Σάββατο, Αυγούστου 19, 2006

Μάθημα Χημείας. Εισαγωγή.



Περίπου πριν τριάμιση - τέσσερα χρόνια, βρέθηκα με μια παλιά μου φίλη σε ένα σεμινάριο-επίδειξη Rejuvance (aka fingertip lift), απο την κα Ιλάειρα Μπουρατίνου, τη διευθύντρια της Ευρωπαϊκής Σχολής Σιάτσου
Είχαμε φτάσει αρκετά νωρίτερα, κι έτσι, μέχρι να έρθει η ώρα για το Rejuvance, αντί να χαζολογάμε προτιμήσαμε να πάμε να παρακολουθήσουμε μια άλλη ομιλία, σχετικά με τα φυτικά καλλυντικά.

Καθώς μπαίναμε στην αίθουσα όπου θα γινόταν η ομιλία, είχαμε κατά νου κάτι μεταξύ επιδείξεων της Avon (ναι οκ είμασταν βλαμμένες) ή στην καλύτερη περίπτωση παρουσιάσεις νέων, ωραίων, φυτικών και αγνών καλλυντικών.

Έμελλε να διαψευστούμε οικτρά και να βγούμε δυο ώρες αργότερα απο εκείνη την αίθουσα με κάτι μούτρα ως το πάτωμα και εντελώς φρικαρισμένες.

Γιατί θα μου πεις τώρα...


Ο συμπαθέστατος κύριος -του οποίου το όνομα ξεχνάω- δεν είχε καθόλου σκοπό να μας ενημερώσει για καινούρια, υπέροχα, φυτικά καλλυντικά σε ωραίες οικολογικές συσκευασίες.
Είχε σκοπό να μας μιλήσει για τα καλλυντικά και τα απορρυπαντικά που ήδη είχαμε σπίτι μας, που όλες χρησιμοποιούσαμε, που ψωνίζαμε φανατικά, και που κάναμε και τις ξύπνιες λέγοντας η μία στην άλλη: μα δεν είδες την καινούρια κρέμα που έβγαλε ο Τάδε πρώην φαρμακοποιός νυν σούπερ κατασκευαστής καλλυντικών, ή το απίθανο εκείνο σαμπουάν της Δείνα γνωστής φαρμακευτικής εταιρείας που κάνει ένα μαλλί τζάμι και είναι φυτικό;

Α, όλα κι όλα!
Μπορεί να είμασταν γυναίκες και δη καταναλώτριες, αλλά είμασταν ψαγμένες καταναλώτριες.
Ναι, τα ντουλάπια μας έσφυζαν απο κάθε είδους καλλυντικό, τα σαμπουάν και τα αφρόλουτρα παραταγμένα στη μπανιέρα μας σαν πολύχρωμα στρατιωτάκια μας έφτιαχναν το κέφι με τις μυρωδάτες σαπουνάδες τους, αλλά δεν είμασταν και αδιάφορες περί των οικολογικών, είχαμε καταναλωτική συνείδηση, δεν ψωνίζαμε με το κιλό ό,τι μας σέρβιραν οι διαφημίσεις, εμείς το ψάχναμε το πράγμα, προτιμούσαμε τα φυτικά, τα πιο αγνά προϊόντα, μια βόλτα σπίτι μας αρκούσε για να το δει ο καθένας.
Οι συσκευασίες των καλλυντικών μας είχαν πάνω όμορφες ζωγραφιές και εικόνες απο φύλλα ελιάς, ηλίανθους, ρόδια, ιβίσκους, τριαντάφυλλα, χαμομήλια, κερήθρες μελισσών, δροσερά αγγουράκια ή καταπράσινα δεντρολίβανα και τέτοια ωραία και φολκλορικά, οι αντηλιακές μας κρέμες περιείχαν νερά πηγής, οι κρέμες για τα μάτια μας ήταν θαυματουργές, εξαφάνιζαν τις σακούλες απο τα ξενύχτια, και οι οδοντόκρεμές μας διπλάσιο φθόριο και σόδα γιατί τα λευκά, υγιή δοντάκια ε, είναι αυτονόητο...

Επίσης είχαμε και τα γνωστά, εκπληκτικά σαμπουάν που δεν τσούζουν στα μάτια και δεν τρέχουν δάκρυα, ειδικά για χρήση το καλοκαίρι που θέλαμε τα μαλλάκια μας να είναι μαλακά και γυαλιστερά και μια και λουζόμασταν τουλάχιστον μια φορά τη μέρα μετά απ' τη θάλασσα και τα αλάτια δε θες τα μάτια σου να είναι κοκκινισμένα σαν του κόμη δράκουλα...
Άλλωστε, όλοι ξέρουμε πόσο αθώα και αγνά είναι αυτά, τα συγκεκριμένα σαμπουάν, απόδειξη πως τα συνιστούν για τα μωράκια και όλα σχεδόν περιείχαν χαμομήλι. Τι μεγαλύτερη απόδειξη απο αυτό;

Ακόμα και τα καθαριστικά που είχαμε στο σπίτι ήταν διαλεγμένα.
Τα υγρά για τα πιάτα φροντίζαμε να έχουν ωραίο άρωμα λεμονιού ή βατόμουρου ή πορτοκαλιού, τα προϊόντα για το σφουγγάρισμα να έχουν όσο πιο φυτικά συστατικά γίνεται (ξανά μανά τα πορτοκαλάκια, τα άνθη κερασιάς, τα λουλούδια των Άλπεων), τα μαλακτικά για τα ρούχα μας το ίδιο, ε εντάξει, είχαμε και καμιά χλωρίνη στο σπίτι (αυτήν ξέρετε, αυτήν εμπιστεύεστε), είχαμε φυσικά και κανένα αρωματικό χώρου αλλά και πάλι με φυτικά αρώματα, φυσικά κρεμούσαμε και καμιά βαπόνα στη ντουλάπα μας (ε, μη μας φαει τα μάλλινά μας ο σκόρος), το καλοκαίρι καίγαμε πλακέτες και φιδάκια για τα κουνούπια (ξέρεις πώς σε κάνουν τα κουνούπια άμα πλακώσουν όλα μαζί;) και ό,τι γενικώς έχει σπίτι του όλος ο κόσμος.

Είμασταν λοιπόν ψαγμένες και συνειδητοποιημένες καταναλώτριες.

Κούνια που μας κούναγε. Κοιμόμασταν τον ύπνο του δικαίου.

Ο συμπαθέστατος ομιλητής που σας έλεγα είχε πάνω στο γραφείο της αίθουσας μια στοίβα κυριολεκτικά απο πλαστικοποιημένες ετικέτες των πιο γνωστών και καθημερινών καλλυντικών και προΪόντων καθαρισμού.
Τα ξέραμε όλα. Τα είχαμε χρησιμοποιήσει όλα. Τα εμπιστευόμασταν όλα. Μερικά μάλιστα περισσότερο απο τα άλλα, σε σημείο που να βάζουμε το χέρι μας στη φωτιά....
Άουτς! Έμελλε να καούμε και μάλιστα να τσουρουφλιστούμε.

Μας μοίρασε από ένα μάτσο ετικέτες στον καθένα μας κι αφού καθίσαμε μας ρώτησε αν υπήρχε κάποιο προϊόν το οποίο δε γνωρίζαμε και δεν είχαμε χρησιμοποιήσει. Κανείς δε σήκωσε το χέρι του. Σας είπα, ήταν όλα γνωστά, πολυδιαφημισμένα, δοκιμασμένα και κάποια χρησιμοποιούνταν ακόμα κι απο τις μαμάδες μας την εποχή που είμασταν παιδιά.
Μας ρώτησε ποια απ' όλα χρησιμοποιούσαμε συχνά, πόσο τα εμπιστευόμασταν, ποια θεωρούσαμε πιο αγνά και φυτικά, ποια θα συστήναμε σε φίλους μας, ποια χρησιμοποιούσαμε ή θα χρησιμοποιούσαμε στα παιδιά μας.

Οι απαντήσεις αναμενόμενες. Όλοι οι παρευρισκόμενοι απάντησαν πάνω κάτω τα ίδια:
-Α, αυτό το χρησιμοποιώ χρόνια.
-Το τάδε είναι εκπληκτικο, το εμπιστεύομαι απόλυτα.
-Δεν υπάρχει καλύτερο καθαριστικό για τους λεκέδες.
-Εκείνο εκεί είναι ό,τι πρέπει για τα τζάμια. Τα κάνω μια φορά στις δεκαπέντε και ξενοιάζω.
-Το μαλακτικό αυτό είναι ό,τι καλύτερο έχω χρησιμοποιήσει. Τα ρούχα είναι πούπουλο και μοσχομυρίζουν.
-Τα παιδιά μου με αυτό το σαμπουάν τα λούζω. Φυσικά και χρησιμοποιώ και την τάδε παιδική κρέμα σώματαος, και το δείνα αφρόλουτρο για μωρά και το παραπέρα ταλκ όταν τους αλλάζω πάνες.
-Θαυμάσια κρέμα αυτή για τα μάτια. Απόλυτα φυτικά συστατικά και τρομερό αποτέλεσμα.

Στη συνέχεια μας ρώτησε αν θα τρώγαμε ποτέ κάτι που ξέραμε πως περιέχει παράγωγα πετρελαίου.
Τον κοιτάξαμε σα να ήταν ούφο.
Μας ρώτησε αν θα αλοιφόμασταν ποτέ με κάτι που περιέχει τοξικά.
Τώρα ψυλλιαζόμασταν πως ο τύπος είναι βαρεμένος.
Έπειτα μας ρώτησε αν θα βάζαμε πάνω στα παιδιά μας κάτι που θα παρέλυε για παράδειγμα το οπτικό τους νεύρο, έστω και για πέντε λεπτά.
Είμασταν πια σίγουρες πως ο τύπος ήταν για δέσιμο.

Μας κοίταξε για λίγο κι έπειτα μοίρασε στον καθένα μας μια λίστα που στη αριστερή της στήλη ειχε ένα κατεβατό με δυσκολοπρόφερτα συστατικά τα οποία μας θύμισαν μάθημα Χημείας στο Λύκειο.
Μας ρώτησε αν κανένα απο αυτά μας φαινόταν γνωστό. Χμ, ίσως κανά δυο αλλά και πάλι δεν είμασταν σίγουρες.
Έπειτα μας ζήτησε να γυρίσουμε τις ταμπελίτσες των προΪόντων στην πίσω όψη τους και να ρίξουμε μια ματιά στα συστατικά τους, αυτά που ήταν γραμμένα με ψιλά, δυσανάγνωστα γραμματάκια. Μας είπε να διαλέξουμε οποιοδήποτε συστατικό, στην τύχη και να ψάξουμε να το βρούμε στη λίστα που μας είχε προμηθεύσει.
Κι έπειτα να διαβάσουμε τι ακριβώς σημαίνει το αλαμπουρνέζικο για μας χημικό όνομα, πού χρησιμοποιείται και τι προκαλεί στο σώμα μας.

Η αίθουσα πάγωσε. Είχαμε σκύψει όλοι τα κεφάλια και κάναμε τη σύγκριση.
Σε λίγο ακούστηκαν οι πρώτες φωνές διαμαρτυρίας.
-Μα, δεν είναι δυνατό! Δηλαδή τι μας λέτε τώρα;
-Μα, όλα αυτά τα προϊόντα τα χρησιμοποιούμε χρόνια, κανείς μας δεν έπαθε τίποτα.
-Αν ισχύουν όλα αυτά που γράφονται εδώ ο κόσμος θα έπρεπε να πέφτει κάτω σαν κοτόπουλο όλη την ώρα. Θα έπρεπε να έχουμε όλοι γεμίσει καρκίνους και να τινάζουμε τα πέταλα με τη σειρά.
-Πώς γίνεται να είναι πραγματικότητα όλα αυτά; Εδώ βλέπω χημικά συστατικά στα παιδικά προϊόντα. Μα μιλάμε για παιδιά! Είναι δυνατό να επιτρέπεται απο τους Οργανισμούς Φαρμάκων, απο τους Νόμους, απο την Πολιτεία κάτι τέτοιο;
-Μα αν όλα αυτά είναι δηλητήρια, τότε πώς είναι δυνατό να παίρνουν οι εταιρείες άδειες για την παρασκευή τους;
-Άλλωστε δεν πρόκειται να τα φάμε όλα τούτα. Προϊόντα καθαρισμού και περιποίησης είναι, για όνομα του Θεού, πώς γίνεται να πάθει κανείς καρκίνο απο το σαμπουάν του;

Και τότε άρχισε το μάθημα Χημείας.

Το πρώτο που αναγκαστήκαμε να βάλουμε στη γκλάβα μας, παρόλο που μας δυσκόλευε πολύ να το κατανοήσουμε, ήταν πως όλα τα τοξικά δηλητήρια τα οποία διαβάζαμε στις ετικέτες, λειτουργούσαν αθροιστικά στον οργανισμό μας.

Χμ... αθροιστικά.
Τι παει να πει τούτο πάλι; Θ' αρχίσουμε και μαθηματικά τώρα εκτός απο τη χημεία εδώ πέρα;
Αθροιστικά παει να πει σε απλά ελληνικά, πως δεν είναι λες και κατεβάζουμε ένα μπουκάλι παραθείο ή ένα μπουκάλι πετρέλαιο που μπορεί να μας στείλει στα θυμαράκια σε χρόνο ντε τε.
Αθροιστικά παει να πει ότι οι συγκεντρώσεις των τοξικών στα αθώα κατά τα άλλα καλλυντικά και καθαριστικά μας είναι σε μικρές, ίσως απειροελάχιστες ποσότητες, τέτοιες που οι Διεθνείς Κανονισμοί να επιτρέπουν τη χρήση τους.
Αυτό που κανείς μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν μας είχε εξηγήσει ποτέ, ήταν πως ναι μεν οι ποσότητες είναι τέτοιες που να μην επιφέρουν άμεσα καρκινογενέσεις, ασθένειες, θανάτους, αλλά πως μια και το δέρμα μας (το οποίο είναι το μεγαλύτερο όργανο του σώματός μας) έχει την ικανότητα να απορροφά και να συγκρατεί ουσίες, συσσωρεύει αθροιστικά όλα αυτά τα τοξικά.

Κι αυτό σε ακόμη πιο απλά ελληνικά σημαίνει πως ναι, δε θα πεθάνετε με τη μία, δε θα τα τινάξετε καθώς θα βουρτσίζετε τα δόντια σας, ούτε καθώς θα λούζετε τα μαλλιά σας, ούτε καθώς θα σφουγγαρίζετε ή θα πλένετε τα πιάτα σας.
Όμως συν τω χρόνω και με την καθημερινή χρήση (θυμηθείτε, δε μιλάμε εδώ για εξειδικευμένα καλλυντικά προϊόντα τα οποία χρησιμοποιεί κανείς μια φορά στις χίλιες -βλέπε σέρουμ λάμψης-), τα τοξικά αυτά, αθροιστικά συσσωρευμένα στους ιστούς και τα όργανα του σώματός σας, είναι πολύ πιθανό να επιφέρουν απο αλλεργίες και απλές ασθένειες, μέχρι ανίατες ασθένειες, μόνιμες βλάβες σε όργανα και θάνατο.

Χμ... κάπως βαρύ να το χωνέψει κανείς όλο τούτο ε;
Και σε μας έτσι είχε κάτσει τότε. Βαρύ σαν γουρουνόπουλο στη σούβλα. Αλλά ξεροκατάπιαμε με το ζόρι και σφίξαμε τα δόντια γιατί είχε και συνέχεια.

-Αν ισχύουν όλα τούτα, ρώτησα εγώ, τότε πώς είναι δυνατό να μη τα γνωρίζει το καταναλωτικό κοινό; Πώς είναι δυνατό να μην έχουν γίνει ανάλογες μελέτες, και το κυριότερο πώς γίνεται να δίνονται άδειες για τη χρήση τους, ή πώς κατοχυρώνονται νομικά οι παρασκευαστικές εταιρείες;

Η απάντηση ήταν δυστυχώς απλή. Όπως κατοχυρώνονται νομικά και οι καπνοβιομηχανίες αφού αναγράφουν πως το κάπνισμα βλάπτει την υγεία μας.
- Ναι, αλλά τα καλλυντικά και τα προϊόντα καθαρισμού δεν αναγράφουν κάτι τέτοιο.
- Όχι δεν το αναγράφουν, κι αυτό γιατί το ποσοστό των τοξικών ουσιών είναι σε τέτοια μεγέθη που οι Διεθνείς Οργανισμοί Φαρμάκων και τα Υπουργεία Υγείας να επιτρέπουν τη χρήση τους.
Επιπλέον, η νομική τους κάλυψη είναι η αναγραφή των συστατικών τους.
Κάθε προϊόν που προορίζεται για χρήση απο τον άνθρωπο είναι υποχρεωτικό να αναγράφει τα συστατικά του. Κι όχι μόνο αυτά που διαβάζετε μπροστά στη συσκευασία. Όχι για παράδειγμα μόνο το "κρέμα ημέρας με εκχύλισμα αμαμηλίδας", αλλά τα πλήρη συστατικά του προϊόντος, τα οποία βρίσκονται συνήθως είτε πίσω απο την ετικέττα ή συνηθέστερα στο πίσω μέρος της συσκευασίας, με ψιλά γράμματα και χρησιμοποιώντας τη χημική ονομασία των συστατικών που κανείς μεν δεν γνωρίζει την ακριβή σημασία τους, αλλά μπορεί αν θέλει και έχει τη διάθεση να ψάξει και να βρει τι ακριβώς σημαίνει EDTA, DEA, Isopropyl alcohol, Acetate, Floride, Mineral Oil, PVP, Cabaryl, EBDCs, D-limonele, Perfum, Butyl Paraben, Calcium Disodium, και όλα τα συναφή.
Τέλος, το σημαντικότερο όλων είναι πως κανείς δε θα σας πει τη μαγική λεξούλα: αθροιστικά.
Κανείς δε θα σας εξηγήσει τι σημαίνει αυτό και πώς λειτουργεί.

Η ομιλία, που πλέον είχε γίνει συζήτηση και μάλιστα έντονη, συνεχίστηκε περίπου μία ώρα.
Η δική μας καράφλα κράτησε πολύ περισσότερο.

Αργότερα είμασταν στο Rejuvance, κι ενώ παρακολουθούσαμε τα μαγικά χέρια της Ιλάειρα να εξασκούν την τεχνική του, διαβάζαμε ξανά και ξανά τη λίστα και ψιθυρίζαμε η μια στην άλλη:
-Δέσποινα, παει η καινούρια μάσκαρα του Ντιόρ... Ρε πούστη, πριν μια βδομάδα την πήρα και την πλήρωσα χρυσάφι γαμώτο.
-Γιατί εμένα η καινούρια κρέμα νυχτός; Και τη θεωρούσα και κορυφαία.
-Θα πετάξω δηλαδή και κείνη την εκπληκτική κρέμα σώματος του Hungaro; Δε το πιστεύω ρε...
-Ή μήπως το τρομερό αφρολουτράκι μου με το εκπληκτικό άρωμα φράουλας; Γαμώτ..

Γυρνώντας αργότερα σπίτι της η καθεμιά, βουτήξαμε τα καλλυντικά και τα καθαριστικά μας κι αρχίσαμε να διαβάζουμε σα μανιακές τις ετικέτες και τα ψιλά γράμματα.
Τώρα όλα αυτά δε μας φαίνονταν κινέζικα, ούτε προχωρημένη Χημεία. Τώρα είχαν όνομα, τώρα ξέραμε...

Βούτηξα μια μεγάλη σακούλα σκουπιδιών και με βαριά καρδιά άρχισα να εξφενδονίζω μέσα καλλυντικά, κρέμες προσώπου, κρέμες σώματος, σαμπουάν, μαλακτικές, αφρόλουτρα, υγρά πιάτων, υγρά για σφουγγάρισμα, υγρά για τα τζάμια, σπρέι γυαλιστικά για τα έπιπλα, χλωρίνες, αποσμητικά χώρου...
Το σπίτι μου άδειασε. Μου έμεινε μονάχα ένα μοσχοσάπουνο Ερμής. Δεν είχα κρατήσει το περιτύλιγμά του για να διαβάσω τα συστατικά του κι επιπλέον έπρεπε με κάτι κάνω μπάνιο.
Ένιωθα σαλταρισμένη.

Πήρα τη Δέσποινα τηλέφωνο.
-Έλα ρε μαλάκα. Τα πέταξα όλα.
-Τι όλα;
-Όλα σου λεω. Δεν έχω ούτε υγρό για τα πιάτα. Ένα σαπουνάκι μου 'μεινε μονάχα.
-Ωχ... τι να πώ ρε φιλενάδα.
-Τι να πεις... μου κακοφαίνεται ρε γαμώτο. Τόσα λεφτά πεταμένα.
-Κι εκείνη την εκπληκτική κρέμα σώματος ρε; Την πέταξες και κείνη;
-Δέσποινα, μη με ταράζεις. Ναι και κείνη. Το θέμα είναι τι θα κάνουμε απο δώ και πέρα. Τι σκατά θα κάνουμε; Θα πλένουμε με πράσινο σαπούνι και θα λουζόμαστε και με αυτό; Με τι θα κάνουμε μπάνιο; Τι διάτανο θα βάζουμε στη μάπα μας; Θα βγαίνουμε έξω χωρίς αντιηλιακή κρέμα; Και πώς θα καθαρίζουμε το σπίτι; Και δε θα βάζουμε άρωμα; Όλα γύρω είχαν τα διαολοπετροχημικά που γράφει η λίστα. Κι είμαι σίγουρη πως αν ψάξω θα βρω κι άλλα...

Το τι κάναμε, εγώ κι η κολλητή μου, είναι μια άλλη ιστορία, την οποία ίσως μοιραστώ αργότερα μαζί σας.
Το αν μας θεωρήσαν κατά καιρούς γραφικές και ούφο όσοι προσπαθήσαμε να τους ενημερώσουμε για τα παραπάνω, είναι επίσης μια άλλη ιστορία.

Εδώ θέλω να προσπαθήσω να κάνω μια όσο πιο πλήρη καταγραφή μπορώ (με τα στοιχεία που έχω στη διάθεσή μου), για τα τοξικά συστατικά των απλών, καθημερινών προϊόντων που όλοι χρησιμοποιούμε και που δυστυχώς οι περισσότεροι εμπιστευόμαστε.

Τονίζω:
Δε θα προτείνω σε κανέναν να κάνει αυτό που έκανα εγώ.

Να πάρει δηλαδή μια σκουπιδοσακούλα και να σαβουρδιάσει μέσα όλα του τα πράγματα.
Ξέρω πως είναι τραβηγμένο και πως δε μπορεί να πειστεί κανείς να το κάνει.

Ούτε θα σας υποδείξω ποια προϊόντα να αγοράσετε και ποια να αποφύγετε.
Δε θα κάνω καν αναφορές σε γνωστές μάρκες και εταιρείες.
Δε θα χρειαστεί. Αυτό θα το κάνετε μόνοι σας. Θα γυρίσετε τις ετικέττες και τα κουτάκια στο πίσω μέρος και θα διαβάσετε εκείνα τα αλαμπουρνέζικα, ψιλά γραμματάκια.
Και θα βγάλετε μόνοι σας τα συμπεράσματά σας. Και θα πράξετε κατά πως κρίνετε εσείς.

Ξέρω πως το μεγαλύτερο πρόβλημα γύρω μας είναι πως ακούμε τόσο συχνά τις λέξεις "χημικό","συνθετικό" και "τοξικό", που έχουν χάσει πια το νόημά τους.
Θέλω μόνο να θυμίσω σε όλους σας πως η λέξη ΤΟΞΙΚΟ σημαίνει ΔΗΛΗΤΗΡΙΩΔΕΣ.

Αυτά για την Εισαγωγή.
Το πρώτο... μάθημα Χημείας θα ακολουθήσει στη συνέχεια.

Παρασκευή, Αυγούστου 04, 2006

Τα δώρα του Μορφέα


Είχε χιονίσει πολύ. Τα πάντα ήταν λευκά.
Εκείνη την ώρα όμως δε χιόνιζε. Ήταν αργά το απόγευμα, έξω σκοτείνιαζε σιγά - σιγά, κόντευε να βραδιάσει.
Δεν ξέρω αν ήμουν μέσα στο ξύλινο καταφύγιο κι έπειτα ήρθες εσύ, ή αν ήμουν έξω κι όταν μπήκα σε βρήκα εκεί.
Δε το θυμάμαι.
Όμως ήμουν εκεί, σ' εκείνο το καταφύγιο και ήσουν κι εσύ εκεί, μπροστά μου.

Σε είδα ξαφνικά, σε είδα και το μυαλό μου σταμάτησε για λίγο να λειτουργεί, η καρδιά μου έχασε έναν, δυο, τρεις χτύπους κι έπειτα χτύπησε ξανά δυνατά, άκουσα το αίμα να σφυροκοπάει στα μηνίγγια μου, τ' αφτιά μου βούιζαν.
Έκλεισα τα μάτια μου, σίγουρη πως έβλεπα φαντάσματα. Τα κράτησα κλειστά και πήρα μια βαθιά ανάσα. Όταν τα ξανάνοιξα ήσουν ακόμα εκεί, φορούσες ένα χοντρό, χρωματιστό πουλόβερ και τζην, στεκόσουν μπροστά στην πόρτα, μιλούσες δυνατά με κάποιον, και γελούσες. Άκουσα το γέλιο σου, δυνατό και καθάριο και ήσουν εσύ.
Δεν τολμούσα να κουνηθώ απ' τη θέση μου, δεν τολμούσα να σου μιλήσω, δεν τολμούσα καν ν' ανασάνω.

Ένα κομμάτι του μυαλού μου έκανε κβαντικά άλματα ανάμεσα στη λογική και το παράλογο.
Αν είσαι εσύ εδώ, εγώ τότε πού βρίσκομαι;
Είμαι σε κάποιο παράλληλο σύμπαν, άνοιξα την πόρτα της Ζώνης του Λυκόφωτος, καταλύθηκαν τα όρια του τόπου και του χρόνου, είμαι πέρα απο θεούς και δαίμονες;
Μήπως αν γυρίσω την πλάτη μου, αν αρθρώσω μια λέξη, αν απλώσω το χέρι μου να σ' αγγίξω θα χαθείς ξανά, θα σβήσουν όλα γύρω, θα χαθεί το χιόνι, θα εξαφανιστεί το καταφύγιο και θα βρεθώ ξανά πίσω, στην καθημερινή μου ζωή;

Ή μήπως αυτό που τόσα χρόνια νόμιζα πραγματικό, ήταν ένα όνειρο, ένα κακό όνειρο, ένας φριχτός εφιάλτης κι εσύ υπήρχες πάντα εκεί; Μήπως δεν είχε συμβεί τίποτα, τίποτα δεν είχε αλλάξει, μήπως ποτέ δε χάθηκες, μήπως ποτέ δε σ' έχασα;

Μα το ήξερα πως σε είχα χάσει. Το ήξερα. Ήξερα πως η εικόνα σου μπροστά μου ήταν πέρα απο τη λογική, ήξερα, όμως εσύ ήσουν εκεί, σε έβλεπα.
Και τότε στράφηκες προς το μέρος μου. Είδα την έκπληξη, τη χαρά στα μάτια σου.
Σ' άκουσα να φωνάζεις το όνομά μου.
Έφη! με φώναξες όπως τότε που κανείς δε με έλεγε Ιφιγένεια.
Έφη! Εσύ εδώ;

Δεν ξέρω πώς, αλλά την επόμενη στιγμή ήμουν δίπλα σου, σε απόσταση αναπνοής, έτρεμα ν' απλώσω το χέρι μου να σ' αγγίξω, δεν πρόλαβα όμως να σκεφτώ λεπτό παραπάνω, οι λογικές σκέψεις έσβησαν γιατί άπλωσες εσύ τα χέρια σου, τ' άνοιξες διάπλατα και μ' έκλεισες στην αγκαλιά σου.
Μ' έσφιγγες δυνατά και μου μιλούσες, εγώ κρατιόμουν πάνω σου, ανέπνεα τη μυρωδιά του κορμιού σου, σε κράταγα στην αγκαλιά μου, δεν ξέρω τι σου έλεγα, δεν άκουγα τι έλεγες, άκουγα μονάχα τον ήχο της φωνής σου, σ' ένιωθα μονάχα κοντά μου και δε μ' ένοιαζε τίποτα άλλο.
Αποτραβήχτηκα λιγάκι, ήθελα να σε κοιτάξω, ήθελα να δω το πρόσωπό σου.
Σε κοίταζα, δε χόρταινα να σε κοιτάζω. Τα μάτια σου, το γέλιο σου, τα μαύρα σου μαλλιά.
Με πήρες απ' τα χέρια, καθίσαμε σ' ένα τραπεζάκι, γύρω μας κόσμος πήγαινε κι ερχόταν, παρέες μιλούσαν και γελούσαν κι εμεί κλεισμένοι λες σ' ένα μικρόκοσμο μακριά απ' τους υπόλοιπους, με κράταγες απ' τα χέρια, κι εγώ πάλευα να καταλάβω, αναρωτιόμουν πώς γινόταν να είσαι εκεί, πώς γινόταν και πόσο θα κρατούσε και την ίδια στιγμή διέταζα το μυαλό μου να σταματήσει, να το βουλώσει, να πάψει να σκέφτεται ήθελα μονάχα να ρουφήξω τις στιγμές, ήθελα τα μάτια μου να γεμίσουν μονάχα με σένα, με την εικόνα σου, τ' αφτιά μου να γεμίσουν με τον ήχο της φωνής σου, με το γέλιο σου.

Πίσω μας έκαιγε στο τζάκι μια μεγάλη, δυνατή φωτιά, στο καταφύγιο έκανε ζέστη κι έξω είχε απλωθεί η νύχτα.
Έβγαλες το πουλόβερ σου, έμεινες μ' ένα κοντομάνικο μπλουζάκι, πίναμε κόκκινο κρασί, γελούσες, χαιρετούσες κόσμο κι εγώ μαγεμένη, πάλευα ν' αφεθώ, πάλευα να πιστέψω χωρίς να αιτιολογώ την παρουσία σου.
Σηκώθηκες, έφερες κι άλλο κρασί, με κράταγες απ' το χέρι, πες μου, πες μου τα νέα σου, πες μου τι κάνεις, έχω τόσο καιρό να σε δώ, πες μου, δεν το πιστεύω ότι σε βρήκα εδώ, μου έλεγες κι εγώ δε σε ρωτούσα, δε ρωτούσα τίποτα, σου μίλαγα λες και ήσουν πάντα εκεί, λες και τίποτα δεν είχε συμβεί, άπλωνα το χέρι και άγγιζα το πρόσωπό σου, χάϊδευα τα μαλλιά σου, σου γελούσα κι εγώ, σ' έβλεπα να σηκώνεσαι, σε κοίταζα να περπατάς, δε χόρταινα να κοιτάζω το σπαθάτο κορμί σου, τις δυνατές πλάτες, κάθε φορά που απομακρυνόσουν ανυπομονούσα να γυρίσεις κοντά μου.

Σε κάποια στιγμή με φώναξαν και μου είπαν πως με ζητούσαν στο τηλέφωνο. Σηκώθηκα διστακτικά, δεν ήθελα να κάνω βήμα, δεν ήθελα αλλά ήξερα πως έπρεπε να απαντήσω.
Μη φύγεις, θα γυρίσω αμέσως, σου είπα.
Δεν πρόκειται να παω πουθενά, μικρό, εδώ θα είμαι. Άντε, τράβα μου 'πες και μου 'δωσες γελώντας ένα φιλί στα μαλλιά.

Στο τηλέφωνο ήταν η μάνα μου. Ήθελε να μάθει πώς περνάω, αν είμαι καλά. Την έκοψα βιαστικά.
Μάνα, άκουσέ με. Ξέρεις ποιον βρήκα εδώ; Μη με πεις τρελή, μάνα είναι εδώ ο Χρήστος.
Μα, παιδάκι μου, τι είναι αυτά που λες; άρχισε η μάνα μου.
Ξέρω ξέρω, μάνα, ξέρω. Μη μου λες, μη μου πεις τίποτα, μη μου πεις λέξη. Όμως είναι εδώ, στ΄ορκίζομαι, της είπα κι έστρεψα το βλέμμα μου. Τον είδα όρθιο κοντά στο παράθυρο.
Τον βλέπω αυτή τη στιγμή, μάνα. Είμαστε εδώ και ώρες εδώ, μη με ρωτάς, μη ρωτάς τίποτα. Είμαι καλά, μη με ρωτάς τίποτα άλλο.

Έκλεισα το τηλέφωνο κι όπως γύρισα ξανά, εσύ δεν ήσουν πια στο παράθυρο, δεν ήσουν κοντά στην πόρτα, δεν ήσουν ούτε στο τραπεζάκι μας. Ήταν εκεί όμως τα πράγματά σου, ήταν εκεί το πουλόβερ και το μπουφάν σου. Πετάχτηκα σαν τρελή έξω και στεκόσουν εκεί, στην ξύλινη βεράντα, με το βλέμμα στον ουρανό, την πλάτη σου στραμμένη προς το μέρος μου.
Όλα γύρω χιονισμένα, όμως δεν έκανε κρύο, ή τουλάχιστον δεν το ένιωθα, ένιωθα να καίγομαι. Ήθελα να σε φωνάξω, αλλά εσύ ένιωσες την παρουσία μου και στράφηκες προς το μέρος μου.
Χρήστο... ψέλισσα. Τρόμαξα τόσο που δε σε βρήκα μέσα.
Μα γιατί τρόμαξες; Βγήκα μονάχα για να πάρω λίγο αέρα. Είχε πολύ ζέστη μέσα, μου απάντησες, εμένα όμως μ' είχε πιάσει μια αγωνία, το λογικό κομμάτι του μυαλού απειλούσε να ξαναπάρει τον έλεγχο.
Βιάστηκα να μπώ στην αγκαλιά σου, να πιστέψω, να σ' αγγίξω, ζήτησα τα χείλη σου κι όταν με φίλησες επιτέλους, τότε πια ελευθερώθηκα, τότε δε μ' ένοιαζε τίποτα άλλο.
Αφέθηκα στο όνειρο, αφέθηκα στο παράλογο, στην ευτυχία να είσαι ξανά κοντά μου, να σ' αγγίζω να σου μιλώ, να σε φιλώ, να σου γελάω...

Το γέλιο μου αντηχούσε το ίδιο δυνατά με το δικό σου όταν μπήκαμε ξανά στο καταφύγιο.
Δεν μ' ένοιαζε πια ούτε το πώς ούτε το γιατί. Ήμασταν μαζί, ήσουν εκεί κι αυτό μου έφτανε.
Δεν ήθελα να μάθω, δεν ήθελα να ξέρω, κι αν είχα ξεφύγει απ' τα όρια της λογικής και του κόσμου δεν ήθελα να το ξέρω, δεν ήθελα να γυρίσω ξανά πίσω.

Ένας μακρινός βόμβος έφτασε στ' αυτιά μου.
Ένας ενοχλητικός βόμβος, ένας θόρυβος μουντός, συνεχόμενος, πάλευα να τον αγνοήσω, πάλευα γιατί ήξερα.
Ήταν όπως τότε, στο ατύχημά μου, που είχα πέσει σε κώμα κι ήταν όλα τόσο υπέροχα και γαλήνια, κι ένας βόμβος, ένας ενοχλητικός θόρυβος κουρέλιαζε βίαια το βελούδινο σκοτάδι του μυαλού μου και με τραβούσε με το ζόρι προς ένα φως, σε μια πραγματικότητα στην οποία δεν ήθελα να ξαναγυρίσω.
Ήξερα... Αν έδινα σημασία σ' εκείνο τον ενοχλητικό βόμβο όλα θα χάνονταν γύρω μου, ο θόρυβος θα με τραβούσε σ' ένα μέρος που δεν ήθελα να γυρίσω, θα έσβηνε το χιόνι, θα έσβηνε το καταφύγιο, θα έσβηνε κι εσένα.

Αντιστάθηκα, όσο όμως προσπαθούσα να τον αγνοήσω τόσο εκείνος δυνάμωνε, κι όσο δυνάμωνε τόσο διαλυόταν ο κόσμος στον οποίο βρισκόμουν. Άνοιξα ζαλισμένη τα μάτια.
Ο βόμβος ευδιάκριτος πια, καταλάβαινα πως ήταν το ηλεκτρονικό ξυπνητήρι δίπλα μου στο κομοδίνο. Έκλεισα ξανά σφιχτά τα μάτια, όχι, δεν ήθελα να ξυπνήσω, όχι δεν ήθελα να το πιστέψω, ήθελα να βρεθώ ξανά για λίγο κοντά σου.
Το κατάφερα. Για λίγο όμως, για τόσο λίγο.
Το ξυπνητήρι συνέχιζε τη δουλειά του.

Ανακάθισα στο κρεβάτι. Σηκώθηκα με κόπο. Ένιωθα λες κι είχα περπατήσει χιλιόμετρα, τα πόδια μου δε με κρατούσαν, τα χέρια μου τα ένιωθα βαριά κι ασήκωτα.
Το φως του ήλιου μου πλήγωνε τα μάτια. Τα κράτησα μισόκλειστα, άνοιξα την ντουλάπα να πάρω τα ρούχα μου, κι εκεί, χωρίς να το καταλάβω, το αχ έγινε λυγμός, ο λυγμός κλάμα.
Νόμιζα πως είχα ξεχάσει.
Νόμιζα πως είχα ξεχάσει τις λεπτομέρειες, νόμιζα πως δε θυμόμουν πια ξεκάθαρα πώς είναι το πρόσωπό σου, νόμιζα πως είχα ξεχάσει τον ήχο της φωνής σου, νόμιζα πως είχα ξεχάσει την αφή των δαχτύλων σου, το άρωμα του κορμιού σου, το φιλί σου, νόμιζα πως είχα ξεχάσει ακόμα και το γέλιο σου.
Κάπου όμως μέσα στο μυαλό μου, κάπου όλα τούτα υπάρχουν ακόμα, τόσο ξεκάθαρα που μπόρεσαν να σε ζωγραφίζουν, μπόρεσαν να σε ζωντανέψουν με τόση ακρίβεια και λεπτομέρεια... κι εγώ που νόμιζα πως είχα ξεχάσει...

Σύρθηκα ως τη δουλειά. Δέκα βήματα είναι απ' το σπίτι μου, και περπάτησα τέσσερα τετράγωνα μέχρι να μπορέσω να ηρεμήσω, μέχρι ν' αντέξω την πραγματικότητα, κι όλη την ώρα ευχόμουν να γίνεται πανικός στο γραφείο, να πέσουν όλα μαζί, να πνίγομαι στη δουλειά.
Κι η ευχή μου έπιασε.
Κάποια στιγμή όμως η δουλειά μοιραία, κόπασε. Και τότε το βραδυνό όνειρο γύρισε ξανά ολοζώντανο μπροστά στα μάτια μου.
Και δεν ήξερα αν μπορούσα να χαρώ που έστω και για όσο κρατάει ένα όνειρο, σε είδα, ή αν θα προτιμούσα να πιστεύω πως σε είχα πια ξεχάσει, πως είχα χάσει πια τις λεπτομέρειες της ύπαρξής σου, της μορφής σου μέσα στη λήθη του χρόνου.
Έστριψα ένα τσιγάρο, ήπια μια γουλιά πικρό καφέ κι έκλεισα για λίγο τα μάτια μου.
Τότε, άκουσα ξανά στο μυαλό μου το γέλιο σου, άκουσα ξανά τη φωνή σου, ένιωσα ξανά την παρουσία σου, τη ζεστή αγκαλιά σου.

Κι είπα πως ο Μορφέας μου 'φερε τα δώρα του το περασμένο βράδυ.
Και τον ευχαρίστησα σιωπηλά. Κι ας πονούσαν τα δώρα του όλη τη μέρα σαν παλιά πληγή.
Κι ας με πονάνε ακόμα.

Τα όνειρά μου είναι πάντα ελεύθερα για σένα. Κι ο Μορφέας όταν σε φέρνει παρέα του είναι πάντα καλοδεχούμενος. Πάντα.
Photos by DeviantART

Τετάρτη, Ιουνίου 28, 2006

Καλοκαίρι

Τσιμεντένια προβλήτα κι ένα τσίγκινο, στρογγυλό τραπεζάκι, ξεκομμένο απ' τα υπόλοιπα. Τραπεζάκι βαμμένο με μπλε λαδομπογιά που έχει ξεφτίσει στις άκρες.
Το πήρε και το έσυρε τρία μέτρα πιο μπροστά από τα άλλα, το έστησε μόνο του, εκεί στη μέση, παρέα με την ψάθινη καρέκλα.
Δεν είναι κανείς τούτη την ώρα στην παραλία, κανείς πέρα από 'κείνον, καθισμένο τρία μέτρα μπροστά απ' τα υπόλοιπα τραπεζάκια, σαν το μαέστρο μιας ορχήστρας. Έχει την πλάτη του γυρισμένη στο υπόστεγο με την άσπρη τέντα και το βλέμμα του στυλωμένο στον ορίζοντα της θάλασσας.

Δίπλα του ακουμπισμένο ένα ποτήρι ούζο κι ένα μπουκάλι νερό.
Φυσάει μελτέμι κι η θάλασσα αφρίζει. Σκάζουν τα κύματα στα βράχια, πιτσιλίζουν την προβλήτα, φτάνουν ένα μέτρο μακριά απ' τα πόδια του. Το τσιγάρο καίγεται αργά στα δάχτυλά του. Που και που σηκώνει το ποτηράκι με το ούζο, το φέρνει ως τα χείλη, το μυρίζει, κι έπειτα το αφήνει ξανά κάτω.
Ο ήλιος είναι χαμηλά, η θάλασσα λάμπει σαν λιωμένο ασήμι κι ο αφρός των κυμάτων της μοιάζει με δαντελένιο φουρό.
Ήχος άλλος δεν ακούγεται, παρά μόνο ο παφλασμός της θάλασσας. Ο γέρος που έχει την ταβέρνα του είπε κανά μισάωρο νωρίτερα πως θα έκλεινε.
Δεν έχει τουρίστες, λεει, τέτοια εποχή, από συνήθειο έρχεται κάθε μέρα στην ταβέρνα, από συνήθειο κι από ανία. Τι να κάνει σπίτι μονάχος, πώς να περάσει η ώρα μες τα τέσσερα ντουβάρια;
Ήθελε τάχα παρέα; Να καθόταν μαζί του να πιουν ένα ούζο; Όχι; Καλά, τότε εκείνος θα έφευγε, αλλά δε θα κλείδωνε την πόρτα της ταβέρνας. Ποτέ δεν κλείδωνε. Αν ήθελε ας έμπαινε μέσα να πάρει κι άλλο νερό, κι άλλο ούζο.
Αν φοβάται που αφήνει ξεκλείδωτα; Τι να φοβηθεί, καλό και τούτο… Πενήντα ψυχές είναι δεν είναι όλες στο νησί. Ποιον να φοβηθεί;
Οπότε θα πήγαινε κι αυτός σιγά - σιγά. Θα του τηλεφωνούσε η κόρη του σήμερα, έτσι είπαν την τελευταία φορά που τον πήραν, παππού Θανάση, θα σε πάρουμε πάλι την Παρασκευή, ναι έτσι του είπαν, γι' αυτό πρέπει να βιαστεί τώρα, θέλει ν' ακούσει τα εγγόνια του. Ένα μήνα έχουν που έφυγαν και πώς θα κυλήσει πάλι ένας χρόνος ολάκερος μέχρι να τα ξαναδεί…
Εκείνος σχεδόν δεν άκουγε τις κουβέντες του γέρου, κι ούτε πάνω από δυο κουβέντες δεν ξεστόμισε σε απάντηση. Με γνεψίματα και κουνήματα του κεφαλιού έγινε στο μεγαλύτερο μέρος η συνεννόησή τους.

Και τώρα ήταν ξανά μόνος του. Με το μυρωδάτο ούζο στο ποτήρι, το τσιγάρο που κρατάει μηχανικά και δεν έχει πάρει χαμπάρι πως του το 'σβησε η αλμύρα των κυμάτων.
Έχει ανεβασμένο το ένα του πόδι στο στήριγμα της καρέκλας κι ακουμπάει το μπράτσο πάνω στο γόνατό του. Το άλλο του χέρι είναι χαλαρά ακουμπισμένο στο τραπεζάκι και χαϊδεύει την ιδρωμένη επιφάνεια του ποτηριού.
Αφήνει τον αγέρα της θάλασσας να τον ποτίσει, να τον διαπεράσει ως μέσα, στα κατάβαθα της καρδιάς του. Κλείνει τα μάτια κι ανασαίνει βαθιά και με κάθε ανάσα νιώθει κι ένα βάρος να φεύγει, νιώθει κι έναν χρόνο να σβήνεται.
Χτες ακόμα τέτοια ώρα ήταν πενήντα έξι χρόνων. Πενήντα έξι!
Εκείνος, ο Άλκης, πενήντα έξι. Κι ένιωσε ξαφνικά εξήντα έξι, εβδομήντα έξι, εκατόν έξι. Ένιωσε ξοφλημένος, γέρος και μόνος. Απίστευτα, αφόρητα μόνος.
Στεκόταν έξω απ' το γραφείο του όταν χτύπησε το κινητό του.
Η Αθήνα ήταν καμίνι, η γραβάτα στον λαιμό τον έπνιγε, το πουκάμισό του τον έσφιγγε, ο χαρτοφύλακας στο χέρι του βάραινε λες και κουβαλούσε τις αμαρτίες όλου του κόσμου.
Βλαστήμησε πνιχτά κι έβαλε το χέρι στη μέσα τσέπη του σακακιού του. Ψάρεψε το κινητό και κοίταξε την οθόνη. Ο Μίλτος ήταν. Τι να ήθελε τέτοια ώρα;

Απάντησε βιαστικά.
Ναι, ναι τον άκουγε.
Ναι, μόλις έβγαινε απ' το γραφείο, είχε να τρέξει σε ραντεβού μ' έναν ιδιότροπο πελάτη.
Γιατί του τηλεφωνούσε; Αν ήταν για την καθιερωμένη συνάντηση του Σαββάτου θα την έκαναν όπως συνήθως, θα ερχόταν και η Μάγδα αυτή τη φορά, και…
Όχι τον άκουγε. Τι νέο;
Τι θα πει κάτι δυσάρεστο; Ποιος; Ε, τι έγινε με τον Νίκο; Δεν ήταν καλά; Μα χτες το βράδυ μιλούσαν και κανόνιζαν τα του Σαββάτου, μα τι συνέβη; Πότε; Και που τον έχουν, σε ποιο νοσοκομείο; Να πάρει ένα ταξί, να τρέξει…
Τι θα πει δεν είναι ανάγκη; Τι του έλεγε ο Μίλτος; Τι θα πει ξαφνικά και δεν ήταν δυνατό να γίνει κάτι, και…
Νεκρός; Νεκρός; Ποιος ήταν νεκρός; Ο Νίκος; Εγκεφαλικό;
Αύριο, στο Πρώτο Νεκροταφείο;
….

Ναι, ναι, τον άκουγε. Ναι, θα επικοινωνούσε ο ίδιος με τη Μάγδα, ναι θα έπαιρνε και τον Οδυσσέα. Όχι, φυσικά δε θα το ξεχνούσε, ναι θα κανόνιζαν απόψε κιόλας να περάσουν να δούνε την Μαρίνα.
Έκλεισε το τηλέφωνο κι απόμεινε να κοιτάζει τη συσκευή σα χαμένος.
Του φαινόταν σαν αλλόκοτο, εξωγήινο, γιγαντιαίο έντομο στην παλάμη του. Το μυαλό του κόλλησε, όπως κολλούσε πάνω του και το ακριβό, λευκό του πουκάμισο.
Σήκωσε αργά το κεφάλι του και κοίταξε γύρω του.
Στεκόταν στη Σταδίου κι όλα γύρω του ήταν ίδια, ίδια και ξένα. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν, οι λαμαρίνες των αυτοκινήτων έλαμπαν στον ήλιο, οι κόρνες έσκιζαν τον αέρα. Κάποιος βιαστικός τον σκούντησε κι ο Άλκης τον κοίταξε σα χαζός. Απέναντί του, στη βιτρίνα ενός κοσμηματοπωλείου μια νεαρή πωλήτρια έβγαζε ένα δαχτυλίδι και του έριξε ένα βλέμμα. Του φάνηκε πως τον κοίταξε όπως κοιτάζουμε ένα σκουπίδι στο δρόμο. Άλλοτε ούτε που το βλέπουμε, άλλοτε απλώς μας προκαλεί ενόχληση. Εστίασε το βλέμμα του και κοίταξε κι εκείνος την αντανάκλασή του στη βιτρίνα.
Ποιος ήταν αυτός που τον κοίταζε; Ποιος ήταν αυτός ο ψηλός, εύσωμος άντρας, με τα γκριζόμαυρα σπαστά μαλλιά που είχαν πια αραιώσει στα πλάγια, τα γένια των τριών ημερών, το σκούρο μπλε κοστούμι και το χαρτοφύλακα στο χέρι; Ποιος ήταν και γιατί τον κοίταζε έτσι;
Σήκωσε αργά το χέρι του κι άγγιξε το μάγουλό του. Η αντανάκλασή του στη βιτρίνα έκανε το ίδιο.
Τρόμαξε. Πισωπάτησε. Εκείνος ήταν αυτός.

Πήρε μια βαθιά ανάσα κι άρχισε να περπατά. Καθώς περπατούσε ξέλυνε τη γραβάτα του. Μπροστά του ξαφνικά είδε έναν κάδο απορριμάτων. Την πέταξε μέσα και συνέχισε.
Έπειτα έβγαλε το σακάκι του. Το έριξε στον ώμο. Ο χαρτοφύλακας τον βάραινε απίστευτα.
Συνάντησε μια στάση λεωφορείου. Ακούμπησε για λίγο στο σιδερένιο παγκάκι. Άνοιξε το χαρτοφύλακα κι έριξε μια ματιά. Χαρτιά, διαφάνειες, σκίτσα. Γραμμές χωρίς νόημα κανένα. Συμβόλαια. Επιταγές. Η πέννα του. Ο φορτιστής του κινητού. Μολύβια. Ένα μικρό καρνέ. Άφησε το χαρτοφύλακα πλάι στη στάση κι έκανε να φύγει.
Έ, κύριος, ξεχάσατε το χαρτοφύλακά σας, άκουσε μια φωνή να του λεει, αλλά δεν έστρεψε το κεφάλι. Συνέχισε να περπατά λες και τον κυνηγούσαν χίλιοι δαιμόνοι. Στ' αυτιά του βούιζαν τα λόγια του Μίλτου. Ο Νίκος… Ο Νικόλας…

Σταμάτησε για λίγο να πάρει ανάσα. Πέρασε το χέρι του στα μαλλιά του και τότε αντιλήφθηκε κάτι να τον βαραίνει στη μέσα τσέπη του σακακιού του. Έβαλε το χέρι του και το πήρε.
Έσκυψε το κεφάλι και είδε το αλλόκοτο, περίεργο μεταλλαγμένο έντομο στην παλάμη του χεριού του. Εκείνη τη στιγμή δονήθηκε κι έβγαλε έναν παράξενο, απόκοσμο ήχο. Στην οθόνη αναβόσβησε ένα όνομα: Μάγδα.
Το έντομο βόμβιζε ακόμα στην παλάμη του. Λίγα μέτρα πιο κάτω βρήκε τον επόμενο κάδο σκουπιδιών. Χωρίς να το σκεφτεί ξεφορτώθηκε το κινητό του και συνέχισε.
Στάθηκε για λίγο σ' ένα περίπτερο και ζήτησε να του δώσουν ένα πακέτο Γκολουάζ. Τι κι αν είχε κόψει το κάπνισμα πριν εφτά χρόνια;
Έπιασε το πακέτο και χάιδεψε την επιφάνειά του. Απέναντί του πήρε το μάτι του ένα μικρό καφέ. Διέσχισε βιαστικά το δρόμο και σε λίγο βρέθηκε να στέκεται στον πάγκο του μαγαζιού μ' έναν κρύο εσπρέσο μπροστά του.

Η Μάγδα, η Μάγδα, σκέφτηκε.
Η Μάγδα που θ' απορούσε και θα τον έψαχνε και τώρα πια θ' ανησυχούσε και θα είχε αρχίσει τα τηλεφωνήματα. Στον Μίλτο, στην Αντιγόνη, στον Οδυσσέα, στη Ντίνα.
Η Μάγδα που θα αναρωτιόταν τι του συνέβη. Η όμορφη, γλυκιά, ξανθιά Μάγδα, με τα αμυγδαλωτά πράσινα μάτια της. Η δική του Μάγδα.
Η Μάγδα που το προηγούμενο βράδυ, όπως ήταν καθισμένοι στη βεράντα του σπιτιού τους κι άπλωνε το χέρι του ν' αγγίξει το δικό της, γύρισε και του 'πε: Δε μας παρατάς τώρα, ρε Άλκη, όρεξη που την έχεις!

Μα να την αγγίξει μονάχα ήθελε. Να την αγγίξει. Να μοιραστεί μαζί της την ομορφιά της νύχτας, την ομορφιά του καλοκαιριού. Να της πει τα νέα του, ν' ακούσει τα δικά της…
Η Μάγδα που κάποτε έτρεχε στην πόρτα και τον αγκάλιαζε, η Μάγδα που τον έπαιρνε στα μισά της μέρας στο γραφείο για να τον "κλέψει" απ' τη δουλειά και να πάνε για φαγητό, η Μάγδα που του γελούσε και στα μάτια της έλαμπαν σαν πράσινα, νιόβγαλτα φύλλα ελιάς. Η δική του Μάγδα.
Η ξανθιά, όμορφη, γλυκιά του Μάγδα.

Πόσο καιρό είχε να τον πάρει ένα τηλέφωνο στη δουλειά; Πότε ήταν που είχε αρχίσει να προτιμάει να πηγαίνει για καφέ με τις φιλενάδες της, να τρέχουν για ψώνια στα εμπορικά κέντρα, να μιλάει για το εγγόνι τους, να βαριέται τις βόλτες τους, να κουράζεται στις εξόδους τους, να γκρινιάζει στις διακοπές τους, να του γυρίζει την πλάτη στο κρεβάτι τις νύχτες;
Πότε, πότε άρχισαν όλα τούτα; Κι εκείνος που ήταν; Γιατί άφησε τα σημάδια χωρίς να τ' ακούσει, χωρίς να τ' αφουγκραστεί;
Πότε ήταν που η παρέα τους, τα δυο ζευγάρια που τόσα χρόνια έζησαν από κοντά, σαν φίλοι χαρές και λύπες, πότε ήταν που ο καθένας τους άρχισε ν' αραιώνει;
Πώς λιγόστεψαν τα γέλια, πώς χάθηκε η πλάκα κι ο χαβαλές τους; Πότε ήταν που κι εκείνος προτίμησε να κυνηγήσει τον επόμενο πελάτη, να μαλώσει με το επόμενο συνεργείο, να επιβλέψει την επόμενη οικοδομή, να αγοράσει άλλο ένα αυτοκίνητο, κι όχι να πάρει ένα τηλέφωνο τους φίλους του; Τους φίλους του!
Τον Μίλτο, τον Οδυσσέα, και τον Νίκο.
Ήταν μαζί τους απ' το Πανεπιστήμιο. Μαζί στρατό, μαζί στα πρώτα επαγγελματικά τους βήματα, κοντινοί οι γάμοι τους, φίλες οι γυναίκες τους, μαζί τα παιδιά τους…
Κι είχε να τους δει από πότε;
Από τον προηγούμενο μήνα, στην περιβόητη μάζωξη του Σαββάτου, πότε στο σπίτι του ενός και πότε του άλλου.
Αν και τελευταία, ούτε καν στα σπίτια τους. Σε ταβερνάκια παραλιακά το καλοκαίρι, σε ψαγμένα εστιατόρια το χειμώνα.
Πότε έγιναν όλα αυτά, πότε άλλαξαν όλα τόσο; Πότε;

Πότε ήταν που η κόρη του έφυγε για σπουδές στην Ιταλία, και πότε που γύρισε παντρεμένη και μ' ένα κουτσούβελο στην αγκαλιά;
Εκείνος, ο Άλκης παππούς… Τι θα πει παππούς;
Εκείνος δεν είχε ακόμα ζήσει τη δική του ζωή, ακόμα δεν είχε κάνει όσα ήθελε να κάνει… Τι θα πει παππούς; Και γιατί η Μάγδα του πέταξε τις προάλλες που της κουβέντιαζε για τις διακοπές τους: Τι σκάφη και νησιά της άγονης γραμμής μου τσαμπουνάς, μωρέ Άλκη; Γέρασες και μυαλό δεν έβαλες. Εδώ έγινες παππούς και μου θες διακοπές αλά Ροβινσώνας Κρούσος.
Τι σημασία έχει που έγινε παππούς; Τι σημασία έχει που στα πενήντα πέντε του ήρθε στον κόσμο ένα βρέφος που είναι παιδί της κόρης του; Τι σημασία έχει που η κόρη του έκανε παιδί στα εικοσιτέσσερά της; Μήπως ρώτησε κανέναν; Ή μήπως εκείνος ρώτησε τους δικούς του όταν παντρεύτηκε τη Μάγδα;

Ούτε που είχαν πατήσει στο γάμο οι δικοί του, αλλά σκασίλα δεν είχαν καμιά οι δυο τους.
Εκείνος φορούσε τζην παντελόνι και λευκό πουκάμισο κι η Μάγδα μακριά, χρωματιστή φούστα με βολάν και ροζ μπλουζάκι με σφηκοφωλιές στο στήθος, τα ξανθά της μαλλιά ανέμιζαν στο αεράκι κι έλαμπε, Θεέ μου πόσο όμορφη ήταν.
Η ζωή ήταν μπροστά τους, τους γελούσε, τους καλούσε να τη γευτούν, να τρυγήσουν κάθε της χυμό, να τη ζήσουν με όλο τους το είναι…
Κι εκείνος, ψηλός, λυγερόκορμος, με τα μακριά του μαλλιά να πέφτουν σκάλες ως τους ώμους του, γελούσε κι αστειευόταν με τους φίλους του όσο περίμενε στα σκαλιά του Δημαρχείου τη Μάγδα να φανεί.
Με τους φίλους του, με τον Μίλτο, τον Οδυσσέα και το Νίκο.

Το Νίκο.
Στο μυαλό του άστραψε ξανά σα λεπίδι το νέο. Ο Νίκος ήταν νεκρός.
Τι θα πει ο Νίκος ήταν νεκρός; Που ακούστηκε ο Νίκος να πεθαίνει;
Πώς, γιατί έγινε αυτό;
Τι εγκεφαλικό και μαλακίες. Ο Νίκος ήταν η ψυχή της παρέας, ο ωραίος, ο αιώνιος έφηβος. Η ζωή κυλούσε ορμητικό ποτάμι απ' τα χέρια του, έσφυζε ζωντάνια, γέλαγε και γελούσε κι η μέρα μαζί του.
Ο Νίκος που του τηλεφώνησε μόλις το προηγούμενο βράδυ να κανονίσουν για την καθιερωμένη τους συνάντηση και του 'λεγε με τη βραχνή, στεντόρεια φωνή του: Ρε, Άλκη, το σκέφτομαι πολύ τελευταία. Τι μαλακίες είναι τούτες που κάνουμε, ρε; Τι μαζώξεις και συνάξεις μια φορά το μήνα; Καταντήσαμε σα τα γερόντια ρε, ξύπνα, τι χάλια είναι τούτα;
Ξέρεις τι λεω, Άλκη; Πάμε να την κοπανήσουμε ρε, πάμε όπως τότε, θυμάσαι το καλοκαίρι που πήραμε τα κωλόχαρτα απ' το Πανεπιστήμιο; Θυμάσαι που την κάναμε κι αντί να πάμε στη Μύκονο όπως όλοι, εμείς πήγαμε στην Κίμωλο; Εκεί να ξαναπάμε φέτος, ρε Άλκη, ακούς μπαγάσα;
Χέσε τους όλους ρε, σου λεω. Τι γραφεία και υποχρεώσεις και κολοκύθια! Πάρε το Μαγδάκι, να πάρω κι εγώ τη Μαρίνα πάρε και τον άλλο, τον άχρηστο τον Οδυσσέα, και να πάμε.
Και να σου πω και κάτι, άμα δε θέλουν οι κυρίες πάμε μόνοι μας ρε συντρόφι! Κι άμα δε θέλουν κι οι υπόλοιποι, πάμε οι δυο μας!
Περνάει η ζωή η κουφάλα, Άλκη, περνάει μ' ακούς; Σε λίγο έτσι όπως πάμε θα μείνουμε θεατές, κι εγώ δεν ήθελα ποτέ μου να 'μαι θεατής. Δε γουστάρω, ρε φίλε, πώς το λένε, δε γουστάρω…

Είχε απορήσει ο Άλκης, είχε ανησυχήσει κιόλας λιγάκι για το φίλο του, αλλά μετά το απέδωσε σε φάση της στιγμής και δεν έδωσε πιο πολύ σημασία. Άλλωστε, είχε να ξυπνήσει πρωί την επομένη, έπρεπε να προλάβει να τρέξει για κάτι τοπογραφικά.
Και τώρα τι; Τι θα έκανε τώρα;
Θα πήγαινε σπίτι του, κι αύριο το πρωί θα πήγαιναν, λεει, πού; Στην κηδεία του Νίκου;
Πνίγηκε. Ένιωσε το αίμα ν' ανεβαίνει στο κεφάλι του, τα μάτια του να θολώνουν.
Πέταξε δέκα ευρώ στον πάγκο κι έφυγε. Βγήκε ξανά στο δρόμο.

Το μελτέμι φύσαγε όλο και πιο δυνατά.
Πήρε στα χέρια του το ποτηράκι με το ούζο και το κατέβασε μονορούφι. Άνοιξε το πακέτο κι έβγαλε ένα ακόμα τσιγάρο. Το άναψε και τράβηξε αργά, ηδονικά μια ρουφηξιά.
Έκλεισε τα μάτια, κι άνοιξε την ψυχή του. Την άφησε στην αλμύρα της θάλασσας, να την ξεπλύνει, να την ξεκουράσει, να τη γαληνέψει, να του τη δώσει ξανά πίσω καθάρια και φρέσκια, να του τη δώσει όπως τότε, τότε που ήταν εικοσιπέντε χρόνων.
Άνοιξε τα μάτια του αργά. Κοίταξε τα δάχτυλα των χεριών του. Δάχτυλα καλλιτέχνη, δάχτυλα ζωγράφου, του έλεγε κάποτε η ερωτευμένη Μάγδα, κι εκείνος γέλαγε, γέλαγε δυνατά.
Μόνο εσένα θα ζωγραφίζω, Μάγδα, μόνο εσένα. Και θα φτιάξω καινούρια κτίρια, ανθρώπινα, θα δεις Μάγδα, κτίρια με ψυχή, με καρδιά, με χρώμα και άρωμα, κτίρια Ελληνικά…
Θα κλέψουμε την αιωνιότητα, Μάγδα, θα την κλείσουμε σ' ένα πορτρέτο, θα την κλείσουμε σ' ένα κτίριο, θα συνεχίζουμε πάντα έτσι, όπως τώρα, κι έσκυβε και τη φιλούσε, και 'κείνη έκλεινε τα μάτια της.
Μη, μη τα κλείνεις τα μάτια σου, Μάγδα, μη, θέλω να βλέπω το πράσινο της θάλασσας, της έλεγε κι η Μάγδα γελούσε, γελούσε…

Έπιασε το σακάκι του που 'χε κρεμασμένο στη ράχη της καρέκλας.
Πήρε το πορτοφόλι του, το άνοιξε κι έβγαλε από μέσα δυο φωτογραφίες.
Στη μια η Μάγδα, εκείνος, η κόρη του και το εγγόνι τους. Την κοίταξε αδιάφορα, οι άνθρωποι που χαμογελούσαν σε 'κείνη τη φωτογραφία του ήταν πια ξένοι. Ή μάλλον κάτι σαν παλιοί γείτονες, που πέρα από ένα γεια δεν έχεις πια τι άλλο να τους πεις.
Την ακούμπησε στο τραπεζάκι και τη στερέωσε με το ποτήρι του νερού.
Πήρε τη δεύτερη φωτογραφία. Την έπιασε τρυφερά, απαλά, χάιδεψε την τσαλακωμένη της επιφάνεια και κοίταξε ένα - ένα τα πρόσωπα που χαμογελούσαν στο φακό.
Τέσσερις νέοι άντρες στην παραλία της Κιμώλου, στην ίδια παραλία που τώρα απλωνόταν μπροστά του. Τέσσερα όμορφα παιδιά, που ξεχείλιζαν νιάτα και έρωτα. Έρωτα για όλα, για τα πάντα, για το σήμερα, για το αύριο, για τη ζωή, ερωτευμένοι, μεθυσμένοι με τις ευκαιρίες, με τους δρόμους που ανοίγονταν μπροστά τους.
Τέσσερα χαμόγελα, τέσσερα ζευγάρια μάτια που γελούσαν περισσότερο απ' τα χείλη… Ο Νικόλας κρατούσε μια κιθάρα αγκαλιά, εκείνος κάπνιζε ένα τσιγάρο, ο Μίλτος έδειχνε το ψάρι που μόλις είχαν ψαρέψει κι ο Οδυσσέας κουβαλούσε δυο κομμάτια ξύλο για ν' ανάψουν φωτιά.
Μια στιγμή στην αιωνιότητα, μια στιγμή αποκομμένη απ' όλα, να μένει εκεί, χαραγμένη ανεξίτηλα στη φωτογραφία.
Ο Άλκης χαμογέλασε αργά.
Έπειτα πήρε την πρώτη φωτογραφία απ' το τραπεζάκι και την κοίταξε καλά. Το ποτήρι είχε αφήσει μια στρογγυλή κηλίδα νερού, που πότισε το χαρτί, κι αλλοίωνε το πρόσωπό του.
Με αργές, μετρημένες κινήσεις, την έσκισε σε δυο, σε τέσσερα, σε έξι κομμάτια. Την κράτησε για λίγο στην παλάμη του χεριού του.
Κι ύστερα άνοιξε τη χούφτα του, και το μελτέμι φύσηξε και σκόρπισε στη θάλασσα τα κομμάτια της.


Photo by Deviant Art

Πέμπτη, Ιουνίου 22, 2006

Η showbiz, το lifestyle, οι stars, τα must, τα trendy,

η Eurovision, οι πίστες, τα Fame story, τα Dream Show, τα mad tv awards, τα βραβεία Αρίων, τα hit, τα hot, τα κοσμικά, οι celebrities, οι πλατινένιοι δίσκοι....

Μα ναι, τι μπερδεύεστε, για την Ελλάδα μιλάμε. Μη μου πείτε πως δεν ξέρατε οτι διαθέτουμε απ' όλα τα παραπάνω; Τι σημασία έχει αν μπροστά απ' τις λέξεις τούτες μπαίνει και η λέξη "εγχώριο"; Δεν είναι καλοί δηλαδή οι δικοί μας εγχώριοι star;
Η εγχώρια showbiz; Το εγχώριο lifestyle; Τα εγχώρια celebrities;
Απ' όλα έχουμε, άλλωστε ό,τι έχει κανείς καλό είναι κι αν δεν παινέψεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει.
Μη με ρωτάτε μήπως έχει πέσει ήδη και τους/μας έχει πλακώσει και δεν το έχουμε/έχουνε πάρει χαμπάρι. Δεν ξέρω εγώ απ' αυτά. Εγώ είμαι από χωριό.

Άλλωστε, σαράντα χιλιάδαι δίσκοι, κυρίες και κύριοι!

Σαράντα χιλιάδαι δίσκοι απ' τη μια, και οι Απρίληδες του Δημήτρη από την άλλη.
Και τι να σου κάνουν τρεις Απρίληδες όλοι κι όλοι μπροστά σε σαράντα χιλιάδαι δίσκοι; Ε; Τι να σου κάνουν;

Ενοχλήθηκες κι εσύ, ανόητη, που πέρασε ο Απρίλης, πέρασε ο Μάης, όπου να 'ναι θα περάσει κι ο Ιούνης και κανείς ακόμα δε θυμήθηκε τον Δημήτρη.

-Ε, όχι και κανείς. Δεν του έκαναν χτες ένα αφιέρωμα στην ΕΤ1;
-Ναι, του έκαναν... Εκτός prime time. Κάπου κοντά στα μεσάνυχτα. Και σε άσχετο χρόνο.
-Μα, γι' αυτό σκας; Το θέμα είναι πως τον θυμήθηκαν.
-Σωστά... Γιατί να θυμηθούν νωρίτερα τον Δημήτρη; Γιατί να βάλουν ένα αφιέρωμα στη μνήμη του; Γιατί να γράψει κανείς μερικές αράδες για τη ζωή και το έργο του;
Στα κοσμικά περιοδικά, στις σοβαρές εφημερίδες, στην αξιοκρατική τηλεόραση δεν υπάρχει χρόνος... Σαράντα χιλιάδαι δίσκοι είναι αυτοί.
-Μη γίνεσαι πικρόχολη. Γράψε εσύ μερικές γραμμές.
-Γιατί να γράψω εγώ; Τι είμαι εγώ; Κριτικός τέχνης; Συνθέτης; Στιχουργός; Υπεύθυνος Τύπου; Αρθογράφος; Δημοσιογράφος; Μεγαλοστέλεχος δισκογραφικής;
-Χα, χα, χα, τώρα έδεσες... Λες να ασχολούταν κανείς απ' όλους αυτούς με το Δημήτρη; Λες κι ήταν ο Λάγιος ποτέ το όνομα στα σουξέ και τις πωλήσεις.
-...Και τι να γράψω, ρε Μ.; Τι να γράψω εγώ;
-Γράψε για τους Απρίληδες του Λάγιου και για τους σαράντα χιλιάδαι δίσκοι... Κάτι θα βρεις εσύ.


Χμμ, μάλιστα. Κάτι θα βρω εγώ. Τι να γράψω όμως για το Δημήτρη Λάγιο;

Τι να γράψω όταν χύνονται τόνοι μελάνια, ξοδεύονται τόνοι χαρτιού (ενίοτε ιλουστρασιόν), καταπονούνται τόσα δάχτυλα στα πληκτρολόγια, καταναλώνεται τόσος χρόνος στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο, πετάγονται ξαφνικά στα μούτρα μας έκτακτες, αποκλειστικές ειδήσεις για το που έκανε την πρώτη του βουτιά το εγχώριο celebrity, απλώνονται τόσα κιλά μέικ απ στις φάτσες για να δείχνουν νεότερες και λαμπερότερες, ξημεροβραδιάζονται τόσοι ρεπόρτερ στο κρύο, το αγιάζι, το λιοπύρι, την κάπνα των μαγαζιών και τα εκκωφαντικά ντεσιμπέλ για να πάρουν μια κουβεντούλα, μια σημαντική δήλωση απ' τα χείλη του/της star, λικνίζονται και σπάζονται τόσες μεσούλες για να εμπεδώσει ο λαός πως είναι καλό να χορεύει σ' όποιον του χτυπάει τον ταμπουρά;
Τι να γράψω μπροστά σε σαράντα χιλιάδαι δίσκοι, κυρίες και κύριοι;

...Η μορφή του Δημήτρη όμως έρχεται στο νου μου.
Οι μουσικές του το ίδιο.
Τα "στιχάκια" του επίσης.
Κι η σπαρακτική του φωνή να τραγουδά απόκοσμα σχεδόν τα τελευταία του τραγούδια.

Θα γράψω. Κι ας παίζουν όσες χιλιάδαι δίσκοι θέλουν.

Ο Δημήτρης Λάγιος γεννήθηκε Απρίλη στις 7, το 1952 στη Ζάκυνθο, κι η Ζάκυνθος, η πατρίδα του ήταν ο πρώτος μεγάλος έρωτας της ζωής του. Γαλουχήθηκε με τους ήχους της επτανησιακής διαλέκτου, ταξίδεψε στα χρώματα και της μουσικές της.
Σπούδασε κοντά σε μεγάλους δασκάλους στο Εθνικό Ωδείο αρμονία, ενορχήστρωση, αντίστιξη, φούγκα και πήρε πτυχίο ανώτερων θεωρητικών και δίπλωμα κιθάρας. Διδάχτηκε, στην Αμερική, μουσική ανάλυση από τον Ερνεστ Μπράουν.
Το '79 επιστρέφει στην Ελλάδα κι αρχίζει ν' ασχολείται με διάφορες μορφές σύνθεσης.

Ως συνθέτης εμφανίστηκε στη δισκογραφία το 1983, όταν τον επέλεξε ο Οδυσσέας Ελύτης, για τη μελοποίηση του έργου του Ο Ηλιος ο Ηλιάτορας.

Στη Ζάκυνθο ακόμη, αρχίζει την ερευνητική του εργασία, μελέτη και καταγραφή της μουσικής παράδοσης της ιδιαίτερης πατρίδας του.
Ηχογραφεί:
Τα λαϊκά τραγούδια της Ζάκυνθος,Του Σολωμού και της Ζάκυνθος, Ζακυνθινές σερενάδες,Εκκλησιαστική μουσική παράδοση,Του μαντολίνου, με μουσική Επτανησίων συνθετών, διασκευασμένη από τον ίδιο.
Παράλληλα,δημιουργεί στη Ζάκυνθο τις Γιορτές Τέχνης και Λόγου, συντονίζοντας ένα σύνολο καλλιτεχνών με την ονομασία Μουσικό Ασκηταριό.
Πιστεύοντας στον καθοριστικό ρόλο της μουσικής παιδείας συμμετέχει με τον Αριστείδη Μόσχο στην ίδρυση του Λαϊκού Σχολείου Παραδοσιακής Μουσικής, ενώ ξεκινά τα Μουσικά Σχολεία Μυκόνου και Αλίμου.
Επίσης, ιδρύει το Κάλβειο Κέντρο Μουσικών Μελετώνκαι το Κάλβειο Ωδείο στη Ζάκυνθο και συντονίζει το φωνητικό σχήμα Ραψωδοίμε κλασικό ρεπερτόριο, με το οποίο περιοδεύει σε διάφορα αρχαία θέατρα της Ελλάδας και της Κύπρου.

Απρίλη, πάλι στις 7, τη μέρα των γενεθλείων του, το 1985 βρέθηκε στην Κύπρο για μια συναυλία κι εκεί γεννήθηκε ο μυστικός του έρωτας, όπως έλεγε ο ίδιος.
Ο Λάγιος λάτρεψε την Κύπρο, κι η Κύπρος τον αγάπησε κι εκείνη. Γεννήθηκε Ζακυνθινός αλλά ο ίδιος επέλεξε να είναι Κύπριος. Για την Κύπρο προσπάθησε, της χάρισε τις μουσικές του, πάλεψε, έκλαψε, έτρεξε και συμπαραστάθηκε στον αγώνα της.
Το 1987 ο Λάγιος ηχογραφεί το Ίνα τι, βασισμένο σε λυρικά ποιήματα του Δαυίδ αλλά και μέσα από τις εκκλησιαστικές ζακυνθινές ψαλμωδίες, την ανθρώπινη αγωνία αλλά και τα πάθη των Κυπρίων, ενώ το 1988 μελοποιεί στιχάκια απαγχονισμένων παλληκαριών της Κύπρου. Γνωστότερο το Καρτερούμεν, τραγουδισμένο απο τον Γιώργο Νταλάρα.

Και πάλι Απρίλης, στις 9, το 1991 ο Λάγιος έχοντας τελειώσει την Ερωτική Πρόβα στο Θάνατο, την τελευταία ίσως καλύτερη και πιο προσωπική δουλειά του, ένα χορόδραμα που ντυμένο με τα "στιχάκια" και τις μουσικές του, μιλάει για όσα έζησε, όσα δεν πρόλαβε να ζήσει, τραγουδάει για τη μητέρα του λέγοντας στο Μαρία ακόμα σ' αγαπώ ότι δεν μπόρεσε ή δεν πρόλαβε να της πει, μιλάει για χαμένες, κερδισμένες και ξεχασμένες μάχες κι αγάπες και ντύνοντάς τα όλα αυτά με την πιο μαύρη και πικρή μουσική του, ζωγραφίζει τη δικιά του πορεία προς το τέλος, το τέλος που το ένιωθε αλλά δεν ήθελε να του παραδοθεί:
...Να ονειρεύομαι απ' το παράθυρο να ταξιδεύω
να μπαίνω μέσα σου να καταστρέφομαι και να πεθαίνω
Η σωτηρία μου είναι ο θάνατος και το κορμί σου
να μπαίνω μέσα σου να καταστρέφομαι και να πεθαίνω
Να ονειρεύομαι απ' το παράθυρο να ταξιδεύω
με τον έρωτα γύρω και το θάνατο κάτω απ' τα μάτια
Ξόδεμα συνέχεια δεν υπάρχουν μάσκες
τ' όνειρο είναι που μαγεύει
Ανοίγω.....ξημερώνει.....
Κι ο Δημήτρης, αφήνει νωρίς, πολύ νωρίς και άδικα τον κόσμο, τις δυο του πατρίδες που τόσο αγάπησε, τη μουσική που πιστά και ταπεινά υπηρέτησε, την αγαπημένη γυναίκα του και την κόρη του, και γίνεται συνταξιδιώτης με το φως.


Ο Δημήτρης Λάγιος δεν μιλούσε πολύ. Δεν είχε δώσει πολλές συνεντεύξεις. Λίγα και σκόρπια τα λόγια του μέσα σ' αυτά τα χρόνια.
Λίγα απ' αυτά είναι τα ακόλουθα:
Εχω πρόβλημα με το χρόνο. Δεν έχω με το θάνατο. Ο θάνατος είναι φίλος μου, ο χρόνος είναι εχθρός μου. Ό,τι και αν κάνεις στην τέχνη, δεν φτάνει ο χρόνος..

Δουλεύω πάντα, θα 'λεγα, με το συναίσθημα, γιατί η καριέρα μου είναι μέρος της ζωής μου και νιώθω να βγαίνει το ένα μέσα από το άλλο». Η παράδοση, που αναπόφευκτα κουβαλάμε, φιλτράρεται μέσα από τις σημερινές αντιλήψεις, δεν ακυρώνεται. Θα μπορούσα να 'λεγα πως τρέφω μια ιδιαίτερη αγάπη γι' αυτήν, αλλά ίσως μεγαλύτερη για τον τόπο που με ανέθρεψε.

Δεν ακούω μουσική. Προτιμώ να γράφω μουσική, να σκίζω παρτιτούρες και να κρατώ τις λιγότερες.

Είναι γνωστό πως η μισή Ελλάδα γράφει στιχάκια και η άλλη μισή τραγουδάει. Έχουμε αξιόλογους στιχουργούς, όπως ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο Μάνος Ελευθερίου και μια πλειάδα παλαιότερων και νεότερων. Αλλά επειδή τα δύσκολα θέλουνε σκέψη, ίσως να υπάρχει παραηχοφόρηση, δηλαδή ακούμε το εύκολο και δεν ακούμε το απλό...

Εγώ θα κρατήσω μια κουβέντα του που έλεγε συχνά. Μια κουβέντα συγκλονιστική για μένα, που φανέρωνε τη χαρισματική, ιδιαίτερη προσωπικότητά του, την ασκητική του φυσιογνωμία, τη σχεδόν βιβλική του φιγούρα, τις αγωνίες του για όλους και όλα, τις αγάπες του, τον αγώνα του, τη θλίψη πίσω απ' τα μεγάλα, θλιμμένα του μάτια:
Είμαι δόκιμος καλλιτέχνης και άνθρωπος..., έλεγε ο Λάγιος.
Δόκιμος...

Ήξερε μουσική! Γνώριζε πολλά. Καταλάβαινε από ποίηση. Αγαπούσε τα παλιά κιτάπια. Αγαπούσε τα πατροπαράδοτα. Κι ήταν σεμνός. Και ντροπαλός. Αναρωτιέμαι, πολλές φορές: Γιατί να χάνονται τέτοιοι άνθρωποι; Γιατί να πληθαίνουν γύρω μας, όλο και περισσότερο, οι άσκημοι, οι κακοί, οι εγωλάτρες, οι καπάτσοι, οι άπληστοι;
Αχ, μωρέ Δημήτρη… μονολογεί ο Λευτέρης Παπαδόπουλος.
Μη ρωτάτε το γιατί κύριε Λευτέρη. Βλέπεται ο Δημήτρης Λάγιος ήξερε να ζωγραφίζει αγγέλους με τη μουσική του, ήξερε να σου αγγίζει την ψυχή, αλλά δεν ήξερε πώς να φτιάξει "σαράντα χιλιάδαι δίσκοι"

Η φωνή της Υακίνθης είναι από πηλό
έτοιμο να φτερουγίσει το γαρυφαλλάκι
πάρε με χρυσέ άνεμέ μου σε παρακαλώ
φύσα σαν φυλλάκι

Όταν λέει η Υακίνθη σ' αγαπώ πολύ
πέφτουν οι παλιοί σοβάδες του φτωχού μου κόσμου
κι από τα γυμνά ντουβάρια μπαίνει η ανατολή
να ντυθεί το φως μου

Όταν παίζει η Υακίνθη με τα βότσαλα
πράσινη στα δυο της χέρια λάμπει η Μυτιλήνη
χίλια τα αινίγματά μου χίλια και θολά
κι όλα μου τα λύνει.





Τετάρτη, Ιουνίου 14, 2006

Η πρώτη


Πριν λίγο καιρό άνθισε η πρώτη ντάλια μου στο μπαλκόνι του καινούριου μου σπιτιού.

Δεν είχα ποτέ ντάλιες στο παρελθόν και πάντα μα πάντα μου θυμίζουν τη Ζαγορά και το πατρικό της μάνας μου.
Τώρα όμως, απέκτησα μία και αφού έδωσα αγώνα να τη σώσω απο τους σαλίγκαρους που είχαν βαλθεί να κάνουν αποικία, εκείνη με αποζημίωσε με το πρώτο της λουλούδι...


Γυρίζω στο σπίτι απ' τη δουλειά, και κάθομαι στο μπαλκόνι και τη χαζεύω με τις ώρες.
Μου γαληνεύει το μυαλό...

Τώρα βέβαια θέλω και γιασεμί και αγιόκλημα και κανα δυο γαρδένιες ακόμα, αλλά όπως παει σε λίγο δε θα έχω εγώ χώρο στο μπαλκόνι.
Τι να κάνω, τ' αγαπώ πολύ τα λουλούδια. Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς γίνεται να διαθέτει κανείς βεράντες και μπαλκόνια τετραγωνικών και να μην του κάνει κέφι να φυτέψει ένα ρημαδοφυτό που το μόνο που θέλει είναι λίγο χώμα και νερό.

Βέβαια περί ορέξεως θα μου πείτε... αλλά ούτως ή άλλως αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Σάββατο, Ιουνίου 03, 2006

Υπογράψτε και σώστε τη ζωή μιας γυναίκας - UPDATE-


Διαβάζοντας το ποστ του Περαστικού εργασία, εργασία, εργασία είδα την έκκλησή του για συγκέντρωση υπογραφών ώστε να ασκηθεί πίεση προκειμένου να σωθεί η ζωή μιας δεκαοχτάχρονης γυναίκας στο Ιράν, της Ναζανίν, η οποία κινδυνεύει να καταδικαστεί σε θάνατο επειδή σκότωσε αμυνόμενη τον επίδοξο βιαστή της ίδιας και της μικρότερης ανιψιάς της.

Μεταφέρω κι εγώ το λινκ κι ας το μεταφέρει κι όποιος άλλος μπορεί.

Υπογράψτε κι εσείς εδώ
Δεν πρόκειται να πάρει περισσότερο απο δυο λεπτά του χρόνου σας, κι ίσως να σώσει μια ζωή.

UPDATE

Έρχομαι να προσθέσω μερικά ακόμα λινκς για την περίπτωση της Ναζανίν καθώς και τις νεότερες εξελίξεις για το θέμα.
Όλα δείχνουν πως για την ώρα η Ναζανίν έχει γλιτώσει τη θανατική ποινή, αλλά τα πράγματα δεν είναι -ποτέ- τόσο απλά. Ενημερωθείτε:

Save Nazanin site

Διεθνής Αμνηστία

Iran Focus

Οι τελευταίες εξελίξεις

Πέμπτη, Ιουνίου 01, 2006

WIPO

Ψάχνοντας στο Δίκτυο, έπεσα πάνω στον WIPO ή αλλιώς World Intellectual Property Organization.

Για όποιον λοιπόν ενδιαφέρεται να μάθει μερικά πράγματα παραπάνω σχετικά με τα τα πνευματικά δικαιώματα (ακόμη και στο Ίντερνετ), και την κατοχύρωσή τους, παραθέτω τα ακόλουθα λινκς.

η αρχική σελίδα του WIPO

γενικές πληροφορίες

ορισμός του copyright

γυναίκες και πνευματική ιδιοκτησία

χρήσιμα faq

και τέλος οι σχετικοί οργανισμοί στη χώρα μας

Ελπίζω να σας φανούν χρήσιμα.
Καλή ανάγνωση

Τρίτη, Μαΐου 23, 2006

Και μια που μιλάμε για τα ζώα,

ρίξτε μια ματιά στο ποστ του Αρτ Ατάκ,
εδώ, μήπως και μπορέσετε να προτείνετε κάτι για το πρόβλημα που αντιμετωπίζει με το ζώο που βρήκε (ένα γατάκι).

Ακόμα καλύτερα θα ήταν να βρισκόταν κανείς που να μπορούσε να το υιοθετήσει.
Δείτε το.

Οι φίλοι μας τα ζώα

Image Hosted by ImageShack.us

Με αφορμή απ' τη μια το ποστ του Κυκλάμινου και ένα φυλλάδιο του Ελληνικού Ταμείου Μέριμνας Ζώων που έπεσε στα χέρια μου απ' την άλλη, ξεκίνησα να γράφω το ποστ αυτό.

Τους προβληματισμούς μου για την υπόθεση του Ουντέζε, του σκυλιού της Κυκλάμινο τις παραθέτω στο μπλογκ της. Τους προβληματισμούς μου όμως σχετικά με το τι σημαίνει υπεύθυνος ιδιοκτήτης ζώου, τους γράφω εδώ.

Αντιγράφω απο το φυλλάδιο που προανέφερα: (η σειρά αναφοράς είναι δική μου)

Ο υπεύθυνος ιδιοκτήτης:

Ποτέ δε θα σκεφτόταν να εγκαταλείψει το κατοικίδιό του και κατανοεί οτι ένα κατοικίδιο αποτελεί δέσμευση για ολόκληρη τη ζωή του.

Αφιερώνει χρόνο στο κατοικίδιό του. Τα κατοικίδια είναι οικόσιτα ζώα και έχουν ανάγκη την ανθρώπινη συντροφιά.

Αντιμετωπίζει και συμπεριφέρεται στο ζώο του σαν να είναι μέλος της οικογένειάς του. Το αφήνει να ζει μέσα στο σπίτι.

Καταλαβαίνει οτι όλα τα ζώα είναι πλάσματα που αισθάνονται, και συμπεριφέρεται στο κατοικίδιό του με την εμπιστοσύνη και το σεβασμό που του αξίζει.

Μαθαίνει στα παιδιά του να σέβονται και να αγαπάνε τα ζώα καθώς και το πώς πρέπει να τους συμπεριφέρονται. Τα κατοικίδια είναι πολύ καλοί δάσκαλοι για τα παιδιά.

Φροντίζει ιδιαίτερα το κατοικίδιό του όταν αυτό γεράσει. Τα ηλικιωμένα ζώα όπως ακριβώς και οι άνθρωποι, μπορούν να έχουν σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως προβλήματα με την καρδιά, το συκώτι, τα νεφρά τους, και καταρράκτη, αρθριτικά, διαβήτη και καρκίνο.

Κατανανοεί οτι το να φροντίζει κανείς ένα κατοικίδιο, σημαίνει πολύ περισσότερα απο το να του παρέχει απλά επαρκές φαγητό, νερό και καταφύγιο. Τα οικιακά ζώα εξαρτώνται πλήρως απο τους ιδιοκτήτες τους για την ευημερία τους.

Εκπαιδεύει τον σκύλο του να γίνει ένας "καλός πολίτης". Τα προβλήματα στη συμπεριφορά του ζώου είναι λάθος του ιδιοκτήτη κι όχι του κατοικίδιου.

Και τα αυτονόητα:

Προσφέφει στο κατοικίδιό του ισορροπημένη διατροφή και του παρέχει πάντοτε φρέσκο, πόσιμο νερό.

Παρέχει στο κατοικίδιό του ένα κρεβάτι.

Παρέχει παιχνίδια στο κατοικίδιό του για να είναι απασχολημένο κι ευτυχισμένο.

Πηγαίνει το κατοικίδιό του στον κτηνίατρο συχνά.

Παίρνει τις απαραίτητες προφυλάξεις για την πρόληψη ασθένειας του σκύλου του απο Λεϊσμανίωση (καλαζάρ), Σκουλήκια της Καρδιάς και Ερλιχίωση -όλες θανατηφόρες ασθένειες.

Φροντίζει να κανονίζει απο νωρίς το θέμα του ζώου του όταν φεύγει για διακοπές.

Στη συνέχεια το φυλλάδιο θέτει κάποιες ερωτήσεις και θέματα για προβληματισμό στους
υποψήφιους ιδιοκτήτες ζώων.
Κάποια απο αυτά είναι:

Όλα τα σκυλιά έχουν ανάγκη να βγαίνουν βόλτα καθημερινά, ακόμη κι αν έχετε κήπο.

Τα σκυλιά που δε βγαίνουν ποτέ βόλτα, αισθάνονται ανία, γαβγίζουν κι ενοχλούν τους γείτονες.

Ένα μπαλκόνι ή μια ταράτσα δεν είναι το κατάλληλο μέρος για να έχετε ένα σκύλο.

Τα σκυλιά δεν πρέπει ποτέ να ζουν δεμένα. Νιώθουν ανία και υποφέρουν απο ψυχολογικά προβλήματα.

Όλα τα κατοικίδια έχουν ανάγκη απο την ανθρώπινη συντροφιά και ποιοτικό χρόνο με την οικογένειά τους καθημερινά.

Αν απουσιάζεται στη δουλειά σας όλη μέρα, ένας σκύλος δεν είναι το κατάλληλο κατοικίδιο για σας.

Ένα κατοικίδιο πρέπει να θεωρείται μέλος της οικογένειας, με το οποίο θα περάσετε τα επόμενα 10-18 χρόνια.

Μπορείτε να πληρώνετε τη διατροφή ενός κατοικίδιου;

Μπορείτε να πληρώνετε εμβόλια, αντιπαρασιτικά χάπια, αμπούλες, σπρέι, κολάρα κλπ που είναι απαραίτητα;

Μπορείτε να πληρώσετε για τη στείρωση του κατοικίδίου σας;

Αν το ζώο σας αρρωστήσει ή τραυματιστεί, μπορείτε να πληρώσετε την ακριβή κτηνιατρική θεραπεία;

Πώς θα διευθετήσετε το θέμα των διακοπών σας σε σχέση με το κατοικίδιό σας;


Καθώς διάβαζα τα πιο πάνω, ήταν αδύνατο να μην αναρωτηθώ κατά πόσο υπήρξα υπεύθυνη και συνειδητοποιημένη ιδιοκτήτρια ζώου.
Η απάντηση είναι "όχι όσο θα έπρεπε".

Τα ζώα μου, και ειδικά τα σκυλιά μου δεν υπήρξαν δυστυχισμένα, ούτε παραμελημένα, αλλά σίγουρα θα μπορούσα να τους έχω φερθεί και καλύτερα. Το να πω οτι "δεν ήξερα", δεν αποτελεί φυσικά δικαιολογία.

Και το σίγουρο είναι πως αν είχε πέσει πριν μερικά χρόνια αυτό το φυλλάδιο στα χέρια μου, δε θα αποφάσιζα ποτέ να πάρω σκύλο, όπως και δε σκοπεύω να πάρω ξανά σκύλο στο μέλλον, εκτός κι αν αλλάξουν κατά πολύ οι σημερινές συνθήκες της ζωής μου.

Παρασκευή, Μαΐου 19, 2006

...Συμβουλή του Πυθαγόρα

προσοχή στο μανδραγόρα,
προσοχή στο μανδραγόρα,
κρύβει μυστικά και δώρα...


Ώρα έξι και μισή, στην Πλατεία Αμερικής.

-Ούτε και σήμερα με βλέπω να δουλέψω, μονολογώ.
Πρέπει να νιώθω ενοχές;

-Ενοχές; Αφού δε θα δουλέψεις που δε θα δουλέψεις, οι ενοχές είναι άχρηστες, απαντάει ο Νίκος.

-Καλά σου λεει, ρε! συμπληρώνει η Γιάννα.

Το φιλοσοφώ για λίγη ώρα (περίπου δυόμισι δευτερόλεπτα).

-Σωστοί, απαντώ.

Ωραίο πράγμα οι φίλοι τελικά. Ωραίο και που αύριο είναι Σάββατο.
Κι ακόμα ωραιότερο που τα φυτά στο μπαλκόνι μου έχουν πάρει τα πάνω τους...

Πέμπτη, Μαΐου 18, 2006

Το Κεντρί, η Μετάφραση και το Δελτίο Τύπου

Έρχεται ο Sting στις 16 Ιουνίου, στο Terra Vibe στη Μαλακάσα.
Το είχα ακούσει εδώ και καιρό και τρωγόμουν με τα ρούχα μου.
Όχι μόνο για τον Sting για να πω την αλήθεια, σχεδόν σε όλες τις φετινές συναυλίες θα ήθελα να μπορούσα να παω, αλλά ιδιαίτερα "το Κεντρί" μου 'χε καρφωθεί.
Έλπιζα βλέπεις πως θα ερχόταν το 2004 με το Sacred Love Tour, αλλά τότε μας είχε αφήσει απ' έξω.

Έτσι τώρα τρωγόμουν όπως είπα, αλλά δε το θεωρούσα πιθανό (αφραγκία is my middle name λέιτλι).

Καμιά φορά όμως γίνονται και θαύματα.
Έτσι, απο το πουθενά, κάποιος παλιός φίλος θέλησε να μου κάνει δώρο μια συναυλία για φέτος, και παρόλο που για λίγο αμφιταλαντεύτηκα ανάμεσα στους "παπούδες" και τον Sting, εντέλει κατέληξα στον τελευταίο.

Έψαχνα λοιπόν στο δίκτυο κανένα νέο για τη συναυλία και πέφτω πάνω στο δελτίο τύπου της didi music, και τι διαβάζουν τα ματάκια μου, μεταξύ άλλων;
Ρίξτε μια ματιά:

H DIDI MUSIC - BIG STAR PROMOTION
Παρουσιάζει:
STING
Broken Music Tour
Απογυμνωμένος και Ωμός
Δύο Κιθάρες, μπάσο ,Ντραμς
With Special Guest

ΑΘΗΝΑ
ΤERRA VIBE ΘΕΜΑΤΙΚΟ ΠΑΡΚΟ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 16 IOYNIOY
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
ΘΕΑΤΡΟ ΓΗΣ ΣΑΒΒΑΤΟ 17 IOYNIOY
Ο Sting επιστρέφει στην Ευρώπη και στη βάση. Με το Broken Music Tour και παρουσιάζει μία καινούργια, γυμνωμένη και ωμή rock πρόταση - παράσταση.

Στο Broken Music Tour ο Sting στο μπάσο, γίνεται κομμάτι μίας τετραμελούς μπάντας με τους Dominic Miller και Lyle Workman (Beck, Frank Black) στην κιθάρα και τον Abe Laboriel, Jr. (Paul McCartney) στα ντραμς.
Οι fans μπορούν να επισκεφθούν το www.sting.com για τις τελευταίες πληροφορίες σχετικά με την περιοδεία, τα εισιτήρια και το Fan Club.


Τώρα απο πού να το πιάσει κανείς αυτό και τι να πρωτοπεί... Το αγγλοελληνικό του θέματος, τις άσχετες τελείες στη μέση του κειμένου, ή την εκπληκτική του απόδοση στην Ελληνική γλώσσα;

Ρε πούστη μου, θα 'θελα να ήξερα τι σκατά έγραφε το αγγλικό κείμενο το οποίο μετέφρασαν κατ' αυτόν τον τρόπο.
Μα απογυμνωμένος και ωμός; Είμαστε σοβαροί; Κι αυτό τώρα είναι δελτίου Τύπου;
Τι διάβολο, ψίχουλα τους πληρώνουν τους μεταφραστές τους;
Εντάξει, είναι κακοπληρωμένο το επάγγελμά μας, αλλά όχι κι έτσι ρε παιδιά, όχι κι έτσι...

Πάλι καλά που δεν έγραψαν al dente ή σενιάν....
Ήμαρτον!

Δευτέρα, Μαΐου 15, 2006

Το φραντζολάκι

Έχω έναν αδελφό, μεγαλύτερο.
Πολύ μεγαλύτερο. Για την ακρίβεια, δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια.
Δε με είχαν στο πρόγραμμα βλέπεις οι δικοί μου, η μάνα μου δεν περίμενε πως θα έκανε άλλο παιδί, να όμως που… τους προέκυψα.

Τέλος πάντων, για τον αδελφό μου έλεγα.

Όταν ήμουν δεν ήμουν καλά καλά δυο χρονών, εκείνος έφυγε για να υπηρετήσει τη μαμά πατρίδα κι έμεινε κοντά δυο χρόνια. Λίγα πράγματα θυμάμαι από τότε, κάτι σκόρπιες εικόνες περισσότερο. Θυμάμαι όμως καλύτερα το γάμο του, όπου ήμουν παρανυφάκι κι ακόμα καλύτερα θυμάμαι το πρώτο του παιδί.

Το πρώτο μου ανίψι.

Ένα φρατζολάκι, τυλιγμένο με πάνες. Έτσι μου ‘χε φανεί η ανιψιά μου όταν την πρωτοείδα. Σαν μεγαλούτσικη φρατζολίτσα ψωμιού, τυλιγμένη σε λευκές πάνες και ροζ κουβερτούλες.
Μου φαινόταν πολύ παράξενο που είχαμε ένα μωρό στην οικογένεια. Και μάλιστα το μωρό του αδελφού μου.
Το κοίταζα στην κούνια, και το ‘παιρνα όλο καμάρι αγκαλιά –όταν μου το έδιναν δηλαδή– και καθώς το κράταγα προσπαθούσα να χωρέσω στο εφτάχρονο μυαλό μου πως αυτό το πλασματάκι ήταν ανίψι μου και πως εγώ ήμουν θεία!

Ε, δε τα πολυκατάφερνα για να πω την αλήθεια.
Για μένα το μωρό στην αρχή ήταν κάτι σαν παιχνίδι, και λίγο καιρό αργότερα, έγινε η αφορμή να νιώσω για πρώτη φορά στην παιδική μου ζωή ζήλια.
Ζήλια, ναι. Γιατί βλέπεις ξαφνικά, και απ’ το πουθενά, έχασα τον τίτλο της ‘μικρής’ του σογιού.
Από ‘κει που όλοι ασχολούταν μαζί μου, με το τι είπα, τι έκανα, τι φόραγα και ούτω καθ’ εξής, από ‘κει που έκανα τα ναζάκια μου και μου έκαναν όλα τα χατίρια, ξαφνικά λοιπόν, βρέθηκε το ‘μωρό’ και μου έκλεψε τη δόξα.

Τώρα πια όλοι μίλαγαν για κείνο, για το τι κάνει, αν τρωει, αν πίνει, αν κοιμάται καλά, αν γελάει, αν μπουσουλάει, ποιες είναι οι πρώτες του συλλαβές κι αν έσκασε το πρώτο του δοντάκι….
Άσε πια που οι μεγάλοι είχαν αρχίσει να μου παίζουν ένα περίεργο βιολάκι και μου έλεγαν συνεχώς: «Κοίτα, εσύ τώρα είσαι μεγάλη! Έγινες θεία! Κάτσε εδώ λοιπόν να προσέχεις το μωρό!»
Ορίστε; Μα εγώ δεν ήθελα να προσέχω το μωρό, εγώ ήθελα να παίζω, να τρέχω, να γελάω και να προσέχουν οι άλλοι εμένα…

Οπότε, να τα καβουράκια της ζήλιας… Μιας ζήλιας όμως που δεν έμελλε να κρατήσει πολύ.
Εκείνη την περίοδο ο αδελφός μου κι οι γυναίκα του δούλευαν κι οι δυο απ’ το πρωί ως το βράδυ για να τα φέρουν βόλτα, κι έτσι το ‘μωρό’, που πλέον είχε όνομα βέβαια, το όνομα της μάνας μου, έτσι λοιπόν η Βίκυ η νεότερη, ήρθε να εγκατασταθεί σπίτι μας.
Την κρατούσαμε εμείς όλη τη βδομάδα και τα σαββατοκύριακα την έπαιρναν ο αδελφός μου με τη γυναίκα του στο σπίτι τους.

Έτσι, θέλοντας και μη, άρχιζα να συνηθίζω στο μικρό ‘εισβολέα’ και να τη βλέπω περισσότερο σαν το μικρό αδελφάκι μου, παρά σαν ανίψι.
Κι εκεί σταμάτησε κι η ζήλια.
Ας τόλμαγε κανείς να πειράξει το Βικάκι και τα λέγαμε. Την κουβαλούσα μαζί μου από ‘δω κι από ‘κει, την έτρεχα στις κούνιες, την έβγαζα βόλτα με το καρότσι της και καμάρωνα σα γύφτικο σκεπάρνι.
Καταλάβαινα τα πρώτα της λογάκια και το ‘παιζα ειδήμων στους «μεγάλους»: «Μα δεν καταλαβαίνεις, ρε μαμά; Νερό ζητάει όχι πιπίλα.
Μπουντού σου λεει, όχι νόμι!»

Τώρα που τα θυμάμαι σκαω στα γέλια. Και σκέφτομαι και τη μάνα μου εκείνες τις εποχές… είχε εμένα οχτώ, εννιά χρόνων, εργαζόταν, είχε ηλικιωμένο άτομο σπίτι (την πεθερά της), κι ένα μωρό μαζί... Χαράς στο κουράγιο της, εγώ στην ηλικία της, -βλέπεις κόντευε τα πενήντα πια- δεν ξέρω αν θα τα ‘φερνα βόλτα.

Το Βικάκι πάντως ήταν ένα γλυκύτατο, όμορφο μωρό και το ίδιο όμορφο νήπιο. Στρουμπουλό, με λευκό δέρμα και μαύρα μαλλιά όλο μπούκλες και δαχτυλίδια, κατακόκκινα χειλάκια και δυο ματάρες αμυγδαλωτές που σε κοίταζαν και σ’ έκαναν λιώμα…Θυμάμαι ακόμα ένα καλοκαίρι στο Μικρό του Πλατανιά, όπου με τη βοήθεια της άμμου στην παραλία (για να στηρίζεται γερά στα ποδαράκια της) έκανε τα πρώτα της βήματα.

Τέλος πάντων, η μικρή μεγάλωνε και μαζί μεγάλωνα κι εγώ. Ήμουν στο Γυμνάσιο κοντά στα δεκαπέντε κι η Βίκη ήταν ένα οχτάχρονο, όμορφο, αλλά παχουλό πιτσιρίκι. Με αρκετά κιλά πάνω απ’ το κανονικό. Πώς κάνεις δίαιτα όμως σ’ ένα μικρό παιδάκι, και μάλιστα λιχούδικο και φαγανό;
Δεν ξέρω αν υπάρχει εύκολη λύση, βλέπεις τότε δεν «έπαιζαν» και οι παιδοψυχολόγοι.
Θυμάμαι ένα σωρό φορές σε οικογενειακά τραπέζια στο σπίτι του αδελφού μου όπου όλοι –ή σχεδόν όλοι– οι μεγάλοι της έκαναν παρατηρήσεις και σχόλια για να μην τρωει. Κάθε φορά η δική μου η καρδιά γινόταν κομμάτια. Κάθε φορά που άκουγα να της λένε «όχι, δε θα το φας αυτό, έχεις γίνει σαν κεφτεδάκι με πόδια», εμένα μου διπλωνόταν το στομάχι στα δυο και πονούσα γιατί ήξερα πόσο πονούσε η μικρή, πώς πονάει γενικά ένα παιδί όταν το περιπαίζεις για ένα «κουσούρι» του, ακόμα κι αν αυτό είναι «για το καλό του».

Λυπάμαι πολύ που δεν είχα αποκτήσει στα δεκαπέντε μου το «βρωμόστομα» που διαθέτω σήμερα να στόλιζα μερικούς συγγενείς και φίλους τότε…
Και μάλιστα ανθρώπους που κι οι ίδιοι ήταν υπέρβαροι όταν σχολίαζαν με τόση άνεση τα περιττά κιλά ενός μικρού παιδιού και μπροστά σε όλους τους άλλους.
Δεν μίλαγα τότε όμως…Καλώς ή κακώς το βούλωνα και κατέβαζα τα μούτρα στο τραπέζι με αποτέλεσμα να με λοξοκοιτάζει η κυρία Βικτωρία και να μου κάνει νοήματα.

Η Βίκη πάντως στα επόμενα χρόνια εξελίχθηκε σε κούκλα. Κάμποσα χρόνια στην κολύμβηση και μερικά μετάλλια αργότερα, το μικρό, στρουμπουλό κοριτσάκι είχε δώσει τη θέση του σε μια λυγερόκορμη κοπέλα με μακριά μαύρα μαλλιά και τα χαρακτηριστικά μάτια του Δερβενιωτέϊκου.

Είχα πια φύγει για σπουδές κι η Βίκη αν θυμάμαι καλά τέλειωνε το Γυμνάσιο. Ένα καλοκαίρι λοιπόν, που ‘χα γυρίσει για διακοπές στο Βόλο, μου εκμυστηρεύτηκε πως είχε αγόρι.
Τώρα να την πω τη μαλακία μου; Θα την πω.
Ε, μου ‘ρθε κάπως. Σοκαρίστηκα λιγάκι. Θυμάμαι γύρισα και την κοίταξα και στα μάτια μου, μου φαινόταν ακόμα παιδί. Φρόντισα να συνέλθω γρήγορα.
Κούνα το κεφάλι σου, βλαμμένη, είπα στον εαυτό μου. Τι παιδί; Είναι δεκαπέντε χρόνων, τι έκανες εσύ στα δεκαπέντε σου; Τα ίδια δεν έκανες;
Προσπάθησα να τη δω ως «μεγάλη», κι όμως δυσκολευόμουν. Να, που είχα φτάσει κι εγώ να βλέπω τους άλλους όπως μ’ έβλεπαν εμένα χρόνια οι δικοί μου…

Βλέπεις, για μένα η Βίκη, ήταν πάντα το φραντζολάκι μου, το μικρό… άσχετο που ήδη είχε γεννηθεί το δεύτερο παιδί του αδελφού μου, ο γιος του, κι είχε πάρει τον τίτλο του «μικρότερου της οικογένειας». Άσχετα που κι εκεινού του είχα και του έχω μεγάλη αδυναμία…
Το θέμα ήταν πως το Βικάκι μου μεγάλωνε κι εγώ δυσκολευόμουν να το αποδεχτώ. Κι όχι πως με πείραζε που είχε αγόρι. Απλώς σκεφτόμουν πόσο εύκολα θα μπορούσε να την πληγώσει το κάθε «τσογλάνι» (να και τα τσιτάτα που αραδιάζουν όλοι οι γονείς σε κάποιες φάσεις, χα χα χα), και δεν ήξερα τι να της πω και πώς να τη συμβουλέψω.

Θα μου πεις τώρα, νέο κορίτσι εσύ, εικοσιδυό μόλις, δεν είχες τι να πεις σ’ ένα δεκαπεντάχρονο;
Έλα μου ντε; Πώς λέμε χαζομαμά, χαζομπαμπάς, ε, έτσι παει και το χαζοθεία…

Φυσικά ήταν μονάχα η πρώτη …φλασιά του ξαφνικού. Μου πέρασε το εγκεφαλικό κόλλημα γρήγορα.

Στα επόμενα χρόνια, την έβλεπα σποραδικά κι από μακριά να μεγαλώνει. Πριν δυο χρόνια μάλιστα τη φιλοξένησα για λίγο καιρό, κανά μήνα περίπου, στο σπίτι μου κι έτσι την «είδα» και την «έζησα» και λίγο καλύτερα.

Θα ‘θελα να της πω τόσα πράγματα που δεν της έχω πει.
Θα ‘θελα να της πω πόσο χάρηκα που την έβλεπα να μεγαλώνει και να γίνεται γυναίκα. Μια όμορφη γυναίκα που θα ζήσει κι αυτή τη ζωή της, θα περάσει τους έρωτές της, τη χαρά τους, τον πόνο τους, τους χωρισμούς, θα κάνει τους κύκλους της, θα γίνεται κάθε μέρα όλο και πιο γυναίκα και πως αυτό είναι όμορφο.
Θα ‘θελα να της πω να μη φοβάται να ζει, να γεύεται να μαθαίνει, να μη φοβάται ούτε τη χαρά ούτε τον πόνο, γιατί όλα θα είναι κομμάτια δικά της.
Θα ‘θελα να της πω να ‘ναι περήφανη για τον εαυτό της, θα ‘θελα να γνωρίζει πόσο όμορφη είναι χωρίς να γίνεται ψώνιο, θα ‘θελα να αγαπάει τον εαυτό της και το σώμα της.
Θα ‘θελα για κείνη τα καλύτερα, θα ‘θελα να τη βλέπω πάνω απ’ όλα να ζει την κάθε της στιγμή.
Θα ‘θελα να της πω να μη σκορπίζει το χρόνο της, να ενημερώνεται, να διαβάζει, να κινείται, να βγαίνει, να μην τελματώνει στη ρουτίνα και τη βαρεμάρα που έχουν πέσει τα περισσότερα παιδιά της ηλικίας της και ειδικά στην επαρχία.
Δε θα ‘θελα όμως να την προστατέψω απ’ τον πόνο και τα λούκια της καθημερινότητας και της ζωής, γιατί είμαι σίγουρη πώς όπως κάναμε όλοι μας, θα κάνει κι εκείνη τις δικές της επιλογές και τα δικά της λάθη και πώς όλα είναι εντάξει μ’ αυτό.
Χαίρομαι όταν ζητάει τη γνώμη μου για κάτι που την απασχολεί κι ας μου παίρνει εκατό ώρες να βρω τα λόγια να της απαντήσω γιατί αν μη τι άλλο, νιώθω πως για το ανιψούδι μου πρέπει να μετράω εκατό φορές και να κόβω μία.
Χαίρομαι κι όταν ανεβαίνω στο Βόλο και «με βγάζει έξω», γιατί έτσι γίνεται πια, οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί. Κάποτε την «έβγαζα» εγώ έξω, τώρα με ξεναγεί εκείνη.

Και θα ‘θελα ακόμα να της πω πόσο βαθύ είναι το συναίσθημα που νιώθω κάθε φορά που την κοιτάζω και στα μάτια της, αυτά τα μάτια που τα κληρονόμησαν όλες οι γυναίκες της οικογένειάς μας, βλέπω κάτι απ’ τη μάνα μου, κάτι απ’ τη γιαγιά την Ιφιγένεια, και κάτι ακόμα κι από ‘μένα.
Και πόσο χαίρομαι όταν βλέπουν τις φωτογραφίες της στο σπίτι μου και με ρωτάνε: Εσύ είσαι εδώ μικρότερη; κι εγώ τους απαντώ: Όχι, η ανιψιά μου είναι, κι όλοι σχολιάζουν το πόσο μοιάζουμε…

Τα παιδιά είναι μια συνέχεια, μια αλυσίδα ανάμεσα στο χτες και το σήμερα… Δεν ξέρω αν ποτέ θ’ αποκτήσω δικό μου παιδί, και στην παρούσα δε μ’ ενδιαφέρει κιόλας, αλλά ξέρω πώς μέσα απ’ τα μάτια της ανιψιάς μου κάτι απ’ όλους μας συνεχίζει.

Όσο για σένα, ανιψούδι, αν διαβάζεις, έχε υπόψη σου πως ακόμα σε περιμένω να κατέβεις στην Αθήνα...

Κυριακή, Μαΐου 14, 2006

Η μάνα εν κρύον νερόν....




δεν έχω λόγια δικά μου να γράψω, τουλάχιστον όχι τούτη την ώρα.
Κάποια άλλη στιγμή θα γράψω για σένα, το ξέρω, όμως όχι τούτη την ώρα.

Όταν γερά η μάνα και άλλο κε μπορεί
Ατότε θέλ' βοήθειαν, ατότε θέλ' ζωήν, ατότε θέλ' ζωήν
Κι όταν θα έρτε η ώρα και άλλο κι θα ζει

Αμαν κε φτας το χρέος σοις θα καίεται η ψύ σ'


Η μάνα εν κρύο νερόν και σο ποτήρ' κε μπαίν'
Η μάνα να μη ίνεται, η μάνα να μη εν, η μάνα να μη εν

Η μάνα εν βράχος, η μάνα εν ρασίν

Σον δύσκολον την ώρα σ', μανίτσα, μανίτσα, μανίτσα'μ θα τσαείς

Η μάνα εν το στήριγμαν, τη χαράς το κλαδί

τ' ατηνές η εγάπη κε βρίεται ση γην

Η μάνα εν κρύο νερόν και σο ποτήρ' κε μπαίν'
Η μάνα να μη ίνεται, η μάνα να μη εν, η μάνα να μη εν

Θα δεβαίνε τα χρόνεα, θα έρουμε και μεις

Ατά είναι με τη σειρά κι θα γλυτών' κανείς, κι θα γλυτών' κανείς

και ολ' πρέπ' να εξέρουμε σ' αούτο την ζωήν

χωρίς τη μάνας την ευχήν κανείς κε λέπ' χαΐρ'

Η μάνα εν κρύο νερόν και σο ποτήρ' κε μπαίν'
Η μάνα να μη ίνεται, η μάνα να μη εν, η μάνα να μη εν



Να 'σαι καλά, να 'σαι γερή, να 'σαι δυνατή, να 'σαι κοντά μου, όσο μακριά κι αν είμαστε.
Να θυμάσαι πόσο σ' αγαπώ, να θυμάσαι πώς πάντα μου λείπεις.

Σάββατο, Μαΐου 13, 2006

Ακτιβισμός


Χτες βράδυ είδα στην ΕΤ1 την εκπομπή του Στέλιου Κούλογλου "Θεματική Ενότητα".

Δυστυχώς για μένα, δεν την πρόλαβα απ' την αρχή και επίσης δεν συγκράτησα το όνομα της Ινδής ακτιβίστριας, της οποίας την πορεία και τα έργα παρουσίαζε.

Πρόκειται για μια γυναίκα που με εντυπωσίασε πολύ με τη δράση της κατά της Μοσάντο, της Κόκα Κολα, της πολιτικής των ΗΠΑ, τις αναφορές της για τις αυτοκτονίες των Ινδών αγροτών, την ευφράδεια λόγου της, τη σιγουριά της και την πίστη που απέπνεε γι' αυτό που έκανε και το κουράγιο της στον αγώνα κατά των μεταλλαγμένων.

Θα παρακαλούσα αν κανείς είδε επίσης την εκπομπή και συγκράτησε το όνομά της να με ενημερώσει γιατί θα ήθελα να ψάξω λίγο περισσότερο στο δίκτυο για την πορεία αυτής της γυναίκας.
Να 'στε καλά.

Σάββατο, Μαΐου 06, 2006

Τσιγάρο ατέλειωτο, τσιγάρο τελευταίο


Σηκώθηκε αέρας. Πάλι.

Εσύ πλάι μου έχεις κλειστεί πια σε λέξεις.
Χώρεσες.

Εσύ που κάποτε νόμιζα πως ο πόνος σου ήταν τόσο μεγάλος που δε θα μπορούσα ποτέ να καταφέρω να τον βάλω στα καλούπια του λόγου, να σε κάνω λέξεις με νόημα και σειρά.

Όμως έγινε. Μπόρεσα. Το κατάφερα. Κι ας μην το πιστεύω ακόμα. Κι ας θέλω ακόμα να γράψω κι άλλα, κι ας είναι τόσα ακόμα που ήθελα να πω για σένα.

....Το θαύμα έγινε,
Σάντα Ειρήνη....
τραγουδούν οι Κατσιμιχαίοι απ' το ραδιόφωνο.
...You are Beautiful...
συμπληρώνει σε λίγο ο James Blant...

Εγώ όμως θέλω να σου ψιθυρίσω κάτι άλλο:

Δε θέλω να πικραίνεσαι
τις Κυριακές τα βράδυα,
χωρίς αυτή τη σκοτεινιά
τα χρόνια μένουν άδεια

Μου 'χεις λείψει τόσο πολύ. Μακάρι να ήσουν εδώ.

Πέμπτη, Απριλίου 13, 2006

Κοριτσάκι, να σου ψήσω ένα καφεδάκι;

"Βρε Βικτωράκι, θα πιούμε κανά καφέ;"
"Να ψήσουμε έναν, Κική μου".
"Εγώ θα παω, κοριτσάκι, να σας ψήσω τα καφεδάκια. Το μικρό θα πιει;"
"Άντε μπράβο, βρε Γιάννη μου. Φτιάξε έναν και για το κορίτσι".

Εγώ, (το "μικρό") σήκωνα τα μάτια από το βιβλίο που συνήθως διάβαζα καθισμένη στην πολυθρόνα δίπλα στη μπαλκονόπορτα κι έβλεπα το θείο το Γιάννη να πηγαίνει σβέλτα προς την κουζίνα να φτιάξει τους καφέδες.
Αυτή είναι μια απο τις πιο συχνές σκηνές που θυμάμαι να επαναλαμβάνονται κάθε φορά που βρισκόμουν στο σπίτι της θείας της Κικής και του θείου του Γιάννη, συνήθως μαζί με τη μάνα μου ενώ συχνά πυκνά ακολουθούσε κι ο πατέρας μου.

Θείους και θείες στο Βόλο έχω κι άλλους. Αλλά ετούτοι οι δυο ήταν οι αγαπημένοι μου. Όπως τα περισσότερα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας είναι γεμάτα αναμνήσεις απο το σπίτι του νονού και της νονάς μου, έτσι και αρκετά χρόνια της εφηβείας μου, αλλά και τα κατοπινά, είναι γεμάτα αναμνήσεις απο το σπίτι των θείων μου.

Πρώτα πρώτα θυμάμαι τη θεία την Κική.
Ως πιτσιρίκι και λόγω ύψους, συνήθως το οπτικό μου πεδίο σταματούσε κάπου στη μέση των ανθρώπων, έτσι λοιπόν, θυμάμαι καθαρά τις μακριές, φαρδιές φούστες που φορούσε και το άρωμα απ' τον καπνό του τσιγάρου της κάθε φορά που ερχόταν απ' την Αθήνα όπου έμεναν, στο Βόλο να δει τη μαμά μου.

Απ' το σπίτι τους στην Αθήνα θυμάμαι ελάχιστα πράγματα. Άλλωστε δεν ήμουν πάνω απο πέντε όταν με είχε κατεβάσει η μάνα μου μαζί της να με τρέξει σε διάφορους γιατρούς για το αλλεργικό άσθμα που με τυραννούσε ως παιδί.
Θυμάμαι το δωμάτιο που μ' είχαν βάλει να κοιμηθώ το βράδυ όπου απ' τα στόρια γλίστραγαν αχνά οι ανταύγιες απ' τα φώτα και ο θόρυβος του δρόμου. Μου 'χε κάνει μεγάλη εντύπωση αυτό. Ο θόρυβος δηλαδή. Απορούσα πώς γινόταν ένας δρόμος αργά το βράδυ να 'χει τόσα αυτοκίνητα.
Αργότερα έμαθα πως αυτός ο δρόμος ήταν η Αγίου Μελετίου.
Θυμάμαι ακόμα, ένα ψηλόλιγνο παλικάρι να μπαίνει και να βγαίνει στο σπίτι σαν σίφουνας. Ο γιος τους, ο Νικόλας.

Κάποια χρόνια αργότερα η θεία μου ήρθε κι εγκαταστάθηκε στο Βόλο. Πρέπει να 'μουν κοντά στα δώδεκα ή δεκατρία. Η μνήμη μου δε με βοηθάει εδώ.
Το θείο τον Γιάννη όμως δεν τον ήξερα ακόμα. Έλειπε.
Στα καράβια. Τον γνώρισα κάμποσο καιρό αργότερα και θυμάμαι πως τον αγάπησα με την πρώτη ματιά, όπως κι εκείνος.

Εκείνος τόσα χρόνια άκουγε για την κόρη της "Μπέμπας" όπως αποκαλούσε τη μαμά μου, κι όταν έφτασε με βρήκε πια σωστή δεσποινίδα.
"Η κόρη σου είναι αυτή, Μπέμπα; Δεν το πιστεύω! Τι εξωτικό μελανούρι είναι αυτό; Τύφλα να 'χουν οι Ταϊτιανές! Καλά δε λέω; Τι Έφη και Ιφιγένεια... Εγώ Τάϊ-Τάϊ θα τη φωνάζω!"
... Τι περιμένεις; Ναυτικός ήταν ο άνθρωπος... Ήταν δυνατό να μη τα παραλέει;
Βέβαια ήμουν ένα κοριτσάκι που άνθιζε σε γυναίκα, ήμουν όντως μελαχροινό και με λίγο εξωτική φάτσα και φυσικά καμιά εικοσαριά κιλά λιγότερη απο σήμερα, οπότε δεν ήθελε και πολύ, μου 'μεινε το... παρατσούκλι.

Στα μετέπειτα χρόνια, άπειρες φορές βρισκόμουν στο σπίτι τους κάνοντας αρμένικες βίζιτες. Στρωνόμουν με τις μέρες όταν έλειπε ο θείος ο Γιάννης για να κρατάω συντροφιά στη θεία την Κική. Ακόμα τη θυμάμαι να μου λεει: "Εφάκι, εδώ το σπίτι είναι σα δικό σου. Δε θα με ρωτάς για τίποτα. Να παίρνεις ό,τι θέλεις και να κάνεις ό,τι θέλεις".
Σιγά μην κόλωνα βεβαίως. Αρμένιζα όντως σα στο σπίτι μου κι έκανα ό,τι ήθελα.
Θυμάμαι μεσημέρια του καλοκαιριού, καθισμένες στο τραπέζι του καθιστικού, να μου μαθαίνει η θεία να ρίχνω πασιέτζες. Ούτε ξέρω πόσες μου 'χε μάθει. Και δως του καφεδάκι και κουβέντα. Καθόμουν και της έλεγα για τα φλερτ μου της τότε εποχής και χαχανίζαμε λες κι ήμασταν συνομίληκες. Την έβαζα να μου δείχνει τα κοσμήματά της και χάζευα τα βαζάκια με τις κρέμες και τα κραγιόν της.
Τα βράδυα νοικιάζαμε βιντεοκασσέτες και μασουλάγαμε ηλιόσπορα και πασατέμπους με τα φώτα σβηστά και τις μπαλκονόπορτες ανοιχτές. Άλλοτε πάλι κατηφορίζαμε περπατώντας ως την παραλία κι έπειτα γυρνάγαμε ξανά στο σπίτι.

Κι αργότερα, κάποια στιγμή, γύρισε κι ο θείος ο Γιάννης απ' τα καράβια κι άραξε κι εκείνος στο Βόλο.
Και τότε συμπληρώθηκε το καρέ.

Ο θείος ο Γιάννης, ψηλός, λεπτός και κομψός σαν τον Ντέιβιντ Νίβεν, με τα φουλάρια του, τα ωραία καρώ σακκάκια του και τις ατέλειωτες ιστορίες του.
Και πόσα δε μου 'λεγε. Για τα ταξίδια του, για τα μέρη που είχε επισκεφτεί, για τους συναδέλφους του... Ιστορίες...
Αν ήταν πολυλογάς; Φυσικά και ήταν.
Αν παραφούσκωνε τις ιστορίες του; Μα και βέβαια.
Αν τα παράλεγε καμιά φορά; Ενίοτε.
Ε, και λοιπόν; Αν δε τα 'κανε όλα αυτά τι σόϊ ναυτικός θα ήταν;
Κι αν δεν τα 'κανε όλα αυτά, ποια θα ήταν η γοητεία του θέματος;

Ο θείος ο Γιάννης, που έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της παρέας που αποτελούταν απο τους γονείς μου αρχικά και τους νονούς μου που προστέθηκαν αργότερα και φυσικά την αφεντιά μου.
Είχα όλους τους αγαπημένους μου "μεγάλους" μαζί.
Και δως του τσάρκες και βόλτες, και δως του ταβερνάκια και ουζερί και πιτσαρίες, και δως του βόλτες στην παραλία του Βόλου και κρασάκια στο ταβερνάκι του Χόντου στον Άνω Βόλο, αλλά και Κυριακάτικα μαζώματα πότε στο σπίτι του ενός και πότε του αλλουνού.
Ο θείος ο Γιάννης που άνοιγε τις πόρτες για να περάσουν οι κυρίες της συντροφιάς και περίμενε να καθίσουν εκείνες πρώτες για να κάτσει κι αυτός στο τραπέζι.
Ο θείος ο Γιάννης που όταν άρχιζε τα κομπλιμέντα δεν είχε τελειωμό κι ακόμα και τα μισά να πίστευε απ' όσα έλεγε σ' έκανε να νιώθεις τουλάχιστον σαν την πριγκίπισσα Σίσι σε ομορφιά και χάρη, πυρηνικός επιστήμονας σε ευφυία και ρητορικότερος του Λυσία σε λέγειν.
Που έπαιρνα δεκάξι στα μαθηματικά κι εκείνος παινευόταν πως η ανιψιά του είναι ιδιοφυϊα και αριστούχα.
Που όταν είχα περάσει στα ΤΕΙ κι είχα βρει μια κουτσοδουλίτσα σ' ένα γραφείο για τα πρώτα μου έξοδα, εκείνος έλεγε πως διαπρέπω και πως θα γίνω μεγάλη και τρανή.
Και δεν τα 'λεγε για να τα πει...
Τα 'λεγε με αγάπη, αγάπη που τονιζόταν ακόμα περισσότερο απ' την υπερβολή του.

Ο θείος ο Γιάννης που όταν μιλούσε για τη γυναίκα του έλεγε πάντα "η Κικίτσα" ή "το κοριτσάκι", και για τη νύφη του "το Χριστινάκι"... Που δεν άφηνε ποτέ τις γυναίκες της παρέας χωρίς κομπλιμέντο, ακόμα κι όταν οι χριστιανές φορούσαν τα καθημερινά τους ρούχα κι ούτε υποψία κραγιόν στα χείλη.

Και για τους άντρες της παρέας όμως δεν πήγαινε πίσω. Ο πατέρας μου ήταν "μάστορας στη δουλειά του, όχι αστεία!" κι ο νονός μου πάλι "καλλιτέχνης ο Δημητράκης, πως να το κάνουμε... καλλιτέχνης".

Κι απ' την άλλη βέβαια, όταν άστραφτε και βρόνταγε το "κοριτσάκι", η "Κικίτσα" μπορούσε να γίνει "άκου να σου πω, κυρία Κική γαμώ το κέρατό μου" κι άρχιζαν τα καντήλια και τα δώδεκα ευαγγέλια ν' ανεβοκατεβαίνουν, κι όταν αρπαζόταν με το νονό και τον πατέρα μου για τα πολιτικά, έλεγες τώρα θα σκοτωθούν και δε θα ξαναπούν καλημέρα στον αιώνα τον άπαντα.

Αλλά τι τα θες... έντονος άνθρωπος με έντονο ταπεραμέντο. Κι οι θυμοί του κι οι εκρήξεις του το ίδιο δυνατές με την αγάπη και τη γλυκύτητά του.
Άλλωστε τι κακία να του κρατήσεις...εκεί που κατέβαζε τα εξαπτέρυγα, εκεί του πέρναγε κι άρχιζε τα "κοριτσάκι, να σου ψήσω ένα καφεδάκι;"

Θυμάμαι ακόμα μια πρωτομαγιά που είχαμε παει στο περιβόλι της νονάς μου.
Θυμάμαι το θείο το Γιάννη να κόβει σπάρτα και να τα προσφέρει στη μάνα μου.
Τον θυμάμαι να καλαμπουρίζει με όλους και ν' αρχίζει εκείνες τις καταπληκτικές μιμήσεις του μέχρι που φτιάχναμε καινούριο συκώτι απ' τα γέλια.

Τον θυμάμαι πάλι σε άσχετες εντελώς στιγμές, εκεί που καθόμασταν όλοι και τα λέγαμε χαλαρά, να σηκώνεται να παει τάχα μου στο μπάνιο, και να γυρνάει ένας... άλλος.
Πώς τα κατάφερνε κι άλλαζε φάτσα, έκφραση, γκριμάτσες και φωνή, είναι άξιο απορίας.
Φόραγε στραβά τη ζακέτα του, έφερνε και τα μαλλιά μπροστά στα μάτια, κατέβαζε κάπως περίεργα τα γυαλιά πάνω στη μύτη του και να σου! Ξαφνικά σου ζωντάνευε μπροστά σου τον Τζέρι Λούις κι έδινε ρεσιτάλ γέλιου.
Μας έπιαναν τέτοια νευρικά χάχανα που στο τέλος πάντα φώναζε η κυρά Βικτώρια:"Σταμάτα, Γιάννη, που να σκάσεις, σταμάτα, με πήραν τα δάκρυα απο τα γέλια"...
Συχνά του έλεγα πως αν δεν είχε παει στα καράβια, σίγουρα θα έπρεπε να βγει στο σανίδι. Η θεατρική σκηνή έχασε ένα μεγάλο μίμο και κωμικό...

Τα χρόνια κύλησαν, εγώ έφυγα απ' το Βόλο και βρέθηκα να τους βλέπω αραιά και που πια. Το ίδιο και τους νονούς μου. Ο χρόνος πάντα λίγος και αγχωμένος...
Παρέμεναν πάντα όμως οι αγαπημένοι μου "μεγάλοι".
Κι εγώ άλλωστε, παρέμενα το "μουσμούλι" για το νονό και τη νονά μου, και η "Τάϊ-Τάϊ" για το θείο το Γιάννη και τη θεία την Κική.
Ξέρω πως πάντα ρωτούσαν τι κάνω και πώς τα παω, κι εγώ το ίδιο για κείνους.
Ξέρω και πως ο θείος ο Γιάννης κάθε βράδυ προσευχόταν για όλους μαζί και ξεχωριστά για τον καθένα. Και για μένα.
Ξέρω πως με σκέφτονταν με αγάπη όπως κι εγώ.
Κι ας είχαμε χαθεί, κι ας είχα χρόνια να περάσω απ' το σπίτι να τους δω...

Όλο έλεγα πως θα παω, κι όλο ο χρόνος δεν ήταν αρκετός, όλο με την ψυχή στο στόμα και τη βαλίτσα στο χέρι...

Χτες τα ξημερώματα ο θείος ο Γιάννης αποφάσισε να μπαρκάρει για άλλη μια φορά.
Αποφάσισε να σκίσει τις θολές γραμμές των οριζόντων και ν' ανταμώσει όλους όσους έφυγαν απο κοντά μας όλα αυτά τα χρόνια.
Η αρρώστια του σύντομη... ούτε μια βδομάδα. Δεν ταλαιπώρησε κανέναν και δεν ταλαιπωρήθηκε κι ο ίδιος.

Δεν πρόλαβα ν' ανέβω να τον αποχαιρετήσω. Το 'μαθα αργά κι ο χρόνος δε με έπαιρνε.
Ο χρόνος για άλλη μια φορά κανόνισε εκείνος κατά πως ήθελε τα πράγματα.

Φυσούσε ένα αεράκι τόσο όμορφο σήμερα την ώρα που άκουγα το χαμό του θείου απ' την πνιγμένη φωνή της μάνας μου στο τηλέφωνο...ένα τόσο ωραίο αεράκι που μέσα στη σύγχιση του μυαλού μου και στα δάκρυα που θόλωναν τα μάτια μου, έπιασα τον εαυτό μου να ρωτάει νοερά το θείο:
"Θείε, Γιάννη, πώς τον λένε αυτόν τον αέρα; Θα 'ναι καλός για το ταξίδι σου; Θα 'ναι ευνοϊκός για τα πανιά που άνοιξες τούτη τη φορά;"

Βγαίνοντας στο πεζοδρόμιο το αεράκι μου 'στειλε την απάντησή του: "Θα είναι, ανιψιά, θα είναι".

Καλό ταξίδι, θείε Γιάννη.
Κι όταν θ' ανταμωθούμε ξανά, ξέρεις εσύ... να 'χεις έτοιμο το δίσκο με τα καφεδάκια.


Παρασκευή, Μαρτίου 24, 2006

Ομοφυλοφιλία και Ινδιάνοι



Πάντα πίστευα πως οι Ινδιάνοι, και ιδιαίτερα οι παραδόσεις τους και ο τρόπος ζωής τους είχαν και έχουν ακόμη πολλά να διδάξουν στον πολιτισμένο άνθρωπο της Δύσης.
Και δεν αναφέρομαι ούτε στο σεβασμό που έτρεφαν για τη φύση που τους περιέβαλλε, ούτε για τις γνώσεις τους στα βότανα και τις εναλλακτικές θεραπείες, ούτε στη μουσική και τις λοιπές παραδόσεις τους.

Αυτή τη φορά ήθελα να μιλήσω για την αντιμετώπισή τους απέναντι στους ομοφυλόφιλους.

Τι; Δε σας έρχεται εύκολη στο νου η εικόνα ενός Ινδιάνου ομοφυλόφιλου;
Γιατί; Η ομοφυλοφιλία είναι προνόμιο της σημερινής εποχής; Σαφώς όχι.
Αν σας δυσκολεύει η σύνδεση, τότε δε φταίει τίποτα περισσότερο απο τα στερεότυπα που με τόση μαεστρία έχουν περάσει στο νου των περισσοτέρων απο μας. Χόλυγουντ γαρ...

Σκεφτόμουν λοιπόν, πως λαοί όπως οι Ινδιάνοι, που αντιμετώπιζαν με τόσο σεβασμό τη Φύση γενικότερα, δε θα ήταν δυνατό να μην έχουν κάποια "ξεχωριστή" αντιμετώπιση και για τους ομοφυλόφιλους.
Και ήμουν σίγουρη πως η αντιμετώπισή τους θα απείχε παρασάγγας απο την αντιμετώπιση του μοντέρνου, προχωρημένου και κυρίως πολιτισμένου δυτικού κόσμου μας.
Δεν έπεσα έξω.

Λίγο ψάξιμο στο δίκτυο, κι έπεσα πάνω στους Two Spirit.


Ακολουθεί ελεύθερη μετάφραση πληροφοριών που "ψάρεψα" στο δίκτυο:

Ο όρος Two Spirit (Δύο Πνεύματα) χρησιμοποιήθηκε απ’ τις περισσότερες αν όχι όλες τις φυλές των αυτοχθόνων Ινδιάνων της Αμερικής ως αντίστοιχο των σημερινών λέξεων: γκέι, λεσβία, μπαϊσέξουαλ, ερμαφρόδιτος.
Για τους Ινδιάνους, ο όρος Δύο Πνεύματα σήμαινε ένα αρσενικό κι ένα θηλυκό πνεύμα που συνυπήρχαν σε ένα σώμα.

Το πρώτο βήμα προς τη ζωή κάποιου ως Two Spirit γινόταν συνήθως στη διάρκεια της παιδικής ηλικίας.

Οι Papago είχαν ένα τελετουργικό που βοηθούσε την έγκαιρη ένταξη του ατόμου σ’ αυτή την κατηγορία: Αν οι γονείς παρατηρούσαν πως ο γιος τους δεν ενδιαφερόταν για τα αγορίστικα παιχνίδια ή για τις αντρικές ασχολίες, έκαναν μια τελετή για να προσδιορίσουν πώς θα έπρεπε να μεγαλώσουν το παιδί τους.
Έφτιαχναν έναν κύκλο με θάμνους και ξερόκλαδα και τοποθετούσαν στο κέντρο του ένα τόξο κι ένα γυναικείο καλάθι. Έλεγαν στο παιδί να μπει στον κύκλο και να φέρει κάτι απ’ τα δυο έξω, και καθώς εκείνο έμπαινε έβαζαν φωτιά στα ξερόκλαδα. Περίμεναν να δουν τι θα έπαιρνε το παιδί μαζί του καθώς έβγαινε τρέχοντας απ’ τον κύκλο, κι αν διάλεγε το γυναικείο καλάθι, τότε οι γονείς αποδεχόντουσαν πως το παιδί τους ήταν Two Spirit και το μεγάλωναν ανάλογα.

Οι Mohave πάλι, είχαν κάποιο ανάλογο τελετουργικό που γινόταν όταν το παιδί βρισκόταν ανάμεσα στα εννιά και τα δώδεκά του χρόνια. Η φύση του τελετουργικού αυτού ήταν διαφορετική, αλλά η κεντρική ιδέα ήταν η ίδια: Να επιτραπεί στη φύση του παιδιού να επικρατήσει.
Ετοίμαζαν έναν κύκλο με τραγούδια κρυφά απ’ το παιδί, όπου συμμετείχε ολόκληρη η κοινότητα καθώς και μακρινοί φίλοι και συγγενείς. Την ημέρα της τελετής όλοι συγκεντρώνονταν σε κύκλο και τοποθετούσαν το παιδί στη μέση του κύκλου. Αν το παιδί παρέμενε στον κύκλο, ο τραγουδιστής, κρυμμένος μέσα στο πλήθος, άρχιζε να τραγουδά τα τελετουργικά τραγούδια και το αγόρι, αν ήταν προορισμένο να ακολουθήσει τον δρόμο του Two Spirit, θα άρχιζε να χορεύει κατά το γυναικείο τρόπο. «Δε θα μπορούσε να κάνει αλλιώς», λένε οι Mohave. Έπειτα από το τέταρτο τραγούδι το παιδί ανακηρυσσόταν ως Two Spirit και ανατρεφόταν με τον ανάλογο τρόπο.

Ποιος ήταν αυτός ο τρόπος;
Μάθαιναν στο νεαρό παιδί τις δουλειές που έκανε μια γυναίκα, καθώς και αυτές που αντιστοιχούσαν σ’ έναν άντρα. Επίσης, το αγόρι περνούσε χρόνο κοντά στους θεραπευτές, οι οποίοι ήταν συνήθως Two Spirit κι οι ίδιοι.
Το σημαντικότερο απ’ όλα, ήταν πως το παιδί περνούσε την παιδική του ηλικία μέσα στην κατανόηση και την αποδοχή, και δεν το απομόνωναν επειδή ήταν διαφορετικό.

Ο Joseph Quinones, εξάδελφος ενός νεαρού Yaqui Two Spirit, διηγείται τα ακόλουθα:
«Μια φορά, όταν είμασταν παιδιά, τον κοροϊδεύαμε που δεν έμοιαζε με όλα τα άλλα αγόρια, όμως η Μεγάλη Θεία μου, η οποία ήταν η Αρχηγός της Φυλής, μας μάλωσε πολύ άσχημα. Μας είπε πως αυτό ήταν μέρος του χαρακτήρα του και πως θα έπρεπε να τον σεβόμαστε».

Όλες οι φυλές αποδέχονταν την ύπαρξη ανθρώπων Two Spirit και η καθεμιά είχε ένα όνομα γι’ αυτούς.
Στους Din?h (Navaho) ήταν οι N?dleeh? (κάποιος που έχει μεταμορφωθεί).
Στους Lakota (Sioux) ήταν οι Winkte.
Στους Mohave ήταν οι Alyha.
Στους Zuni λεγόντουσαν Ihamana.
Στους Omaha ήταν οι Mexoga.
Στους Aleut και τους Kodiak ήταν οι Achnucek.
Στους Zapotec οι Ira’ muxe.
Στους Cheyenne ήταν οι Man eh.
Όλες αυτές οι διαφορετικές ονομασίες αποδεικνύουν πόσο εξοικειωμένοι ήταν οι Ινδιάνοι με τους ομοφυλόφιλους.

Οι Two Spirit, σύμφωνα με τις πηγές, είχαν ιερό ρόλο.
Ο Terry Calling Eagle, που ανήκει στη φυλή των Λακότα, αφηγείται:
«Οι Winktes πρέπει να έχουν γεννηθεί έτσι. Ο κόσμος καταλαβαίνει από πολύ νωρίς πως κάποιος πρόκειται να γίνει Winkte. Γύρω στην ηλικία των δώδεκα οι γονείς πηγαίνουν το παιδί σε μια τελετή για να επικοινωνήσει με νεκρούς προγόνους Winkte οι οποίοι κατέχουν δυνάμεις ώστε να εξακριβωθεί πως δεν πρόκειται για μια περαστική φάση, αλλά για κάτι μόνιμο που θα διαρκέσει σε όλη τη ζωή του παιδιού. Αν εμφανιστεί το κατάλληλο όραμα, και γίνει εφικτή η επικοινωνία με το πνεύμα κάποιου προγόνου Winkte τότε όλοι δέχονται το παιδί ως Winkte».

Στην καθημερινή ζωή ένας άντρας Two Spirit συνήθως φορά γυναικεία ρούχα και κάνει γυναικείες δουλειές, ενώ γίνεται δεκτός ως «μια από τις γυναίκες».
Μπορεί επίσης να πάρει για σύζυγό του κάποιον άντρα από τη φυλή ή να έχει ερωτικές σχέσεις με περισσότερους, ή και τα δυο μαζί. Γενικά οι άντρες Two Spirit δεν αναμένεται να έχουν σχέσεις με γυναίκες, αν και κανείς από τους παραπάνω κανόνες δεν τηρούταν απαρεγκλίτως.

Η Claire R. Farrer, μια ανθρωπολόγος που ασχολήθηκε εκτεταμένα με τους ιθαγενείς Ινδιάνους αναφέρει για την κατάσταση που επικρατεί στους Απάτσι Mescalero:
"Οι ομοφυλόφιλοι ενήλικοι άνδρες στους Mescalero θεωρούνται συνήθως άνθρωποι δύναμης. Επειδή διαθέτουν τόσο τις αρσενικές όσο και τις θηλυκές ιδιότητες πιστεύεται πως μπορούν να «δουν» τόσο με τα μάτια ενός τέλειου άντρα όσο και με τα μάτια μιας τέλειας γυναίκας. Συχνά γίνονται θεραπευτές ή διάμεσα ή ερμηνευτές ονείρων ή τραγουδιστές και γενικώς άτομα των οποίων η ζωή είναι αφιερωμένη στο καλό της φυλής. Αν τυχόν φερθούν περίεργα ή παράξενα, οι υπόλοιποι θεωρούν πως έχουν το δικαίωμα και τη δύναμη να το κάνουν αυτό και γι’ αυτό κανείς δεν τους ζητά το λόγο".

Πέρα από τις πνευματικές τους ικανότητες, οι ικανότητές τους για εργασία επίσης τους τοποθετούσαν σε υψηλή θέση στη φυλή. Παρόλο που ένας άντρας Two Spirit συνήθως αναλαμβάνει καθήκοντα γυναίκας, δεν παύει να έχει τη δύναμη ενός άντρα, κι έτσι η παραγωγικότητά του είναι ανώτερη από των περισσότερων γυναικών.
Επιπλέον, η καλή τους επικοινωνία με τα παιδιά και η δυνατότητά τους να τα διδάσκουν, η γεναιόδωρη φύση τους και οι ξεχωριστές τους πνευματικές και καλλιτεχνικές ικανότητες αποτελούσαν αρετές που τους έκαναν να θεωρούνται ανεκτίμητοι ως σύζυγοι.

Στους νεότερους χρόνους, όλη αυτή η αποδοχή της διαφορετικότητας υποσκάφτηκε από τη σχολική εκπαίδευση, την επιρροή των χριστιανών ιεραποστόλων και την τηλεόραση που πήρε τη θέση της πνευματικότητας της Φυλής με αποτέλεσμα τα άτομα που είναι Two Spirit να αντιμετωπίζονται με όλο και μεγαλύτερη καχυποψία από τα λιγότερο παραδοσιακά μέλη των φυλών.
Ο Robert Stoller παρατηρεί την "…απώλεια των τελετουργικών αποδοχών για τέτοια άτομα. Δεν υπάρχει πια χώρος για έναν τέτοιο ρόλο –ή ακόμα περισσότερο για μια τέτοια ταυτότητα– ενός αρσενικού-θηλυκού, του οποίου τα όρια είναι καθορισμένα μέσα από έθιμα, κανόνες και υποχρεώσεις. Οι περισσότερες Φυλές έχουν πια ξεχάσει κι οι ρόλοι αυτοί έχουν χαθεί".

Παρόλα αυτά, σήμερα πολλοί ιθαγενείς Ινδιάνοι Two Spirit επανέρχονται ξανά στην ενεργό δράση κι επιστρέφουν στις πολιτιστικές και πνευματικές τους ρίζες, στο εσωτερικό τους κάλεσμα.
Όπως λεει ο Michael Red Earth: «Σήμερα είναι εύκολο να μπερδευτεί κανείς με όρους όπως γκέι, στρέιτ, μπάι, Winkte. Εγώ πάντως, μόλις συνειδητοποίησα πως η οικογένειά μου με αποδεχόταν και μου φερόταν με σεβασμό, και πως ο σεβασμός αυτός οφειλόταν στην κληρονομιά της Ινδιάνικης παράδοσής μας, βρήκα το κουράγιο να μιλήσω ανοιχτά για τον εαυτό μου στους άλλους και να αναλάβω τις ευθύνες μου ως άτομο Two Spirit».

Τέλος κλείνοντας, θα αναφέρω τα λόγια του Joe Medicine Crow ενός συντηρητικού Ινδιάνου Crow:
«Εμείς δεν χαραμίζουμε τους ανθρώπους όπως κάνει η κοινωνία των λευκών. Ο κάθε άνθρωπος έχει το χάρισμά του».

Πηγές: Εδώ και εδώ. Είμαι σίγουρη πως αν ψάξετε λίγο περισσότερο θα βρείτε κι άλλες...

Πολύ θα ήθελα να δω τι έχουν να μας πουν, να σχολιάσουν και να καυτηριάσουν οι σχολικοί σύμβουλοι, το παπαδαριό, οι παιδοψυχολόγοι, η πολιτεία, τα μοντέρνα "νιάτα" του σήμερα που στα τρυφερά δεκαοχτώ τους χρόνια "φρικιάζουν" με την ιδέα του γάμου των ομοφυλοφίλων, καθώς και τα λοιπά εκλεκτά μέλη της προχωρημένης, ανεκτικής, και σαφώς μή-ρατσιστικής κοινωνίας μας.

Αλλά ξέχασα.... Οι Ινδιάνοι ήταν "άγριοι" και "απολίτιστοι". Μην το ξεχνάμε αυτό...

Άλλωστε, τι μαλακίες κάθομαι και γράφω στη μία τα μεσάνυχτα η γυναίκα... Εδώ ο κόσμος βουίζει με το "ολοζώντανο" σκήνωμα του ιερομονάχου Βησσαρίωνα κι εγώ ασχολούμαι με το πώς κατέτασσαν και ενσωμάτωναν στη φυλή τους τους γκέι οι Ινδιάνοι.

Πώς; Δε σας φάνηκε και τόσο ανέπαφο και ολοζώντανο το σκήνωμα;
Ορίστε; Κάπως σαν μούμια σας έφερνε, και μάλιστα σε χειρότερη κατάσταση απο κείνη των φαραώ της Αιγύπτου;
Α, ρε κυρία Λουκά και Χριστόδουλος που σας χρειάζεται.... Φωτιά και μπουρλότοοοο.

Σάββατο, Μαρτίου 18, 2006

What is the colour of your soul?

Λίγες μέρες πριν κατά τις οχτώμισι γύριζα στο σπίτι μετά τη δουλειά.
Ήταν (ως συνήθως) μια δύσκολη μέρα και η διάθεσή μου ήταν τύπου "όποιος μου πει καλησπέρα θα του πάρω το κεφάλι".
'Ετσι αντί να παω κατευθείαν στο σπίτι έκανα μια μικρή βόλτα -το γύρο της πλατείας δηλαδή- για να ξελαμπικάρει λιγάκι το μυαλό μου προτού παω να χωθώ στα μπουντρούμια της μετάφρασης.
Και περνώντας μπροστά από ένα περίπτερο έπεσα πάνω στο τρίτο τεύχος του Soul. Δεν το είχα διαβάσει ξανά ως τώρα, κι έτσι αποφάσισα να το πάρω.
Γυρνώντας σπίτι το ξεφύλισα, και φυσικά έπεσε το μάτι μου και στο άρθρο για τις φυλές των μπλογκς.

Διαβάζοντάς το γέλασα πολύ... μου έφτιαξε στην κυριολεξία τη διάθεση και το βράδυ.
Φυσικά και "αναγνώρισα" τον εαυτό μου τουλάχιστον σε κανά δυο "παραδείγματα" των φυλών των μπλόγκερ... εκεί ας πούμε που οι διάφορες "αλαφροίσκιωτες" γκόμενες ποστάρουν στίχους, πονήματα, εσώψυχα κι όλα αυτά με ψιλό... μαύρη (λέγε με γκόθικ) διάθεση.

Όχι πως είμαι απόλυτα γκόθικ ή μες τη μαύρη μαυρίλα, αλλά ρε παιδάκι μου πώς να το κάνουμε, εν γένει ο Τύπος Νυχτερινός δεν είναι και το πιο χαλαρό, κεφάτο και ανέμελο μπλογκ που βγήκε εν Ελλάδι :)

Μου άρεσε όλη αυτή η προσέγγιση, το κείμενο ήταν προσεγμένο και το χιούμορ του κατανοητό, απτό και ίσως κάπου-κάπου φλεγματικό... αλλά πως να το κάνουμε, η σάτιρα και το χιούμορ έχουν και τα δυο προαναφερόμενα στοιχεία.
Άφησα το περιοδικό σε μιαν άκρη και το... ξέχασα. Μέχρι λίγες μέρες αργότερα, όταν αντιλήφθηκα πως είχε γίνει απίστευτος ντόρος και σάλος για το θέμα.
Κυριολεκτικά έπεσα απο τα σύννεφα.

Διάβαζα σχόλια δεξιά κι αριστερά και δεν πίστευα στα μάτια μου.
Μα είναι δυνατόν; αναρωτιόμουν. Είμαστε σοβαροί;

Όταν ο μας κατέβαζε καντήλια ο κος Πανόπουλος της Athens Voice και μας πέρναγε γεννεές δεκατέσσερις, που ήταν όλοι αυτοί να βγουν να σκίσουν τα ιμάτιά τους; Όταν αποκαλούσε όλες ανεξαιρέτως τις φυλές των μπλόγκερς ανέραστους, κομπλεξικούς τριανταπενταφεύγα και μας προέτρεπε με κείνο το περιβόητο πια "get a life" (λες κι όλοι μας φυτοζωούσαμε μέχρι τότε κι αποκτήσαμε "ζωή" και "λόγο" και "υπόσταση" μόνο μέσα απ' το μπλόγκιγκ), που ήταν όλοι αυτοί που τώρα διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, να βγουν και να πάρουν θέση;

Το άρθρο του Soul τους χάλασε τη μαγιονέζα;

Και εν τέλει, είναι δυνατόν να μην μπορούν να ξεχωρίσουν που τελειώνει το χιούμορ και η καλοπροαίρετη σάτιρα και που αρχίζει η εμπάθεια, η κακεντρέχεια, ο εμπαιγμός και η χαιρεκακία;

Ε, τότε τι να πω; Αν το πράγμα είναι έτσι, τότε παιδιά...

.... περαστικά μας.

Σάλτσα Ναπολιτάνα

Καμιά φορά, βρίσκεσαι να συζητάς στο κινητό τα εσώψυχά σου, όντας μέσα σε ένα σούπερ μάρκετ, μπροστά στο ράφι με τα ζυμαρικά, κρατώντας στ...