<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d12720662\x26blogName\x3d%CE%A4%CE%A5%CE%A0%CE%9F%CE%A3+%CE%9D%CE%A5%CE%A7%CE%A4%CE%95%CE%A1%CE%99%CE%9D%CE%9F%CE%A3\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLUE\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://typosnyxterinos.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://typosnyxterinos.blogspot.com/\x26vt\x3d7449070411351450586', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Ποτέ μη λες ποτέ (μέρος δεύτερο)

Τετάρτη, Ιουνίου 13, 2012
Έλεγα λοιπόν, ότι εγώ έβλεπα τις πελάτισσές της, κι από μέσα μου τραγούδαγα τη "Μοδίστρα" της Ρένας Βλαχοπούλου. Όχι ότι είχα και μεγάλο άδικο! Γκρινιάρες και παρανοϊκά απαιτητικές οι περισσότερες. Σου 'ρχοταν η άλλη μ' ένα βυζί τρία στρέμματα και μια περιφέρεια κυβικών Πελοππονήσου, κι ήθελε να της ράψεις κολλητό το φόρεμα για να την κόβει. Κι η αδύνατη που ήταν πλάκα μπρος και πλάκα πίσω, ήθελε να έχει χάρη το ρούχο, γιατί νόμιζε ότι έτσι θα τονιστούν οι, ανύπαρκτες, καμπύλες της.

Και καλά οι παραλογισμοί τους και το ότι είχαν άποψη και για το πώς πρέπει να ραφτεί το ρούχο, κάτι τέτοιο είναι μάλλον αναμενόμενο σ' αυτό το επάγγελμα. Αλλά εκεί που έπρεπε να σ' έχω από μια πλευρά, ήταν στα παζάρια την ώρα της πληρωμής. Και κόψε κάτι, και πολλά ζητάς, και άμα πάω στην παρακάτω μου ζητάει ένα πεντακοσάρικο λιγότερο, και σιγά μωρέ, ένα φορεματάκι εκεί δα ράψαμε, δεν φτιάξαμε παλτό!

Σε μια τέτοια ωραία φάση λοιπόν, ήρθε κάποια χριστιανή -ούτε και θυμάμαι πλέον ποιά ήταν, κι άρχισε τη γκρίνια για το τελειωμένο πλέον ρούχο: δεν έκανε έτσι, δεν έκανε αλλιώς, δεν έστρωνε δεξιά, τράβαγε αριστερά, τσίτωνε παραπέρα... Άκουγα εγώ από το μέσα δωμάτιο και φόρτωνα. Γιατί ήξερα πού το πήγαινε.Το ρούχο μια χαρά ήταν. Την αμοιβή ήθελε να κόψει.
Κι όταν μπήκε πια στο προκείμενο κι άρχισε τα παζάρια, όσο εγώ αντιλαμβανόμουν ότι η μάνα μου συνδιαλλεγόταν μαζί της σε τόνο ήπιο και ήρεμο, τόσο μου ανέβαιναν τα κατσίκια στο κεφάλι. Μέχρι που σε κάποια στιγμή είδα κόκκινα, πετάχτηκα σαν τον κομήτη, και όρμησα μέσα στο δωμάτιο να της τα πω καμπόσα.

Γκάριξα μ' όλη τη δύναμη της φωνής μου. Το τι της έσουρα δεν το θυμάμαι, αλλά κάποια στιγμή πήρα το ρούχο της και της το πέταξα στη μούρη. Φρουμάζοντας σαν άλογο, κατέληξα σε κάτι του τύπου άμα θες φτηνά κυρά μου, να πας να πάρεις απ' τα έτοιμα. Δε θα την πεθάνεις εσύ τη μάνα μου. Πάρτο το κουρέλι σου και μην ξαναπατήσεις το πόδι σου άμα δε σ' αρέσει και τα λεφτά σου δεν τα θέλουμε.

Η μάνα μου η κακομοίρα είχε καταπιεί τη γλώσσα της.
Το πώς έφυγε η πελάτισσα είναι μια άλλη ιστορία, πάντως έφυγε κακήν-κακώς. Το ότι γλίτωσε και καμιά μπούφλα ήταν θαύμα. Πάντως ξέρω ότι τα λεφτά τα πήρε η μάνα μου, και η πελάτισσα συνέχισε να έρχεται τακτικότατα. Παζάρια δε, δεν έκανε ποτέ ξανά. Κι εμένα με καλημέριζε πάντα στο δρόμο μες το μέλι και την ευγένεια.Αμ, κι ο Άγιος φοβέρα θέλει, παλιομουρλέγκω, έλεγα εγώ από μέσα μου κάθε φορά που την συναπαντούσα στο δρόμο.

Μ' αυτά και με τα άλλα, πού ν' ακούσω εγώ για ράψιμο.
Το μόνο που καταδεχόμουν να κάνω ήταν να βγάζω πατρόν για τη μάνα μου, από τα γερμανικά Burda της εποχής, τα οποία δεν ήταν καν μεταφρασμένα στα ελληνικά τότε. Γιατί ενώ στη μάνα μου φαινόταν μπελαλίδικο, εμένα μου έκανε κέφι. Κατά τα άλλα δεν έμαθα ποτέ να ράβω ούτε ένα στρίφωμα που έλεγε κι η κυρία Βικτωρία. Καημό το είχε. Με παρακάλαγε επί χρόνια σαν το Χριστό.
Τίποτα εγώ, μουλάρι κανονικό.

Αλλά είχα τα δίκια μου. Πέραν του ότι οι πελάτισσες μου άναβαν τα λαμπάκια, είχα πάντα και το  παράπονο ότι ποτέ δεν προλάβαινε η μάνα μου να μου ράψει όσα ρούχα ήθελα. Κατά το "του τσαγκάρη το παιδί δεν αποχτάει παπούτσια". Όχι ότι δεν μου έραβε. Αλλά όποτε μπορούσε και προλάβαινε. Για να μην πω και για τους τσακωμούς κάθε φορά που τελικά μου έραβε κάτι.
Πρώτων εγώ δεν άντεχα με τίποτα τις πρόβες. Καλύτερα να μ' έβαζες να τρέξω μαραθώνιο, απ' το να κάτσω ακίνητη για όση ώρα διαρκούσε η πρόβα. Δε γινόταν ρε παιδί μου, μ' έτρωγαν τα χέρια μου, στριφογυρνούσα, χτυπούσα το πόδι σαν νευρόσπαστο... Άσε, άσε, εφηβεία παιδί μου!
Κι μονίμως να γκρινιάζω για το ίδιο θέμα:
-Ρε μάνα, πιο στενό σου λέω, σαν ράσο είναι τούτο!
-Έλα παππού μου να σου δείξω τ' αμπελοχώραφά σου! τι θες να το κάνουμε το φόρεμα, κορσέ; ν' ανοίγουν οι ραφές άμα κάθεσαι ή άμα πας ν' ανέβεις ένα σκαλί;
-Δε θ' ανέβω σκαλί χριστιανή μου, ούτε θα κάτσω, θα στέκομαι όρθια σαν το στυλιάρι, σε πειράζει εσένα; Στένεψέ το κι άλλο!
-Μα δεν στενεύει άλλο ρε παιδί μου, χάνει τη χάρη του το ρούχο!
-Σκασίλα μου εμένα για τη χάρη του. Εγώ το θέλω στενό λέμε!

Όπως και να 'χει, στα επόμενα χρόνια που έφυγα απ' το σπίτι και ζούσα μόνη μου, δεν ήταν λίγες οι φορές που αυτοφασκελώθηκα για την τότε ξεροκεφαλιά μου, ειδικά σε φάσεις που βρέθηκα να πληρώνω για οποιαδήποτε επιδιόρθωση χρειάστηκα σε ρούχο. Ειδικά μ' ένα βραδυνό φόρεμα που χρειάστηκε να κοντέψουν οι τιράντες του και μου ζήτησαν 12 ευρώ. Ήμαρτον παιδιά! Δώδεκα ευρώ για να μου μαζέψεις κυρά μου λίγο τις τιράντες; Έχε χάρη που ήταν δαντέλα το ρούχο και δεν είχα την επιτηδιότητα να το κάνω μόνη μου.
Αλλά και που γκρίνιαζα τι έβγαζα; Την ευκαιρία μου να μάθω την είχα χάσει. Η μάνα μου βρισκόταν τριακόσια τόσα χιλιόμετρα μακριά, αλλά και κοντά να την είχα, η προχωρημένη ηλικία της δεν της επέτρεπε να κάτσει να σπάει το κεφάλι της για να μάθει το στουρνάρι τα της ραπτικής. Κάθε φορά που μεταξύ σοβαρού κι αστείου στη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών τη ρωτούσα αν έφτανε ο χρόνος για να μου μάθει κάποια πράγματα, μου απαντούσε το ίδιο: Τρία χρόνια θες για να μάθεις τα βασικά. 
Και φυσικά μαζευόμουν ξανά στο καβούκι μου, βρίζοντας και πάλι την ξερή μου την κεφάλα.
Μέχρι που πριν κανά δυο μήνες, μου χάρισαν μια ραπτομηχανή.
Εδώ σε θέλω φίλε μου.
Τι την κάνουν τώρα; Εγώ είχα να πιάσω ραπτομηχανή στο χέρι από την εποχή των παγετώνων. Ούτε πώς βάζουμε την κλωστή δε θυμόμουν. Και καλά μεν, οι ραπτομηχανές στα βασικά τους μοιάζουν, αλλά πανομοιότυπες δεν είναι. Την βουτάω λοιπόν παραμάσχαλα στην πρώτη επίσκεψή μου στο Βόλο και μου δείχνουν τα βασικά. Και μέχρι να γυρίσω στην Αθήνα έχω ξεχάσει τα μισά.
Άντε και την περάσαμε τη ρημαδοκλωστή, άντε και βρήκαμε το ίσιο γαζί, το καρίκωμα, άντε και καταλάβαμε και πώς περνάμε τη μασουρίστρα. Παρακάτω τι γίνεται;
Έβαζα να φτιάξω ένα ίσιο γαζί και μου 'βγαινε κυματιστό. Δοκίμαζα το καρίκωμα, και το ύφασμα έσφιγγε και γινόταν σούρες. Πήγαινα να γαζώσω μια καμπύλη και μου σπαγε η κλωστή. Για να μην πω ότι έσπασα κάμποσες βελόνες στις διάφορες προσπάθειες.
Κι άρχισαν τα τηλέφωνα στο Βόλο κάθε τρεις και λίγο: Ρε μάνα, πώς διάολο γίνεται να μου βγαίνει το γαζί από πάνω καλό κι από κάτω περαστό; Γιατί αφήνει θηλιές; Γιατί κόβεται η κλωστή; Γιατί δεν μου πατάει τα διπλόγαζα; Πώς στερεώνουμε την αρχή του γαζιού και πώς το τέλος του; Τι νούμερο βελόνα θέλει το τάδε ύφασμα; Και τι διάτανο σημαίνουν τα διαφορετικά νούμερα στο κάτω δεξιά κουμπί;
Κι επειδή η κυρία Βικτωρία λόγω πείρας κυρίως, πολλά πράγματα τα θεωρεί αυτονόητα, αλλά και γιατί επίσης εγώ δεν μπορούσα να της δώσω να καταλάβει συνήθως τι ήταν αυτό που ρωτούσα, η συννενόησή μας ήταν κάτι σαν τον πύργο της Βαβέλ.
Κομφούζιο.
Στράφηκα λοιπόν στον φωτεινό παντογνώστη, το ιντερνέτι δηλαδή.
Όπως συνήθως, ελληνικές ανάλογες ιστοσελίδες μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, κι αυτές μισές κι ανέσωτες. Άφθονες όμως στα αγγλικά. Οπότε άρχισε η μελέτη.


Εκεί να σ' έχω από μια μεριά να γελάσεις. Το τι έχω διαβάσει εδώ και τόσο καιρό δε λέγεται. Το μεγάλο το γέλιο όμως ήταν όταν έπρεπε να συννενοηθώ με τη μάνα μου για περαιτέρω εξηγήσεις. Γιατί καλά τα διάβαζα ή τα έβλεπα εγώ στα βιντεάκια, αλλά άντε να μεταφράσω στα ελληνικά τους αγγλικούς όρους. Γιατί η μοδιστρική έχει κι αυτή το δικό της λεξιλόγιο, που στ' αυτιά του άσχετου μοιάζει με ξένη γλώσσα.

Αλλά μέσα στο χαμό, ανακάλυψα και κάτι που δεν το περίμενα.
Παρότι ποτέ δεν είχα στρώσει τον κώλο μου να μάθω και να μου δείξει η μάνα μου πέντε πράγματα, όλως περιέργως είχα συγκρατήσει στο μυαλό μου ένα σωρό από την τέχνη της. Πολλά περισσότερα απ' όσα θυμόμουν, απ' όσα φανταζόμουν ότι γνώριζα.
Κι όσο έβλεπα βιντεάκια στο γιουτιούμπι κι όσο διάβαζα τιουτόριαλς και ποστς, τόσο αντιλαμβανόμουν τι συνέβαινε, και τόσο μου φαίνονταν όλα γνωστά και οικεία. Μέχρι που σε λίγο καιρό άρχισα να αντιλαμβάνομαι τα λάθη που έβλεπα, τους κακούς χειρισμούς, να θυμάμαι τους ευκολότερους τρόπους να κάνεις κάτι, να θυμάμαι κόλπα και τεχνικές.

Έτσι είπα να βάλω τις νεοαποκτημένες ή νεοαφυπνισμένες γνώσεις μου σε πράξη.
Κι εδώ έπεσε το μεγάλο γέλιο.
Γιατί βλέπεις, ο λύκος κι αν εγέρασε... Είχα ξεχάσει ότι πέρα από τη θεωρία και τις γνώσεις, η ραπτική θα έπρεπε στα λεξικά να είναι συνώνυμη με τη λέξη υ-π-ο-μ-ο-ν-ή.

Υπομονή παιδιά κι άγιος ο θεός.

Αρετή που το κατάστημα δεν τη διέθετε ποτέ σε μεγάλες δόσεις, και σίγουρα όχι σε τόσες όσες απαιτεί η τέχνη του ραψίματος. Όμως το κατάστημα διαθέτει σε μεγάλες δόσεις μουλαρίσια επιμονή και ξεροκεφαλιά.
Κι έτσι κάθησα κάτω και το πάλεψα.

Το πρώτο μου πρότζεκτ σκέφτηκα να 'ναι κάτι εύκολο, που ακόμη κι αν τα κάνω θάλασσα να μην κλαίω το ύφασμα και τον κόπο μου. Τι να φτιάξω λοιπόν; Μια τσάντα.
Πατρόν για τσάντες στο ίντερνετ υπάρχουν ένα κάρο. Στα αγγλικά όλα, αλλά ένα κάρο.
Αμ εγώ η καλή σου, δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω έτοιμο πατρόν. Ήθελα να φτιάξω μόνη μου απ' το μηδέν. Σκεφτόμουν βλέπεις ότι των αλλωνών παραήταν απλά, παραήταν παρόμοια, και σιγά στην τελική που δε θα τα καταφέρω να φτιάξω ένα πατρόν για τσάντα.
Όσο για τις συμβουλές προς αρχάριες μοδίστρες που διάβαζα, οι οποίες σου έλεγαν να ξεκινήσεις με την περιβόητη tote bag, την πιο απλή κατασκευή δηλαδή που θυμίζει τσάντα για ψώνια, τις έβλεπα ξεφυσώντας με ειρωνεία. Σιγά μην καταδεχτώ να φτιάξω κάτι τόσο απλό. Άλλωστε εγώ δεν ήμουν αρχάρια, ήξερα ήδη κάμποσα πράγματα, έστω και στη θεωρία.

Κι έτσι κάθησα κι έφτιαξα ένα σχέδιο για τσάντα. Πολύπλοκο. Με διπλό "σώμα", άλλο κομμάτι για το πάνω, άλλο για το κάτω. Και πιέτες. Και ήθελα να έχει και φερμουάρ. Σιγά μην έβαζα αυτοκόλητο ή κουμπί. Αυτά είπαμε, είναι για τις αρχάριες. Κι ήθελα το φερμουάρ επίσης να πατάει σε περιθώριο υφάσματος δικό του, και να μην είναι ραμένο πάνω στο σώμα της τσάντας. Κι ήθελα τέλος και εγκράφα για στολίδι στο πλάι.
Ε, τίποτα δεν ήθελα η γυναίκα! Βασικά πραγματάκια.
Δε θα σας περιγράψω τον πανικό και τον πανζουρλισμό που επικράτησε στο σπίτι όσο προσπαθούσα να βγάλω σε πατρόν όλα όσα είχα σχεδιάσει η κυρία ωραία και καλά. Ούτε το πόσα χαρτιά έσκισα και πέταξα, πόσα γαλλικά κατέβασα και πόσες φορές την πλήρωσε ο ταλαίπωρος ο Δ.
Πάντως γεγονός είναι ότι κάποια στιγμή το κατάφερα το πατρόν. Και κάποια άαααλη στιγμή (που απείχε κάμποσο χρονικά), κατάφερα και να ράψω την τσάντα. Την πρώτη μου τσάντα, φτιαγμένη εξ' ολοκλήρου απ' τα χεράκια μου.
Χαλάλι οι παράπλευρες απώλειες, χαλάλι ο κόπος, χαλάλι όλα.
Τη θαύμασα, την κράτησα, τη φόρεσα, και λίγες μέρες μετά... τη βαρέθηκα.

Ή για να ακριβολογώ, δεν βαρέθηκα την τσάντα, απλώς μ' έτρωγαν τα χέρια μου να περάσω στο επόμενο πρότζεκτ.
Που σιγά μην ήταν κι αυτό τσάντα. Έπρεπε να είναι ρούχο. Και δη φούστα.
Τις περιπέτειες της πρώτης μου φούστας θα σας τις εξιστορήσω σε επόμενο ποστ. Για την ώρα, θαυμάστε κόσμε, την πρώτη μου τσαντούλα.

Συνεχίζεται 

περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος

Ποτέ μη λες ποτέ (πρώτο μέρος)

Αλήθεια, πόσα ρούχα θα μπορούσε να έχει ράψει μια επαγγελματίας μοδίστρα σε διάστημα πενήντα πέντε χρόνων; Εκατοντάδες; Χιλιάδες; Δεκάδες χιλιάδες;
Ρητορικό το ερώτημα. Η απάντηση φαντάζομαι βρίσκεται πιο κοντά στο αμέτρητα.
Η μητέρα μου υπήρξε επαγγελματίας μοδίστρα για πενήντα πέντε ολόκληρα χρόνια -ίσως και λίγα περισσότερα, έχω χάσει το μέτρημα. Δεν ξέρω ειλικρινά πόσα ρούχα έχουν περάσει απ' τα χέρια της όλα αυτά τα χρόνια. Ξέρω όμως παραδείγματα όπου έραψε νυφικό φόρεμα για νεαρή κοπέλα, μετά μωρουδιακά για το γιο της, κάτι χρονάκια αργότερα το βραδυνό φόρεμα που η ίδια πελάτισσα θα φορούσε στο γάμο του γιου της, και πιο μετά τα πρώτα φορεματάκια για το εγγόνι της.

Εκπληκτική μοδίστρα η κυρία Βικτωρία.
Με πελάτισσες πιστές σαν σκυλιά που δεν την άλλαζαν με τίποτα και την κυνηγούσαν από κοντά σαν επίμονοι κορτάκηδες, κατεβάζοντας μούτρα όταν δεν δεχόταν παραγγελίες της τελευταίας ώρας. Επιμονή ρε παιδί μου! Δεν καταλάβαιναν τίποτα οι χριστιανές. Τι γιορτές, τι σχόλες, τι καλοκαίρια. Όλες τα ήθελαν χτες ή το αργότερο αύριο.
Η κυρία Βικτωρία απ' την άλλη, ψείρα. Της λεπτομέρειας στη δουλειά της. Της πήγαινες ας πούμε ένα ρούχο κι αντί να το κοιτάξει απ' την καλή, το γύρναγε απ' την ανάποδη και συνήθως, ξίνιζε τα μούτρα.
-Ράψιμο είναι αυτό; Στο γόνατο το έραψε η χριστιανή; Δεν είναι επιτήδεια στη δουλειά της, ήταν το συνηθέστερο σχόλιο. Όχι απο σνομπισμό. Από τελειομανία.
Γιατί για τη μάνα μου, το καλά ραμμένο ρούχο, πλην όλων όσων ήταν αυτονόητα (η γραμμή του, το σχέδιο, η εφαρμογή του πατρόν, το αν κολάκευε την πελάτισσα τονίζοντας τα ωραία σημεία και κρύβοντας τα αδύναμα), σήμαινε κυρίως, την ίδια αν όχι και καλύτερη ποιότητα δουλειάς απ' την "ανάποδή του".
Σου  λέω, ψείρα η γυναίκα.

Και κυρίως, τέρας υπομονής.
Σκέψου μονάχα ότι εκτός από την καθημερινή δουλειά της και πέντε ως δέκα, ανάλογα τις εποχές, μαθητευόμενα "μοδιστράκια", είχε να φροντίσει επίσης τον πατέρα μου, την πεθερά της, την οποία είχε στο σπίτι για δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια, ένα σπίτι κι ένα νοικοκυριό και ταυτόχρονα ένα φιλάσθενο εφτάχρονο πιτσιρίκι που φυσούσε αέρας στο Πήλιο κι εκείνο γριπιαζόταν στο Βόλο -την αφεντιά μου δηλαδή- μαζί με το πρώτο της εγγόνι αφού όταν παντρεύτηκε ο αδελφός μου κι απόκτησε το πρώτο του παιδί, κι επειδή το νέο τότε ζευγάρι δούλευε σε εξοντωτικούς ρυθμούς, άφηνε τη μικρή σε μας μέσα στη βδομάδα και την έπαιρναν τα σαββατοκύριακα.

Φυσικά σ' όλο αυτό το σετάκι, πρόσθεσε και τις απανταχού παρούσες και ποτέ απούσες πελάτισσες που βρέξει-χιονίσει, μπαινόβγαιναν στο σπίτι μας με άνεση μεγαλύτερη απ' ό,τι μπαινόβγαιναν στο δικό τους.

Θα πρέπει βέβαια να πω ότι με πολλές πελάτισσές της, η σχέση τους δεν ήταν μονάχα επαγγελματική, αλλά και φιλική. Συχνότερα δε, κάτι πολύ παραπάνω. Δεν ήταν μόνο η μοδίστρα τους, ήταν κι άλλα για εκείνες. Η εξομολογήτριά τους, ο συμβουλάτοράς τους. Ένα πρόσωπο που ήξεραν ότι μπορούσαν να του εμπιστευτούν πολλά, και που όλα θα έμεναν μεταξύ τους. Ένας δικός τους άνθρωπος βρε παιδί μου.
Όταν έβλεπα την πόρτα του δωματίου που έκανε τις πρόβες κλειστή, καταλάβαινα ότι δεν γινόταν μόνο πρόβα μέσα. Κάποια πελάτισσα βέβαια είχε έρθει για πρόβα, αλλά όσο η κυρία Βικτωρία έβαζε καρφίτσες, διόρθωνε πένσες, κόντευε στριφώματα, μάζευε τα "μπόλικα" και άνοιγε ραφές, η πελάτισσά της παράλληλα, έλεγε και τον πόνο της.
Πέρα από το ρούχο και την πρόβα του, η πελάτισσα ερχόταν για να κουβεντιάσει για ό,τι βάζει ο νους: απ' το αν θέλει τσιγάρισμα η γέμιση για τα γεμιστά και πώς πετυχαίνει το σιρόπι για το γαλακτομπούρεκο, μέχρι το άγχος για τα χρήματα που ήταν λιγοστά και δεν έφταναν να καλύψουν τις ανάγκες της οικογένειας, για το μεροκάματο του άντρα της που δεν ήταν πάντα ταχτικό, για το ότι εκείνος είχε πιει ξανά τις προάλλες και της έσκασε ένα φούσκο κι έσπασε και δυο πιάτα, για τη νέα "φιλενάδα" του με την οποία τσιλιμπούρδιζε κι είχε βουίξει η γειτονιά, για την πεθερά που τους έβγαζε την πίστη, για το γιο που είχε αρχίσει να γυρνάει με ύποπτες παρέες, για την κόρη που κάποιος της σφύριξε ότι είχε "μπλεχτεί" με κάποιον κι έτρεμε η ψυχή τους.

Κι όχι μόνο αυτά, τα καθημερινά.
Μοιράζονταν κι άλλα, μεγαλύτερα, βαθύτερα. Χαρές, πόνοι, λύπες, γκαστρώματα, γεννητούρια, γάμοι, βαφτίσια, θάνατοι, χωρισμοί. Ιστορίες ζωής ολόκληρες πίσω απ' την κλειστή εκείνη πόρτα.
Κλειστή όπως και τα χείλη της κυρίας Βικτώριας.
Ποτέ κουβέντα που της εμπιστεύτηκε πελάτισσα δεν βγήκε παραπέρα. Ούτε μέσα στους τοίχους του ίδιου μας του σπιτιού δεν ακούστηκε.
Γι' αυτό κι ερχόντουσαν οι κυράδες, κι ερχόντουσαν και ξανά και ξανά.

Κι εμένα με θυμάμαι να μεγαλώνω μέσα στα ραφτικά. Να παίζω με τα κουρελάκια που περίσσευαν απ' τα ρούχα, να παριστάνω πως ράβω στη μηχανή της μητέρας μου, να φτιάχνω ρούχα για τις κούκλες μου.
Τα ψαλίδια, οι βελόνες, η πελότα με τις καρφίτσες, το "σαπουνάκι", η μηχανή, τα μασουράκια, τα φερμουάρ και κυρίως τα κουμπιά ήταν τα παιχνίδια μου, όσο επικίνδυνο κι αν ακούγεται όλο αυτό στ' αφτιά μιας σημερινής μάνας. Εγώ αλώνιζα όλα τα παραπάνω κανονικά.
Ποτέ δεν τρυπήθηκα, ποτέ δεν κόπηκα με ψαλίδι, ποτέ δεν τρύπησα το χέρι μου με τη βελόνα της μηχανής. Καλά όχι ότι μ' άφηνε κιόλας χωρίς να 'χει το νου της η μάνα μου, αλλά δεν ήταν πάντα εκεί για να με επιβλέπει (χα!)
Όμως..
Παρόλα αυτά τα ωραία, και γραφικά και νοσταλγικά, εγώ τη δουλειά της μητέρας μου την αντιπαθούσα μ' όλη τη δύναμη της ψυχής μου.
Σφόδρα ρε παιδί μου!
Ειδικά όταν μεγάλωσα λίγο και μπήκα στην εφηβεία. Νεύρα σου λέω. Πολλά νεύρα.
Τα 'χα κι εκ φύσεως, ήρθε κι η εφηβεία και την πλήρωσε -μεταξύ άλλων- κι η δουλειά της κυρίας Βικτωρίας.
Έρχονταν οι πελάτισσές της κι εγώ ήθελα να τις αρπάξω μία-μία απ' το μαλλί και να τις πετάξω έξω.
Όσο έβλεπα την υπομονή και τη διπλωματία της μάνας μου, τόσο εγώ μέσα μου τραγουδούσα το άσμα της Βλαχοπούλου "Δεν είν' επάγγελμα αυτό, είναι μαρτύριο, είναι μια κόλαση, σωστό βασανιστήριο!"

Συνεχίζεται...

περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος