005

Το πρόγραμμα γι απόψε έλαβε τέλος...

Απόψε δεν είχα λόγια.
Απόψε ήμουν κομμάτια.
It' s been a hard days night...
Μιας μέρας όπου όλα μου πήγαν στραβά...
Όπου σ' όλους τους τομείς της ζωής μου έφαγα στραπάτσα.



Στη δουλειά μου. Που την πήρα πίσω αλλά με νέους, δυσμενείς για μένα, όρους.
Στην δεύτερή μου δουλειά όπου υπολόγιζα να πάρω κάποια χρήματα και μέχρι να γίνει
αυτό κόντεψε να μου τρυπήσει το στομάχι.
Στα οικογενειακά μου.
Στην υγεία μου.
Στην υγεία πολύ κοντινών κι αγαπημένων μου προσώπων.
Στα λόγια ενός ανθρώπου που κάποτε σήμαινε πολλά για μένα, και που πίστεψα πως μπορούσα να μοιραστώ πια μαζί του τα νέα μου, τη χαρά μου...
Κι εκείνος μου πε πράγματα που δεν είχε πια κανένα, μα κανένα δικαίωμα να πει, μ' έκανε να πονέσω, να πικραθώ, ν' αμφιβάλλω για τον εαυτό μου...

Και κοντά σ' όλα αυτά, κάποιες περίεργες συμπτώσεις, με γέμισαν περισσότερες ανασφάλειες, φόβους, πίκρα και άγχος.

Κι η αντίδρασή μου, ως συνήθως, εντελώς παρορμητική και χωρίς καθόλου διπλωματία...

Εκτός απο το ότι δεν τα παω καλά με το πρωινό ξύπνημα, δεν τα παω καθόλου καλά και με
τη διπλωματία, ειδικά σ' ό,τι αφορά τα συναισθήματά μου...
Ντουγρού μπροστά, κι ό,τι βγει...

Μόνο να βγει απο μέσα μου...

Καθώς οι νυχτερινές ώρες κυλούνε, σκέφτομαι πως ίσως αύριο να χρειαστεί να δώσω κάποιες εξηγήσεις για την, με μια ματιά, αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά μου απόψε σε κάποιον άνθρωπο...

Εύχομαι, αν συμβεί τελικά αυτό κι αποδειχτεί πως για όλα έφταιγε μια hard, real hard day of my life για τα όσα πέρασαν απόψε απ' το μυαλό μου, εύχομαι λοιπόν να βρω τα λόγια να εξηγήσω...

Κι εκείνος να βρει τρόπο να με καταλάβει... κι όπως και πριν, έτσι και τώρα να με νιώσει...

Παράξενη γιορτή...

Χόρεψα μόνος μου ό,τι ονειρεύτηκα
ζωή παράξενη πάντα σε δέχτηκα
Πρόποση επίσημη σ’ όλα τα ψεύτικα
παράξενη γιορτή

Σε ό,τι δέθηκα κι ύστερα χώρισα
σ’ ό,τι αγάπησα κι ό,τι δε μπόρεσα
Σ’ ό,τι αρνήθηκα και σ’ ό,τι δώρισα
παράξενη γιορτή



Με γλυκό κουταλιού
και στη θλίψη δωμάτιου παλιού
μάνα εγώ θα σε δω
όλα χάθηκαν κι όλα είναι εδώ
Ένα μονόλογο στο τζάμι έγραψα
ύστερα γέλασα, τα δάκρυα έβαψα
Χρόνια που σώθηκαν, χρόνια που έθαψα
παράξενη γιορτή

Παίρνει ο άνεμος μέρες και θύμησες
κι εσένα που έφυγες και δε με φίλησες
Ένα φθινόπωρο σαν στάχυ λύγισες
παράξενη γιορτή



Με γλυκό κουταλιού...
Χόρεψα μόνος μου ό,τι ονειρεύτηκα...
Παίρνει ο άνεμος μέρες και θύμησες...

Προσωπικά...

Προσωπικά δεν έχω αισθήματα για σένα φιλικά
μονάχα βήματα θιγμένα ερωτικά,
που μ' αναγκάζουνε να φεύγω βιαστικά

Προσωπικά δε θέλω τίποτα μαζί σου λογικά
μου πάει ο ήχος της φωνής σου τραγικά
και δεν αλλάζω το κορμί σου με την άψογη ζωή σου
τελικά


Προσωπικά εγώ τρελαίνομαι,
στο παραμύθι σου γεννιέμαι κι ανασταίνομαι
Προσωπικά δεν έχω αίσθηση
αυτό που ζούμε αν είναι αλήθεια ή παραίσθηση,

προσωπικά....

Προσωπικά, τυχαίνει βράδια με τραγούδια λαϊκά
ντυμένη κι άδεια κι αφημένη γενικά
να μεταφράζω τη σκηνή δραματικά

Προσωπικά, εμένα ο χρόνος μου γυρίζει κυκλικά
κι αλλάζει ο τόνος μου στο τέλος ειδικά
γι' αυτό να ξέρεις κι επιμένω, κι ας μου το 'χεις ξεγραμμένο
οριστικά

Προσωπικά....

Έλα λίγο...

Έλα λίγο… μόνο για λίγο…
ζω και ξαναζώ κάθε μας στιγμή,
σε χώρο μυστικό, καρδιά μου,
σ’ ανταμώνω…

Έλα λίγο… μόνο για λίγο…
μέσα μου σιωπή,
μίλα μου εσύ…
Όλη μου η ζωή,
στα χέρια σου κλεισμένη…

Studio 216 F.M.

Όταν ήμουν στην εφηβεία, ήταν της μόδας οι ραδιοφωνικοί σταθμοί.
Οι πειρατικοί. Δεν υπήρχε τότε ελεύθερη ραδιοφωνία.
Ήταν τρομερή φάση εκείνοι οι σταθμοί. Κι είχα και γω κάποτε έναν.
Στούντιο 216 στα FM τον λέγανε.
Ήταν τα λόγια σου όταν δεν είχες πια άλλα λόγια να πεις. Κι εγώ απόψε, ή τουλάχιστον για την ώρα, δεν έχω καθόλου λόγια να πω. Δεν μπορώ.
Πονάω πολύ απόψε.
Πολύ για να βάλω τα όσα νιώθω σε λέξεις...
Θα κάνω πρόγραμμα λοιπόν απόψε...

Σκόρπια τραγούδια... που κάτι λένε απ' όσα νιώθω, απ' όσα περνούν απ΄το μυαλό μου απόψε...

Κι ίσως να λένε κάτι και σε κάποιους άλλους...

Κεραυνός κι αστραπή
ξάφνου στο ανήξερο καλοκαίρι
η κακιά η στιγμή
φίδι, σκορπιός, μαχαίρι
στην καρδιά μου όρμησε να τη φαρμακώσει.
Κεραυνό κι αστραπή
ελπίζει πια η ζωή μας στο θαύμα
άγγελο της χαράς κι εκδικητή αντάμα
τους ανθρώπους που χωρίσαν πάλι να ενώσει...



Δευτέρα, Μαΐου 23, 2005

So sad...

I’m crying everyone’s tears
And there inside our private war
I died the night before
And all of these remnants of joy and disaster
What am I suppose to do

I want to cook you a soup that warms your soul
But nothing would change, nothing would change at all
It’s just a day that brings it all about
Just another day and nothing’s any good

The dj’s playing the same song
I have so much to do
I have to carry on
I wonder if this grief will ever let me go
I feel like I am the king of sorrow, yeah
The king of sorrow

I suppose I could just walk away
Will I disappoint my future if I stay
It’s just a day that brings it all about
Just another day and nothing’s any good

Επειδή απόψε είμαι λυπημένη. Πολύ λυπημένη...

Κυριακή, Μαΐου 22, 2005

Ταρίφες, Σικάγο, γιουροβίζιον, ταρίφες

Μια βραδιά που ξεκίνησε σκατά, συνεχίστηκε υπέροχα και τέλειωσε σκατά ή σχεδόν σκατά.

Σάββατο βραδάκι. Ετοιμάζομαι για να βγω. Έχω κανονίσει με μια φίλη μου να πάμε να δούμε το μιούζικαλ Σικάγο και παρόλο που εδώ και μια εβδομάδα με ταλαιπωρεί ένας ενοχλητικός, συνεχόμενος πόνος στο διάφραγμα, δε σκοπεύω να το χάσω με τίποτα. Λατρεύω τα μιούζικαλ, ξέρω πως το συγκεκριμένο δε θα με απογοητεύσει, το περίμενα όλη τη βδομάδα πως και πως κι έτσι αγνοώ όσο μπορώ τον πόνο κι ετοιμάζομαι.

Έχουμε ραντεβού στις οχτώμιση. Από τις εφτάμιση προσπαθώ να βρω ταξί. Μετά από ατέλειωτη αναμονή και τρεις αρνητικές απαντήσεις από το τηλεφωνικό κέντρο, αποφασίζω να βγω στο δρόμο μπας και βρω κανέναν ελεύθερο. Βρίσκομαι λοιπόν στην Πατησίων κι είναι πια περασμένες οχτώ. Λεω δέκα πάτερ ημών, πέντε άβε Μαρία, καμιά εκατοστή ξόρκια κι ελπίζω να βρω γρήγορα ταξί.
Πάνω στην ώρα σταματά ένα.

-Που πάτε; με ρωτάει ο ταρίφας παρόλο που έχει σηκωμένη σημαία.
Αγνοώ την ερώτησή του, μπαίνω μέσα και θρονιάζομαι στο μπροστινό κάθισμα.
-Δε μου είπατε που πάτε, μου λεει ξανά.
α τώρα μπήκα, πότε να σας το πω; απαντάω εγώ δήθεν αθώα. Στρέφομαι προς το μέρος του, και βλέπω μια φάτσα σαν το Μιχάλη Μανιάτη ξενυχτισμένο. Παρεμπιπτόντως, ο Μανιάτης δε μ’ αρέσει μία, είτε ξενυχτισμένος είτε ξεκούραστος.
Μέχρι να πω ωχ, αρχίζει να παίζει από το σιντι πλέιερ ο Σταμάτης Γονίδης. Τώρα το ωχ μου ’ρχεται από μόνο του. Ωραία αρχή κάναμε, λεω από μέσα μου.
-Στο Αθηνών Αρένα, του απαντώ, Πειραιώς 166.
-Στο ποιο; με ρωτάει σα χάνος.
Επαναλαμβάνω.
Το σκέφτεται λίγο σα να του ζήτησα να αποδείξει το θεώρημα του Πυθαγόρα με τον διακοσιοστό εξηκοστό τέταρτο τρόπο.
-Τι είναι αυτό; μου κάνει.
Τι να του εξηγώ τώρα…

-Θέατρο, του λεω, ελπίζοντας να κόψει τη συζήτηση εκεί. Στην Πειραιώς στο νούμερο 166, επαναλαμβάνω, αργά και καθαρά αυτή τη φορά.
-Όπως πάμε στ’ αριστερά μας ε;
-Όχι, στην κάθοδο της Πειραιώς είναι, του εξηγώ.
-Α, καλά λεω… στ’ αριστερά μας δηλαδή…

Μα ρε πούστη μου, είναι δυνατό να έχουν κάτι τέτοιοι τύποι επαγγελματικό δίπλωμα οδήγησης; Έλεος…

-Όχι, τον κόβω. Στην κάθοδο λέμε της Πειραιώς, δηλαδή στη δεξιά πλευρά του δρόμου.
Κουνάει το κεφάλι του πάνω κάτω, για να μου δώσει να καταλάβω πως κατάλαβε.
Ένα λεπτό αργότερα ρωτάει ξανά:
-Και τι είπαμε πως είναι εκεί;
-Θέατρο, του επαναλαμβάνω μονολεκτικά.
-Δηλαδή εσύ τώρα πας θέατρο; με ρωτάει και με κοιτάει λοξά λες και φοβάται πως σε λίγο θα πεταχτεί το Άλιεν απ’ το στομάχι μου. Εδώ που τα λέμε, έτσι όπως πήγαινε ο πόνος στο διάφραγμα δεν ήταν κι απίθανη σκέψη.
-Ναι, παω στο θέατρο, του απαντώ και στρέφω το κεφάλι μου προς το παράθυρο κοιτώντας έξω. Τίποτα ο τύπος, εκεί, ακάθεκτος.
-Και τι πας να δεις;
-Ένα μιούζικαλ.
-Ένα τι;
-Μιούζικαλ. Μια μουσική παράσταση. Το Σικάγο, του εξηγώ ελπίζοντας να κόψει την παρλαρία γρήγορα, αλλά φευ, ο ταρίφας δεν είχε τέτοιο σκοπό.
-Α! μου πετάει λες και κατάλαβε. Και δε μου λες, μόνη σου πας;
Ώρες είναι τώρα να προσφερθεί να με συνοδέψει, συλλογίζομαι και μου σηκώνεται η πέτσα.
-Ναι, γιατί, το απαγορεύει κανένας νόμος και δεν το ήξερα;
Με κοιτάει ξανά σα χάνος.
-Όχι, αλλά να πηγαίνεις μόνη σου; Γιατί; Δεν έχεις καμιά φίλη σου να πάρεις μαζί;

Ώ, ρε πούστη μου, δε θα το γλιτώσει το καντήλι αυτός, σκέφτομαι αλλά δίνω τόπο στην οργή προς ώρας.
-Εγώ γουστάρω να βλέπω μιούζικαλ μόνη μου, υπάρχει πρόβλημα;
-Μα δεν είναι δυνατό να θέλεις να βλέπεις θέατρο μόνη σου. Που ακούστηκε αυτό; Θα είναι σκέτη πλήξη.
-Ναι σωστά… Σε μια παράσταση πηγαίνεις για να πιάσεις κουβενταρία με τους φίλους σου, λες κι έπινες καφέ, κι όχι για να δεις την ίδια την παράσταση, του πετάω, αλλά δεν ιδρώνει τ’ αυτί του.

-Δεν έχεις φίλο; με ρωτάει σε λιγάκι.
Αναρωτιέμαι αν ήρθε η ώρα να αρχίσω τα καντήλια και τα δώδεκα ευαγγέλια, είχα όμως τόσο καλή διάθεση, αν εξαιρέσει κανείς τον πόνο, που είπα να το δω χαλαρά το θέμα.
-Έχω, του λεω.
-Και γιατί δεν τον πήρες μαζί;
-Τι είναι να τον πάρω μαζί, βαλίτσα;

Εκεί ο εγκέφαλός του θα πρέπει να κόλλησε για λίγο στην απύθμενη βλακεία του, γιατί για κανά δυο λεπτά με άφησε ήσυχη.

-Μα έπρεπε να τον πάρεις μαζί, μου λεει στο τέλος.
-Δεν του αρέσουν τα μιούζικαλ, λεω ελπίζοντας μ’ αυτό να κόψω την κουβέντα.
-Και τι πειράζει; Ας τον έπαιρνες εσύ κι ας μην του άρεσε. Μια σταλιά κορίτσι να πηγαίνεις να δεις μόνη σου θέατρο είναι κρίμα.
-Λέτε να έχω πρόβλημα; Μετά τα 18, ξέρετε, δε χρειάζεσαι κηδεμόνα για να κυκλοφορήσεις.
-Μα πόσο είσαι δα; Δεν είσαι και τόσο μεγάλη!
Ω, τι ευγενική ψυχή… Δόξα το Θεό, δεν είμαι και σαν την Πελοπόννησο.
-Είμαι 36, του λεω ψέματα.
-Και δεν είσαι παντρεμένη ακόμα;
-Όχι, του πετάω ενώ έχω αρχίσει να φορτώνω.
-Και γιατί; Γιατί να μην παντρευτείς; Τι πρόβλημα έχεις;

Α, μα βέβαια, πως δε το σκέφτηκα… Έτσι κι ήμουν 36, ανύπαντρη και μάλιστα πήγαινα να δω μιούζικαλ ασυνόδευτη, τότε το μόνο σίγουρο ήταν πως είχα ψυχολογικά προβλήματα. Πως δε το χα δει νωρίτερα;

ε μου αρέσει η ιδέα του γάμου, του απαντάω φουρκισμένη.
-Μα γιατί; να επιμένει εκείνος. Τι θα πει δε σου αρέσει η ιδέα; Όλοι πρέπει να παντρεύονται κάποια στιγμή, συνέχισε με στόμφο. Δεν ήρθε ακόμα η ώρα σου, απεφάνθη, κουνώντας το κεφάλι του με ύφος αυθεντίας.
Ευτυχώς, γιατρέ μου, κι είχα μια αγωνία. Πάλι καλά, δεν ήρθε ακόμα η ώρα μου… προφανώς λοιπόν, θα ζήσω κι άλλο.
Αποφασίζω να δώσω και πάλι τόπο στην οργή και στρέφω όλη μου την προσοχή στο δρόμο γυρίζοντάς του σχεδόν την πλάτη.
Μετά από λίγο, κι ενώ το ρεπερτόριο είχε περάσει στον Τερλέγκα, κι ενώ εγώ προσευχόμουν να δω επιτέλους το νούμερο 166 της οδού Πειραιώς, μου πετάει ξανά το αστροπελέκι:
-Πάντως κοίτα να δεις, είναι κρίμα που βγαίνεις μόνη σου. Δεν έχει πλάκα να πηγαίνεις κάπου μόνη. Γιατί δεν τηλεφωνείς σε καμιά φίλη σου τώρα να έρθει κι αυτή; Θα είναι βαρετά αλλιώς.
-Ναι σωστά, του απαντώ. Θα είναι βαρετά να πας να δεις μουσικοχορευτική παράσταση μόνος σου. Δε θα χεις κανέναν δίπλα σου να σχολιάζετε τι φοράει η διπλανή, ποιος γκόμενος τη συνοδεύει και τα ρέστα. Αλλά κοίτα που εγώ, (εδώ έκοψα τον πληθυντικό), το χω βίτσιο να πηγαίνω μόνη μου στο θέατρο, μόνη στο σινεμά, μόνη για καφέ και μόνη για ποτό. Άμα έχω άνθρωπο κοντά μου σπάζομαι, γυαλίζει το μάτι μου, κάτι με πιάνει. Κοινώς, έτσι γουστάρω, έτσι τη βρίσκω, τι να κάνουμε, του λεω μονοκοπανιά.

Φαίνεται θα είχε γυαλίσει όντως το μάτι μου, διότι ο ταρίφαμαν με κοίταξε λοξά και τρομαγμένα, αποφάσισε να βγει από τη δεξιά λωρίδα όπου είχαμε κολλήσει πίσω από τον κώλο του τρόλεϊ, να επιταχύνει κι έτσι έφτασα επιτέλους στον προορισμό μου.
Βρήκα τη φίλη μου να με περιμένει από ώρα, είπα να μη γκρινιάξω για την ιστορία με τον ταξιτζή κι αρχίσαμε να λέμε τα δικά μας και να συζητάμε για την παράσταση.
Σε λιγάκι άνοιξαν οι πόρτες και μπήκαμε μέσα. Είχαμε άλλη μισή ώρα στη διάθεσή μας μέχρι ν’ αρχίσει, οπότε προλάβαμε να πούμε τα νέα μας και να κάνω εγώ (εκείνη δεν καπνίζει) κι ένα τσιγάρο.

Επιτέλους η παράσταση αρχίζει με όλους τους περφόρμερ επί σκηνής και την «Βέλμα» (που θύμιζε εκπληκτικά την Annie Lenox στα νιάτα της) να τραγουδάει με απίστευτη φωνή το All that jazz…
Για τις επόμενες δυόμισι ώρες, κόντεψε να μου εξαρθρωθεί ο ώμος από το χειροκρότημα, και το χαμόγελο είχε κολλήσει μόνιμα στη φάτσα μου, σαν τον Τζιμ Κάρεϊ στη Μάσκα.
Ο χώρος τεράστιος, η ακουστική του εκπληκτική, το σκηνικό λιτό με την εκπληκτική ορχήστρα εγκατεστημένη στη μέση και τους περφόρμερ να παίζουν, να τραγουδούν και να χορεύουν ένα επίπεδο μπροστά χρησιμοποιώντας παράλληλα την ορχήστρα σαν μέρος του σκηνικού, οι φωτισμοί υποβλητικοί, το θέαμα απίστευτα καλό, οι χορευτές υπέροχοι κι από φωνές… φωνάρες και κορμάρες μαζί.
Για δυόμισι ώρες ξέχασα στην κυριολεξία πως βρισκόμουν στην Ελλάδα, πως βρισκόμουν στην Αθήνα, και μάλιστα στο σωτήριο έτος 2005. Για δυόμισι ώρες νόμιζα πως ήμουν στο Μπρόντγουέι, με την υπέροχη τζαζ μουσική και τις εκπληκτικές φωνές να γεμίζουν το χώρο και να με στέλνουν στη δεκαετία του είκοσι.

Κάποια στιγμή η παράσταση τελείωσε και πήραμε το δρόμο της επιστροφής, εκστασιασμένες ακόμα απ’ το υπερθέαμα. Το μόνο που μας έκανε αρνητική εντύπωση ήταν πως το θέατρο ήταν σχεδόν άδειο, ενώ όπως είχαμε ακούσει να λένε οι ταξιθέτριες, υπήρξαν πολλές ακυρώσεις της τελευταίας στιγμής. Βέβαια δεν είχαμε και καημό, ίσα ίσα, που αυτό μας βοήθησε να μετακινηθούμε κάποια στιγμή σε καλύτερες θέσεις χωρίς να μας πει κανείς το παραμικρό.
Είπαμε λοιπόν να πάμε με τη φίλη μου προς το Μοναστηράκι ή στου Ψυρρή να πιούμε κανά ποτάκι. Καταλήξαμε στο Μοναστηράκι να τσιμπολογάμε μια ποικιλία μεζέδων συνοδεία κρασιού και να σχολιάζουμε τη βραδιά.

Ξαφνικά ακούστηκε οχλοβοή. Κοιταχτήκαμε ταραγμένες.
Τι γίνεται ρε; Πόλεμος; Πραξικόπημα; Πήρε φωτιά πουθενά; Σεισμός; Ήρθαν τα Άλιεν; Έφτασε ο Αρμαγεδδών; Κατέβηκε ο λαός σε επανάσταση, απηυδισμένος πια από τα νέα μέτρα της κυβερνητικής πολιτικής, μην αντέχοντας άλλο τις περικοπές, τις συντάξεις της πείνας, την ακρίβεια, τις αρχιδιές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το γαμημένο Ευρωσύνταγμα που μας περιμένει σε λίγο, τις επόμενες κωλοσφήνες που όπου να ναι φτάνουν; Τι στο διάολο είχε συμβεί;
Πληρώσαμε το λογαριασμό και βγήκαμε στο δρόμο.
Τι να δούμε…

Ουρές ατελείωτες αυτοκινήτων να έχουν πλημμυρίσει τους δρόμους κορνάροντας ασταμάτητα ενώ απ’ όλα τα γαμάτα ηχοσυστήματα και τα πειραγμένα σαμπγούφερ ακουγόταν το άσμα της γιουροβίζιον…
Κοιταχτήκαμε με τη φίλη μου αποσβολωμένες…
-Δε το πιστεύω ρε, πήραμε την πρώτη θέση στη μαλακία της γιουρό τέτοιας με την άλλη την Παπα πως τη λένε, μου λεει η φίλη μου.
Εγώ δεν είχα λόγια να σχολιάσω… Τι να έλεγα; Από το Μπρόντγουέι είχα βρεθεί ξαφνικά στην πρωτεύουσα της Μπανανίας.
Στο μυαλό μου έπαιζε στο μπακγκράουντ ο Χάρυ Κλυν, τραγουδώντας το :Ελλάδα η χώρα του πράσινου ήλιου… Άσχετο που δεν είναι ο πράσινος ήλιος στην κυβέρνηση. Μια απ’ τα ίδια παίζει ούτως ή άλλως.
-Να δεις που γι αυτό δεν είχε κόσμο στο Σικάγο και γι αυτό είχαν τόσες ακυρώσεις, συνεχίζει. Θα μείναν μέσα τα ζωντανά να δουν το θέαμα.
-Πάμε να δούμε αν θα βρούμε πουθενά ταξί τώρα, απάντησα στη φίλη μου, που είχε αρχίσει ήδη ν’ αγχώνεται μια και μένει στο Περιστέρι.

Ταξί; Τι είναι αυτό; Οι ταρίφες αντί να ψαρεύουν πελάτες παραληρούσαν και χόρευαν στους ρυθμούς του νάμπερ ουάν… Καλά κάναν οι ανθρώποι θα μου πεις, γίναμε που γίναμε νούμερο γενικώς, τουλάχιστον να μην πανηγυρίσουμε το ότι είμαστε νούμερο ένα;
Η ώρα ήταν μιάμιση. Κατά τις τρεις, αφού πια έχουμε ανέβει στο Σύνταγμα, βρίσκουμε ταξί και το παραχωρώ στη φίλη μου φυσικά μια που έμενε πιο μακριά από μένα. Γύρω στις τέσσερις παρά τέταρτο βρίσκω κι εγώ, επιτέλους, ένα άδειο ταξί και μπαίνω μέσα.
Με το που γύρισα να πω στον ταρίφα που πάμε, ξεκινάει να μου λεει για το θρίαμβο της γιουροβίζιον… Τον κοιτάω καλά-καλά. Θα ήταν κοντά στα σαράντα. Δεν είχα αντοχές να του πω λέξη, οπότε γυρνάω και σε άπταιστα αγγλικά του πετάω: Sorry, I don’t speak Greek. I want to go to this address… Please, hurry up, it’s an emergency!
Με κοιτάει κι έχει μείνει άφωνος.
-Ok, miss, ok! μου πετάει.

Σε λίγο χτυπάει το κινητό του, ενώ είμαστε πηγμένοι στην οδό Σόλωνος.
-Έλα ρε μαλάκα, που να είμαι… πέτυχα μια ταλαίπωρη στο δρόμο να περιμένει ταξί κι είπα να την πάρω, κι αυτή είναι ξένη τελικά, δεν καταλαβαίνει γρι ελληνικά, και χαμπάρι δεν έχει για γιουροβίζιον γαμώ την ατυχία μου… Ναι, ναι… τι να σου λεω… Θα την παω σφαίρα να γυρίσω να πάρω κανά χριστιανό Έλληνα, να φχαριστηθώ τη διαδρομή, να γουστάρουμε μωρέ… Ναι, έγινε φιλάρα, θα τα πούμε μετά… κι έκλεισε το τηλέφωνο.
Δόξα το Δία, είπα μέσα μου… Θα φτάσω νωρίς στο σπιτάκι μου να ξεραθώ… Είχαν πονέσει τα πόδια μου απ’ το περπάτημα ενώ τ’ αυτιά μου βούιζαν λες κι είχα βγει για κλάμπιγκ.
Είχα δίκιο.
Μ’ έφερε στο σπίτι σφαίρα. Ήταν περασμένες τέσσερις. Τα πόδια μου δε με κρατούσαν, τα μάτια μου έκλειναν… Όμως ήταν αδύνατο να πέσω να κοιμηθώ έτσι, με τέτοια ψυχολογία.

Έβγαλα από την τσάντα μου την ψηφιακή μου κάμερα και πέρασα στο πισί το βιντεάκι που είχα τραβήξει από την έναρξη του Σικάγο.
Το έβαλα να παίζει ξανά και ξανά. Όταν βεβαιώθηκα πως είχε σβήσει απ’ το μυαλό μου το ρεφρέν του νάμπερ ουάν, και μου χε εντυπωθεί για τα καλά το All that jazz, χαμογέλασα ευτυχισμένη κι έπεσα για ύπνο…
Καληνύχτα, Ελλάδα…

P.S. Δείτε εδώ το πολύ καλό ποστ του Πιτσιρίκου… εγώ δεν αντέχω να γράψω τόσα… Μπράβο, μικρέ.

Πέμπτη, Μαΐου 19, 2005

Γράφω, γράφεις, γράφει…

Όταν πρωτοάκουσα για τα μπλογκ ήμουν επιφυλακτική, διστακτική και μάλλον αρνητική.
Μου φαινόταν… αμερικανιά, να κάθεται κανείς να γράφει ημερολόγιο ή κάτι σαν ημερολόγιο και μετά να το ποστάρει στο δίκτυο προς τέρψιν των χρηστών…
Μου φαινόταν, πώς να το πω… κουλό κάπως.

Επειδή όμως δεν είμαι κολλημένος άνθρωπος (εντάξει, τουλάχιστον όχι με πολλά), όταν καλοεξέτασα το θέμα (με αφορμή το μπλογκ μιας φίλης), οφείλω να πω ότι άλλαξα γνώμη και άποψη.
Δε θα πω ότι τα μπλογκ διαφέρουν τρομερά από κάθε άλλη έκφανση της δικτυακής πραγματικότητας.
Κι εδώ, στη μπλογκόσφαιρα δηλαδή, όπως κι οπουδήποτε αλλού στο δίκτυο, θα βρεις κάθε καρυδιάς καρύδι. Κι όσοι οι χρήστες, άλλοι τόσοι οι λόγοι που τους ωθούν είτε να γράψουν ένα μπλογκ, είτε να στήσουν μια ιστοσελίδα, είτε να μιλούν σε κάποιο κανάλι…

Και δεκάρα δε δίνω για τους λόγους κανενός.
Όχι επειδή δε μ’ ενδιαφέρουν. Αν δε μ’ ενδιέφερε να γράφω αλλά και να διαβάζω γραπτά και σκέψεις άλλων, δε θα έφτιαχνα μπλογκ.
Εννοώ πως δε με ενοχλούν, ούτε μ’ απασχολούν στο ελάχιστο. Ο καθένας έχει το λόγο του για να κρατά μπλογκ. Άλλος γιατί όντως νιώθει σα να γράφει ημερολόγιο, άλλος για την επαφή με το «κοινό», άλλος για να ικανοποιήσει το ψώνιο του και τη ματαιοδοξία του, άλλος γιατί το βρίσκει χαβαλετζίδικο, άλλος για να υποστηρίξει όσα θεωρεί σωστά, άλλος από απωθημένο wannabe journalist, άλλος γιατί εκεί υποδύεται κάτι που δεν είναι στην πραγματική του ζωή…

Τι σημασία έχει όμως; Το ίδιο δε συμβαίνει όχι μόνο στο δίκτυο αλλά και στην καθημερινότητα;
Ο καθένας μας δεν «παίζει» κάποιους ρόλους, δεν ακολουθεί κάποιες νόρμες, δεν κάνει ό,τι μπορεί τέλος πάντων;
Άλλωστε, είναι και μια μορφή ψυχοθεραπείας… (Doc μου που είσαι;)
Οπότε, γράφτε… Όσοι περισσότεροι τόσο το καλύτερο.

Όσο για τους δικούς μου λόγους που άνοιξα μπλογκ…

Έχει σημασία αν πω ότι πάντα κρατούσα ημερολόγιο και μου αρέσει, αλλά πως πια, μετά από τόσα χρόνια πληκτρολόγηση λόγω δουλειάς, δε μπορώ να γράψω στο χέρι;
Ή μήπως θα παίξει κανένα ρόλο αν πω ότι έχω ένα κάρο σκέψεις καθημερινά στο κεφάλι μου, που θέλω κάπου να τις ακουμπήσω;

Δε νομίζω πως θα παίξει κανένα ρόλο.

Το θέμα μας ήταν άλλο… Γράφω, γράφεις, γράφει…

Κυριακή, Μαΐου 15, 2005

Τύπος Νυχτερινός

«Όταν ξυπνήσω το πρωί,
τα βλέπω όλα μαύρα,
θέλω μια κούπα με καφέ,
και τέσσερα τσιγάρα».


Όταν άκουσα για πρώτη φορά τους παραπάνω στίχους τραγουδισμένους από τον Παπάζογλου, είπα μέσα μου: δε μπορεί, για μένα τα λέει… κι έχει και δίκιο…
Ανέκαθεν δεν τα πήγαινα καλά με το πρωινό ξύπνημα.
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου η μάνα μου φώναζε: «Πουλάς μέρα κι αγοράζεις νύχτα!»
Ομολογώ ότι ποτέ δεν κατάλαβα που ήταν το κακό στο ότι πούλαγα μέρα κι αγόραζα νύχτα… That was fine with me!

Γιατί θα έπρεπε ντε και καλά να πετάγομαι το πρωί απ’ το κρεβάτι όλο χαρά και να κάνω τούμπες επειδή έσκαγε μύτη ο ήλιος, μου είναι ακόμα και σήμερα, μυστήριο μεγάλο. Φχαριστώ, δεν είμαι φίλος, που λέει κι ο Πανούσης.

Ακόμα κι όταν πήγαινα στα νήπια, ήταν αδύνατο να με βάλουν για ύπνο πριν παει δώδεκα η ώρα και καθόμουν μπάστακας μαζί με τους μεγάλους, είτε μέχρι απ’ την τηλεόραση να ακουστεί το ηχητικό εφέ της στάνης μαζί με τα γκλιν γκλιν απ’ τα κουδουνάκια των προβάτων, πράγμα που σήμαινε πως το πρόγραμμα είχε λάβει τέλος, είτε μέχρι να βαρεθούν οι παρέες των γονιών μου να κάθονται στη βεράντα τα καλοκαιρινά βράδια και ν’ αρχίσουν να την κάνουν για τα σπίτια τους.

Αργότερα στο δημοτικό, οι πρωινές ώρες διδασκαλίας ήταν ο διάολός μου… Δεν ήθελα με τίποτα να σηκωθώ απ’ το ωραίο μου, ζεστό κρεβατάκι, να τρέχω μες τα κρύα και τη βροχή (αν ήταν χειμώνας) για το σχολείο, ή να παρατάω τη χαρά του θεού (ήλιος παιχνίδι κοκ, αν ήταν άνοιξη προς καλοκαιράκι) και να κλείνομαι στους τέσσερις τοίχους της αίθουσας.

Πιο μετά, στο Γυμνάσιο και το Λύκειο, συνέχισε το ίδιο βιολάκι. Είχαμε, θυμάμαι, δυο βάρδιες. Μια βδομάδα πρωί και μια βδομάδα απόγευμα. Στις πρωινές ο εγκέφαλός μου μονίμως ήταν σε μια κατάσταση χλιαρής σούπας. Ιδέα δεν είχα τι πολεμούσαν να πουν οι ταλαίπωροι καθηγητές μπροστά στο μαυροπίνακα.

Στις απογευματινές βάρδιες πάλι, γινόμουν εγώ ο εφιάλτης των καθηγητών. Γιατί στις δύσκολες ώρες της ραστώνης κι έπειτα από το μεσημεριανό φαγητό, όταν εκείνοι με το ζόρι έσερναν τα πόδια τους ως την αίθουσα, εγώ ήμουν μες την καλή χαρά, και τότε ήθελα να λύσω όλες μου τις απορίες, τότε ήθελα να κάνουμε την πλήρη ανάλυση του νοήματος του κειμένου στα Νέα Ελληνικά, τότε μ’ έπιανε ασυγκράτητη λογοδιάρροια και πνεύμα αντιλογίας και συμμετοχής…

Στη διάρκεια των σπουδών τα ίδια… Φρόντιζα πάντα –όσο μπορούσα– να έχω στις πρωινές παραδόσεις τίποτα άσχετα, εύκολα θεωρητικά μαθήματα και να βάζω τα εργαστήριά μου απογευματινές. Μόνο το Εμπορικό Δίκαιο ήταν μόνιμα πρωί, κι αυτό εξηγεί γιατί έκανα 5 εξάμηνα να το περάσω.

Ως τα σήμερα δεν έχουν αλλάξει και πολλά.
Για μένα το πρωί ισχύει το άσμα: μη του μιλάτε του παιδιού, αφήστε το … όχι να κλάψει, αλλά να κοιμηθεί… Δε θέλω πολλά πολλά το πρωί… Δε θέλω καλημέρες, δε θέλω πολλές κουβέντες, τουλάχιστον όχι μέχρι να πιω τον πρώτο καφέ της ημέρας και να κάνω τουλάχιστον δυο τσιγάρα. Στριφτά.
Από τις δώδεκα το μεσημέρι και μετά, αρχίζει ο εγκέφαλός μου να συντονίζεται. Προς το απόγευμα ο κόσμος μοιάζει καλύτερος. Από τις οχτώ, εννιά κι έπειτα όλα είναι μια χαρά κι εγώ αρχίζω ν’ ανεβαίνω με χίλια, ενώ λίγο πριν κι αρκετά μετά τα μεσάνυχτα, είμαι στα καλύτερά μου.

Εκείνες τις ώρες είχα πάντα και συνεχίζω να έχω, τις πιο φαεινές μου ιδέες. Και δε βλέπω πού είναι το κακό να κάθομαι εκείνες τις ώρες να κάνω διάφορα που μ’ ευχαριστούν: απ’ το να βάφω το σπίτι ας πούμε, μέχρι να κάνω μουσακά, ν’ ανακαλύπτω νέες εκδοχές για τούρτα σοκολάτα, ν’ ακούω μουσική, να γράφω, να διαβάζω, να μιλάω στο τηλέφωνο, ή μ’ ένα καφέ στο χέρι –ναι, καφέ ρε, γιατί είπε κανείς πως καφέ πίνει ο κόσμος το πρωί μονάχα;– να συζητάω, να αμπελοφιλοσοφώ, να γκρινιάζω ή ν’ αναλύω με τους φίλους μου το κυπριακό, το μεσανατολικό, τα γκομενικά, κι ό,τι άλλο σπουδαίο κι ωραίο απασχολεί τον εγκέφαλό μου εκείνες τις άγιες ώρες…

Πειράζει που μ’ αρέσει περισσότερο το φως του φεγγαριού, τα χρώματα, τ’ αρώματα της νύχτας;
Πειράζει που χαίρομαι περισσότερο τη θάλασσα το βράδυ, που μ’ αρέσουν οι ώρες οι νυχτερινές, ιδιαίτερα εκείνες οι ώρες «μετά τα περίεργα μεσάνυχτα»;

Εμένα πάντως, δε με πειράζει καθόλου…
Τι να κάνουμε, είμαι… Τύπος Νυχτερινός

Σάλτσα Ναπολιτάνα

Καμιά φορά, βρίσκεσαι να συζητάς στο κινητό τα εσώψυχά σου, όντας μέσα σε ένα σούπερ μάρκετ, μπροστά στο ράφι με τα ζυμαρικά, κρατώντας στ...