Παρασκευή, Νοεμβρίου 07, 2008

Μαρόκο μέρος δεύτερο

Αφιερωμένο στον φίλο Street Spirit. Έλειπα σε ταξίδι φίλε μου όταν ταξίδεψες εσύ, μόλις τώρα το έμαθα. Καλό δρόμο, καλή αντάμωση.

Η νυχτερινή Jemaa el Fna με αποζημιώνει και με το παραπάνω. Η Τζέμα ελ Φνα το 2001 χαρακτηρίστηκε από την Ουνέσκο τόπος Παγκόσμιας Κληρονομιάς ως ένα από τα σημαντικότερα μέρη διατήρησης της προφορικής παράδοσης γι' αυτό και είναι προστατευόμενος χώρος, κι αυτή την ώρα είναι φωτισμένη απ' άκρη σ' άκρη με λαμπιόνια.


Πυκνός καπνός υψώνεται παντού. Όχι, δεν είχαν πάρει φωτιά τα μαγαζάκια, είχαν πάρει φωτιά τα.. κάρβουνα.

Στο κέντρο της πλατείας είναι στημένα φαγάδικα με λογής καλούδια: κρεατικά ως επί το πλείστον, κάθε είδους κρεατικά εκτός από χοιρινό, αλλά και ψάρια, φρέσκιες σαλάτες, ορεκτικά και φυσικά καζάνια με χαρίρα, μια χορταστική, θρεπτική σούπα. Η χαρά του καλοφαγά και δή του κρεατοφάγου.
Πας λοιπόν ωραία και καλά, διαλέγεις το κρεατικό ή το ψαρικό που τραβάει η όρεξή σου, στο ψήνουν επιτόπου, σε σερβίρουν σε τεράστιους πάγκους όπου κάθονται όλοι δίπλα δίπλα και του δίνεις και καταλαβαίνει.
Οι τιμές τώρα, για ένα φουλ γεύμα δύο ατόμων μαζί με το αναψυκτικό (όχι δεν παίζουν μπυρίτσες εδώ), θα σου κοστίσει το φοβερό ποσό των 50 ντιρχάμ. Άντε 70 άμα είσαι πολύ μερακλής και θες να φας του σκασμού. 70 ντιρχάμ ήτοι 7 ευρώ πάνω κάτω.
Κοντά στα φαγάδικα υπάρχουν κι οι περιβόητοι πάγκοι με το φρέσκο χυμό πορτοκαλιού.
Δεν καταλαβαίνω ειλικρινά γιατί όλοι μα όλοι πια οι τουρίστες τρελαίνονται γι' αυτό το πράγμα και το γράφουν ξανά και ξανά στα θρεντ του Λόνλι Πλάνετ ή του Τριπ Αντβάιζορ.
Σιγά τα ωά! Τι να πει κανείς όμως.

Σε κάποιους πάγκους επίσης, σερβίρουν σαλιγκάρια και σούπα σαλιγκαριών. Παρόλο που δοκίμασα όλα τα εδέσματα, το συγκεκριμένο δεν το τίμησα. Οι ντόπιοι πάντως το προτιμούν.

Πιο πέρα απ' τους πάγκους με τα φαγάδικα, θα δεις και θα βρεις ό,τι βάζει ο νους σου.
Ζογκλέρ, ακροβάτες, νεαρούς που τραγουδούν μαζεμένοι σε κύκλο Γκνάουα κρατώντας το ρυθμό με τύμπανα και κρόταλα, γητευτές φιδιών, παππούδες που πουλούν την πραμάτεια τους (από αναμνηστικά μπρελόκ και χύμα τσιγάρα μέχρι σαπούνια και βότανα για την ανικανότητα), τύπους που τριγυρνούν με μαϊμούδες σκαρφαλωμένες στους ώμους τους, γυναίκες με τζελάμπα που κάνουν χέννα στις τουρίστριες, τύπους που προσπαθούν να σου πλασάρουν λίγο μαροκινό κιφ ή να πλασαριστούν ως φθηνοί ξεναγοί.
Και μέσα σ' όλα αυτά, πλήθος κόσμου που πάει και έρχεται, ντόπιοι και τουρίστες, και ακόμη μεγαλύτερο πλήθος από "μοτοσικλέτες" (Θυμάστε τα PUCH που είχαμε στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του '80; Ε, κάνουν θραύση στο Μαρόκο), οι οποίες διασχίζουν με απίστευτη άνεση το χώρο.
Αν δεν έχεις το νου σου, δεν αποκλείεται να σε πάρουν παραμάζωμα.

Κατηφορίζοντας από την πλατεία αντικρίζεις το σήμα κατατεθέν της Jemaa el Fna, το εντυπωσιακό τζαμί Kutubia.

Το Κουτούμπια είναι το μεγαλύτερο τζαμί του Μαρακές. Χτίστηκε περίπου το 1185 μ.Χ. κατά τη δυναστεία των Αλμοραβιδών. Στην εποχή της ακμής του συγκεντρώνονταν γύρω του πλανόδιοι βιβλιοπώλες, κι έτσι πήρε το όνομά του από τη λέξη κουτούμπ (βιβλίο).

Αποτελείται από έξι ορόφους. Το συνολικό ύψος του είναι 67 μέτρα, ενώ το πλάτος του περίπου 13 μέτρα. Κάποτε ήταν όλο ντυμένο με ζελίλ (ψηφιδωτό), και ο θρύλος λέει πως ο μιναρές του ήταν στολισμένος με ατόφιο χρυσάφι, το οποίο δώρισε η γυναίκα του περιβόητου σουλτάνου Ελ Μανσούρ, προσφέροντας τα κοσμήματά της για να εξιλεωθεί που διέκοψε για μια μέρα τη νηστεία του ραμαζανιού.

Η πρώτη μου νύχτα στο Μαρακές ήταν γεγονός.
Περασμένα μεσάνυχτα και ο πανικός στην πλατεία δεν είχε καταλαγιάσει. Εγώ όμως τα είχα παίξει εντελώς.
Τράβηξα σιγά σιγά μέσα απ' τα βρώμικα σοκάκια (η βρώμα συνηθίζεται πιστέψτε με), προς το περιβόητο ριάντ.
Μια νύχτα ήταν, θα περνούσε όπως όπως. Την επόμενη, θα έπαιρνα το τρένο για την πρωτεύουσα, τη Ραμπάτ όπου θα με φιλοξενούσε στο σπίτι του ένας φίλος.

Το επόμενο πρωί η κίνηση στους δρόμους είναι χαοτική και φτάνω στο σταθμό τελευταία στιγμή, με την ψυχή στο στόμα. Όταν με ρωτούν στο γκισέ αν θέλω πρώτη ή δεύτερη θέση, λέω δεύτερη σκεφτόμενη πως η πρώτη θα κόστιζε πολύ περισσότερα.
Τεράστιο λάθος.
Γιατί από τη μια -Μαρόκο είναι εδώ, όχι Ελλάδα-, η οικονομική διαφορά ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη θέση δεν ήταν πάνω από 50 ντιρχάμ (πέντε ευρώ), και απ' την άλλη, δεν ήξερα πως όταν κλείνεις δεύτερη θέση, ουσιαστικά δεν έχεις θέση πράγμα που σημαίνει πως κάθεσαι όπου βρεις.
Τώρα το πού θα έβρισκα να καθήσω, ήταν μια άλλη ιστορία.
Γιατί καταμεσήμερο, στα μέσα Αυγούστου και στο τρένο με τον πιο δημοφιλή προορισμό, δεν υπήρχε ελεύθερη θέση ούτε για δείγμα.

Ως αποτέλεσμα, βρέθηκα να σέρνω μια θεόρατη βαλίτσα και το σακίδιό μου στους ώμους, προσπαθώντας να διασχίσω το τρένο από τη μια άκρη ως την άλλη μήπως βρω κάπου μια θέση. Μπορεί ν' ακούγεται απλό, αλλά στην πράξη ήταν εφιάλτης.
Το τρένο είναι ασφυκτικά γεμάτο, και οι διάδρομοι το ίδιο, τόσο από βαλίτσες, όσο και από κόσμο, αλλά και οικογένειες με γιαγιάδες, μαμάδες και πιτσιρίκια που αραχτοί και γεμάτοι άνεση γευμάτιζαν κι έπιναν τσάι.
Ο ιδρώτας έσταζε ποτάμι πάνω μου καθώς επιτελούσα το τιτάνιο έργο διάσχισης της Σαχάρα, όχι συγνώμη, των διαδρόμων του τρένου ήθελα να πω. Ευτυχώς, οι περισσότεροι άντρες έκαναν μια προσπάθεια να βοηθήσουν, μετατοπίζοντας μπόγους, μπαγκάζια και βαλίτσες για να περάσω.
Παρόλα αυτά, στο τέλος αναγκάστηκα να παραδεχτώ το προφανές.

Θα περνούσα τις υπόλοιπες τεσσεράμισι ώρες του ταξιδιού στο ενδιάμεσο δύο διαδρόμων, καθισμένη πάνω στη βαλίτσα μου. Γύρω μου άντρες που έβγαιναν να καπνίσουν τσιγάρο και κόσμος πηγαινοερχόταν προσπαθώντας να βρει κάποια άδεια θέση όπως κι εγώ νωρίτερα.
Αφού παίρνω μια ανάσα, αρχίζω να φωτογραφίζω το ξερό τοπίο. Ένας ευγενικός κύριος, μου ανοίγει μάλιστα την πόρτα του τρένου για να έχω καλύτερες λήψεις. Παθαίνω πλάκα!

-Είναι ασφαλές αυτό; ρωτάω σε αγγλικά ελπίζοντας να με καταλαβαίνει.
Ο τύπος με κοιτάζει με απορία.
-Of course it is safe, what do you mean? με ρωτάει σε άπταιστα αγγλικά μη δείχνοντας να κατανοεί γιατί τον κοιτάζω μ' αυτό το βλέμμα.
Ε, οκ, αφού είναι safe, σκασίλα μου κι εμένα. Αρχίζω να φωτογραφίζω. Όχι ότι έχει πολλά να φωτογραφίσει κανείς.

Το τοπίο επαναλαμβάνεται: έρημες εκτάσεις μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι σου, και σειρές ολόκληρες από φραγκόσυκα.
Εμένα όμως μου αρέσει. Ακόμη και το χρώμα της γης μου θυμίζει τα χρώματα του Μαρακές.
Κάποια στιγμή, αντιλαμβάνομαι πως οι περισσότεροι άντρες γύρω μου ρίχνουν κλεφτές ματιές.
Τσεκάρω νοερά το ντύσιμό μου. Οκ, τίποτε παράξενο ή πολύ αποκαλυπτικό.
Φοράω μακρύ, λευκό βαμβακερό παντελόνι, ένα ροζ τιραντέ μπλουζάκι, αλλά έχω φροντίσει να ρίξω πάνω μου ένα φαρδύ, μακρύ, άσπρο πουκάμισο που κρύβει μπράτσα και ντεκολτέ.
Ένας απ' όλους βγάζει το πακέτο του και μου προσφέρει τσιγάρο.
-La, shokran, του απαντώ, 'όχι, ευχαριστώ'.
Σε λίγο μου προσφέρει κι ένας άλλος, αρνούμαι και πάλι ευγενικά.
Καταρχήν όλοι οι φίλοι μου στο Μαρόκο με συμβούλεψαν ν' αποφύγω να καπνίζω δημόσια, τουλάχιστον όχι αν δεν είμαι σε μια καφετέρια σε κάποιο τουριστικό μέρος. Απ' την άλλη πολύ αμφιβάλλω αν θα μπορούσα να καπνίσω κάποιο από τα τσιγάρα τους, αφού ο λαιμός μου δεν σηκώνει τίποτε άλλο εκτός από τον Old Holborn μου.

Μια ώρα αργότερα όμως, έχω σκυλοβαρεθεί να φωτογραφίζω το άνυδρο τοπίο, και θέλω απεγνωσμένα καφέ και τσιγάρο. Για καφέ δύσκολο, τσιγάρο όμως;
Το σκέφτομαι για λίγο, λέω δε βαριέσαι, και βγάζω τον καπνό μου αρχίζοντας να στρίβω τσιγάρο.
Βλέποντας τους τύπους γύρω να με κοιτάζουν, σκέφτομαι πως θα πρέπει κι εγώ να τους προσφέρω από τον καπνό μου, εφόσον αυτοί ήδη μου πρόσφεραν απ' τα τσιγάρα τους.
Δίνω στον πρώτο, μου λέει, όχι, ευχαριστώ.
Δίνω στον δεύτερο, το ίδιο.
Στον τρίτο και πάει λέγοντας. Όλοι είπαν όχι.
Πάνω που είχα αρχίσει να απορώ γιατί τόση ακαταδεξιά, ένας νεαρός -και κούκλος, τύφλα να 'χει ο Ομάρ Σαρίφ στα νιάτα του- φοιτητής στην Καζαμπλάνκα, μου λέει: -Όχι, ευχαριστώ, δεν καπνίζω χασίς μεσημεριάτικα.
Μου 'ρχεται στούμφος!

Χασίς; Τι χασίς, ποιο χασίς, ποιος ήρθε; Και τότε μου έρχεται η φλασιά: στο Μαρόκο ΔΕΝ πωλείται πουθενά καπνός για στριφτό. (Να το έχετε υπόψη αυτό όσοι καπνίζετε καπνό και βρεθείτε προς τα εκεί: πάρτε μαζί σας όσο σας χρειαστεί). Έτσι λοιπόν, βλέποντάς με να στρίβω, υπέθεσαν πως έστριβα joint.
Σκάω στα γέλια, και σπεύδω να διορθώσω την παρεξήγηση. -Δεν είναι kif, του εξηγώ, είναι Εγγλέζικος καπνός για στριφτά τσιγάρα. Να, βλέπεις εδώ την ετικέτα;
Με το που του τη δείχνω, λάμπει το μούτρο του κι αρχίζει να εξηγεί και στους υπόλοιπους.
-Θα μου στρίψεις ένα τσιγάρο τότε; με ρωτάει.
Σε λίγο θέλει κι άλλος τσιγάρο, κι ύστερα κι άλλος, και μετά κι ο επόμενος.

Μέχρι το τέλος του ταξιδιού, ο καπνός μου είχε τελειώσει, αφού όλοι ήθελαν να τους στρίψω ένα εγγλέζικο τσιγάρο και έτσι όχι μόνο έσπασε ο πάγος, αλλά βρέθηκα με τις γιαγιάδες να έρχονται να με ταΐζουν πίτες και γλυκά και στο τέλος με κέρασαν και τσάι από ένα θερμός. Με τις γυναίκες δεν συνεννοηθήκαμε σε καμιά γλώσσα (οι πιο ηλικιωμένες μιλούσαν μόνο Darijja, την τοπική διάλεκτο της Αραβικής γλώσσας, και όσες μιλούσαν γαλλικά, πέρα από το πώς σε λένε και από πού είσαι, δεν τράβαγε η κουβέντα, διότι τα δικά μου γαλλικά είναι ανύπαρκτα).
Πάντως, το θέμα ήταν ότι με ξεπροβόδισαν λες κι ήμουν φίλη, με ευχές και μάλιστα μου κουβαλήσαν τη βαλίτσα και τον σάκο μου ως την αποβάθρα.
Κι ύστερα σου λένε να απαγορευτεί το κάπνισμα.Ο καπνός φέρνει τον κόσμο πιο κοντά, λέω εγώ!

Και να ΄μαι λοιπόν στην Ραμπάτ, σ' ένα ταξί που με πηγαίνει στο σπίτι του φίλου που θα με φιλοξενούσε.

Η Ραμπάτ είναι η πρωτεύουσα του Μαρόκου με πληθυσμό 1,700,000 κατοίκους.
Στο δρόμο σκέφτομαι πως ίσως το Ισλάμ είναι πολύ πιο ανεκτικό απέναντι στον Χριστιανισμό απ' ότι το αντίστροφο. Απόδειξη μια τεράστια καθολική εκκλησία στο κέντρο της πόλης.

Την επόμενη μέρα βγαίνουμε μια βόλτα ως την Μεντίνα της Ραμπάτ να χαζέψω. Δεν μοιάζει και τόσο με τη Μεντίνα του Μαρακές, δεν είναι το ίδιο 'εξωτική', αλλά έχει ενδιαφέρον.

Ένας παππούς πουλάει χύμα τσιγάρα. Το πακέτο είναι ακριβό για τα δεδομένα του Μαρόκου.

Στο τέρμα της Μεντίνα φαίνονται τα τείχη και η είσοδος της Ουντέια.

Το Κάσμπαχ ντες Ουντέιας (το Φρούριο της Ουντέια), χτίστηκε το 1195 μ.Χ.
Βρίσκεται στην καρδιά της πρωτεύουσας λίγο πιο έξω από το παλιό παλάτι.

Τώρα στο Κάσμπαχ μπήκα ή στη ζώνη του Λυκόφωτος; Γιατί αν όλο αυτό δεν θυμίζει Ελλάδα, και μάλιστα ελληνικό νησί, τότε τι θυμίζει;




Και μια που βρεθήκαμε εκεί, ως τουρίστρια που σέβεται τον εαυτό της, είπα να κάνω και μια χέννα στο χέρι.


Φυσικά ήθελα να πάμε και μια βόλτα για μπάνιο στον ωκεανό. Μου φαίνεται περίεργο που θα δω τον ωκεανό από κοντά. Αναρωτιέμαι πόσο διαφορετική θα είναι η αίσθηση σε σχέση με τις δικές μας θάλασσες.

Στη διαδρομή, περνάμε μπροστά από βιλίτσες φροντισμένες στην εντέλεια, με κήπους και τα συναφή. Η διαφορά ανάμεσα στην απόλυτη φτώχεια και τη χλίδα φαίνεται ακόμη πιο έντονα εδώ. Όχι ότι μου κάνει και μεγάλη εντύπωση. Τα γνωστά. Κάποιοι δεν έχουν να φάνε και κάποιοι...


Φτάνοντας προς την παραλία, με περιμένει κι άλλη μια έκπληξη. Προσπαθώ να συνειδητοποιήσω πως βρίσκομαι στην Αφρική, στο Μαρόκο, κι όλα γύρω μου θυμίζουν μάλλον Ελλάδα, μη σου πω Λαγονήσι!



Όλα εκτός από τον ίδιο τον Ατλαντικό. Δεν είναι μόνο που η παραλία είναι τεράστια κι εκτείνεται ως εκεί που δεν φτάνει η κάμερά μου να τραβήξει, είναι ο ίδιος ο ωκεανός που είναι τόσο διαφορετικός.

Τα κύματα δεν σταματούν στιγμή (η χαρά των σέρφερ γύρω μου), και το ότι κολύμπησα είναι μάλλον ευφημισμός. Διότι όσο καλός κολυμβητής κι αν είσαι, άντε να ξεπεράσεις το πρώτο κύμα. Άντε και το δεύτερο. Στο τρίτο είσαι χαμένος. Σου δίνει μια και σε γυρίζει σούμπιτο πίσω στην ακτή.
Άμα έχεις τα κουράγια, φτου κι απ' την αρχή φυσικά.
Όταν βγήκα απ' το νερό ένιωθα λες και μ' είχαν τινάξει σαν χαλί με τον κόπανο, αλλά άξιζε τον κόπο.


Στο δρόμο της επιστροφής, δεν βρίσκουμε ταξί. -Να πάρουμε λεωφορείο τότε, προτείνει ο φίλος μου και συμφωνώ. Άλλωστε είμαι τόσο πτώμα που το μόνο που ήθελα ήταν να καθίσω κάπου. Πού να φανταστώ όμως τι θα αντίκριζα όταν έφτασε το λεωφορείο: Κάτι τέτοιο είχα να δω από όταν ήμουν στο δημοτικό, και αν!

Τι τον θες τον κλιματισμό κυρά μου, δε σου φτάνει η ανοιχτή πόρτα;

Κι αργότερα, το βράδυ, μια βόλτα ξανά στο κέντρο της πόλης.

Ο πύργος του Hassan (ημιτελής) και στο βάθος το μαυσωλείο του Mohamed V (πατέρα του σημερινού βασιλιά)

Τα φωτισμένα τείχη της Ραμπάτ.

Και η κεντρική κοσμοπολίτικη λεωφόρος Mohamed V.


Το κοινοβούλιο.

Καφενείο πάνω στη λεωφόρο και η απαραίτητη berrad (τσαγιέρα) με το τσάι μέντας (δυόσμου δηλαδή, για να μην ξεχνιόμαστε)




Την επομένη με περιμένει η Τσέλα, η αρχαιότερη Ρωμαϊκή πόλη του Μαρόκου.


Χτίστηκε περίπου το 40 μ.Χ. Εγκαταλείφθηκε το 1154, αλλά τον 14ο αι. ήρθε στα χέρια
των Μερενιδών σουλτάνων. Ο σουλτάνος Αμπού Ελ Χασάν έχτισε μια νεκρόπολη στην κορυφή των ρωμαϊκών ερειπίων και ενίσχυσε την πόλη με πύργους και τείχη.


Μια γατούλα στην Τσέλα.

Κι άλλες γατούλες...

Το γατοσόι!


Ρωμαϊκά λουτρά.


Δυο μέρες μετά, αφήνω πίσω μου την Ραμπάτ και παίρνω το τρένο για Καζαμπλάνκα, να δω έναν κολλητό μου. Αυτή τη φορά είχα βάλει μυαλό. Πρώτη θέση φυσικά! Η καλύτερη απόφαση που πήρα ποτέ: η πρώτη θέση διαθέτει κλιματισμό και άνετες κουκέτες.


Η Καζαμπλάνκα θύμιζε έντονα Αθήνα.Κάποιος δρόμος μάλιστα μου θύμισε πολύ την Ερμού.

Οι σημαίες του Μαρόκου ανεμίζουν μπροστά από το παράθυρο του ξενοδοχείου μου.

Η Καζαμπλάνκα είναι η καρδιά του Μαρόκου, από οικονομικής άποψης. Μια μεγάλη, μοντέρνα πόλη, που σφύζει από κίνηση και κυκλοφορικό χάος. Το μεγαλύτερο αξιοθέατό της, είναι το Mosque Hassan II.

Το εντυπωσιακό τζαμί είναι χτισμένο μπροστά στον Ατλαντικό έχει ύψος 210 μέτρα, χωρά 25,000 πιστούς και στο εσωτερικό του θα μπορούσαν να χωρέσουν ο ναός του Αγ. Πέτρου της Ρώμης ή η Notre Dame του Παρισιού.

Είναι σχετικά καινούριο τζαμί αφού χτίστηκε για τα 60α γενέθλια του προηγούμενου βασιλιά και λειτούργησε το 1993, κι αυτό σε μια προσπάθεια να τραβήξουν την προσοχή των τουριστών, γιατί μέχρι τότε η Καζαμπλάνκα δεν ήταν τίποτε περισσότερο από στάση μιας βραδιάς για τους τουρίστες που ήθελαν να ξεκουραστούν πριν συνεχίσουν προς Μαρακές, Ραμπάτ, Αγκαντίρ, Εσαουίρα ή κάποια άλλη, τουριστική πόλη.

Το Hassan Mosque είναι στολισμένο με ζελίλ και είναι το μοναδικό τζαμί ανοιχτό σε μή μουσουλμάνους.



Κόστισε πάνω από μισό δις δολλάρια, και για την περάτωσή του εργάστηκαν πάνω από 6,000 άτομα. Στο χτίσιμό του χρησιμοποιήθηκε κέδρος από τα βουνά του Άτλαντα, μάρμαρα από την Αγκαντίρ και γρανίτης από το Ταφραούτ.
Περισσότερα στο επόμενο (ναι, έχει κι άλλο!)

Δευτέρα, Ιουλίου 14, 2008

Ταξίδι μέρος πρώτο

Όταν σου στερεύουν τα λόγια κάνεις βουτιά στις αναμνήσεις

Πέρσι το καλοκαίρι οι εικόνες του ταξιδιού μου στο Μαρόκο ήταν ακόμη πολύ νωπές, πολύ γεμάτες χρώματα, αρώματα, λέξεις,μυρωδιές, καλωσορίσματα και αποχαιρετισμούς για να μπορέσω να τα βάλω σε λέξεις.
Ακόμη το Μαρόκο είναι στην καρδιά μου, κι ακόμη οι εικόνες και τα χρώματά του είναι ζωντανά. Δεν ξέρω ούτε κι αν τώρα μπορώ να τα βάλω σε λέξεις χωρίς να μου βγουν λιγότερα και πιο φτωχά, αλλά θα προσπαθήσω.

Το ταξίδι το έκανα μόνη. Χωρίς παρέα και χωρίς οργανωμένο ταξιδιωτικό γραφείο.
Θα συναντούσα όμως φίλους εκεί.

Βρέθηκα σε κάμποσες πόλεις, αλλά θα γύρναγα πίσω ξανά μόνο για δύο: Για το Μαρακές και για την Εσαουίρα.

Ώρα 8.30 τοπική βρίσκομαι να πετώ πάνω από το Μαρακές, και το χρώμα που κυριαρχούσε ήταν η ώχρα.
Τοπίο πρωτόγνωρο, δεν μοιάζει με τίποτε απ' όσα έχω δει ως τώρα.


Είμαι άυπνη από την αναμονή της προηγούμενης νύχτας στο αεροδρόμιο του Λονδίνου, αλλά ήδη ο ενθουσιασμός έχει αρχίσει να διώχνει την κούραση.
Το αεροδρόμιο της Μενάρα είναι μικρό, επαρχιακό σε μέγεθος και διακοσμημένο με αραβικά στοιχεία.
Τρώμε ώρα στην ουρά περιμένοντας τη στάμπα στα διαβατήρια, κι όταν επιτέλους φτάνω στο γκισέ, ανακαλύπτω πως οι υπάλληλοι δεν γνωρίζουν τι σημαίνει Hellas... Τους λέω Greece και δείχνουν να μη με πιστεύουν. Φωνάζουν λοιπόν κανά δυο ακόμη κι αρχίζουν να κάνουν σύσκεψη πάνω από το διαβατήριό μου.
Ευτυχώς μου κόβει γρήγορα και ξεστομίζω τη μαγική λέξη: Yunan, Ελληνίδα δηλαδή.
Ο μουστακαλής υπάλληλος σκάει ένα χαμόγελο, και βάζει τη σφραγίδα. Επιτέλους!

Είναι ακόμη πρωί, όμως έχει ήδη 38 βαθμούς. Παραδόξως, η ζέστη δεν είναι όσο αφόρητη φανταζόμουν. Το κλίμα είναι ξηρό και η έλλειψη υγρασίας κάνει τη ζέστη υποφερτή.

Έξω από το αεροδρόμιο με περιμένει ένας ντόπιος φίλος που θα με πάει με το μηχανάκι του μέχρι το κέντρο του Μαρακές, στην παλιά Medina. Όταν τον εντοπίζω βλέπω έκπληκτη πως οδηγεί ένα μοτοποδήλατο, χωρίς θέση για τον συνεπιβάτη, και που πολύ αμφέβαλλα αν
θα μπορούσε να κουβαλήσει τους δυο μας και την μάλλον μεγάλη βαλίτσα που κουβαλούσα μαζί μου.

"Don't worry, relax, you are in Morocco now" μου λέει και μου σκάει ένα χαμόγελο σαράντα μέτρα.

Με κάποιο ανεξήγητο τρόπο βολεύει τη βαλίτσα ανάμεσα στα πόδια του και μου κάνει νόημα να καθίσω στη σχάρα στο πίσω μέρος.
Το αεροδρόμιο απέχει περίπου 20 λεπτά από την παλιά πόλη και παραλίγο να κάνω το σταυρό μου καθώς σκαρφάλωνα πίσω του, ευτυχώς όμως συγκρατήθηκα εγκαίρως.

Με ακόμη πιο ανεξήγητο τρόπο, βρεθήκαμε περίπου μισή ώρα μετά σώοι και αβλαβείς στην είσοδο της κεντρικής, τεράστιας πλατείας Jemaa el Fna (16 χιλ. διάμετρος).
Ολόκληρη η πόλη του Μαρακές είναι βαμμένη σ' ένα πανέμορφο, ροδί-πορτοκαλο-ροζ χρώμα... Στο ίδιο χρώμα είναι βαμμένο και το τείχος που περικλείει την παλιά πόλη.

Η κατάσταση στους δρόμους είναι το λιγότερο χαοτική κι αυτό ήταν το πρώτο πολιτισμικό σοκ. Η κεντρική λεωφόρος γεμάτη αρχαίες μοτοσυκλέτες που καβαλούν με άνεση τα πεζοδρόμια, μηχανάκια που αντιστέκονται σθεναρά στους κόκκινους σηματοδότες, φορτηγά του '50 τα οποία τρέχουν σαν να τα κυνηγούν διαβόλοι, κάμποσα αυτοκίνητα φορτωμένα μ' ένα κάρο πράγματα, κι αμέτρητα μουσταρδί ταξί...
Αν νομίζει κανείς πως οι οδηγοί στην Ελλάδα είναι μουρλοί, μετά από ένα ταξίδι στο Μαρόκο θα πιστέψει σχεδόν πως οι Έλληνες οδηγούν σαν Γερμανοί.

Μπαίνοντας στην Jemaa el Fna χωθήκαμε στα souks, τα μικρά στενάκια τριγύρω, κι αρχίσαμε να ψάχνουμε για κανένα Rhiad (παραδοσιακά σπίτια που έχουν μετατραπεί σε ξενοδοχεία),αλλά γρήγορα συνειδητοποιούμε πως είναι όλα φουλ. Αφού οι πορτιέρηδες -όπου υπήρχαν- ούτε καν μας ρίχναν δεύτερη ματιά.

Γυρίσαμε ξανά στην πλατεία, ο φίλος μου με άφησε στην ταράτσα μιας καφετέριας να πιω το πρώτο μου Μαροκινό τσάι μέντας (δυόσμος στην πραγματικότητα, παρόλο που όλοι οι τουριστικοί οδηγοί λένε μέντα), κι εκείνος συνέχισε την προσπάθεια ανεύρεσης ξενοδοχείου.

Περίπου 2 ώρες αργότερα επέστρεψε ψόφιος και καταϊδρωμένος, για να μου ανακοινώσει περίλυπος ότι δεν υπήρχε ούτε στρώμα ελεύθερο. Τέτοια γκαντεμιά ούτε η παναγία στη Βηθλεέμ ρε παιδί μου.

"Τι κάνουμε τώρα;" τον ρωτάω. Στύβει το μυαλό του και μου λέει "Υπάρχει ίσως μια λύση, αλλά..."
"Τι αλλά βρε πουλάκι μου, που τα 'χω παίξει πλέον απ' το ξενύχτι, το τρέξιμο και τη ζέστη; Ό,τι κι αν είναι λέγε!"
"Μπορούμε να βρούμε ίσως κάπου ένα δωμάτιο, αλλά θα το πληρώσεις ακριβά κι είναι και κάπως ρίσκο γιατί..."

Μέχρι να μου πει το γιατί είδα κι έπαθα. Το δια ταύτα, ήταν το εξής: Στο Μαρόκο, όπως και σε όλες τις μουσουλμανικές χώρες, απαγορεύεται εκ του νόμου να μείνει στο ίδιο δωμάτιο ένα ανύπαντρο ζευγάρι, εκτός κι αν είναι κι οι δυο ξένοι.
Κι ως γνωστόν, όπου υπάρχουν απαγορεύσεις υπάρχουν και παραθυράκια.
Ακόμη και στο Μαρόκο λοιπόν υπάρχουν ριάντ για μερικές ώρες, μόνο που χρεώνουν πανάκριβα λόγω της επικινδυνότητας του θέματος και για να μπορούν προφανώς να λαδώνουν τους ντόπιους μπάτσους κι επίσης δεν τα αναφέρει κανένας τουριστικός οδηγός.

"Ε, οκ, πάμε εκεί,δε βαριέσαι!" του είπα, και σκεφτόμουν ότι όταν γυρίσω θα γράψω βιβλίο. Πρώτη νύχτα στο Μαρόκο και να την περνάω σε γαμιστρώνα!

Ούτε ξέρω σε πόσα σοκάκια στρίψαμε, ξέρω όμως πως στο τέλος κόντευα πια να συνηθίσω τη βρώμα και τη μπίχλα, αλλά είχα αρχίσει λιγάκι ν' ανησυχώ. Αν γινόταν καμιά στραβή και χανόμουν πουθενά δε θα μ' έβρισκε ούτε η Ιντερπόλ. Έβαζα λοιπόν σημάδια κι ακολουθούσα προσευχόμενη να μην τα πάρει στο κρανίο ο Αλλάχ και βρεθώ βιασμένη, ληστεμένη ή οτιδήποτε άλλο χειρότερο.

Οι φόβοι μου αποδείχτηκαν αβάσιμοι, αλλά αυτό που αντίκρισαν τα μάτια μου όταν άνοιξε η παμπάλαια πόρτα του (ο Θεός να το κάνει)ριάντ, δεν περιγράφεται με λόγια.

Εντάξει, καταλαβαίνω, κατάλυμα για μερικές ώρες είναι, αλλά τόση βρώμα και εγκατάλειψη ούτε στην πλατεία Βάθη...

Η ιδιοκτήτρια -μια κωλοπετσωμένη πιτσιρίκα- με κοίταζε με ξινισμένο ύφος και άρχιζε να σκληραίνει τα παζάρια.
Με τα πολλά πήρε το διαβατήριό μου, πέρασε τα στοιχεία μου στο βιβλίο πελατών (είχαν και τέτοιο), και μας έδειξε αόριστα προς την άκρη της αυλής, ενώ άπλωσε το χέρι της για να πάρει τα 400 ντιρχάμ, 40 ευρώ δηλαδή, που θα μου κόστιζε η διαμονή μου στο Σέρατον...

"Κλειδί;" ρωτάω
"Δεν έχει κλειδί", μου λέει ο φίλος μου. "Μην ανησυχείς, θα βρούμε τρόπο να κλείσεις από μέσα".

Και μπαίνουμε στο παλατάκι... Και πάλι τα λόγια είναι λίγα.

Οι τοίχοι ξέφτιζαν τόπους-τόπους, το ίδιο και το ταβάνι κι οι σοβάδες έπεφταν πάνω στο κρεβάτι... ή σ' αυτό που θα έπρεπε να είναι το κρεβάτι.
Γιατί κρεβάτι πραγματικά δεν υπήρχε. Υπήρχε ένας ξύλινος σκελετός από απλάνιστες σανίδες κατάχαμα, όπου πάνω ήταν πεταγμένο ένα βουλιαγμένο, τρισάθλιο στρώμα, σκεπασμένο μ' ένα λαμπερό κερασί σατέν σεντόνι (τρομάρα τους, το σατέν τους μάρανε).
Κάτι άθλια μαξιλάρια συμπλήρωναν το ντεκόρ, όσο για το αν είχε ποτέ πλυθεί το σατενάτο σεντόνι ας μην το κουβεντιάσουμε καλύτερα.

Πήρα βαθιά ανάσα, σκέφτηκα θα στρώσω πάνω όλες τις πετσέτες μου, θα κοιμηθώ με τα ρούχα κι ύστερα θα τα πετάξω και θα πάρω άλλα, και ρούχα και πετσέτες.

Στο δωμάτιο υπήρχαν ακόμη μια κουτσή καρέκλα και μια σπασμένη πολυθρόνα, ένα διπλό, σιδερένιο καναπεδάκι που παραδόξως είχε όλα του τα πόδια, ένα επίσης κουτσό τραπεζάκι, ένα τζάκι στου οποίου το γείσο αναπαυόταν ένας σπασμένος καθρέφτης και στην άλλη άκρη του δωματίου μια κουρτίνα που έπιανε τον τοίχο πέρα πέρα.
Λέω μέσα μου εκεί θα 'ναι το μπάνιο.
Φευ!
Πίσω από τις κουρτίνες δεν υπήρχε τίποτε, απλά μια εσοχή στον τοίχο που δεν ξέρω ακόμη σε τι εξυπηρετούσε.

"Μπάνιο έχει ένα κοινό έξω στην αυλή" με ενημερώνει ο φίλος.

Ξαφνικά, αντί να με πιάσει πανικός, με πιάνουν τρελά γέλια.

Καλώς ήρθες στο Μαρόκο, μονολογώ κι αποφασίζω να το πάρω όλο με την τρελή και αστεία του πλευρά, κι ήταν ό,τι καλύτερο σκέφτηκα. Μεμιάς έφυγε το άγχος και τα καντήλια που ήμουν έτοιμη να αρχίσω να ξεστομίζω κι ένιωσα αρκετά γενναία να κάνω μια δοκιμή να μπω στο κοινό μπάνιο.
Περιέργως ήταν πεντακάθαρο πράγμα που εκμεταλλεύτηκα δεόντως, κι έτσι λίγη ώρα αργότερα ένιωθα έτοιμη για όλα, αλλά κυρίως για άλλο ένα μαροκινό τσάι (έχω εθιστεί, σας το 'πα; Μέχρι και τον καφέ μου θα μπορούσα να παρατήσω για το τσάι του δυόσμου! Ποιος να μου το 'λεγε!), και για την εξερεύνηση της νυχτερινής Jemaa el Fna.
Το σούρουπο είχε φτάσει και οι ήχοι από την πλατεία αρχίζουν ήδη να με καλούν κοντά της.

Η συνέχεια στο επόμενο ποστ.

Δευτέρα, Μαΐου 26, 2008

ΙδιογράφΩς

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο 'Ζεν στις πολεμικές τέχνες', του Τζο Χάιαμς, από τις εκδόσεις Μωρεσόπουλος σε μετάφραση της Σου Παπαδάκου, και θα έλεγα πως τον τελευταίο καιρό με εκφράζει απόλυτα.

Για το http://autographcollectors.blogspot.com/

Κυριακή, Μαΐου 11, 2008

Fighting and Hoping

Να παλεύεις και να ελπίζεις...

Να κρατάς την ελπίδα ζωντανή για να μπορέσεις να συνεχίσεις να παλεύεις, και να μη σταματήσεις τον αγώνα για να μπορέσεις να συνεχίσεις να ελπίζεις.

Εύκολο ακούγεται και ίσως αυτονόητο.
Δεν είναι.

Από αύριο αρχίζω έναν αγώνα που πρέπει να πάει χέρι-χέρι με την ελπίδα.
Αγώνας και ελπίδα. Ελπίδα και αγώνας. Αλληλένδετα και αλληλοεξαρτώμενα.
Αν σταματήσω τον αγώνα, θα χάσω την ελπίδα, αν χάσω την ελπίδα θα σταματήσω και τον αγώνα...

Από αύριο θα ντυθώ τα ρούχα του πολεμιστή, θα σφίξω τα δόντια, και θ' αρχίσω ένα ταξίδι δοκιμασίας.
Όπως ο πολεμιστής που προετοιμάζεται για τη μάχη.

Μόνο που η δική μου δοκιμασία είναι και η ίδια η μάχη συγχρόνως.

Θα παλέψω να ξορκίσω το φόβο, θα παλέψω να νικήσω την αμφιβολία, θα παλέψω να δαμάσω τον ίδιο μου τον εαυτό και τέλος, θα πολεμήσω με νύχια και με δόντια το εχθρό που χτύπησε την πόρτα μου.

Κάποιος απόψε μου πε, δεν είναι για κακό που φάνηκε ο εχθρός στον ορίζοντα, για καλό είναι, ήρθε η ώρα να παλέψεις, ήρθε η ώρα να κάνεις κάτι για σένα.
Μπορεί να 'χει και δίκιο.

Θα παλέψω.



Lizard King, the song is for you

Πέμπτη, Μαΐου 01, 2008

Άνοιξη


Φυτρώνουν γάτες στις δικές σας γλάστρες;

Στις δικές μου φυτρώνουν κάτι παχουλές ασπρόμαυρες γατουλίνες που αποφάσισαν πως ήρθε η άνοιξη και θέλησαν να μυρίσουν τους πανσέδες.

Τι θα πει δεν μυρίζουν οι πανσέδες; Γάτες είναι αυτές, ό,τι θέλουν κάνουν.

Τετάρτη, Απριλίου 09, 2008

And i wonder...

Οι εκπλήξεις μου αρέσουν. Σε αντίθεση με την κολλητή μου που μάλλον της προκαλούν αλλεργία.

Εμένα μου αρέσουν. Κι όσο πιο αναπάντεχη η έκπληξη τόσο το καλύτερο.

Όμως, όπως έγραφα σήμερα σε κάποιον, δυο πράγματα δεν άντεχα και συνεχίζω να μην αντέχω στη ζωή μου.
Την αναμονή και την αβεβαιότητα.
Μη μου πεις "περίμενε, κάνε υπομονή", και μη μ' αφήσεις σε κατάσταση ήξεις αφίξεις γιατί με αρρωσταίνει.

Βασικά μειονεκτήματα του χαρακτήρα μου που δε λένε να φύγουν καθώς περνούν τα χρόνια. Και γιατί να φύγουν θα μου πεις, αλλά αυτό είναι αλλουνού παππά ευαγγέλιο.

Έσκασε λοιπόν μια αναπάντεχη έκπληξη τελευταία... ένα γράμμα από άγνωστο παραλήπτη. Γράμμα που έλεγε πολλά και σημαντικά, τόσο που στην αρχή θεώρησα πως κάποιος μου κάνει φάρσα.
Προφανώς όμως, αυτός που έστειλε το γράμμα δεν έκανε φάρσα.
Από την άλλη όμως, θέλησε να παραμείνει στην ανωνυμία του.

Κι εντάξει λοιπόν, δικαίωμά του. Κι εγώ σαν νορμάλ άνθρωπος πρέπει αν μη τι άλλο να σεβαστώ την επιθυμία του.

Δυο απορίες μονάχα.

Προς τι να πεις συγνώμη σε κάποιον αν δεν γνωρίζει αυτός ο κάποιος ποιος είσαι... τότε τι νόημα έχει;
Κι ακόμη, αφού αυτός ο κάποιος με ξέρει από τότε που ήμουν πιτσιρίκι, δεν ξέρει κιόλας τα δυο βασικά κουσούρια μου; Ότι δεν αντέχω το ν' αναρωτιέμαι και το να περιμένω;
Μούμπλε, μούμπλεεε...

Παρόλα αυτά, τι να πώ... συνεχίζουν να μ' αρέσουν οι εκπλήξεις. Αδιόρθωτη παιδί μου!

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 29, 2008

Η θάλασσα μέσα μου



Photo by Anarrousa

Τι κάνει ένας νορμάλ άνθρωπος όταν είναι στα πολύ κάτω του;
Χμμ... ξέρω γω; Προσπαθεί να βρει τρόπους και μεθόδους να πάρει ξανά τα πάνω του, φαντάζομαι.

Κάτι άλλοι τύποι πάντως, (κάτι τρένα σαν κι εμένα ας πούμε), αποφασίζουν να καθίσουν να δουν μια ταινία που δεν πρόλαβαν στο σινεμά και που για καιρό ανέβαλλαν να δουν.

Μια ταινία όπως το Η θάλασσα μέσα μου, με τον Χαβιέρ Μπαρδέμ.
Μέγα λάθος, είπα μόλις την είδα.
Μέγα λάθος έγραψα και στο sms που έστειλα στην κολλητή μου.
Στο 'πα να μην το δεις αυτό, ρε! μου απάντησε εκείνη, κι είπα δίκιο είχε.
Μέγα λάθος.

Όμως, σε δεύτερη ανάγνωση...

Θυμήθηκα. Άτιμο πράγμα η μνήμη αλήθεια.
Πώς είναι δυνατό στιγμές, λόγια, συναισθήματα, σκέψεις, μυρωδιές, ήχοι, θαμμένα στη σκόνη των χρόνων που κύλησαν να επανέρχονται τόσο ζωντανά λες και όλα έγιναν μόλις χτες;
Όλα τα ερωτήματα, τα αναπάντητα, όλος ο πόλεμος με το θέλω και το γιατί θέλω, η προσπάθεια της αποδοχής του αναπόφευκτου, ο αγώνας για να καταλάβω πως η αγάπη μου για σένα έπρεπε να με κάνει να θέλω αυτό που θα ήθελες κι εσύ.
Θυμήθηκα ακόμα κι εκείνους τους στίχους: "...κι η θάλασσα ατέλειωτη, σαν το κενό που αφήνεται μέσα μου καθώς ο χρόνος σμιλεύει τις ζωές μας..."
Και θυμήθηκα κι εσένα που μου 'λεγες: " ο πόνος δεν είναι για να τον φοβόμαστε, είναι για να τον αγκαλιάζουμε, να περνάμε από μέσα του, ακόμα κι αν ματώνουμε. Δεν μπορείς ν' αποφύγεις τον πόνο, όπως δεν μπορείς ν' αποφύγεις και την αγάπη. Δεν μπορεί να έχουμε μόνο γέλιο στη ζωή μας, θα έχουμε και δάκρυ. Αυτή είναι η ζωή, μικρό μου, άκουσε το γέρο σου, κάτι ξέρει κι αυτός".

Και ήξερες. Να ζεις με αξιοπρέπεια. Και να παλεύεις.

Συχνά το ξεχνάω το δώρο σου. Συχνά το ξεχνάω το μάθημα, εκείνο το τελευταίο και το πιο πολύτιμο.
Το ξεχνάω μες τις μέρες που περνάνε, στις εποχές που εναλλάσονται, στα χρόνια που αφήνουν γκρίζες τρίχες στα μαλλιά μου και ρυτίδες στο πλάι των χειλιών.
Το ξεχνάω καθώς χάνεται το χαμόγελό μου, εκείνο που ήξερες εσύ, καθώς η πίεση γίνεται αφόρητη και μοιάζει πως πουθενά δε βγαίνει όσο κι αν το παλεύω.

Όμως θυμήθηκα. Ξανά.

Η θάλασσα μέσα μου, η θάλασσα μέσα σου.

Και ήθελα, τώρα πια, να σου πω ότι κατάλαβα.
Κατάλαβα.

Γι αυτό, τώρα, μπορώ να θυμηθώ και τον Μπουσκάλια.
Τι σχέση έχει ο Μπουσκάλια μ' αυτό; Έχει. Αλλά το πώς και το γιατί, στο επόμενο.



Φιλιώ, αν διαβάζεις, κάνε μου μια χάρη.
Κατέβα μια βόλτα ως τα βράχια αριστερά απ' το λιμάνι, και κάνε ένα τσιγάρο εκεί. Για μένα.
Μέχρι να 'ρθω να το κάνουμε παρέα.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 07, 2008

Το κουτί της Πανδώρας...



Ο μύθος έλεγε πώς όταν η Πανδώρα έκλεισε το κουτί (αφού είχαν πρώτα ξεχυθεί από μέσα του όλα τα δεινά), έμεινε εκεί κλεισμένη η ελπίδα.

Κλείνω κι εγώ σφιχτά το κουτί κι ελπίζω... Δεν έμειναν και πολλά άλλα να κάνω. Ελπίζω.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 24, 2007

Uzo Massalia


Σε λίγες μέρες ανεβαίνω ξανά στο Βόλο για την πρωτοχρονιά.

Βόλος χωρίς μια βόλτα σε ουζερί-τσιπουράδικο δε γίνεται. Ακόμα κι εγώ που με το αλκοόλ έχω γενικώς κόψει παρτίδες εδώ και κάμποσα χρόνια, δεν διανοούμαι να μην τιμήσω την παράδοση της ιδιαίτερης πατρίδας μου.

Όσοι έχετε περάσει απ' το Βόλο προφανώς ξέρετε τα διαδικαστικά. Τα μεζεδάκια έρχονται στο τραπέζι σου χωρίς να τα ζητήσεις... παραγγέλνεις το 25αράκι σου δηλαδή, και σου έρχεται το ανάλογο μεζεδάκι. Με κάθε επόμενο 25αράκι, αλλάζει ο μεζές, "ανεβαίνοντας" αναλογικά σε ποιότητα.

Για όσους πάλι δεν έχουν εντρυφήσει στον ιερό θεσμό της ουζο-τσιπουρο-κατάνυξης στο Βόλο, ορίστε το σχετικό savoir vivre:
-Δεν πάμε για τσίπουρα πριν απ' τις 12 το μεσημέρι.
-Στο τσιπουράδικο δεν φωνάζουμε την παραγγελία. Δείχνουμε με το χέρι πόσα 25αράκια ή 50αράκια θέλουμε. (Οι σοβαροί παραγγέλνουν όσα είναι τα άτομα της παρέας).
-Δεν επεμβαίνουμε στο μεζέ. Το κατάστημα "ξέρει" (γιατί αν δεν έχει σειρά στο μεζέ, καλύτερα να το κλείσει).
-Δεν ζητάμε ποτέ να επαναληφθεί ένας μεζές. Σε κάθε παραγγελία ο μεζές αλλάζει. Το πολύ-πολύ να παραγγείλουμε κάτι έξτρα.
-Τα άδεια 25αράκια ή 50αράκια παραμένοιυν στο τραπέζι ώσπου να σηκωθούμε για τον λογαριασμό.
-Κερνάει αυτός που κάθεται κι όχι αυτός που έρχεται και τον καλούν να καθίσει.
-Οι Βολιώτες πίνουν τσίπουρο και το βράδυ, σε αντίθεση με τους Τυρναβίτες οι οποίοι τιμούν το τσιπουράκι μεσημέρι (εκτός απ' τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής μετά τον Επιτάφιο).

Προσωπικά αγαπώ το ούζο περισσότερο απ' το τσίπουρο.
Μ' αρέσει η μυρωδιά του γλυκάνισου.

Για όσους έχουν απορία από πού προέρχεται η ονομασία του ούζου, ιδού πώς έχουν τα πράγματα:
Το "ξαναβρασμένο ρακί" πήρε την ονομασία ούζο τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας στον Τύρναβο. Ο Αντώνης Μακρής πρώτος μόλις το δοκίμασε υπερευχαριστήθηκε και αναφώνησε "Μωρέ, τι είναι αυτό; Αυτό είναι ούζο Μασσαλίας!"
Τώρα τι εννοούσε ο μακαρίτης ο Μακρής;

Στον Τύρναβο γινόταν καλλιέργεια μεταξοσκωλήκων και παράγονταν κάθε χρόνο κουκούλια σε μεγάλη ποσότητα. Από αυτά, τα εκλεκτότερα μπαλαρίζονταν τα χρόνια εκείνα σε ιδιαίτερες μπάλες και στέλνονταν στο Βόλο για να πάρουν το δρόμο τους για την Ευρώπη, με την επιγραφή uzo Massalia, δηλαδή "προς χρήσιν της Μασσαλίας". Η φράση αυτή δηλαδή, σήμαινε στο εμπόριο των κουκουλιών την εκλεκτή ποιότητα και αυτό ήθελε να πει κι ο Μακρής με την αναφώνησή του, χωρίς βέβαια να φαντάζεται πως θα γινόταν ο... νονός του ούζου.

Καλή Χρονιά σε όλους.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 15, 2007

Progress

Στη γειτονιά μου πριν κάποια χρόνια σ' ένα όμορφο νεοκλασσικό κτίριο λειτουργούσε θέατρο.

Αργότερα το θέατρο έκλεισε και στο νεοκλασσικό λειτούργησε αποστολική εκκλησία όπου κάθε Κυριακή οι μαύροι στολιζόντουσαν με τα παραδοσιακά, χρωματιστά ρούχα τους και πήγαιναν να παρακολουθήσουν το κήρυγμα.

Τώρα έκλεισε και η εκκλησία και άνοιξε μπουρδέλο.

Progress

Κυριακή, Νοεμβρίου 04, 2007

Insomnia

Απόψε δε χρειάζεται ν' ανησυχώ για την αϋπνία που έρχεται όπως πάντα, σαν γνωστός φίλος απ' τα παλιά και θρονιάζεται με την άνεσή της απέναντί μου.
Απόψε δε χρειάζεται να την ξορκίσω από φόβο μήπως και δεν ξυπνήσω το πρωί για να πάω στο γραφείο.

Ούτως ή άλλως, ακόμα και τις καθημερινές δεν προσπαθώ και πολύ να την κάνω να φύγει. Παλιότερα μ' έπιανε τρομερό άγχος, τώρα απλά της ανοίγω την πόρτα και της κάνω χώρο στον καναπέ. Καμιά φορά έτσι βαριέται και φεύγει μόνη της. Συνήθως όμως κάθεται και μου κάνει παρέα.

Κι απόψε είναι καλοδεχούμενη, όντως σαν φίλος απ' τα παλιά. Είναι Κυριακή αύριο, δεν με κόφτει το πρωινό ξύπνημα και το να μην αργήσω στη δουλειά.

Στρίβω ένα τσιγάρο ακόμη. Ο καφές έχει τελειώσει εδώ και ώρες και τη θέση του έχει πάρει ένα ποτήρι κρασί.
Ανεβάζω τα πόδια μου στο τραπεζάκι, μια γουλιά κρασί και μια ρουφηξιά απ' το τσιγάρο. Η Λούνα στριμώχνεται δίπλα μου κι εγώ κλείνω για λίγο τα μάτια.

Μόνο για λίγο.
Όσο για να ονειρευτώ πώς τάχα λέει δεν υπάρχουν σύνορα. Πως ο καθένας μπορεί να διασχίσει τα όρια της χώρας του, και να βρεθεί όπου θέλει σ' αυτόν τον ταλαίπωρο πλανήτη.
Και πως τάχα λεει, δεν υπάρχουν πια άλλοι νέοι άνθρωποι εγκλωβισμένοι σε πραγματικότητες ανάμεσα σε φρίκες και εφιάλτες. Κι ότι αυτοί οι νέοι άνθρωποι δε θα χρειαστεί να παζαρέψουν την ψυχή, το κορμί και την αξιοπρέπειά τους επειδή έχουν φτάσει στον πάτο της απελπισίας και της απόγνωσης κι επειδή τα μόνα που λαχταρούν είναι αυτά που για πολλούς είναι δεδομένα: το δικαίωμα στην προσπάθεια για ένα καλύτερο αύριο, το δικαίωμα στην ελευθερία, στην εργασία, στον έρωτα, στην ίδια τη ζωή.

Ανοίγω τα μάτια και πάλι.
Η αϋπνία θα μου κάνει παρέα όλη νύχτα απόψε. Καλοδεχούμενη.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 04, 2007

Τα αγαπημένα

Γάτες απ' τη ζωή μου περάσαν αμέτρητες, σκύλοι μόνο δύο.
Όλα μου τα ζώα τ' αγαπούσα. Αυτά όμως είναι τα πιο αγαπημένα.


Ο Boy. Το γατί που με συντρόφεψε στα χρόνια του Λυκείου.
Ήταν τζέντλεμαν. Με όλη τη σημασία της λέξης.



Ο Μάρκος (αν και θηλυκό).
Απ' τα πιο καλά ζωντανά που πέρασαν απ' τα χέρια μου. Η συντροφιά μου σε πολύ δύσκολα χρόνια, όσο σπούδαζα.



Η Ρόζα, η ναζιάρα.
Το πρώτο γατί που πήρα όταν ήρθα στην Αθήνα.



Η Ραΐσα. Το πρώτο σκυλί της ζωής μου και το πιο αγαπημένο. Μήπως την έχει βρει κανείς;



Ο Εκτωράκος μου.



Ο Μπιτιγιού, το πανθηράκι μου, κι η μεγάλη αγάπη της ζωής μου.



Ζωηρός, ζημιάρης, ανυπάκουος και πάντα έτοιμος για εξερευνήσεις...



Η Λούνα στις ξάπλες της.



Και η γατοοικογένεια. Τα παιδιά του Μπιτιγιού και της Λου.



Απ' όλα μου τα ζωντανά, μόνο η Λούνα έχει μείνει σήμερα στη ζωή μου.



Άλλοτε να με κοιτάει όλο τσατίλα κι απαξίωση που δεν της δίνω ΚΙ ΑΛΛΟ φαγητό..



Κι άλλοτε να πλένει αμέριμνη τη γούνα της στην καρέκλα της δίπλα στο γραφείο μου...


Να τα χαιρόμαστε όσο μας κάνουν τη χάρη να συντροφεύουν τις μέρες μας γεμίζοντάς τες αγάπες, σκανταλιές, παιχνίδια...

Δευτέρα, Οκτωβρίου 01, 2007

Tellas ΠΑΡΤ ΤΟΥ

Μας δουλεύετε ρε;

ΑΛΗΤΕΣ

ΛΑΜΟΓΙΑ

ΚΟΠΡΙΤΕΣ

ΧΑΜΟΥΡΟΣΚΥΛΑ
(ευγενική χορηγεία του πατρός μου αυτό)

ΟΥΣΤ ΡΕ, ΟΥΣΤ

ΑΙ ΣΙΧΤΙΡ

ΓΑΜΩ ΤΟ ΚΕΡΑΤΟ ΣΑΣ ΤΟ ΤΡΑΓΙΟ

ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΚΩΛΟΧΩΡΑ ΜΟΥ ΜΕΣΑ


Καλημέρα σας, κυρίες και κύριοι

Συνήθως είμαι πράος άνθρωπος. Καμιά φορά πάλι, μου ξεφεύγει λιγάκι το πράγμα.
Κυρίως στις περιπτώσεις που ή με περνάνε για μαλάκα και με δουλεύουν μπροστά στα μούτρα μου, ή με εμπαίζουν με ύφος σαρανταπέντε καρδιναλίων κάτι κοπρίτες και λαμόγια.
Στην περίπτωση αυτή ισχύουν και τα δύο.

Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι ρίχτε μια ματιά εδώ ΚΙ εδώ ΚΙ εδώ, και ακολούθως ρίχτε φάσκελα και με τα δυο χέρια προς τα γραφεία των ΞΥΣΤΟ ΖΗΣΤΟ ΤΕΛΛΑΣ

Σήμερα, Δευτεριάτικα, πρωινιάτικα, πρωτομηνιάτικα και με δική μου διάθεση σκατά συν ένα ατύχημα χτες βράδυ που είχε ως αποτέλεσμα να πηγαίνω κούτσα-κούτσα γαμοσταυρίζοντας και κατεβάζοντας ευαγγέλια πίσω απο χαμόγελο τύπου δρόμο και σας έφαγα, λαμβάνω συστημένη επιστολή με κούριερ. Της ΤΕΛΛΑΣ.

Πάντα είχα εμπιστοσύνη στο χιούμορ του Υψίστου. Δεν μπορεί να νομίζεις πως η μέρα σου είναι σκατά. Ο καλός θεούλης είναι πάντα κοντά σου για να σου δείξει το λάθος της σκέψης σου και τη μεγάλη σου αχαριστία: μπορεί πάντα να γίνει πιο σκατά, γουέιτ εντ σι.

Η ΤΕΛΛΑΣ είχε λοιπόν την ευγενή καλοσύνη να απαντήσει με συστημένη επιστολή καθώς είπα (μην τυχόν χαθεί και διαδίδω μετά η μουλάρα ότι ουδέποτε απάντησαν!), στην καταγγελία μου.
Όχι βέβαια στην καταγγελία που τους είχα στείλει προσωπικά ως πελάτης τους με φαξ στην εταιρία, ζητώντας έγγραφη απάντησή τους, σιγά μην έκαναν τον κόπο ν' ασχοληθούν με τον πελάτη τους, γραμμένη στ' αρχίδια τους με έχουν εξ' αρχής όπως και όλα τα υπόλοιπα καρακορόιδα που γεμίζουν τις τσέπες τους ευράκια.

Έκαναν τον κόπο όμως ν' απαντήσουν αναφερόμενοι στην καταγγελία που είχα στείλει (και) στον Συνήγορο του Καταναλωτή.
Ιδού τι απέφερε το μπρέινστόρμινγκ τριών μηνών (τόσο τους πήρε ν' απαντήσουν).

Όσον αφορά στον τηλ. αριθμό 210-86****, δηλαδή στο νούμερο που διατηρήθηκε ως είχε με την φορητότητα η υπηρεσία του ίντερνετ (dsl), διακόπηκε για τους εξής χρόνους:

 Από 3/5/2007 μέχρι 5/5/2007 (τρεις ημέρες)
 Από 17/5/2007 μέχρι 21/5/2007 (πέντε ημέρες)
 Από 26/5/2007 μέχρι 27/5/2007 (δύο ημέρες)

Όσον αφορά στην τηλ. αριθμό 211-400****, δηλαδή το νούμερο που απέκτησα μέσω της αριθμοδότησης της Tellas
Ουσιαστικά σε διάστημα σχεδόν ενός μήνα (από 5/5/07 μέχρι 5/6/07), η dsl λειτούργησε κανονικά μόνο για 12 ημέρες.

Απάντηση των λαμόγιων

Αναφορικά με τις επιπλοκές που παρουσιάστηκαν στην ομαλή λειτουργία τηλεφωνικής σας γραμμής, θα θέλαμε να θέσουμε υπόψη σας ότι έτυχαν εξ αρχής της άμεσης προτεραιότητας του τεχνικού τμήματος της εταιρείας μας, καθώς σκοπός μας είναι η άρτια και αδιάλειπτη παροχή των υπηρεσιών της εταιρείας μας.
... η tellas καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε οι διαδικασίες αυτές να έχουν ολοκληρωθεί σε συντομότατο χρονικό διάστημα.

Στις συνεχόμενες και επανειλλημένες προσπάθειες επικοινωνίας μου (οι οποίες σημειωτέον είχαν χρόνο αναμονής το ελάχιστο 30 λεπτά και το μέγιστο 6 (!) ώρες) είτε με το τμήμα Εξυπηρέτησης Πελατών της TELLAS, είτε με το τμήμα Internet, είτε με το τμήμα Βλαβών...

....Λίγες μέρες αργότερα διαπιστώνω προβλήματα στην χρήση του ίντερνετ κι έπειτα από μαραθώνιο τηλεφωνημάτων ενημερώνομαι πως το σετάρισμα του μόντεμ είχε γίνει «λάθος» από τον εκπρόσωπό σας και προχωρούμε ξανά σε δεύτερο σετάρισμα προκειμένου να λειτουργήσει κανονικά το ίντερνετ.


Απάντηση των λαμόγιων

Όσον αφορά την αναμονή σας στο κέντρο εξυπηρέτησης πελατών της ΤΕΛΛΑΣ, σας ζητούμε συγνώμη και σας αναφέρουμε ότι λόγο του μεγάλου και διαρκώς αυξανόμενου πελατολογίου της εταιρείας, η εν λόγω υπηρεσία, αναβαθμίζεται διαρκώς και εμπλουτίζεται με καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό....
... για τις περιπτώσεις καθυστέρησης αποδοχής των κλήσεών σας, οι οποίες προφανώς πραγματοποιήθηκαν σε ώρα αιχμής.

(σημ. του μεταφραστού:
Διευκρίνηση έκφρασης ΩΡΕΣ ΑΙΧΜΗΣ: ΑΠΟ ΤΙΣ 11 ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΩΣ ΤΙΣ 3:30 ΤΑ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ... όσο να πεις, είναι ώρες αιχμής, δεν είναι;)

Συμπέρασμα των λαμογιών

Μας χρωστάτε μέχρι τώρα τα τιμολόγια που έχουμε εκδώσει, κοιτάξτε να εξοφλήσετε το συντομότερο μη σας πάρει και σας σηκώσει που μας κουνιέστε κιόλας...

Μας δουλεύετε ρε;

ΑΛΗΤΕΣ

ΛΑΜΟΓΙΑ

ΚΟΠΡΙΤΕΣ

ΧΑΜΟΥΡΟΣΚΥΛΑ

ΟΥΣΤ ΡΕ, ΟΥΣΤ

ΑΙ ΣΙΧΤΙΡ

ΓΑΜΩ ΤΟ ΚΕΡΑΤΟ ΣΑΣ ΤΟ ΤΡΑΓΙΟ

ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΚΩΛΟΧΩΡΑ ΜΟΥ ΜΕΣΑ

Να τα ξαναπώ ή τα εμπεδώσατε;

Άι στο γέρο διάολο

Και καλό μήνα στους υπολοίπους.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 28, 2007

Τι, πού, πότε, ποιος, γιατί

Τι
Μια εκδήλωση για τα σαράντα χρόνια από τον θάνατο του Γκεβάρα, που θα μας δώσει την ευκαιρία να γνωρίσουμε τον Τσε μέσα από σπάνιο οπτικοακουστικό υλικό, ανέκδοτες εικόνες, συνεντεύξεις και ντοκιμαντέρ που θα καλύπτουν τη ζωή του από τα παιδικά χρόνια μέχρι το τέλος του στη Βολιβία.

Πού
Κινηματογράφος Ίλιον, στην πλατεία Βικτωρίας, Τροίας 34 και Πατησίων

Πότε
Από Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου μέχρι Τετάρτη 10 Οκτωβρίου, καθημερινά, 18:30 με 12:30

Ποιος
Η Πρεσβεία της Δημοκρατίας της Κούβας σε συνεργασία με την εταιρία New Star.

Γιατί
Όσο κι αν κάποιοι θέλουν να τον στριμώξουν σε εικόνες προκάτ, σε νεκροφιλολογίες ή στην τάχα μου δήθεν ειρωνεία και σαρκασμό για την εμπορευματοποίηση του "αιώνιου επαναστάτη", ευτυχώς ο Γκεβάρα δεν είναι όλα αυτά...

Να πάτε.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 26, 2007

Γυρίσαμε, γυρίσαμε...

αλλά...


σώμα εδώ, νους, καρδιά, ψυχή ακόμη εκεί.



Και πώς να γράψεις για κάτι αν δεν έχεις λιγάκι αποστασιοποιηθεί, αν ακόμη αρνείσαι να μετατρέψεις τα γεγονότα σε αναμνήσεις; Ε, πώς;

Πώς να γράψεις, τι λέξεις να βρεις να δώσεις ζωή στα χρώματα, στις μυρωδιές, στους ήχους;

Και πώς να το κάνεις όλο αυτό, όταν ήδη ψάχνεις για φτηνές πτήσεις online, υπολογίζοντας να ξαναπάς όσο πιο γρήγορα μπορείς, inchallah;


Salaam aleikum σε όλους...

Κυριακή, Αυγούστου 19, 2007

Ο Τύπος Νυχτερινός


φεύγει διακοπές...



Αν δεν γυρίσω ως το τέλος του Σεπτέμβρη, (που δεν είναι και απίθανο σενάριο έτσι όπως παει το πράγμα), μην αγχωθείτε. Την αποστολή διάσωσης θα αναλάβει η Κουρούνα.

Φιλιά σε όλους.

Σάλτσα Ναπολιτάνα

Καμιά φορά, βρίσκεσαι να συζητάς στο κινητό τα εσώψυχά σου, όντας μέσα σε ένα σούπερ μάρκετ, μπροστά στο ράφι με τα ζυμαρικά, κρατώντας στ...