Παρασκευή, Φεβρουαρίου 07, 2014

Για τη γιαγιά Ιφιγένεια

"Από ξένο τόπο, κι απ' αλαργινό,
ήρθε ένα κορίτσι, φως μου, δώδεκα χρονώ..."

Στη φωτογραφία είναι παιδούλα η συνονόματη γιαγιά μου, από την πλευρά της μητέρας μου, η Ιφιγένεια.
Οχτώ χρονώ την έστειλαν οι δικοί της υπηρέτρια σε κάποια πλούσια οικογένεια. Η οικονόμος του πλουσιόσπιτου της έβαλε ένα σκαμνάκι για να φτάνει να πλένει τα πιάτα, ο νεροχύτης ήταν πολύ ψηλός και δεν έφτανε αλλιώς.
Το κοριτσάκι του σπιτιού, είχε λίγα και λεπτά μαλλιά. Όταν οι δικοί του αποφάσισαν να του τα κόψουν για να δυναμώσουν, το κοριτσάκι απαίτησε να κοπούν κι οι πλούσιες μαύρες μπούκλες της Ιφιγένειας. Ή μάλλον όχι απλώς να κοπούν, αλλά να κουρευτούν γουλί.
Κι έτσι έγινε.
Η ηλικιωμένη οικονόμος παρηγορούσε κρυφά τα βράδια τη μικρή Ιφιγένεια, λέγοντάς της πως τα μαλλιά της θα έβγαιναν ξανά γρήγορα, το ίδιο όμορφα με πριν.
Σύντομα η οικονόμος αποχώρησε λόγω ηλικίας, και η γιαγιά μου, γύρω στα δέκα πια, ανέλαβε τη θέση της, καθώς και τη θέση της γκουβερνάντας για το κοριτσάκι της οικογένειας, το οποίο ήταν συνομήλικό της.
Κάποιο καιρό αργότερα, η οικογένεια μετακόμισε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Η γιαγιά μου φυσικά, ακολούθησε. Εκεί έκανε και μια μικρή επανάσταση, η οποία και πέτυχε.
Η κυρία του σπιτιού είχε αποφασίσει πως οι υπηρέτριες δεν μπορούσαν να τρώνε λευκό ψωμί, αυτό ήταν για την οικογένεια. Οι υπηρέτες θα έτρωγαν κρίθινο.
Η γιαγιά μου μάζεψε τις ξερές κρίθινες φέτες που τους έδιναν και τις κρέμασε από μια κλωστή στην κουζίνα. Όταν ο κύριος του σπιτιού τις αντιλήφθηκε, την ρώτησε τι κάνουν κρεμασμένα εκεί τα ξεροκόματα για τους σκύλους. Η γιαγιά μου του απάντησε πως ήταν το δικό της ψωμί, αυτό που αποφάσισε η κυρία να τρώνε, κι όχι των σκυλιών. Ο κύριος του σπιτού, αναγνωρίζοντας την πονηριά της αλλά και την αδικία, φρόντισε να μοιράζεται λευκό ψωμί σε όλους, οικογένεια και υπηρέτες.
Δυό χρόνια άντεξε εκεί.
Την πείραξε άσχημα το κλίμα, και κινδύνεψε να πεθάνει. Η οικογένεια αναγκάστηκε να φέρει γιατρό να τη δει. Μπροστά στο φόβο για τα χειρότερα και προκειμένου να γλιτώσουν την ευθύνη, την έστειλαν πακέτο πίσω στους δικούς της.
Δεκατριών χρονών, η γιαγιά Ιφιγένεια επέστρεψε.


Στη φωτογραφία δεν πρέπει να 'ναι πάνω από δέκα χρόνων.


Ουσκουντάρ, ή Σκούταρι, είναι η αρχαία Χρυσόπολις όπου ζούσαν χιλιάδες Έλληνες, και για το οποίο γράφτηκε το περίφημο τραγούδι, που το συναντάμε μέχρι και την Αίγυπτο, και θεωρείται από τα πιο γνωστά της Σεφαραδείτικης παράδοσης της ανατολικής Μεσογείου.
Στην Τουρκία είναι γνωστό ως Üsküdar, στην Αίγυπτο το συναντάμε ως Ya Banat Iskandaria, και Ισκεντερία είναι η Αλεξάνδρεια.
Στην Ελλάδα το συναντάμε σε διάφορα σημεία κι η μελωδία τραγουδιέται ως "Από ξένο τόπο κι απ' αλαργινό".
Μεταξύ άλλων, έχει περάσει απ' τα χέρια του Βαμβακάρη με ερμηνεύτρια την Καίτη Γκρέι, γύρω στο '50 το τραγούδησε η Έρθα Κιτ, έκανε το πέρασμά του στις μελωδίες της τζαζ με την εκτέλεση του Χέρμπι Μαν του φλαουτίστα, και στην Άπω Ανατολή το ταξίδεψε ο κιθαρίστας Τακέτσι Τεραούτσι.

Η μουσική, ευτυχώς, δεν έχει σύνορα. Καμιά φορά ούτε κι ο έρωτας. Σίγουρα ποτέ ο πόνος.

Για τα υπόλοιπα, το ανθρώπινο είδος έχει ακόμα μέλλον.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 23, 2014

Φαρμακονήσι φαρμακωμένο...

Συνομιλία στο σπίτι με τον Δ.

 -Τι κάνεις έτσι ρε παιδί μου; Τι σπας το στομάχι σου και σκας και κλαις;

Εγώ απαντώ τα δικά μου... Τα αυτονόητά μου. Για το ότι όλοι σήμερα θα έπρεπε να σπάμε τα στομάχια μας, να ξεφυσάμε, να οργιζόμαστε, να κλαίμε, να ντρεπόματε. Λέω κι άλλα, κι άλλα. Για τη φρίκη που ζούμε, για τη χώρα που ζούμε. Για τη ντροπή τούτης της χώρας. Για τους ανθρώπους που χάσαν τους δικούς τους στα νερά του Αιγαίου. Για τη ντροπή, τη φρίκη. Για τα τέρατα που διαμένουν σ' αυτή τη χώρα και που με κάνουν να νιώθω πως ζω μονίμως σε άλλο, παράλληλο σύμπαν.

-Δεν το καταλαβαίνεις; καταλήγω. Σε όλα υπάρχει ένα όριο. Κι αυτό το όριο σήμερα ξεπεράστηκε. -Αυτό είναι το πρόβλημά σου, μου απαντά ο Δ. Που πίστευες ότι υπάρχει ένα όριο. Δεν υπάρχει. Έχει ξεπεραστεί εδώ και καιρό.

Δεν είχα τίποτα να του απαντήσω. Έχει δίκιο.

Εγώ όμως, ακόμα ντρέπομαι.
Κι ακόμα, βλακωδώς, ανοήτως, ρομαντικώς και αφελώς οργίζομαι, θυμώνω αλλά θυμάμαι τον ποιητή, θυμάμαι τα λόγια και λέω δεν μπορεί... δεν μπορεί... κάπου υπάρχει όριο, κάπου υπάρχει ψυχή, κάπου ανθρωπιά, κάπου δικαιοσύνη, κάπου όνειρο, κάπου φως, κάπου μέσα στα βαθιά σκοτάδια.

Όπως και να 'χει, ακόμα ντρέπομαι. Από ποιον να ζητήσω συγγνώμη;

Πέμπτη, Απριλίου 18, 2013

Ένας Γάτος που τον έλεγαν Μπομπ


Όσα έχω γράψει στον Τύπο Νυχτερινό μέσα στα χρόνια, ήταν στην πλειοψηφία τους κείμενα γραμμένα χωρίς προετοιμασία, χωρίς σκελετό και προσχέδιο, χωρίς "πρόλογο, κυρίως θέμα κι επίλογο", που έλεγαν παλιά στο σχολείο. Ακόμη και τα πιο προσωπικά μου κομμάτια, γράφτηκαν με μια ανάσα, γιατί αυτός είναι ο τρόπος που γράφω.
Δεν χρειάστηκε σχεδόν ποτέ να σπάσω το κεφάλι μου για το πώς θ' αρχίσω να γράφω κάτι. Η διαδικασία της γραφής συχνά είναι ανάγκη, και κάποτε πάνω από σένα. Πολλές φορές γράφω γιατί πρέπει να γράψω, με τις λέξεις να τρέχουν από τις άκρες των δαχτύλων μου πάνω στο πληκτρολόγιο, χωρίς να χρειαστεί να φιλτράρω, να επεξεργαστώ, να διορθώσω.

Να που τώρα όμως, βρίσκομαι για πρώτη φορά στα χρονικά να γράφω και να σβήνω. Να αγχώνομαι για το πώς θα χωρέσω σε λέξεις τα νέα που θέλω να μοιραστώ μαζί σας, τα νέα που θέλω να μοιραστώ με όλον τον κόσμο, τη χαρά και την περηφάνια μου.
Ο μόνος τρόπος που μου έρχεται στο μυαλό, είναι να πάρω τα πράγματα από την αρχή. Πάμε λοιπόν...

Κάπου έξι μήνες πίσω, καθώς τριγύριζα στα ιντερνετικά μονοπάτια, βρέθηκα στο Amazon να χαζεύω τα best seller του 2012. Την προσοχή μου τράβηξε ένα βιβλίο με τίτλο A street cat named Bob, του James Bowen. Το λογοπαίγνιο του τίτλου θα ήταν ήδη αρκετό για να το προσέξω, αλλά ο πορτοκαλής γάτος που κοσμούσε το εξώφυλλο, με τα πράσινα αμυγδαλωτά του μάτια και το ασορτί πρασινωπό φουλάρι στο λαιμό, έκλεβε ούτως ή άλλως την παράσταση.
Διάβασα στο κάτω μέρος του εξωφύλλου: How one man and his cat found hope on the streets.

Το βιβλίο ήταν σκαρφαλωμένο σταθερά στο νούμερο ένα των best seller του London Times, και είχε ήδη μεταφραστεί σε πέντε γλώσσες στους λίγους μήνες που μετρούσε από την κυκλοφορία του.
Το παράγγειλα και μέχρι να φτάσει στα χέρια μου έψαξα τα χνάρια του James Bowen και του Bob στο διαδίκτυο. Το πρώτο βιντεάκι που ανακάλυψα στο YouTube έδειχνε τον James με τον Bob σκαρφαλωμένο στους ώμους του σαν τον παπαγάλο του πειρατή, να μπαίνουν στο λεωφορείο, να τριγυρνούν στους δρόμους του Covent Garden και όσο ο James ετοίμαζε την κιθάρα του, ο Bob να κάθεται στο πλευρό του σαν πιστό σκυλί, με το κασκόλ του στο λαιμό, και να παρατηρεί τους περαστικούς. Και στις ώρες που ο James, προσπαθούσε να κερδίσει το καθημερινό τους φαγητό ως πλανόδιος μουσικός και τραγουδιστής, ο Bob στεκόταν δίπλα του, απτόητος από το τσουχτερό κρύο του Λονδίνου, το ψιλόβροχο, τα πλήθη των περαστικών και κάθε είδους αντιπερισπασμό.


Η ιστορία του James και του Bob έχει κάτι από αμερικάνικο όνειρο και χολιγουντιανό μελό, χωρίς ευτυχώς να είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είναι η αληθινή, απίστευτη ιστορία ενός ανθρώπου που κάποια στιγμή ξεστράτισε κι έχασε το δρόμο του, μέχρι που βρέθηκε στο τελευταίο σκαλοπάτι. Ένας προβληματικός έφηβος που δεν άργησε να μπλέξει με χρήση ουσιών, να βρεθεί εξαρτημένος από την ηρωίνη και τέλος να καταλήξει άστεγος στους δρόμους του Λονδίνου. Άστεγος και εξαρτημένος, χαμένος και αποκομμένος από οικογένεια και φίλους, για δέκα ολόκληρα χρόνια.
Κάπου στο τέλος αυτής της δεκαετίας ο James κατάφερε να περάσει από την ηρωίνη στο πρόγραμμα απεξάρτησης με μεθαδόνη, και έχοντας ήδη μπει στη λίστα αναμονής για στέγη ευπαθών κοινωνικών ομάδων, να βρεθεί σ' ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα μέσω της κοινωνικής πρόνοιας, κάπου στο Τότεναμ.

Τότε όμως το σύμπαν αποφάσισε να του στείλει έναν φύλακα άγγελο. Όχι από εκείνους με τα φτερά και τα φωτοστέφανα. Ο φύλακας άγγελος του James ήταν ένας πορτοκαλής αδέσποτος γατούλης, τον οποίο συνάντησε ένα συννεφιασμένο Μαρτιάτικο απόγευμα, στις σκάλες του κλιμακοστασίου της πολυκατοικίας όπου έμενε. Ο γατούλης είχε τα χάλια του: φανερά υποσιτισμένος και ταλαιπωρημένος, άρρωστος και τραυματισμένος. Ο James αφού βεβαιώθηκε πως δεν ανήκε σε κανέναν ένοικο του κτιρίου, αποφάσισε να τον βοηθήσει να γιατρευτεί. Με τα μοναδικά χρήματα που είχε, κουβαλώντας τον σ' ένα χαρτόκουτο ανακύκλωσης, περπάτησε δύο ώρες για να τον πάει στο γιατρό και να του πάρει φάρμακα. Τον κράτησε για δυο βδομάδες μέχρι να τελειώσει η θεραπεία του, φρόντισε να τον στειρώσει, κι έπειτα αποφάσισε να τον αφήσει ξανά ελεύθερο στους δρόμους από όπου είχε έρθει, πιστεύοντας πως κι ο Bob αυτό θα ήθελε. Ήταν ένας αδέσποτος γατούλης που δεν είχε μάθει να ζει κλεισμένος σε  διαμέρισμα. Κι έτσι τον άφησε να φύγει. Μόνο που ο Bob και το σύμπαν είχαν προφανώς άλλα σχέδια.

Αυτό που δεν ήξερε τότε ο James ήταν πως ενώ νόμιζε πως εκείνος βοηθούσε και γιάτρευε τον Bob, συνέβαινε μάλλον το αντίθετο.

Ο πανέξυπνος κεραμιδόγατος έγινε ο πιο πιστός φίλος και σύντροφος του James. Στάθηκε πλάι του για να του δείξει ξανά το δρόμο για την αγάπη, για την εμπιστοσύνη, για την αυτοεκτίμηση. Για χάρη του, ο James κατάφερε να ξεκόψει και τη μεθαδόνη, να παλέψει σκληρά να σταθεί στα πόδια του, να γίνει πωλητής του Big Issue παρατώντας την κιθάρα στο πλάι, να εμπιστευτεί ξανά τους ανθρώπους, να πιστέψει ξανά στην καλοσύνη τους, αλλά πάνω απ' όλα, να πιστέψει ξανά στον εαυτό του.
Ο James κατάφερε να βάλει τις ανάγκες ενός άλλου πλάσματος πάνω από τις δικές του. Πάνω από την ανάγκη που του γεννούσε η εξάρτηση, πάνω από το φόβο, πάνω από τις άσχημες εμπειρίες, πάνω απ' όλα. Οι περιπέτειες που μοιράστηκαν, το βαθύ τους δέσιμο, η άνευ όρων αγάπη και συντροφικότητα που του χάρισε απλόχερα ο Bob τον βοήθησαν να γιατρέψει πληγές του παρελθόντος. Να επικοινωνήσει με τους δικούς του, να αποκαταστήσει τις σχέσεις με τη μητέρα του, και να ταξιδέψει ως την Αυστραλία για να τη δει ξανά μετά από χρόνια.

Ο James και ο Bob είχαν γίνει πλέον ένα χαρακτηριστικό δίδυμο στους δρόμους του Covent Garden, με τον James να πουλά το περιοδικό δρόμου The Big Issue, και τον Bob πιστό σύντροφο πλάι του να κερδίζει τις καρδιές των Λονδρέζων. Κάποια στιγμή, μια Αμερικανίδα εκδότρια βιβλίων τους πλησίασε και ρώτησε τον James αν θα ήθελε να κάνει την ιστορία τους βιβλίο. Κανείς δε θα μπορούσε να προβλέψει τη συνέχεια, σίγουρα όχι ο ίδιος ο James (για τον Bob πάλι διατηρώ τις επιφυλάξεις μου).
Το βιβλίο σε λιγότερο από ένα χρόνο γινόταν best seller, ακολουθούσε μια δεύτερη έκδοση ειδικά προσαρμοσμένη για παιδιά, και πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε η συνέχειά του με τίτλο The world according to Bob. Στο μεταξύ, έχει γίνει ήδη πρόταση για τη μεταφορά της ιστορίας τους στη μεγάλη οθόνη. Δεν ξέρω ποιος θα παίξει τον James, αλλά νομίζω πως ο μόνος που μπορεί να ενσαρκώσει τον Bob στο σινεμά, είναι ο ίδιος ο Bob!
Ο δε Bob έχει γίνει πλέον διασημότητα. Η λατρεία που του έχει ο κόσμος είναι απίστευτη, κι ο ίδιος την απολαμβάνει κάθε στιγμή.
Κι εδώ έρχεται η δική μου ιστορία. Διαβάζοντας το βιβλίο, έψαξα να βρω τον James και αφού επικοινώνησα μαζί του, τον ρώτησα αν υπήρχε κάποια πρόβλεψη έκδοσης του βιβλίου στην Ελλάδα. Στη γείτονα χώρα Τουρκία, το βιβλίο έσπαζε ήδη ρεκόρ πωλήσεων και οι φιγούρες του James και του Bob κοσμούσαν δισέλιδα αφιερώματα μεγάλων εφημερίδων.
Ο James, απλός, ζεστός και τρομερά ευγενικός, με ενημέρωσε ότι δεν υπήρχε κάποια συμφωνία ακόμη. Του είπα ότι θα έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να έρθει η ιστορία τους και στην Ελλάδα. Μου ευχήθηκε καλή τύχη στις διαπραγματεύσεις και μου είπε πως θα χαιρόταν πολύ αν κατάφερνα να μεταφράσω εγώ την ιστορία τους.

Κι έτσι, ξεκίνησα τον αγώνα δρόμου προς τους εκδοτικούς οίκους. Στάθηκα τυχερή. Ενδιαφέρθηκαν οι άνθρωποι του Άνουβι, με τους οποίους συνεργάζομαι τον τελευταίο χρόνο. Βέβαια πρέπει να ομολογήσω ότι τους έγινα μάλλον... τσιμπούρι. Email και κόντρα email, προσωπικά τηλεφωνήματα, και εμένα να βρίσκομαι στα γραφεία τους προκειμένου να τους μεταφέρω από κοντά τη χαρά και τον ενθουσιασμό μου και κυρίως τη μεγάλη μου πίστη σ' αυτή την ιστορία. Στο τέλος έφτασα μέχρι και να προτείνω να μεταφράσω δωρεάν το βιβλίο, αρκεί να καταφέρναμε να το φέρουμε στην Ελλάδα.
Η ιστορία του James και του Bob έπρεπε να ειπωθεί.

Μετά από ένα διάστημα διαπραγματεύσεων, έκλεισαν τα πνευματικά δικαιώματα και βρέθηκα να μεταφράζω το βιβλίο μ' ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη. Είμαι σίγουρη πως ποτέ ως τότε στη μεταφραστική μου καριέρα δεν έκανα δουλειά με τέτοια διάθεση.

Πρέπει να πω όμως ότι διαφορετική εμπειρία αποκόμισα ως αναγνώστρια και εντελώς διαφορετική ως μεταφράστρια. Στην πρώτη ανάγνωση, η ιστορία του James και του Bob με έκανε να χαμογελάσω, να ανησυχήσω, να γελάσω δυνατά, να λυπηθώ, να αγχωθώ, και στο τέλος να μείνω με μια έντονη αίσθηση αισιοδοξίας και κουράγιου. Όμως όταν άρχισα να μεταφράζω, όλα τα αρχικά συναισθήματα τα βίωσα στο δεκαπλάσιο. Δεν γίνεται κι αλλιώς.

Όταν μεταφράζει κανείς, ειδικά αν αγαπά τη δουλειά του κι αν έχει και κάποιο προσωπικό δέσιμο με την ιστορία, όπως έγινε στη δική μου περίπτωση, θέλοντας και μή, μπαίνει μέσα στην ίδια την ιστορία. Γίνεται ένα με τα πρόσωπα που τη διαδραματίζουν. Κι έτσι πρέπει. Πρέπει να μπει στο πετσί σου όλο αυτό, να νιώσεις τα συναισθήματα, να ταυτιστείς, να τα περάσεις κι εσύ μαζί με τους ήρωές σου, για να μπορέσεις να τα μετουσιώσεις και να τους δώσεις φωνή στη δική σου γλώσσα.
Κι αυτό κάποια στιγμή έγινε ένα μικρό μαρτύριο. Ήταν σαν να βρέθηκα δίπλα τους, μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα. Μοιράστηκα τη χαρά, τις αστείες στιγμές, τις ώρες της οργής, της αμφιβολίας, του πόνου, τις ώρες της λύπης, αλλά και του κουράγιου, και της δύναμης. Πέρα από το ότι έμαθα πράγματα για τα οποία δεν είχα την παραμικρή ιδέα, όπως το τι αντιμετωπίζει καθημερινά ένας "άνθρωπος του δρόμου", είτε είναι άστεγος, είτε πλανόδιος πωλητής, είτε πλανόδιος καλλιτέχνης, είτε απλά εξαρτημένος, υπήρξαν κι άλλα πράγματα στην ιστορία του James που με έκαναν να προβληματιστώ πολύ και να κοιτάξω κι εγώ βαθιά μέσα μου.
Αναγκάστηκα να σκεφτώ πάνω στο πώς αντιμετωπίζουμε όλοι, και εγώ μαζί, τον άστεγο, τον άνθρωπο που παλεύει να αποτοξινωθεί από χρήση ουσιών, ή εκείνον που είναι ακόμη εξαρτημένος, τον άνθρωπο που παίζει κιθάρα ή τραγουδά στις γωνιές των δρόμων στις τουριστικές περιοχές. Και ταυτίστηκα απόλυτα με κάτι που λέει ο James στο βιβλίο του:
"Όταν είσαι άστεγος, το χειρότερο απ' όλα είναι πως γίνεσαι αόρατος. Καλώς ή κακώς, όλοι εισπράττουμε την εικόνα του εαυτού μας μέσα από το βλέμμα των άλλων. Όταν έχεις φτάσει στο τελευταίο σκαλί, πέρα από όλα όσα χάνεις, το κυριότερο που στερείσαι είναι η ταυτότητά σου. Κανείς δε θέλει να σε ξέρει, κανενός το βλέμμα δεν σταματά πάνω σου. Είσαι μια εικόνα που ενοχλεί. Για τον κόσμο απλώς δεν υπάρχεις. Και κάποια στιγμή φτάνεις να ξεχνάς κι εσύ ο ίδιος πως υπάρχεις."

Και καλό θα ήταν ο κόσμος να τα διαβάσει όλα αυτά. Να σκεφτεί, να δει και ν' ακούσει και την άλλη πλευρά. Κυρίως όμως να χαμογελάσει και να ελπίσει. Όσο σκληρό ή πικρό κι αν γίνεται κάποιες στιγμές το βιβλίο, ο James δεν εξωραϊζει αλλά ούτε και απαλύνει καταστάσεις. Δεν γίνεται ποτέ μελό, αλλά ούτε και αποποιείται τις όποιες ευθύνες του για το πώς κατρακύλησε η ζωή του τόσο χαμηλά. Σε κάνει όμως να σκεφτείς πως θα μπορούσε αυτό να συμβεί στον καθένα.
Αλλά το κύριο μήνυμα που αφήνει αυτή η ιστορία, είναι η ελπίδα. Το χαμόγελο. Η πίστη.
Ότι ακόμα και στην πιο σκοτεινή νύχτα, μπορεί να υπάρξει φως.
Να υπάρξει αγάπη, υποστήριξη, ανθρωπιά.
Κυρίως αγάπη.



Ο James έχει κερδίσει το θαυμασμό και τη φιλία μου, κι όσο για τον Bob ίσως την πιο πιστή και αφοσιωμένη θαυμάστρια. Τους θεωρώ λίγο δικούς μου πια, λίγο οικογένεια. Μαθαίνω κάθε τόσο τα νέα τους από τις σελίδες τους στο Facebook και το Twitter και καμαρώνω κι εγώ για το ρόλο που έπαιξα στο να έρθει η ιστορία τους στην Ελλάδα. Εύχομαι σύντομα να έχω τη χαρά να σφίξω το πατουσάκι του Bob και το χέρι του James από κοντά.

Το βιβλίο κυκλοφορεί ήδη στα περισσότερα κεντρικά βιβλιοπωλεία αλλά μπορείτε να το προμηθευτείτε και στο ηλεκτρονικό κατάστημα των εκδόσεων Άνουβι. Κάντε μια χάρη στον εαυτό σας και αγκαλιάστε αυτή την ιστορία. 
Διαβάστε το, χαρείτε το, κάντε το δώρο σε ανθρώπους που αγαπάτε. Διαδώστε το. Γνωρίστε κι εσείς τον James και τον Bob κι αφήστε την ιστορία τους να σας ζεστάνει την ψυχή, και να σας φέρει χαμόγελο και αισιοδοξία. Τα έχουμε και τα δυο όλοι μας μεγάλη ανάγκη.

Από εδώ θα ήθελα να ευχαριστήσω προσωπικά τον James που μοιράστηκε την ιστορία του με τον κόσμο και που είχα την τιμή και τη χαρά να τη δουλέψω για την ελληνική γλώσσα. Να τον ευχαριστήσω που με έκανε καλύτερο άνθρωπο και που μου φώτισε δύσκολες και σκοτεινές στιγμές της ζωής μου. Βεβαίως, να ευχαριστήσω και τον Bob γιατί χωρίς αυτό το πανέξυπνο μούτρο τίποτε δεν θα είχε συμβεί.

Και φυσικά τους εκδότες και συνεργάτες μου στον Άνουβι που εμπιστεύτηκαν την κρίση μου και αγκάλιασαν την προσπάθειά μου.
Τέλος όλους εσάς με τους οποίους θέλω να μοιραστώ τη μεγάλη μου χαρά. Ξέρω ότι θα στηρίξετε αυτή την ιστορία και εύχομαι να την αγαπήσετε και να την απολαύσετε καθώς θα την διαβάζετε, όσο την αγάπησα και την απόλαυσα κι εγώ.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 10, 2013

Don't...

 
Χτες το πρωί, χρειάστηκε να πάρω ταξί για να πάω κάπου. 
Σταμάτησα ένα διερχόμενο και με το που μπήκα αντίκρισα έναν λαϊκό τύπο, με δερμάτινο μπουφάν και λιγδιασμένο τζιν, ακόμη πιο λιγδιασμένα, αραιά μαλλιά και τα μισά δόντια φευγάτα, να τρώει σουβλάκια.
Μου δικαιολογήθηκε λέγοντας ότι είχε ελάχιστη δουλειά κι είχε πεθάνει της πείνας, και μήπως με πείραζε που θα έτρωγε το σουβλάκι του; Του ευχήθηκα καλή όρεξη και του είπα ότι δεν πείραζε καθόλου, άλλωστε η διαδρομή ήταν μικρή, μόνο που βιαζόμουν.
Με καθησύχασε ότι θα φτάναμε στο πιτς φυτίλι. Η διαδρομή που κανονικά θα κρατούσε λιγότερο από πέντε λεπτά, κόντεψε να φτάσει τα είκοσι, γιατί ο τύπος αποδείχθηκε το highlight της μέρας μου.
Στο ραδιόφωνό του έπαιζε μια γλυκανάλατη μπαλάντα της Σελίν Ντιόν, κι ενώ σκεφτόμουν "μπλιαχ, πάλι η βλαμμένη", ο τύπος γυρνά και μου λέει: "Δεν φαντάζεστε πόσο βαριέμαι αυτές τις φωνές κι αυτού του είδους τη μουσική". Κούνησα το κεφάλι συμφωνώντας, ενώ περίμενα να μου αναλύσει την αξία κάποιου αοιδού διαμετρήματος Καρρά ας πούμε.
Η συνέχεια με άφησε με το στόμα παντόφλα νούμερο σαρανταδύο. Ο τυπάς συνέχισε λέγοντας "Εγώ αγαπώ πολύ τη μουσική του αμερικάνικου νότου, πέρα απ' τη ροκ βέβαια. Μια από τις σταθερές προτιμήσεις μου στο χρόνο είναι ο Μπρους Σπρίνγκστιν".
Κι άρχισε να μου αναλύει τον πιο πρόσφατο δίσκο του Μπος (με επιχειρηματολογία, όχι αστεία), ενώ σύντομα περάσαμε στον Τζόνι Κας, κι από εκεί στον Ίγκι Ποπ, πιάσαμε για λίγο τους Πολίς στα νιάτα τους για να ελαφρύνουμε την κουβέντα και μ' ένα άλμα βρεθήκαμε στον Λέοναρντ Κοέν κι έπειτα στον Νιλ Γιανγκ, ενώ δεν παρέλειψε να μου αιτιολογήσει γιατί δεν του άρεσαν οι Στόουνς.
Βρέθηκα ν' ακούω τα νεανικά του κατορθώματα στο Μόναχο, κι ύστερα τις διάφορες συναυλίες στη Δρέσδη και πώς κατόρθωνε να χώνεται μέσα όταν δεν είχε φράγκο για εισιτήριο.
Αν δεν βιαζόμουν τόσο, θα τον άφηνα να με κάνει το γύρο της μισής Αθήνας κρατώντας σημείωσεις. Ρισπέκτ!
Ηθικόν δίδαγμα αναγνώστα: #don't judge a book by its cover

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 07, 2013

Ψυχής Αγωγή - Πλάτες μέσα στα σκουπίδια

Στο μπλογκ δεν γράφω πια συχνά.
Είναι η καθημερινότητα που έχει τσακίσει πνεύμα, σώμα και αντοχές.
Μια καθημερινότητα που με κάνει να σφίγγω τα δόντια, να σφίγγω τα χείλη, να σφίγγω τις γροθιές.
Που με κάνει να οργίζομαι, να ξεχνάω στιγμές τη βαθύτερή μου ουσία, αυτή του ανθρώπου.
Είναι το άγχος το συνεχόμενο, η καταπίεση, οι στιγμές που αναγκάζομαι να υποστώ την αδικία, την παράνοια και τον παραλογισμό,η ανίσχυρη λύσσα θυμού κι απελπισίας που με γεμίζει τις στιγμές που τα γεγονότα με ξεπερνούν, τις στιγμές που νιώθω αδύναμη ή λίγη να βοηθήσω τον εαυτό μου, τους δικούς μου ανθρώπους ή έναν συνάνθρωπό μου.
Είναι οι στιγμές που βλέπω μια ακόμη πράξη μίσους και βίας, ρατσισμού και ξενοφοβισμού, οι στιγμές που αντικρίζω έναν ακόμη άστεγο, μια ακόμη πλάτη μέσα στα σκουπίδια.

Όμως τίνος είναι αυτή η πλάτη μέσα στα σκουπίδια, τελικά;
Είναι του μετανάστη, είναι του Πακιστανού, είναι του Αφρικανού, είναι η δική μου ή μήπως η δική σας;

Πώς φτάσαμε ως εδώ; Ποιο είναι το πριν μας και ποιο το τώρα μας; Ποιος είναι ο διπλανός μας; Τον ξέραμε στ' αλήθεια ποτέ, τον ξέρουμε άραγε και τώρα;
Οργιστήκαμε και μετά βυθιστήκαμε στο φόβο; Του παραδοθήκαμε τελικά τόσο πολύ που τον αφήσαμε να καταδυναστεύσει τις μέρες και τις νύχτες μας, να μας πνίξει τη φωνή στο λαρύγγι, να μας στερήσει το χαμόγελο;
Φταίμε για όλα αυτά; Φταίμε για το τώρα μας; Γεννηθήκαμε μήπως αθώοι και αφελείς, ζώντας μια εφηβεία επιεική και παρατεταμένη που γίνεται όπου να 'ναι σαράντα καλή ώρα;
Πού πήγαν οι εξέκιουτιβ μάνατζερς, τι κάνει σήμερα η δηθενιά και το λάιφστάιλ ενός κόσμου που μας σέρβιρε στο πιάτο ο κάθε ένας Κωστόπουλος; Ζει ακόμα; Γιατί ζει αν ζει;
Καταπίνουμε αμάσητα ψέματα και παραμύθια για το καλό μας;


Όταν ζεις συνεχώς μες τα σκατά, αρχίζεις και τα συνηθίζεις και δε σου βρωμάνε πια.
Αυτό μας συνέβη λοιπόν; Συνηθίσαμε τα σκατά γύρω μας και μας μυρίζουν τώρα πια λεβάντα; Συνηθίσαμε τη σκυλίσια ζωή και τα πεταμένα ξεροκόμματα; Θα καθίσουμε στ' αυγά μας, με το ατσάλινο χέρι του φόβου και της τρομολαγνίας να μας σφίγγει το λαιμό;

Κι αν είναι έτσι...
Ξέρεις τι λένε για το τέρας. Άμα το συνηθίσεις κι αυτό, αρχίζεις και του μοιάζεις.

Γι' αυτά και για άλλα πολλά μιλά η παράσταση Πλάτες μέσα στα σκουπίδια.
Δεν ήθελα να γράψω τόσα λόγια. Ήθελα να γράψω μόνο λέξεις, μόνο επιθετικούς προσδιορισμούς, μόνο τις λέξεις που στριφογυρνούσαν στο μυαλό μου μόλις βγήκα από τον νέο πολυχώρο Τέχνης Αλεξάνδρεια, απόψε. Ίσως και να το κάνω αργότερα, αλλά με πρόλαβαν οι σκέψεις μέχρι να έρθω σπίτι.

Το κείμενο του Κίμωνα Ρηγόπουλου είναι δυναμίτης. Γροθιά στο στομάχι. Ζωντανό, παλλόμενο, σφιχτοδεμένο, χείμαρρος ορμητικός, κι έχει φωνή. Τη φωνή όλων μας, τη φωνή που μας στέρησαν, μας έκλεψαν, μας ποδοπάτησαν. Μιλάει τις σκέψεις μας, μιλάει τα λόγια μας, φέρνει στο φως τις αδυναμίες μας,  φωνάζει τις αλήθειες του βροντερά, αλήθειες αυτονόητες αλλά όχι εύκολες, όχι εύπεπτες. Συγκινεί, αλλά δεν μελοδραματίζει ούτε λεπτό. Δεν έχει δηθενιά, δεν έχει ψευτοκουλτούρα, δεν έχει χαϊδέματα στ' αυτιά. Φωτογραφίζει το τώρα μας, καρέ-καρέ, ξεγυμνώνει την αλήθεια μέσα απ' τα ψέμματα των λέξεων. Έχει χιούμορ ανατρεπτικό, είναι πικρό, είναι γλυκό, έχει ουσία.
Κι αυτό το κείμενο διαμάντι, το πήραν με αγάπη φανερή οι ηθοποιοί και το έλουσαν στο φως ακόμα κι όταν η σκηνή βυθιζόταν στα σκοτάδια και το ημίφως.

Κι αυτό που κατάφεραν να βγάλουν επί σκηνής, είναι θέατρο πραγματικό. Επιτέλους.
Είναι ψυχαγωγία με τη βαθύτερη ουσία του όρου.
Οι πέντε πρωταγωνιστές του κέντησαν τους ρόλους τους με μεγάλη αλήθεια και μεράκι, ξεπέρασαν θαρρώ τον εαυτό τους τον ίδιο. Το αγάπησαν και το στήριξαν αυτό το που κάνουν, και φαίνεται.
Το κείμενο ήταν οι ρίζες, οι ίδιοι έγιναν το δέντρο, τα κλαδιά του, τα φύλλα του κι υψώθηκαν ρωμαλέοι.
Η Έλενα Αρβανίτη έπαιξε με κρυστάλλινη οξύτητα, με βλέμμα σπαθί, σώμα και ψυχή ολοζώντανη.
Η Τζένη Σκαρλάτου είναι διαμάντι. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να ξεχωρίσω κάποιο από τα περάσματά της, ίσως η κραυγή της στη σκηνή με τις πατάτες, αλλά στ' αλήθεια δεν γίνεται να ξεχωρίσω κάποια της στιγμή. Η αρτιότητα της παρουσίας της, αυτό το φυσικό κι ατόφιο παίξιμο κρύβει μεγάλο μόχθο και φανερώνει κατάθεση ψυχής.
Ο Χρήστος Ευθυμίου ταξίδεψε από τον ένα ρόλο στον άλλο με τέτοια άνεση, σαν να φορούσε απλώς άλλο πανωφόρι. Το μισοχαμόγελό του θα μείνει χαραγμένο στο μυαλό μου, κι η στιγμή που ενσάρκωσε τον ρατσιστή φασίστα, ήταν καθαρή γροθιά στο στομάχι.
Ο Γιώργος Μωρόγιαννης... εξαίρετος το ελάχιστο που μπορώ να πω. Έκανε κανονική έφοδο στην ψυχή μου. Μ' έκανε και δάκρυσα, με πήρε απ' το χέρι να τον συντροφέψω στην οργή του, στον αυτοσαρκασμό, στη γλύκα του, στην απόγνωση, στην ελπίδα, στην απελπισία.
Κι ο Βασίλης Βλάχος φυσικά, που δεν μπορείς να του αντισταθείς με τίποτα. Ο ίδιος έχει πει σε συνέντευξή του "..χωρίς το θέατρο δεν ανασαίνω. Χωρίς το τραγούδι πέφτω σε βαθιά κατάθλιψη." Είναι φανερό το γιατί. Εξαίρετος καλλιτέχνης, τις στιγμές που σε κοιτάζει απ' τη σκηνή καταπρόσωπο καταθέτοντας ψυχή, σε κερδίζει μεμιάς.

Θα μπορούσα να γράψω κι άλλα, πολλά ακόμα.
Αλλά θα πω το σημαντικότερο και το πιο ουσιώδες: Απόψε βγήκα από αυτή την παράσταση νιώθοντας ξανά μετά από καιρό ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

Το λυτρωτικό συναίσθημα της κάθαρσης είχε επιτευχθεί.
Γιατί η πείνα κάστρα παραδίδει, αλλά και κάστρα πολεμά.
Κι οι απελπισμένοι όταν αρχίσουν να μάχονται, να τους φοβάστε εσείς που πρέπει να τους φοβάστε.

Κι εσείς αγαπημένοι μου αναγνώστες, να σηκωθείτε, και να έρθετε ως την Πλατεία Αμερικής.
Να πάρετε μαζί κι αυτούς που αγαπάτε, και να πάτε να δείτε την παράσταση. Στηρίξτε την προσπάθεια αυτών των εξαιρετικών ανθρώπων. Στηρίξτε την αντίσταση στο μαύρο σκοτάδι και το ζόφο που θέλουν να μας φορέσουν σαν σφιχτό ζουρλομανδύα.

Θα σας κάνει καλό. Ψυχικό καλό. Κι αυτό στις μέρες μας είναι ανεκτίμητο.



"Πλάτες μέσα στα σκουπίδια" (25 στιγμιότυπα καθημερινής ζωής με φόντο την κρίση)
Παίζουν: Έλενα Αρβανίτη, Βασίλης Βλάχος, Χρήστος Ευθυμίου, Γιώργος Μωρόγιαννης, Τζένη Σκαρλάτου.

Κείμενο- Σκηνοθεσία: Κίμων Ρηγόπουλος

Αλεξάνδρεια- πολυχώρος τέχνης
Σπάρτης 14, πλατεία Αμερικής
Τηλ: 210 86 73 655

Πέμπτη: 19.30, Παρ-Σάβ. 21.15, Κυριακή: 18.30
Τιμές εισιτηρίων: 15ευρώ ενιαίο,10 ευρώ μειωμένο (Πέμπτη)
Ειδική τιμή για ανέργους*: 15 ευρώ για δύο άτομα
*με επίδειξη κάρτας ανεργίας










Σάββατο, Δεκεμβρίου 15, 2012

Το κουπί της γαλέρας



Παλεύεις με νύχια και με δόντια να τελειώσεις μια δύσκολη και απαιτητική μετάφραση.
Δουλεύεις με πυρετό, συνάχι, βήχα και τη γενική αίσθηση κακουχίας που φέρνει μαζί του ένα κρυολόγημα που δε λέει να υποχωρήσει μια βδομάδα τώρα εξαιτίας κούρασης, δουλειάς και ξενυχτιού.
Τα νεύρα σου είναι στην τσίτα.
Ο Κανέλλος για έκτη φορά πηδάει πάνω στο γραφείο, γιατί θέλει να χωθεί στην αγκαλιά σου. Δεκάρα δε δίνει που τις προηγούμενες πέντε φορές κόντεψε να σου ρίξει το νερό, την κούπα με τον καφέ, το ποντίκι. Θρονιάζεται πάνω στο πληκτρολόγιο και σου σπρώχνει το χέρι με τη μουσούδα.
Πάνω που είσαι έτοιμη να βρυχηθείς ως άλλη -βραχνιασμένη- Σαπφώ Νοταρά ένα μεγαλειώδες "κάτω, σκατόγατο", το βλέμμα σου πέφτει τυχαία στα μάτια του γατιού. Σε μια στιγμή συνειδητοποιείς ότι σε κοιτά με απορία η οποία μεταφράζεται ως 'Προσπαθώ να σου δώσω και να πάρω αγάπη, γιατί κάνεις έτσι Άνθρωπε;' και το βουλώνεις πάραυτα.
Τον αφήνεις να κάτσει πάνω στο δεξί σου χέρι, χαμηλώνεις την κεφάλα σου κι εσύ κι ακουμπάς τη δική του, μέτωπο με μέτωπο, μύτη με μύτη. Κλείνεις τα μάτια, βάζεις το ακουστικό στο αυτί και κάθεσαι εκεί, παίρνοντας αργές, βαθιές ανάσες.
Με το ένα σου ελεύθερο δάχτυλο του χαϊδεύεις την πατούσα όσο εκείνος γουργουρίζει ξετρελαμένος και σου μπήγει απαλά τα νύχια του στο χέρι καθώς σε "ζυμώνει", ενώ απ' τ' ακουστικό ακούς τον Αύγουστο Κορτώ στο Amagi Radio να παίζει την Τρικυμία του Μπετόβεν.
Μέχρι να τελειώσει το κομμάτι -και να βαρεθεί ο Κανέλλος, έχεις γίνει ξανά άνθρωπος.
Το κουπί της γαλέρας μπορεί να περιμένει λίγο ακόμη.

Τρίτη, Οκτωβρίου 30, 2012

Α, ρε χρόνε, αλήτη...

Συμφιλιώνεται ποτέ κανείς με το χρόνο που κυλάει;

Ναι, το ξέρω, το δώρο της ζωής δεν πιάνει μία μπροστά στις ρυτίδες και τα γκρίζα μαλλιά.
Το ξέρω ότι θεωρητικά είναι σχεδόν βλασφημία να θλίβεται κανείς μπροστά στα γηρατειά όταν νέοι άνθρωποι παλεύουν με ανίατες ασθένειες και πολλές φορές βγαίνουν χαμένοι. Πάλεψα κι εγώ πριν μερικά χρόνια και το ξέρω.
Ξέρω επίσης ότι θα έδινα ό,τι έχω και δεν έχω για να υπήρχαν ακόμη κοντά μου άνθρωποι δικοί μου που έχουν φύγει.
Ακόμη ξέρω καλά ότι υπάρχουν πάντα χρυσές εξαιρέσεις, πάντα υπάρχουν άνθρωποι που ανήκουν στην τρίτη ηλικία και παραμένουν δραστήριοι και γεμάτοι σφρίγος και ζωντάνια, που συνεχίζουν ν' αγαπούν τη ζωή και να τη ζουν όσο γεμάτα γίνεται, άνθρωποι που δεν τους έχει φυλακίσει το ίδιο τους το σώμα. Μόνο που είναι, όπως είπα οι εξαιρέσεις.

Κι από την άλλη...

Γιατί τα όσα φέρνει μαζί του το γήρας θα πρέπει πάντα να συγκρίνονται με τα παραπάνω επιχειρήματα προκειμένου να καταλήγουν λιγότερο "βαριά" απ' όσο πιθανότατα είναι στην πραγματικότητα;
Δεν είναι επίσης σχεδόν βλασφημία η σωματική και πολλές φορές πνευματική έκπτωση ενός ανθρώπινου όντος; Δεν είναι φρικτό να σε περιορίζει το ίδιο σου το σώμα, να σε φυλακίζει, να σε κλείνει σε μια φυλακή πόνου και ανημπόριας; Δεν είναι προδοσία αυτό; Δεν είναι σαν κακό αστείο σκηνοθετημένο από κάποιο Θεό που γελά με το ανθρώπινο είδος;

Δεν νομίζω ότι η κατάρα που κουβαλά ο άνθρωπος είναι ο θάνατος. Ο θάνατος μπορεί να είναι και λύτρωση.
Νομίζω πως η κατάρα του ανθρώπου είναι τα γηρατειά. Και για να γίνω ακόμη πιο συγκεκριμένη, όχι τόσο το ίδιο το γήρας, όσο το να μην συνταιριάζουνε τα μέσα σου με τα έξω σου. Γιατί, όσο τα χρόνια περνάνε, κάτι μου λέει ότι η ψυχή, δυστυχώς, δεν γερνά στους ίδιους ρυθμούς και στους ίδιους χρόνους με το σώμα.
Η κατάρα για μένα είναι να θέλει η ψυχή σου, αλλά να μην ακολουθεί το σώμα σου. Να μη σ' αφήνει. Όσο κι αν γερνά κανείς με χάρη, τελικά γερνά.
Τυχεροί τουλάχιστον όσοι νιώθουν ότι τα μέσα τους με τα έξω τους συμβαδίζουν...
Κι επειδή μια εικόνα χίλιες λέξεις...


















 Κι αν σας βάρυνα τη διάθεση, να την ελαφρύνω λιγάκι..








Τρίτη, Οκτωβρίου 02, 2012

Ανοίξαμε και σας περιμένουμε

Όσοι με διαβάζετε καιρό, κι όσοι με ξέρετε κι από κοντά, γνωρίζετε ότι ανακατεύομαι συχνά-πυκνά με την κουζίνα.
Καιρό τώρα σκεφτόμουν ότι θα έπρεπε να κάτσω να φτιάξω ένα μπλογκ και να μοιραστώ μαζί σας τις μαγειρικές μου αλχημείες και περιπέτειες.

Κι έτσι, πριν λίγα βράδια, γεννήθηκε η Νυχτερινή Κουζίνα.

Περάστε μια βόλτα για το καλορίζικο, κερνάω σοκολατάκια. 


Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 27, 2012

Για όλα φταίει...

...αυτός που έτρωγε πολλά.

Tο τι μπορεί κανείς να δει στον ύπνο του (και στον ξύπνιο του, δε λέω, αλλά εν προκειμένω δεν είναι το θέμα μας), είναι ταυτόσημο του περί ορέξεως κολοκυθόπιτα.
Μπορεί ο άλλος βρε παιδί μου, να είναι νηστικός και να ονειρεύεται καρβέλια κατά την προσφιλή του λαού έκφραση, μπορεί να είναι μισοκακόμοιρος μαλακοπίτουρας που η στενότερή του σχέση είναι εδώ και χρόνια με την παλάμη του, αλλά να βλέπει ότι πέφτει στον έρωτά του δίμετρη μοντέλα, ξανθότερη του σκανδιναβικού ξανθού, με μάτι γαλανό σαν τον ανέφελο ουρανό και σούρνεται στα πατώματα και τον παρακαλά κι εκείνος δεν της κάθεται, για να μην πιάσω τις περιπτώσεις θηλυκών που το τρυφερό έτερο ήμισύ τους να φέρνει περισσότερο στον Μπάμπη τον υδραυλικό
της γειτονιάς κι αυτές να ονειρεύονται τριολέ με τον Jason Momoa και τον Lenny Kravitz.

Κι ύστερα υπάρχουν και κάτι άλλα κουλά, που ονειρεύεσαι ας πούμε ότι βρίσκεσαι σε μια πόλη βγαλμένη από μυθιστόρημα του Λαβκραφτ και σε κυνηγάει το αόρατο τέρας με τα δεκαπέντε τρομερά πλοκάμια, και εσύ τρέχεις και μετά έρχεται ο Σούπερμαν, ή όταν βλέπεις ότι πετάς και όλα
ωραία και καλά αλλά τελικά πέφτεις απλώς απ' το κρεβάτι, και τα συναφή.

Άμα όμως είσαι περιπτωσάρα σαν και του λόγου μου, αντί να ονειρεύομαι (και να χαίρομαι η πτωχή  κόρη) το ως άνω αναφερθέν τριολέ, κάθομαι και βλέπω στον ύπνο μου ολόκληρο σήριαλ με τον Αύγουστο Κορτώ.

Τον οποίο Κορτώ δεν τον γνωρίζω διά ζώσης, αλλά από 'δω και πέρα θα τον προσφωνώ με το μικρό του όνομα, διότι με τέτοιο όνειρο μια άλφα οικειότητα την έχουμε αναπτύξει. Από τη δική μου πλευρά φυσικά, αλλά επειδή είμαι πληθωρικός άνθρωπος η δική μου πλευρά φτάνει και περισσεύει.
Τώρα που το σκέφτομαι βέβαια, μπορώ να τον προσφωνώ με το επίθετό του. Κάνει κι αυτό σε προχώ οικειότητα άμα το καλοσκεφτείς.
Πάρε για παράδειγμα τον House. Δεν έχεις προσέξει ρε καμάρι, ότι κανένας δεν τον λέει Gregory, ούτε ο κολλητός του ο Wilson, ούτε καν η κρυόκωλη Cuddy κι ας έχουν βγάλει τα μάτια τους ούκ ολίγες φορές; Με την ευκαιρία, σας είπα ότι λατρεύω τέρμα House για όλους τους λόγους που οι σόσιαλι κορέκτ γνωστοί μου τον θεωρούν μαύρο πρόβατο; Αλλά για τον Κορτώ λέγαμε.

Που λέτε, θα σας διηγηθώ το όνειρο οσονούπω και είμαι σίγουρη ότι θα καταλήξετε στο ίδιο συμπέρασμα με μένα, αφού εξ' αρχής δεχτούμε αξιωματικά ότι για τα τεκταινόμενα του ονείρου δεν έφταιγαν οι ακόλουθοι παράγοντες:

-δεν έφταιγε η αφραγκία που έχει κατοικοεδρεύσει σαν τρίτος συγκάτοικος στο σπίτι εδώ και καιρό
-δεν έφταιγε ότι το σπίτι το έχουμε βαρεθεί περισσότερο κι από κάτι παλιές μας τρύπιες κάλτσες που όλο λέμε ή να τις πετάξουμε ή να τις μαντάρουμε και ποτέ δεν κάνουμε ούτε το ένα ούτε το άλλο
-δεν έφταιγε που όπου σταθώ κι όπου βρεθώ τελευταία, χαζεύω τοιχοκολλημένα ενοικιαστήρια καθώς και τις φωτογραφίες διαμερισμάτων στη χρυσή ευκαιρία και λόγω του τρίτου συγκατοίκου που λέγαμε, μένω μονίμως στο χάζεμα
-δεν έφταιγε επίσης καθόλου το ότι βρήκα ένα σπίτι πολύ κοντά στο ιδανικό μου, στο Πεδίον του Άρεως, με τιμή ως αναμενόμενο απαγορευτική για τα ισχνά βαλάντιά μας
-δεν έφταιγε που στριφογυρνούσα στο κρεβάτι σαν τη σβούρα και δεν μπορούσα να κλείσω μάτι με αποτέλεσμα να νομίζω ότι πεινάω και να σηκώνομαι κάθε τρεις και λίγο να τσιμπολογάω
-σε συνέχεια του προηγούμενου, δεν έφταιγαν ούτε: η μια χούφτα αλμυρές ελιές (βαριόμουν να τις ξεπλύνω), το ένα ροδάκινο (είμεθα υγιεινιστές γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε), οι δύο φέτες τοστ με βούτυρο και μέλι θυμαρίσιο από το Πήλιο (δε φταίω εγώ, η μανούλα με εφοδίασε), το κρουασάν σοκολάτα (η σοκολάτα ήταν σκέτο δείγμα τελικά, μας κλέβουν!), οι δυο φρυγανιές με μελιτζανοσαλάτα καπνιστή (αηδία ήταν η μελιτζανοσαλάτα γιατί πήρα μια φτηνιάρα με ενάμισι ευρώ τα τετρακόσια γραμμάρια κι ως γνωστόν το φτηνό το κρέας δεν το τρώνε ούτε οι σκύλοι), ούτε οι άλλες τρεις φρυγανιές με μαγιονέζα και μουστάρδα ντιζόν (ήταν για να ξεπλύνω λίγο την αηδιαστική γεύση της μελιτζανοσαλάτας), ούτε τέλος το τοστάκι με το σαλάμι αέρος Θάσου (να μην έχουμε κι ένα δήθεν ντελικατέσεν ρε παιδί μου;)
-δεν έφταιγε ούτε το έτερον ήμισυ που μου ανακοίνωσε με αγγελικό ύφος σε μια από τις διαδρομές μου ως το ψυγείο, ότι ο Νέλλος ο Κανέλλος είχε ρίξει και φυσικά σπάσει το δεύτερο
βάζο με το μέλι που φύλαγα για να φτιάξω υγιεινά και διαιτητικά oatmeal cookies για να 'χουμε σε μια στιγμή λιγούρας βρε αδερφέ!
-φυσικά και δεν έφταιγε ο Τσίκος Πιτσίκος, ο οποίος τη μία και μοναδική στιγμή που πήγε να με λυπηθεί ο Μορφέας κι είπε να με πάρει και να με σηκώσει, ήρθε ως το κρεβάτι και προσγειώθηκε μ'έναν πήδο πάνω στο στομάχι μου για ν' αρχίσει αμέσως μετά να μου ρίχνει αγαπησιάρικες κουτουλιές στη μούρη και δαγκώματα στη μύτη πριν χώσει το μουσούδι του κάτω απ' τον αγκώνα μου και λαγοκοιμηθεί σαν την αθώα περιστερά

Τίποτε από τα παραπάνω δεν έφταιγε.
Για όλα έφταιγε το τελευταίο βιβλίο του Κορτώ, σας το ορκίζομαι μα την Παναγία.

Γιατί βλέπεις δε μου 'φτανε που το διάβασα πριν λίγο καιρό και έφτιαξα καινούριο συκώτι απ' το γέλιο, ήθελα να το διαβάσω άλλη μία, διότι μία ίσον καμία και με τον Άνθρωπο που έτρωγε πολλά μία ανάγνωση δεν είναι ποτέ αρκετή, κι έτσι το χτεσινό βράδυ με βρήκε ξανά μανά με το βιβλίο στο χέρι, να γελάω ξανά, και να μελαγχολώ επίσης, γιατί ο Κορτώ είναι υπουλότερος του Κοέλιο (εκείνος ο πούστης ο Κοέλιο ρε παιδί μου σου λέει εκεί την πίπα του με το σύμπαν, εσύ σαν μαλάκας την πιστεύεις κι ύστερα φασκελώνεις σαν αυτιστικό προς άπασα συμπαντική κατεύθυνση, αλλά ο Κορτώ κάνει άλλη παγαποντιά: στην αρχή ξεσκίζεσαι στα γέλια, μετά αρχίζει και υποβόσκει μια υφέρπουσα θλίψη η οποία δεν αφήνεται ακριβώς να γίνει ποτέ καθαρή λύπη, αλλά είναι εκεί η ρημάδα ανάμεσα στις γραμμές, κι όχι ότι δεν μας αρέσει αυτό, αλλά έτσι να 'χουμε να λέμε).

Όπως και να 'χει, ο Μορφέας ευαρεστήθηκε να περάσει το κατώφλι κάποια στιγμή και με βρήκε με το βιβλίο στο ένα χέρι. Το άλλο είχε κουλαθεί γιατί πάνω του κοιμόταν ο Τσίκος κι αναγκαζόμουν
να κάνω ολόκληρες μανούβρες για να γυρίσω σελίδα.

Και, τι λέγαμε..; Α, ναι, το όνειρο.

Βλέπω λοιπόν ότι ανακαλύπτω το σπίτι των ονείρων μου, το οποίο βρισκόταν κοντά στο Πεδίον του Άρεως (ναι ξανά, τι ζόρι τραβάτε μανδάμ; υποσυνείδητο είναι αυτό, κάνει τα δικά του).
Κι έχω πάρει τηλέφωνο κι όλα ωραία και καλά, και ο κύριος που το έχει δεν είναι άλλος από τον Αύγουστο Κορτώ.
Και σκέφτομαι μέσα μου "Αμάν, αυτός είναι διασημότις, θα ζητήσει τα μαλλιοκέφαλά μας σε νοίκι" και στο καπάκι λέω "βρε δε γαμιέται, δείχνει και καλός άνθρωπος, μπορεί και να τα βρούμε",
και κλείνουμε ραντεβού να πάω να το δώ.
Και σηκώνομαι και πάω, και το σπίτι είναι ουάου, και το έξω δεν είναι το γνωστό Πεδίον του Άρεως αλλά κάτι ανώτερο κι από γραφική γειτονιά του Παρισιού (μη με ρωτάτε πώς μεταμορφώθηκε η γειτονιά, είναι να υπάρχει καλή θέληση), και δως του ξύλινα πατώματα δρύινα σε σκούρο χρώμα με κόκκινη ανταύγεια, και καναπέδες με ριχτάρια, απ' αυτούς που σε φωνάζουν και σου λένε έλα καμάρι μου κι απλώσου πάνω μου, (ναι είχε και έπιπλα και φουλ κομφόρ), και κουζίνα ονειρεμένη με φως άπλετο, και τεράστια παράθυρα κι ένα υπέροχο μπαλκόνι λέει, γεμάτο φυτά και πολυθρόνες ρατάν, όπου ο Κορτώ ως φιλόξενος οικοδεσπότης με κάλεσε να πιούμε καφέ και να κουβεντιάσουμε τα περί ενοικίασης.
Στο μπαλκόνι βρισκόταν και μια φίλη του, μακρυμάλλα και μαυρομαλλούσα, η οποία με σέρβιρε ευγενικά και παρατήρησε ότι φαινόμουν κουρασμένη. Τι ήταν να το πει, δεν πρόλαβα να πιω μια γουλιά καφέ και ξεράθηκα εκεί που καθόμουν, στην τεράστια, αναπαυτική ρατάν πολυθρόνα.
Όταν κάποια στιγμή ξύπνησα, καταντροπιασμένη που με είχε πάρει ο ύπνος, τους είδα και τους δυο να μου χαμογελούν και ο Κορτώ μου λέει: Α, δεν τρέχει και τίποτα δα. Αν νιώθεις τόσο άνετα στο σπίτι ώστε να σε πάρει ο ύπνος, τότε θα το αγαπήσεις και μ' αρέσει η ιδέα να το έχει κάποιος που θα το αγαπά σαν να ήταν δικό του.
Πήρα τα πάνω μου κι εγώ, και ρωτάω την τιμή. Δεν θυμάμαι πόσα ζήτησε (σιγά μη θυμόμουν, να μου χαλάσει η ωραία μαγιονέζα), αλλά θυμάμαι ότι είπα με το νου μου "πολλά ξε-πολλά, το καλό πράγμα κοστίζει και χαλάλι του", κι ετοιμάστηκα να πω το ναι.
Τότε με κόβει ο Κορτώ ξανά και λέει: Ποιοι άλλοι θα μένουν εκτός από σένα; Ο Δ. το έτερον ήμισυ και ο Τσίκος του απαντώ. Προφανώς στο νου μου, ο Νέλλος και η Λούνα είχαν πάει διακοπές στα θερινά ανάκτορα.
Α, απαντά ο Κορτώ, πρέπει να έρθουν κι αυτοί να το δουν. Μάλιστα προτείνω να δούμε αν θα νιώσουν τόσο άνετα ώστε να ρίξουν κι εκείνοι έναν υπνάκο καλή ώρα όπως εσύ, γιατί αλλιώς τι νόημα έχει να κλείσετε το σπίτι;
Ακράδαντο επιχείρημα, μη μου πείτε! Και απολύτως λογικό στη συλλογιστική του ονείρου.
Οπότε ορίζουμε δεύτερο ραντεβού για να κουβαληθούν κι οι υπόλοιποι.
Τη συμφωνημένη μέρα και ώρα, ο Κορτώ μ' ενημερώνει πως του έτυχε μια δουλειά και άφησε το κλειδί σε κάποιον να μας το δώσει και θα ερχόταν κι εκείνος λίγο μετά.
Πάμε λοιπόν η αγία τριάς, και ο Δ. με τον Τσίκο αγκαλιά ενθουσιάζονται αμφότεροι, ο Δ. ονειρεύεται πού θα στήσει το σούπερ ντούπερ γραφείο του και πιο παράθυρο του δίνει το καλύτερο φως για να φτιάχνει γραφιστικά αριστουργήματα διότι τι σκατά Αρτ Νταϊρέκτορ είναι, ο Τσίκος τρεχοβολάει χωρίς να φοβάται ΚΑΙ τη σκιά του, κι εγώ με το χαμόγελο μακαριότητας στα χείλη απολαμβάνω τη στιγμή.
Λίγο μετά, ανακαλύπτει ο Δ. ένα υπέροχο κρεβάτι, στρωμένο με λινά σεντόνια και γεμάτο αφράτες μαξιλάρες και απλώνεται φαρδύς πλατύς να το δοκιμάσει.
Πάω κι εγώ και γέρνω πλάι του, ενώ ο Τσίκος χωρίς να χάσει ευκαιρία, χώθηκε ανάμεσά μας, και ναι, το μαντέψατε, ρίξαμε κι οι τρεις τον ύπνο του δικαίου.
Όταν μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, ακούω μια πόρτα ν' ανοίγει και τον Κορτώ να λέει: Μα τι ωραία εικόνα.. Τύφλα να 'χουν οι Τσαρουχικοί άγγελοι.

Συλλογίζομαι λίγο πριν ξυπνήσω, ότι προφανώς δεν εννοεί εμένα γιατί περισσότερο αγγελούδι του Tiziano θα με έλεγες, και ο Δ. όση γοητεία κι αν διαθέτει, Τσαρουχικό άγγελο δεν τον κάνεις με τίποτα.
Άρα για τον Τσίκο μιλάει ο Κορτώ. Ε, λογικό, τέτοιες ματάρες τεράστιες κι ελαφρώς θλιμμένες και τέτοια λυγερή κορμοστασιά μόνο ο Τσίκος μας διαθέτει.

Ανοίγω το δεξί μάτι, χαιρετώ τον Κορτώ, σκουντάω με τρόπο τον Δ. και σπρώχνω τον Τσίκο ο οποίος τεντώνεται μακαρίως, και ο Κορτώ ξεστομίζει τη μαγική ατάκα:
Λοιπόν παιδιά, το σπίτι σας το αφήνω δωρεάν.

Και φυσικά εκεί πάνω ξύπνησα, γιατί ο Τσίκος θεώρησε καλό να ξαναπηδήξει πάνω στο στομάχι μου για να επιστρέψει στο σαλόνι, κι εγώ βρέθηκα αλαφιασμένη με το βιβλίο του Κορτώ να μου φεύγει απ' το χέρι και να προσγειώνεται στο κεφάλι μου.
Ήταν δε τέτοια η σύγχισή μου που χάσαμε το ωραίο, καινούριο, τζάμπα σπίτι, που σηκώθηκα και τσάκισα κάτι ψόφια ποπ κορν με γεύση μπάρμπεκιου. Μεγάλη αηδία, μην τα πάρετε θα κλαίτε τα λεφτά σας.
Αντί αυτού, πάτε να πάρετε οπωσδήποτε τον Άνθρωπο που έτρωγε πολλά, και για ό,τι κουλό δείτε επίσης στον ύπνο σας μετά, μπορείτε να αναφωνήσετε μετ' εμού:

Κορτώ, φίλτατε, εσύ φταις για όλα!

Παρασκευή, Ιουλίου 27, 2012

Νύχτες του Αυγούστου





Όταν ζούσα ακόμη στο πατρικό μου, στο Βόλο, στα χρόνια της εφηβείας μου, πολλές φορές τα καλοκαιρινά βράδυα, όταν η γειτονιά ησύχαζε από τις φωνές των παιδιών που έπαιζαν στο δρόμο, από τις κουβέντες, τα γέλια ή τους καβγάδες των μεγάλων και τα περισσότερα σπίτια έκλειναν τα φώτα τους και οι κάτοικοί τους παραδίνονταν στις αγκάλες του Μορφέα, εγώ έβγαινα νυχοπατώντας κι ανέβαινα στην ταράτσα.

Πατούσα προσεχτικά για να μην τρίξουν τα παλιά κεραμίδια και λαχταρήσω τους γονείς μου που κοιμόντουσαν από κάτω -όχι για φόβο κλεφτών και εισβολέων. Τότε δεν κλειδώναμε ούτε την εξώπορτα του σπιτιού. Κάμποσοι γείτονες έστηναν ράντζα και κοιμόντουσαν στις αυλές τους κάτω απ' τις κληματαριές το καλοκαίρι για να 'χουνε δροσιά.
Εγώ όμως, σαν τη γάτα, σκαρφάλωνα και καθόμουν στα κεραμίδια.
Η κάψα του ήλιου στη διάρκεια της μέρας τα πύρωνε κι ακόμα και μέσα στα μισά της νύχτας ανάδιδαν θέρμη, που την ένιωθα να διαπερνά το κορμί μου κάτω απ' τα ρούχα.

Καθόμουν λοιπόν εκεί, άλλοτε μόνη, κι άλλοτε συντροφιά με όποιο γατί είχαμε στο σπίτι εκείνο τον καιρό. Συχνότερα μόνη, αφού οι γάτες μας είχαν καλύτερα πράγματα στο νού τους απ' το να μου κρατούν συντροφιά στα κεραμίδια τις αυγουστιάτικες νύχτες.

Αφουγκραζόμουν μες την ησυχία τους θορύβους της νύχτας. Κάποιο σκυλί που γάβγιζε πού και πού, την εξάτμιση μιας μηχανής που ακουγόταν καθώς ξεμάκραινε, τα τζιτζίκια σκαρφαλωμένα στο δέντρο της αυλής μας. Κι ύστερα ξάπλωνα πάνω στα ζεστά κεραμίδια και χάζευα τ' αστέρια και το φεγγάρι. Και μύριζα τη θαλασσινή ευωδιά που κάποιες φορές έφερνε η νυχτερινή αύρα. Κι όταν ακόμα δεν συνέβαινε αυτό, εγώ τουλάχιστον φανταζόμουν πως τη μύριζα ούτως ή άλλως.

Ξαπλωμένη εκεί, μόνη μες τη νύχτα σε μια γειτονιά που κοιμόταν, ξεφόρτωνα από μέσα μου τα άγχη που μπορεί να κουβαλάει μια εφηβική ψυχή. Δεν φοβόμουν. Ποτέ δε φοβήθηκα. Ούτε και ποτέ επιθύμησα να είχα άλλη παρέα απ' το φεγγάρι και τη γάτα μου όταν μου έκανε την τιμή να μείνει για λίγο κοντά μου. Η μοναξιά εκείνη μ' ανακούφιζε βαθιά. Το πατρικό μου στη διάρκεια της μέρας ήταν μονίμως γεμάτο κόσμο, φωνές, κίνηση, ανθρώπους που μπαινόβγαιναν χωρίς να παίρνουν πρώτα τηλέφωνο, και φορές χωρίς καν να χτυπούν την πόρτα.
Την είχα ανάγκη εκείνη τη μοναξιά, τη σιγή και την ηρεμία.

Όσα μ' απασχολούσαν, όσα με πλήγωναν, όσα με φόβιζαν, γλυστρούσαν σιγά-σιγά από πάνω μου, κυλούσαν πάνω στα ζεστά κεραμίδια και διαλύονταν στο φεγγαρόφωτο. Παράπονα, δάκρυα, σκέψεις, μελαγχολίες, ερωτικά καυγαδάκια, τσακωμοί στο σπίτι, άγχη, μοναξιές.
Πού και πού αναρωτιόμουν αν εκείνη την ώρα υπήρχε σε κάποια άλλη ταράτσα, σε κάποια άλλα κεραμίδια, σκαρφαλωμένη κάποια άλλη κοπέλα ή κάποιο αγόρι, που κοιτούσε το ίδιο στερέωμα και το ίδιο φεγγάρι κι άφηνε τις σκέψεις του να κυλούν μες τη μαγεία της νύχτας. Αναρωτιόμουν τι να σκεφτόταν αυτό το άλλο άτομο, αν είχε τα ίδια -ανυπέρβλητα φυσικά- προβλήματα με τα δικά μου, τους ίδιους φόβους, τις ίδιες ελπίδες, αν έκανε παρόμοια όνειρα, και πώς ένιωθε.

Όταν ήμουν πολύ σκασμένη, σκεφτόμουν πως το φως του φεγγαριού διαπερνούσε τους πόρους του κορμιού μου και καθάριζε το μυαλό και την ψυχή μου. Όπως νιώθει κανείς όταν κάνει ηλιοθεραπεία και το ζεστό χάδι του ήλιου διαπερνά το κορμί του και φέρνει μια γλυκιά ανατριχίλια και σταδιακά τη χαλάρωση. Το ασημένιο φως του φεγγαριού ήταν ο δικός μου, βραδυνός ήλιος. Κι όλα σιγά-σιγά γαλήνευαν. Κι εγώ μαζί.

Καμιά φορά, ξυπνούσε η μητέρα μου κι όταν αντιλαμβανόταν ότι δεν ήμουν στο σπίτι, έβγαινε στην αυλή και φώναζε σιγανά το όνομά μου.
-Τι κάνεις παιδί μου πάνω στα κεραμίδια σαν τη γάτα νυχτιάτικα;
-Κάθομαι.
-Τι θα πει κάθεσαι παιδάκι μου; Μόνη σου μες τα σκοτάδια; Κατέβα να κοιμηθείς.
-Άσε με ρε μάνα, δε νυστάζω. Θα κατέβω σε λίγο.

Κουνούσε το κεφάλι της κι έμπαινε πάλι μέσα. Ακόμα και αν επέμενε, δε θα μπορούσα να της εξηγήσω τι έκανα σκαρφαλωμένη στα κεραμίδια.

Τις προάλλες, μιλούσα μ' έναν παλιό μου φίλο στο τηλέφωνο και με ρώτησε τι μου λείπει περισσότερο στην Αθήνα. Η θάλασσα ίσως; υπέθεσε ξέροντας πόσο στ' αλήθεια πολύ μου λείπει.

Όχι, του απάντησα. Αυτό που μου λείπει περισσότερο στην Αθήνα, είναι τα κεραμίδια. Κι όπως τη μάνα μου, χρόνια πριν, έτσι κι εκείνον τον άφησα ν' αναρωτιέται.
 


Τρίτη, Ιουλίου 17, 2012

Για τη Μαρία, την tweety των μπλογκς.

 
Η Μαρία είναι μόλις 25 χρονών αλλά αγωνίζεται να ζήσει. 
Χρειάζεται τη βοήθεια μας. 
Αντιμέτωπη με ένα τεράστιο τέρας, όπως η ίδια λέει, δίνει καθημερινά αγώνα, αφού παλεύει με μια σπάνια μορφή καρκίνου. Δε χάνει το χαμόγελο της, δε χάνει το κέφι της για ζωή. Όπως κάθε κορίτσι στην ηλικία της ονειρεύεται τη ζωή που έχει μπροστά της. Δεν τα παρατάει, είναι πολεμίστρια.

Ο πόνος είναι δυστυχώς η καθημερινή συντροφιά της. Όπως έγραψε στο μπλογκ της, έφτασε στο τελικό στάδιο του πόνου, όπου οι γιατροί της έδωσαν το πράσινο φως για καθημερινή χρήση της μορφίνης. Δυστυχώς, αν και αυτό βελτιώνει όσο γίνεται την καθημερινότητά της, μειώνει το προσδόκιμο της ζωής της.
 
Η Μαρία Δημητρίου πάσχει από τη νόσο του Μπεχτσέτ. (Neuro-behcet's disease),  μια σπάνια, εκφυλιστική, αυτοάνοση ασθένεια που εμφανίζεται περίπου σε κάθε 15 ανθρώπους ανά 100.000. 
H Μαρία έχει επιληπτικές κρίσεις, αναιμία, ρευματοειδή αρθρίτιδα, σκλήρυνση κατά πλάκας και τη νόσο του Crohn. Εκτός από την πλήρη απώλεια όρασης στο αριστερό μάτι, η Μαρία έχει και μειωμένη όραση στο δεξί μάτι, μερική απώλεια ακοής, μειωμένη γεύση και οσμή, μειωμένη ούρηση, υδρονέφρωση, ταχυκαρδίες, χρόνια εγκεφαλίτιδα.
Έχει εξεταστεί από γιατρούς σε Ελλάδα, Αγγλία και ΗΠΑ, χωρίς να δει σημαντική βελτίωση. Έχει κάνει πολλές παρακεντήσεις, τοποθέτησε δύο φορές βαλβίδα στον εγκέφαλο για να αποσυμπιέζεται, της αφαίρεσαν δύο όγκους από τον εγκέφαλο και πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Παρά τα προβλήματα όμως, κατάφερε και πήρε πτυχίο Ψυχολογίας από το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, φιλοδοξώντας μελλοντικά να προχωρήσει και σε μεταπτυχιακές σπουδές.
Οι επιλογές της αυτή τη στιγμή είναι περιορισμένες. Οι γιατροί λένε ότι για να τα καταφέρει, πρέπει να μεταβεί το συντομότερο δυνατόν στην κλινική Mayo, στις ΗΠΑ, η οποία ειδικεύεται στις σπάνιες παθήσεις. Εκεί υπάρχουν ελπίδες να τη βοηθήσουν να έχει μια σταθερότητα και μια ποιότητα στη ζωή της, που τόσο χρειάζεται.

Η Μαρία ξέρει πως οι σκέψεις μας είναι μαζί της. Τώρα ας μάθει πως έχει και την έμπρακτη βοήθειά μας. Το κόστος της μετάβασης στην Αμερική είναι τεράστιο και δυσβάστακτο για αυτή και την οικογένεια της. Ας ενισχύσουμε αυτή την οικογένεια οικονομικά, καταθέτοντας χρήματα σε αυτούς τους λογαριασμούς:
  • Αριθμός Λογαριασμού από τράπεζα Κυπρου κατάθεσης μέσω ONE BANK (κατάθεση χωρίς χρέωση): 0107 – 00 – 021363 – 00 
Ισχύει για Κύπρο και Ελλάδα, στο όνομα Μαρία Δημητρίου
  •  Λογαριασμός Τράπεζας Κύπρου για κατάθεση και από οποιαδήποτε άλλη τράπεζα, εφόσον δεν μπορείτε στην ίδια, με μικρή χρέωση:
 IBAN: CY65 0020 0107 0000 0000 0213 6300 – Swift number (code BIC) – BCYPCY2N 

Ισχύει για Κύπρο και Ελλάδα στο όνομα Maria Demetriou (χρειάζονται οι λατινικοί χαρακτήρες)
  •   Ελληνική Τράπεζα: CY43005001120001121054591900 – SWIFT NUMBER: HEBACY2N 
Ισχύει για Ελλάδα, Κύπρο και εξωτερικό στο όνομα Μαρία Δημητρίου
 

Όποιος νιώθει ότι θέλει να επικοινωνήσει με τη Μαρία μπορεί να το κάνει στο email: mariademetriou@ymail.com

To μπλογκ της είναι http://mariatweety.blogspot.com/
Σημείωση δική μου:
Μεταφέρω το παραπάνω αφού διάβασα την απεγνωσμένη έκκληση της οικογένειάς της για βοήθεια. Η Μαρία αυτή τη στιγμή δεν είναι καθόλου καλά. Πονάει και υποφέρει.
Δεν χρειάζεται να αφήσετε σχόλια σ' αυτό το ποστ. 
Όσοι θέλουν και μπορούν να βοηθήσουν μέσα στις δύσκολες καταστάσεις που όλοι περνάμε, έχει καλώς. Για όσους καλοθελητές βιαστούν να χαρακτηρίσουν μούφα την περίπτωση της Μαρίας (έχουν ήδη βρεθεί κάμποσοι, κι έχω και πικρή προσωπική πείρα), θα πω το εξής: Μην πιστέψετε τη δική μου ανάρτηση, ούτε και το μπλογκ της Μαρίας, ούτε και τη σελίδα της στο Facebook. Όσοι αμφιβάλλετε, ψάξτε μόνοι σας στο διαδίκτυο για το κατά πόσο ισχύουν τα όσα αναφέρω. Βρείτε τις ανακοινώσεις του Τύπου, τις συνεντεύξεις, τις αναδημοσιεύσεις, κι από εκεί και πέρα πράξτε κατά συνείδηση.
Καλή βδομάδα σε όλους.

Πέμπτη, Ιουλίου 05, 2012

Διάλειμμα για διαφημίσεις


Τα χειροποίητα σαπούνια μου απέκτησαν επιτέλους το δικό τους σπίτι. 


Μόλις μπήκαμε βέβαια στο καινούριο σπιτικό, οπότε και σιγά - σιγά θα το διακοσμήσουμε, θα του περάσουμε χρωματάκια, φωτογραφίες, θ' ανοίξουμε παράθυρα με θέα, θα κάνουμε γενικώς τα δέοντα.

 Για την ώρα όμως, με μεγάλη μου χαρά σας παρουσιάζω την Καλλιστώ, το αγαπημένο μου "παιδί", δημιουργημένο απ' τα χεράκια μου.

 Κοπιάστε να το καμαρώσετε κι εσείς (είπε η κουκουβαγιομάνα) και κατεβάστε τον κατάλογο.

Περιμένω γνώμες και κριτικές, πείτε μου ποια σας άρεσαν, ποια λιγότερο, γενικώς δώστε σχόλια στο δημιουργό :)

Τετάρτη, Ιουνίου 13, 2012

Ποτέ μη λες ποτέ (μέρος δεύτερο)

Έλεγα λοιπόν, ότι εγώ έβλεπα τις πελάτισσές της, κι από μέσα μου τραγούδαγα τη "Μοδίστρα" της Ρένας Βλαχοπούλου. Όχι ότι είχα και μεγάλο άδικο! Γκρινιάρες και παρανοϊκά απαιτητικές οι περισσότερες. Σου 'ρχοταν η άλλη μ' ένα βυζί τρία στρέμματα και μια περιφέρεια κυβικών Πελοππονήσου, κι ήθελε να της ράψεις κολλητό το φόρεμα για να την κόβει. Κι η αδύνατη που ήταν πλάκα μπρος και πλάκα πίσω, ήθελε να έχει χάρη το ρούχο, γιατί νόμιζε ότι έτσι θα τονιστούν οι, ανύπαρκτες, καμπύλες της.

Και καλά οι παραλογισμοί τους και το ότι είχαν άποψη και για το πώς πρέπει να ραφτεί το ρούχο, κάτι τέτοιο είναι μάλλον αναμενόμενο σ' αυτό το επάγγελμα. Αλλά εκεί που έπρεπε να σ' έχω από μια πλευρά, ήταν στα παζάρια την ώρα της πληρωμής. Και κόψε κάτι, και πολλά ζητάς, και άμα πάω στην παρακάτω μου ζητάει ένα πεντακοσάρικο λιγότερο, και σιγά μωρέ, ένα φορεματάκι εκεί δα ράψαμε, δεν φτιάξαμε παλτό!

Σε μια τέτοια ωραία φάση λοιπόν, ήρθε κάποια χριστιανή -ούτε και θυμάμαι πλέον ποιά ήταν, κι άρχισε τη γκρίνια για το τελειωμένο πλέον ρούχο: δεν έκανε έτσι, δεν έκανε αλλιώς, δεν έστρωνε δεξιά, τράβαγε αριστερά, τσίτωνε παραπέρα... Άκουγα εγώ από το μέσα δωμάτιο και φόρτωνα. Γιατί ήξερα πού το πήγαινε.Το ρούχο μια χαρά ήταν. Την αμοιβή ήθελε να κόψει.
Κι όταν μπήκε πια στο προκείμενο κι άρχισε τα παζάρια, όσο εγώ αντιλαμβανόμουν ότι η μάνα μου συνδιαλλεγόταν μαζί της σε τόνο ήπιο και ήρεμο, τόσο μου ανέβαιναν τα κατσίκια στο κεφάλι. Μέχρι που σε κάποια στιγμή είδα κόκκινα, πετάχτηκα σαν τον κομήτη, και όρμησα μέσα στο δωμάτιο να της τα πω καμπόσα.

Γκάριξα μ' όλη τη δύναμη της φωνής μου. Το τι της έσουρα δεν το θυμάμαι, αλλά κάποια στιγμή πήρα το ρούχο της και της το πέταξα στη μούρη. Φρουμάζοντας σαν άλογο, κατέληξα σε κάτι του τύπου άμα θες φτηνά κυρά μου, να πας να πάρεις απ' τα έτοιμα. Δε θα την πεθάνεις εσύ τη μάνα μου. Πάρτο το κουρέλι σου και μην ξαναπατήσεις το πόδι σου άμα δε σ' αρέσει και τα λεφτά σου δεν τα θέλουμε.

Η μάνα μου η κακομοίρα είχε καταπιεί τη γλώσσα της.
Το πώς έφυγε η πελάτισσα είναι μια άλλη ιστορία, πάντως έφυγε κακήν-κακώς. Το ότι γλίτωσε και καμιά μπούφλα ήταν θαύμα. Πάντως ξέρω ότι τα λεφτά τα πήρε η μάνα μου, και η πελάτισσα συνέχισε να έρχεται τακτικότατα. Παζάρια δε, δεν έκανε ποτέ ξανά. Κι εμένα με καλημέριζε πάντα στο δρόμο μες το μέλι και την ευγένεια.Αμ, κι ο Άγιος φοβέρα θέλει, παλιομουρλέγκω, έλεγα εγώ από μέσα μου κάθε φορά που την συναπαντούσα στο δρόμο.

Μ' αυτά και με τα άλλα, πού ν' ακούσω εγώ για ράψιμο.
Το μόνο που καταδεχόμουν να κάνω ήταν να βγάζω πατρόν για τη μάνα μου, από τα γερμανικά Burda της εποχής, τα οποία δεν ήταν καν μεταφρασμένα στα ελληνικά τότε. Γιατί ενώ στη μάνα μου φαινόταν μπελαλίδικο, εμένα μου έκανε κέφι. Κατά τα άλλα δεν έμαθα ποτέ να ράβω ούτε ένα στρίφωμα που έλεγε κι η κυρία Βικτωρία. Καημό το είχε. Με παρακάλαγε επί χρόνια σαν το Χριστό.
Τίποτα εγώ, μουλάρι κανονικό.

Αλλά είχα τα δίκια μου. Πέραν του ότι οι πελάτισσες μου άναβαν τα λαμπάκια, είχα πάντα και το  παράπονο ότι ποτέ δεν προλάβαινε η μάνα μου να μου ράψει όσα ρούχα ήθελα. Κατά το "του τσαγκάρη το παιδί δεν αποχτάει παπούτσια". Όχι ότι δεν μου έραβε. Αλλά όποτε μπορούσε και προλάβαινε. Για να μην πω και για τους τσακωμούς κάθε φορά που τελικά μου έραβε κάτι.
Πρώτων εγώ δεν άντεχα με τίποτα τις πρόβες. Καλύτερα να μ' έβαζες να τρέξω μαραθώνιο, απ' το να κάτσω ακίνητη για όση ώρα διαρκούσε η πρόβα. Δε γινόταν ρε παιδί μου, μ' έτρωγαν τα χέρια μου, στριφογυρνούσα, χτυπούσα το πόδι σαν νευρόσπαστο... Άσε, άσε, εφηβεία παιδί μου!
Κι μονίμως να γκρινιάζω για το ίδιο θέμα:
-Ρε μάνα, πιο στενό σου λέω, σαν ράσο είναι τούτο!
-Έλα παππού μου να σου δείξω τ' αμπελοχώραφά σου! τι θες να το κάνουμε το φόρεμα, κορσέ; ν' ανοίγουν οι ραφές άμα κάθεσαι ή άμα πας ν' ανέβεις ένα σκαλί;
-Δε θ' ανέβω σκαλί χριστιανή μου, ούτε θα κάτσω, θα στέκομαι όρθια σαν το στυλιάρι, σε πειράζει εσένα; Στένεψέ το κι άλλο!
-Μα δεν στενεύει άλλο ρε παιδί μου, χάνει τη χάρη του το ρούχο!
-Σκασίλα μου εμένα για τη χάρη του. Εγώ το θέλω στενό λέμε!

Όπως και να 'χει, στα επόμενα χρόνια που έφυγα απ' το σπίτι και ζούσα μόνη μου, δεν ήταν λίγες οι φορές που αυτοφασκελώθηκα για την τότε ξεροκεφαλιά μου, ειδικά σε φάσεις που βρέθηκα να πληρώνω για οποιαδήποτε επιδιόρθωση χρειάστηκα σε ρούχο. Ειδικά μ' ένα βραδυνό φόρεμα που χρειάστηκε να κοντέψουν οι τιράντες του και μου ζήτησαν 12 ευρώ. Ήμαρτον παιδιά! Δώδεκα ευρώ για να μου μαζέψεις κυρά μου λίγο τις τιράντες; Έχε χάρη που ήταν δαντέλα το ρούχο και δεν είχα την επιτηδιότητα να το κάνω μόνη μου.
Αλλά και που γκρίνιαζα τι έβγαζα; Την ευκαιρία μου να μάθω την είχα χάσει. Η μάνα μου βρισκόταν τριακόσια τόσα χιλιόμετρα μακριά, αλλά και κοντά να την είχα, η προχωρημένη ηλικία της δεν της επέτρεπε να κάτσει να σπάει το κεφάλι της για να μάθει το στουρνάρι τα της ραπτικής. Κάθε φορά που μεταξύ σοβαρού κι αστείου στη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών τη ρωτούσα αν έφτανε ο χρόνος για να μου μάθει κάποια πράγματα, μου απαντούσε το ίδιο: Τρία χρόνια θες για να μάθεις τα βασικά. 
Και φυσικά μαζευόμουν ξανά στο καβούκι μου, βρίζοντας και πάλι την ξερή μου την κεφάλα.
Μέχρι που πριν κανά δυο μήνες, μου χάρισαν μια ραπτομηχανή.
Εδώ σε θέλω φίλε μου.
Τι την κάνουν τώρα; Εγώ είχα να πιάσω ραπτομηχανή στο χέρι από την εποχή των παγετώνων. Ούτε πώς βάζουμε την κλωστή δε θυμόμουν. Και καλά μεν, οι ραπτομηχανές στα βασικά τους μοιάζουν, αλλά πανομοιότυπες δεν είναι. Την βουτάω λοιπόν παραμάσχαλα στην πρώτη επίσκεψή μου στο Βόλο και μου δείχνουν τα βασικά. Και μέχρι να γυρίσω στην Αθήνα έχω ξεχάσει τα μισά.
Άντε και την περάσαμε τη ρημαδοκλωστή, άντε και βρήκαμε το ίσιο γαζί, το καρίκωμα, άντε και καταλάβαμε και πώς περνάμε τη μασουρίστρα. Παρακάτω τι γίνεται;
Έβαζα να φτιάξω ένα ίσιο γαζί και μου 'βγαινε κυματιστό. Δοκίμαζα το καρίκωμα, και το ύφασμα έσφιγγε και γινόταν σούρες. Πήγαινα να γαζώσω μια καμπύλη και μου σπαγε η κλωστή. Για να μην πω ότι έσπασα κάμποσες βελόνες στις διάφορες προσπάθειες.
Κι άρχισαν τα τηλέφωνα στο Βόλο κάθε τρεις και λίγο: Ρε μάνα, πώς διάολο γίνεται να μου βγαίνει το γαζί από πάνω καλό κι από κάτω περαστό; Γιατί αφήνει θηλιές; Γιατί κόβεται η κλωστή; Γιατί δεν μου πατάει τα διπλόγαζα; Πώς στερεώνουμε την αρχή του γαζιού και πώς το τέλος του; Τι νούμερο βελόνα θέλει το τάδε ύφασμα; Και τι διάτανο σημαίνουν τα διαφορετικά νούμερα στο κάτω δεξιά κουμπί;
Κι επειδή η κυρία Βικτωρία λόγω πείρας κυρίως, πολλά πράγματα τα θεωρεί αυτονόητα, αλλά και γιατί επίσης εγώ δεν μπορούσα να της δώσω να καταλάβει συνήθως τι ήταν αυτό που ρωτούσα, η συννενόησή μας ήταν κάτι σαν τον πύργο της Βαβέλ.
Κομφούζιο.
Στράφηκα λοιπόν στον φωτεινό παντογνώστη, το ιντερνέτι δηλαδή.
Όπως συνήθως, ελληνικές ανάλογες ιστοσελίδες μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, κι αυτές μισές κι ανέσωτες. Άφθονες όμως στα αγγλικά. Οπότε άρχισε η μελέτη.


Εκεί να σ' έχω από μια μεριά να γελάσεις. Το τι έχω διαβάσει εδώ και τόσο καιρό δε λέγεται. Το μεγάλο το γέλιο όμως ήταν όταν έπρεπε να συννενοηθώ με τη μάνα μου για περαιτέρω εξηγήσεις. Γιατί καλά τα διάβαζα ή τα έβλεπα εγώ στα βιντεάκια, αλλά άντε να μεταφράσω στα ελληνικά τους αγγλικούς όρους. Γιατί η μοδιστρική έχει κι αυτή το δικό της λεξιλόγιο, που στ' αυτιά του άσχετου μοιάζει με ξένη γλώσσα.

Αλλά μέσα στο χαμό, ανακάλυψα και κάτι που δεν το περίμενα.
Παρότι ποτέ δεν είχα στρώσει τον κώλο μου να μάθω και να μου δείξει η μάνα μου πέντε πράγματα, όλως περιέργως είχα συγκρατήσει στο μυαλό μου ένα σωρό από την τέχνη της. Πολλά περισσότερα απ' όσα θυμόμουν, απ' όσα φανταζόμουν ότι γνώριζα.
Κι όσο έβλεπα βιντεάκια στο γιουτιούμπι κι όσο διάβαζα τιουτόριαλς και ποστς, τόσο αντιλαμβανόμουν τι συνέβαινε, και τόσο μου φαίνονταν όλα γνωστά και οικεία. Μέχρι που σε λίγο καιρό άρχισα να αντιλαμβάνομαι τα λάθη που έβλεπα, τους κακούς χειρισμούς, να θυμάμαι τους ευκολότερους τρόπους να κάνεις κάτι, να θυμάμαι κόλπα και τεχνικές.

Έτσι είπα να βάλω τις νεοαποκτημένες ή νεοαφυπνισμένες γνώσεις μου σε πράξη.
Κι εδώ έπεσε το μεγάλο γέλιο.
Γιατί βλέπεις, ο λύκος κι αν εγέρασε... Είχα ξεχάσει ότι πέρα από τη θεωρία και τις γνώσεις, η ραπτική θα έπρεπε στα λεξικά να είναι συνώνυμη με τη λέξη υ-π-ο-μ-ο-ν-ή.

Υπομονή παιδιά κι άγιος ο θεός.

Αρετή που το κατάστημα δεν τη διέθετε ποτέ σε μεγάλες δόσεις, και σίγουρα όχι σε τόσες όσες απαιτεί η τέχνη του ραψίματος. Όμως το κατάστημα διαθέτει σε μεγάλες δόσεις μουλαρίσια επιμονή και ξεροκεφαλιά.
Κι έτσι κάθησα κάτω και το πάλεψα.

Το πρώτο μου πρότζεκτ σκέφτηκα να 'ναι κάτι εύκολο, που ακόμη κι αν τα κάνω θάλασσα να μην κλαίω το ύφασμα και τον κόπο μου. Τι να φτιάξω λοιπόν; Μια τσάντα.
Πατρόν για τσάντες στο ίντερνετ υπάρχουν ένα κάρο. Στα αγγλικά όλα, αλλά ένα κάρο.
Αμ εγώ η καλή σου, δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω έτοιμο πατρόν. Ήθελα να φτιάξω μόνη μου απ' το μηδέν. Σκεφτόμουν βλέπεις ότι των αλλωνών παραήταν απλά, παραήταν παρόμοια, και σιγά στην τελική που δε θα τα καταφέρω να φτιάξω ένα πατρόν για τσάντα.
Όσο για τις συμβουλές προς αρχάριες μοδίστρες που διάβαζα, οι οποίες σου έλεγαν να ξεκινήσεις με την περιβόητη tote bag, την πιο απλή κατασκευή δηλαδή που θυμίζει τσάντα για ψώνια, τις έβλεπα ξεφυσώντας με ειρωνεία. Σιγά μην καταδεχτώ να φτιάξω κάτι τόσο απλό. Άλλωστε εγώ δεν ήμουν αρχάρια, ήξερα ήδη κάμποσα πράγματα, έστω και στη θεωρία.

Κι έτσι κάθησα κι έφτιαξα ένα σχέδιο για τσάντα. Πολύπλοκο. Με διπλό "σώμα", άλλο κομμάτι για το πάνω, άλλο για το κάτω. Και πιέτες. Και ήθελα να έχει και φερμουάρ. Σιγά μην έβαζα αυτοκόλητο ή κουμπί. Αυτά είπαμε, είναι για τις αρχάριες. Κι ήθελα το φερμουάρ επίσης να πατάει σε περιθώριο υφάσματος δικό του, και να μην είναι ραμένο πάνω στο σώμα της τσάντας. Κι ήθελα τέλος και εγκράφα για στολίδι στο πλάι.
Ε, τίποτα δεν ήθελα η γυναίκα! Βασικά πραγματάκια.
Δε θα σας περιγράψω τον πανικό και τον πανζουρλισμό που επικράτησε στο σπίτι όσο προσπαθούσα να βγάλω σε πατρόν όλα όσα είχα σχεδιάσει η κυρία ωραία και καλά. Ούτε το πόσα χαρτιά έσκισα και πέταξα, πόσα γαλλικά κατέβασα και πόσες φορές την πλήρωσε ο ταλαίπωρος ο Δ.
Πάντως γεγονός είναι ότι κάποια στιγμή το κατάφερα το πατρόν. Και κάποια άαααλη στιγμή (που απείχε κάμποσο χρονικά), κατάφερα και να ράψω την τσάντα. Την πρώτη μου τσάντα, φτιαγμένη εξ' ολοκλήρου απ' τα χεράκια μου.
Χαλάλι οι παράπλευρες απώλειες, χαλάλι ο κόπος, χαλάλι όλα.
Τη θαύμασα, την κράτησα, τη φόρεσα, και λίγες μέρες μετά... τη βαρέθηκα.

Ή για να ακριβολογώ, δεν βαρέθηκα την τσάντα, απλώς μ' έτρωγαν τα χέρια μου να περάσω στο επόμενο πρότζεκτ.
Που σιγά μην ήταν κι αυτό τσάντα. Έπρεπε να είναι ρούχο. Και δη φούστα.
Τις περιπέτειες της πρώτης μου φούστας θα σας τις εξιστορήσω σε επόμενο ποστ. Για την ώρα, θαυμάστε κόσμε, την πρώτη μου τσαντούλα.

Συνεχίζεται 

Ποτέ μη λες ποτέ (πρώτο μέρος)

Αλήθεια, πόσα ρούχα θα μπορούσε να έχει ράψει μια επαγγελματίας μοδίστρα σε διάστημα πενήντα πέντε χρόνων; Εκατοντάδες; Χιλιάδες; Δεκάδες χιλιάδες;
Ρητορικό το ερώτημα. Η απάντηση φαντάζομαι βρίσκεται πιο κοντά στο αμέτρητα.
Η μητέρα μου υπήρξε επαγγελματίας μοδίστρα για πενήντα πέντε ολόκληρα χρόνια -ίσως και λίγα περισσότερα, έχω χάσει το μέτρημα. Δεν ξέρω ειλικρινά πόσα ρούχα έχουν περάσει απ' τα χέρια της όλα αυτά τα χρόνια. Ξέρω όμως παραδείγματα όπου έραψε νυφικό φόρεμα για νεαρή κοπέλα, μετά μωρουδιακά για το γιο της, κάτι χρονάκια αργότερα το βραδυνό φόρεμα που η ίδια πελάτισσα θα φορούσε στο γάμο του γιου της, και πιο μετά τα πρώτα φορεματάκια για το εγγόνι της.

Εκπληκτική μοδίστρα η κυρία Βικτωρία.
Με πελάτισσες πιστές σαν σκυλιά που δεν την άλλαζαν με τίποτα και την κυνηγούσαν από κοντά σαν επίμονοι κορτάκηδες, κατεβάζοντας μούτρα όταν δεν δεχόταν παραγγελίες της τελευταίας ώρας. Επιμονή ρε παιδί μου! Δεν καταλάβαιναν τίποτα οι χριστιανές. Τι γιορτές, τι σχόλες, τι καλοκαίρια. Όλες τα ήθελαν χτες ή το αργότερο αύριο.
Η κυρία Βικτωρία απ' την άλλη, ψείρα. Της λεπτομέρειας στη δουλειά της. Της πήγαινες ας πούμε ένα ρούχο κι αντί να το κοιτάξει απ' την καλή, το γύρναγε απ' την ανάποδη και συνήθως, ξίνιζε τα μούτρα.
-Ράψιμο είναι αυτό; Στο γόνατο το έραψε η χριστιανή; Δεν είναι επιτήδεια στη δουλειά της, ήταν το συνηθέστερο σχόλιο. Όχι απο σνομπισμό. Από τελειομανία.
Γιατί για τη μάνα μου, το καλά ραμμένο ρούχο, πλην όλων όσων ήταν αυτονόητα (η γραμμή του, το σχέδιο, η εφαρμογή του πατρόν, το αν κολάκευε την πελάτισσα τονίζοντας τα ωραία σημεία και κρύβοντας τα αδύναμα), σήμαινε κυρίως, την ίδια αν όχι και καλύτερη ποιότητα δουλειάς απ' την "ανάποδή του".
Σου  λέω, ψείρα η γυναίκα.

Και κυρίως, τέρας υπομονής.
Σκέψου μονάχα ότι εκτός από την καθημερινή δουλειά της και πέντε ως δέκα, ανάλογα τις εποχές, μαθητευόμενα "μοδιστράκια", είχε να φροντίσει επίσης τον πατέρα μου, την πεθερά της, την οποία είχε στο σπίτι για δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια, ένα σπίτι κι ένα νοικοκυριό και ταυτόχρονα ένα φιλάσθενο εφτάχρονο πιτσιρίκι που φυσούσε αέρας στο Πήλιο κι εκείνο γριπιαζόταν στο Βόλο -την αφεντιά μου δηλαδή- μαζί με το πρώτο της εγγόνι αφού όταν παντρεύτηκε ο αδελφός μου κι απόκτησε το πρώτο του παιδί, κι επειδή το νέο τότε ζευγάρι δούλευε σε εξοντωτικούς ρυθμούς, άφηνε τη μικρή σε μας μέσα στη βδομάδα και την έπαιρναν τα σαββατοκύριακα.

Φυσικά σ' όλο αυτό το σετάκι, πρόσθεσε και τις απανταχού παρούσες και ποτέ απούσες πελάτισσες που βρέξει-χιονίσει, μπαινόβγαιναν στο σπίτι μας με άνεση μεγαλύτερη απ' ό,τι μπαινόβγαιναν στο δικό τους.

Θα πρέπει βέβαια να πω ότι με πολλές πελάτισσές της, η σχέση τους δεν ήταν μονάχα επαγγελματική, αλλά και φιλική. Συχνότερα δε, κάτι πολύ παραπάνω. Δεν ήταν μόνο η μοδίστρα τους, ήταν κι άλλα για εκείνες. Η εξομολογήτριά τους, ο συμβουλάτοράς τους. Ένα πρόσωπο που ήξεραν ότι μπορούσαν να του εμπιστευτούν πολλά, και που όλα θα έμεναν μεταξύ τους. Ένας δικός τους άνθρωπος βρε παιδί μου.
Όταν έβλεπα την πόρτα του δωματίου που έκανε τις πρόβες κλειστή, καταλάβαινα ότι δεν γινόταν μόνο πρόβα μέσα. Κάποια πελάτισσα βέβαια είχε έρθει για πρόβα, αλλά όσο η κυρία Βικτωρία έβαζε καρφίτσες, διόρθωνε πένσες, κόντευε στριφώματα, μάζευε τα "μπόλικα" και άνοιγε ραφές, η πελάτισσά της παράλληλα, έλεγε και τον πόνο της.
Πέρα από το ρούχο και την πρόβα του, η πελάτισσα ερχόταν για να κουβεντιάσει για ό,τι βάζει ο νους: απ' το αν θέλει τσιγάρισμα η γέμιση για τα γεμιστά και πώς πετυχαίνει το σιρόπι για το γαλακτομπούρεκο, μέχρι το άγχος για τα χρήματα που ήταν λιγοστά και δεν έφταναν να καλύψουν τις ανάγκες της οικογένειας, για το μεροκάματο του άντρα της που δεν ήταν πάντα ταχτικό, για το ότι εκείνος είχε πιει ξανά τις προάλλες και της έσκασε ένα φούσκο κι έσπασε και δυο πιάτα, για τη νέα "φιλενάδα" του με την οποία τσιλιμπούρδιζε κι είχε βουίξει η γειτονιά, για την πεθερά που τους έβγαζε την πίστη, για το γιο που είχε αρχίσει να γυρνάει με ύποπτες παρέες, για την κόρη που κάποιος της σφύριξε ότι είχε "μπλεχτεί" με κάποιον κι έτρεμε η ψυχή τους.

Κι όχι μόνο αυτά, τα καθημερινά.
Μοιράζονταν κι άλλα, μεγαλύτερα, βαθύτερα. Χαρές, πόνοι, λύπες, γκαστρώματα, γεννητούρια, γάμοι, βαφτίσια, θάνατοι, χωρισμοί. Ιστορίες ζωής ολόκληρες πίσω απ' την κλειστή εκείνη πόρτα.
Κλειστή όπως και τα χείλη της κυρίας Βικτώριας.
Ποτέ κουβέντα που της εμπιστεύτηκε πελάτισσα δεν βγήκε παραπέρα. Ούτε μέσα στους τοίχους του ίδιου μας του σπιτιού δεν ακούστηκε.
Γι' αυτό κι ερχόντουσαν οι κυράδες, κι ερχόντουσαν και ξανά και ξανά.

Κι εμένα με θυμάμαι να μεγαλώνω μέσα στα ραφτικά. Να παίζω με τα κουρελάκια που περίσσευαν απ' τα ρούχα, να παριστάνω πως ράβω στη μηχανή της μητέρας μου, να φτιάχνω ρούχα για τις κούκλες μου.
Τα ψαλίδια, οι βελόνες, η πελότα με τις καρφίτσες, το "σαπουνάκι", η μηχανή, τα μασουράκια, τα φερμουάρ και κυρίως τα κουμπιά ήταν τα παιχνίδια μου, όσο επικίνδυνο κι αν ακούγεται όλο αυτό στ' αφτιά μιας σημερινής μάνας. Εγώ αλώνιζα όλα τα παραπάνω κανονικά.
Ποτέ δεν τρυπήθηκα, ποτέ δεν κόπηκα με ψαλίδι, ποτέ δεν τρύπησα το χέρι μου με τη βελόνα της μηχανής. Καλά όχι ότι μ' άφηνε κιόλας χωρίς να 'χει το νου της η μάνα μου, αλλά δεν ήταν πάντα εκεί για να με επιβλέπει (χα!)
Όμως..
Παρόλα αυτά τα ωραία, και γραφικά και νοσταλγικά, εγώ τη δουλειά της μητέρας μου την αντιπαθούσα μ' όλη τη δύναμη της ψυχής μου.
Σφόδρα ρε παιδί μου!
Ειδικά όταν μεγάλωσα λίγο και μπήκα στην εφηβεία. Νεύρα σου λέω. Πολλά νεύρα.
Τα 'χα κι εκ φύσεως, ήρθε κι η εφηβεία και την πλήρωσε -μεταξύ άλλων- κι η δουλειά της κυρίας Βικτωρίας.
Έρχονταν οι πελάτισσές της κι εγώ ήθελα να τις αρπάξω μία-μία απ' το μαλλί και να τις πετάξω έξω.
Όσο έβλεπα την υπομονή και τη διπλωματία της μάνας μου, τόσο εγώ μέσα μου τραγουδούσα το άσμα της Βλαχοπούλου "Δεν είν' επάγγελμα αυτό, είναι μαρτύριο, είναι μια κόλαση, σωστό βασανιστήριο!"

Συνεχίζεται...

Σάββατο, Μαΐου 19, 2012

Είμαι ακόμη εδώ

 Όχι δεν μετανάστευσα ακόμα, δεν πήρα το σακίδιο στον ώμο να την κάνω για μέρη εξωτικά (πού θα μου πάει όμως!) εδώ είμαι ακόμα, άσχετα που έχω να γράψω αράδα εδώ μέσα κάμποσο καιρό.




Δεν προκάνω ρε παιδιά, τι να γίνει..
Κάτι μεταξύ τρελών ωραρίων, εξοντωτικής πίεσης και άγχους, συσσωρευμένης κούρασης και μιας επίσκεψης ενός παλιού μας φίλου (λέγε με ίλιγγο), ο οποίος φρόντισε να με τσακίσει κανονικότατα και να μ' έχει ένα μήνα τώρα τέζα η Τερέζα, δεν είχα καν την ευκαιρία να σκεφτώ πόσο μάλλον να γράψω.

Παρόλα αυτά η γη γυρίζει (ω, ναι), ο Νέλλος ο Κανέλλος συνεχίζει να βελτιώνει τις λεπτές τεχνικές της κλεψιάς κι ο Τσίκος Πιτσίκος τις ακόμη λεπτότερες τεχνικές της κλεψιάς από τον αρχικλέφτη, η Λούνα φοβερίζει τους πάντες και διεκδικεί ξανά τη χαμένη της πρωτοκαθεδρία (κάτι σαν τα πρώην μεγάλα κόμματα ένα πράγμα), εγώ απέχοντας από οτιδήποτε Ιντερνετικό, παλεύω με τις αντοχές μου, το στρες, τις καταθλίψεις και τους ιλίγγους, μέσα σ' όλα κονόμησα και καινούριο χόμπι-απασχόληση-εμμονή όπως θέτε το λέτε -περισσότερα σε άλλο ποστ δεν είναι του παρόντος, βλέπω φανατικά Game of Thrones και βρίζω που πρέπει να περιμένω μια ολόκληρη εβδομάδα για να "ανέβει" το επόμενο ρημαδοεπεισόδιο, αλλά το κυριότερο:

Σήμερα έκανα κάτι εξαιρετικό, κάτι μόνο για μένα, κάτι που το είχα ανάγκη κι έβαλα πάνω απ' όλα τον εαυτό μου.
Τι εξαιρετικά λυτρωτικό συναίσθημα :)

Θ' αρχίσω να το κάνω συχνότερα μου φαίνεται.


Σάλτσα Ναπολιτάνα

Καμιά φορά, βρίσκεσαι να συζητάς στο κινητό τα εσώψυχά σου, όντας μέσα σε ένα σούπερ μάρκετ, μπροστά στο ράφι με τα ζυμαρικά, κρατώντας στ...