<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d12720662\x26blogName\x3d%CE%A4%CE%A5%CE%A0%CE%9F%CE%A3+%CE%9D%CE%A5%CE%A7%CE%A4%CE%95%CE%A1%CE%99%CE%9D%CE%9F%CE%A3\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLUE\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://typosnyxterinos.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://typosnyxterinos.blogspot.com/\x26vt\x3d7449070411351450586', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Ταξίδι μέρος πρώτο

Δευτέρα, Ιουλίου 14, 2008
Όταν σου στερεύουν τα λόγια κάνεις βουτιά στις αναμνήσεις

Πέρσι το καλοκαίρι οι εικόνες του ταξιδιού μου στο Μαρόκο ήταν ακόμη πολύ νωπές, πολύ γεμάτες χρώματα, αρώματα, λέξεις,μυρωδιές, καλωσορίσματα και αποχαιρετισμούς για να μπορέσω να τα βάλω σε λέξεις.
Ακόμη το Μαρόκο είναι στην καρδιά μου, κι ακόμη οι εικόνες και τα χρώματά του είναι ζωντανά. Δεν ξέρω ούτε κι αν τώρα μπορώ να τα βάλω σε λέξεις χωρίς να μου βγουν λιγότερα και πιο φτωχά, αλλά θα προσπαθήσω.

Το ταξίδι το έκανα μόνη. Χωρίς παρέα και χωρίς οργανωμένο ταξιδιωτικό γραφείο.
Θα συναντούσα όμως φίλους εκεί.

Βρέθηκα σε κάμποσες πόλεις, αλλά θα γύρναγα πίσω ξανά μόνο για δύο: Για το Μαρακές και για την Εσαουίρα.

Ώρα 8.30 τοπική βρίσκομαι να πετώ πάνω από το Μαρακές, και το χρώμα που κυριαρχούσε ήταν η ώχρα.
Τοπίο πρωτόγνωρο, δεν μοιάζει με τίποτε απ' όσα έχω δει ως τώρα.


Είμαι άυπνη από την αναμονή της προηγούμενης νύχτας στο αεροδρόμιο του Λονδίνου, αλλά ήδη ο ενθουσιασμός έχει αρχίσει να διώχνει την κούραση.
Το αεροδρόμιο της Μενάρα είναι μικρό, επαρχιακό σε μέγεθος και διακοσμημένο με αραβικά στοιχεία.
Τρώμε ώρα στην ουρά περιμένοντας τη στάμπα στα διαβατήρια, κι όταν επιτέλους φτάνω στο γκισέ, ανακαλύπτω πως οι υπάλληλοι δεν γνωρίζουν τι σημαίνει Hellas... Τους λέω Greece και δείχνουν να μη με πιστεύουν. Φωνάζουν λοιπόν κανά δυο ακόμη κι αρχίζουν να κάνουν σύσκεψη πάνω από το διαβατήριό μου.
Ευτυχώς μου κόβει γρήγορα και ξεστομίζω τη μαγική λέξη: Yunan, Ελληνίδα δηλαδή.
Ο μουστακαλής υπάλληλος σκάει ένα χαμόγελο, και βάζει τη σφραγίδα. Επιτέλους!

Είναι ακόμη πρωί, όμως έχει ήδη 38 βαθμούς. Παραδόξως, η ζέστη δεν είναι όσο αφόρητη φανταζόμουν. Το κλίμα είναι ξηρό και η έλλειψη υγρασίας κάνει τη ζέστη υποφερτή.

Έξω από το αεροδρόμιο με περιμένει ένας ντόπιος φίλος που θα με πάει με το μηχανάκι του μέχρι το κέντρο του Μαρακές, στην παλιά Medina. Όταν τον εντοπίζω βλέπω έκπληκτη πως οδηγεί ένα μοτοποδήλατο, χωρίς θέση για τον συνεπιβάτη, και που πολύ αμφέβαλλα αν
θα μπορούσε να κουβαλήσει τους δυο μας και την μάλλον μεγάλη βαλίτσα που κουβαλούσα μαζί μου.

"Don't worry, relax, you are in Morocco now" μου λέει και μου σκάει ένα χαμόγελο σαράντα μέτρα.

Με κάποιο ανεξήγητο τρόπο βολεύει τη βαλίτσα ανάμεσα στα πόδια του και μου κάνει νόημα να καθίσω στη σχάρα στο πίσω μέρος.
Το αεροδρόμιο απέχει περίπου 20 λεπτά από την παλιά πόλη και παραλίγο να κάνω το σταυρό μου καθώς σκαρφάλωνα πίσω του, ευτυχώς όμως συγκρατήθηκα εγκαίρως.

Με ακόμη πιο ανεξήγητο τρόπο, βρεθήκαμε περίπου μισή ώρα μετά σώοι και αβλαβείς στην είσοδο της κεντρικής, τεράστιας πλατείας Jemaa el Fna (16 χιλ. διάμετρος).
Ολόκληρη η πόλη του Μαρακές είναι βαμμένη σ' ένα πανέμορφο, ροδί-πορτοκαλο-ροζ χρώμα... Στο ίδιο χρώμα είναι βαμμένο και το τείχος που περικλείει την παλιά πόλη.

Η κατάσταση στους δρόμους είναι το λιγότερο χαοτική κι αυτό ήταν το πρώτο πολιτισμικό σοκ. Η κεντρική λεωφόρος γεμάτη αρχαίες μοτοσυκλέτες που καβαλούν με άνεση τα πεζοδρόμια, μηχανάκια που αντιστέκονται σθεναρά στους κόκκινους σηματοδότες, φορτηγά του '50 τα οποία τρέχουν σαν να τα κυνηγούν διαβόλοι, κάμποσα αυτοκίνητα φορτωμένα μ' ένα κάρο πράγματα, κι αμέτρητα μουσταρδί ταξί...
Αν νομίζει κανείς πως οι οδηγοί στην Ελλάδα είναι μουρλοί, μετά από ένα ταξίδι στο Μαρόκο θα πιστέψει σχεδόν πως οι Έλληνες οδηγούν σαν Γερμανοί.

Μπαίνοντας στην Jemaa el Fna χωθήκαμε στα souks, τα μικρά στενάκια τριγύρω, κι αρχίσαμε να ψάχνουμε για κανένα Rhiad (παραδοσιακά σπίτια που έχουν μετατραπεί σε ξενοδοχεία),αλλά γρήγορα συνειδητοποιούμε πως είναι όλα φουλ. Αφού οι πορτιέρηδες -όπου υπήρχαν- ούτε καν μας ρίχναν δεύτερη ματιά.

Γυρίσαμε ξανά στην πλατεία, ο φίλος μου με άφησε στην ταράτσα μιας καφετέριας να πιω το πρώτο μου Μαροκινό τσάι μέντας (δυόσμος στην πραγματικότητα, παρόλο που όλοι οι τουριστικοί οδηγοί λένε μέντα), κι εκείνος συνέχισε την προσπάθεια ανεύρεσης ξενοδοχείου.

Περίπου 2 ώρες αργότερα επέστρεψε ψόφιος και καταϊδρωμένος, για να μου ανακοινώσει περίλυπος ότι δεν υπήρχε ούτε στρώμα ελεύθερο. Τέτοια γκαντεμιά ούτε η παναγία στη Βηθλεέμ ρε παιδί μου.

"Τι κάνουμε τώρα;" τον ρωτάω. Στύβει το μυαλό του και μου λέει "Υπάρχει ίσως μια λύση, αλλά..."
"Τι αλλά βρε πουλάκι μου, που τα 'χω παίξει πλέον απ' το ξενύχτι, το τρέξιμο και τη ζέστη; Ό,τι κι αν είναι λέγε!"
"Μπορούμε να βρούμε ίσως κάπου ένα δωμάτιο, αλλά θα το πληρώσεις ακριβά κι είναι και κάπως ρίσκο γιατί..."

Μέχρι να μου πει το γιατί είδα κι έπαθα. Το δια ταύτα, ήταν το εξής: Στο Μαρόκο, όπως και σε όλες τις μουσουλμανικές χώρες, απαγορεύεται εκ του νόμου να μείνει στο ίδιο δωμάτιο ένα ανύπαντρο ζευγάρι, εκτός κι αν είναι κι οι δυο ξένοι.
Κι ως γνωστόν, όπου υπάρχουν απαγορεύσεις υπάρχουν και παραθυράκια.
Ακόμη και στο Μαρόκο λοιπόν υπάρχουν ριάντ για μερικές ώρες, μόνο που χρεώνουν πανάκριβα λόγω της επικινδυνότητας του θέματος και για να μπορούν προφανώς να λαδώνουν τους ντόπιους μπάτσους κι επίσης δεν τα αναφέρει κανένας τουριστικός οδηγός.

"Ε, οκ, πάμε εκεί,δε βαριέσαι!" του είπα, και σκεφτόμουν ότι όταν γυρίσω θα γράψω βιβλίο. Πρώτη νύχτα στο Μαρόκο και να την περνάω σε γαμιστρώνα!

Ούτε ξέρω σε πόσα σοκάκια στρίψαμε, ξέρω όμως πως στο τέλος κόντευα πια να συνηθίσω τη βρώμα και τη μπίχλα, αλλά είχα αρχίσει λιγάκι ν' ανησυχώ. Αν γινόταν καμιά στραβή και χανόμουν πουθενά δε θα μ' έβρισκε ούτε η Ιντερπόλ. Έβαζα λοιπόν σημάδια κι ακολουθούσα προσευχόμενη να μην τα πάρει στο κρανίο ο Αλλάχ και βρεθώ βιασμένη, ληστεμένη ή οτιδήποτε άλλο χειρότερο.

Οι φόβοι μου αποδείχτηκαν αβάσιμοι, αλλά αυτό που αντίκρισαν τα μάτια μου όταν άνοιξε η παμπάλαια πόρτα του (ο Θεός να το κάνει)ριάντ, δεν περιγράφεται με λόγια.

Εντάξει, καταλαβαίνω, κατάλυμα για μερικές ώρες είναι, αλλά τόση βρώμα και εγκατάλειψη ούτε στην πλατεία Βάθη...

Η ιδιοκτήτρια -μια κωλοπετσωμένη πιτσιρίκα- με κοίταζε με ξινισμένο ύφος και άρχιζε να σκληραίνει τα παζάρια.
Με τα πολλά πήρε το διαβατήριό μου, πέρασε τα στοιχεία μου στο βιβλίο πελατών (είχαν και τέτοιο), και μας έδειξε αόριστα προς την άκρη της αυλής, ενώ άπλωσε το χέρι της για να πάρει τα 400 ντιρχάμ, 40 ευρώ δηλαδή, που θα μου κόστιζε η διαμονή μου στο Σέρατον...

"Κλειδί;" ρωτάω
"Δεν έχει κλειδί", μου λέει ο φίλος μου. "Μην ανησυχείς, θα βρούμε τρόπο να κλείσεις από μέσα".

Και μπαίνουμε στο παλατάκι... Και πάλι τα λόγια είναι λίγα.

Οι τοίχοι ξέφτιζαν τόπους-τόπους, το ίδιο και το ταβάνι κι οι σοβάδες έπεφταν πάνω στο κρεβάτι... ή σ' αυτό που θα έπρεπε να είναι το κρεβάτι.
Γιατί κρεβάτι πραγματικά δεν υπήρχε. Υπήρχε ένας ξύλινος σκελετός από απλάνιστες σανίδες κατάχαμα, όπου πάνω ήταν πεταγμένο ένα βουλιαγμένο, τρισάθλιο στρώμα, σκεπασμένο μ' ένα λαμπερό κερασί σατέν σεντόνι (τρομάρα τους, το σατέν τους μάρανε).
Κάτι άθλια μαξιλάρια συμπλήρωναν το ντεκόρ, όσο για το αν είχε ποτέ πλυθεί το σατενάτο σεντόνι ας μην το κουβεντιάσουμε καλύτερα.

Πήρα βαθιά ανάσα, σκέφτηκα θα στρώσω πάνω όλες τις πετσέτες μου, θα κοιμηθώ με τα ρούχα κι ύστερα θα τα πετάξω και θα πάρω άλλα, και ρούχα και πετσέτες.

Στο δωμάτιο υπήρχαν ακόμη μια κουτσή καρέκλα και μια σπασμένη πολυθρόνα, ένα διπλό, σιδερένιο καναπεδάκι που παραδόξως είχε όλα του τα πόδια, ένα επίσης κουτσό τραπεζάκι, ένα τζάκι στου οποίου το γείσο αναπαυόταν ένας σπασμένος καθρέφτης και στην άλλη άκρη του δωματίου μια κουρτίνα που έπιανε τον τοίχο πέρα πέρα.
Λέω μέσα μου εκεί θα 'ναι το μπάνιο.
Φευ!
Πίσω από τις κουρτίνες δεν υπήρχε τίποτε, απλά μια εσοχή στον τοίχο που δεν ξέρω ακόμη σε τι εξυπηρετούσε.

"Μπάνιο έχει ένα κοινό έξω στην αυλή" με ενημερώνει ο φίλος.

Ξαφνικά, αντί να με πιάσει πανικός, με πιάνουν τρελά γέλια.

Καλώς ήρθες στο Μαρόκο, μονολογώ κι αποφασίζω να το πάρω όλο με την τρελή και αστεία του πλευρά, κι ήταν ό,τι καλύτερο σκέφτηκα. Μεμιάς έφυγε το άγχος και τα καντήλια που ήμουν έτοιμη να αρχίσω να ξεστομίζω κι ένιωσα αρκετά γενναία να κάνω μια δοκιμή να μπω στο κοινό μπάνιο.
Περιέργως ήταν πεντακάθαρο πράγμα που εκμεταλλεύτηκα δεόντως, κι έτσι λίγη ώρα αργότερα ένιωθα έτοιμη για όλα, αλλά κυρίως για άλλο ένα μαροκινό τσάι (έχω εθιστεί, σας το 'πα; Μέχρι και τον καφέ μου θα μπορούσα να παρατήσω για το τσάι του δυόσμου! Ποιος να μου το 'λεγε!), και για την εξερεύνηση της νυχτερινής Jemaa el Fna.
Το σούρουπο είχε φτάσει και οι ήχοι από την πλατεία αρχίζουν ήδη να με καλούν κοντά της.

Η συνέχεια στο επόμενο ποστ.

περισσότερα ...
Τυπος Νυχτερινος